ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 14ης Ιουλίου 2005 1(1)
Υπόθεση C‑215/04
Marius Pedersen A/S
κατά
Miljøstyrelsen
[αίτηση του Østre Landsret (Δανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 259/93 σχετικά με τη μεταφορά αποβλήτων – Απόβλητα τα οποία προορίζονται για πράξεις αξιοποιήσεως – Έννοια του κοινοποιούντος – Υποχρεώσεις βαρύνουσες τον κοινοποιούντα – Δικονομικές προθεσμίες»
1. Στο πλαίσιο της παρούσας προδικαστικής παραπομπής, το Østre Landsret (Δανία) ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει πλείονες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (2).
2. Με τα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα καλείται ειδικότερα το Δικαστήριο να διευκρινίσει ορισμένα σημαντικά στοιχεία της διαδικασίας που διέπει τη μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση μεταξύ κρατών μελών.
I – Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
3. Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο (3), στόχος του κανονισμού είναι η εγκαθίδρυση ενός εναρμονισμένου συστήματος διαδικασιών διά των οποίων μπορεί να περιοριστεί η κυκλοφορία των αποβλήτων με σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος.
4. Ο κανονισμός προβλέπει στον τίτλο II την εφαρμοστέα επί της μεταφοράς αποβλήτων μεταξύ κρατών μελών διαδικασία. Το κεφάλαιο A του τίτλου II, το οποίο περιλαμβάνει τα άρθρα 3 έως 5, καλύπτει τα προς διάθεση απόβλητα, ενώ το κεφάλαιο B του ιδίου τίτλου, το οποίο εμπεριέχει τα άρθρα 6 έως 11, αφορά τα προς αξιοποίηση απόβλητα. Οι εφαρμοστέοι επί της μεταφοράς των αποβλήτων προς αξιοποίηση κανόνες είναι λιγότερο καταναγκαστικοί από εκείνους που αφορούν την προς διάθεση μεταφορά αποβλήτων. Το διαφορετικό αυτό καθεστώς εξηγείται από τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να εξασφαλίσει το προβάδισμα στην αξιοποίηση (4). Ο ορισμός των εννοιών «διάθεση» και «αξιοποίηση» των αποβλήτων δίδεται με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (5), στην οποία παραπέμπει (6).
5. Ο κανονισμός επιβάλλει στο προτιθέμενο να προβεί στη μεταφορά των αποβλήτων από κράτος μέλος σε άλλο με σκοπό τη διάθεση ή την αξιοποίησή τους φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αποκαλούμενο ο κοινοποιών, την υποχρέωση να γνωστοποιήσει στις αρμόδιες αρχές καθώς και στον παραλήπτη των αποβλήτων το σχέδιο του περί μεταφοράς.
6. Το άρθρο 2, στοιχείο ζ΄, του κανονισμού δίδει τον ακόλουθο ορισμό του κοινοποιούντος:
«ζ) “κοινοποιών”, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υπέχει την υποχρέωση κοινοποιήσεως, συγκεκριμένα δε τα ακόλουθα πρόσωπα που προτίθενται να μεταφέρουν ή να ενεργήσουν για τη μεταφορά αποβλήτων:
i) το πρόσωπο, η δραστηριότητα του οποίου παρήγαγε τα απόβλητα (αρχικός παραγωγός)
ή
ii) όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, εγκεκριμένη από κράτος μέλος προς τον σκοπό αυτό επιχείρηση συλλογής αποβλήτων ή εγκεκριμένος ή καταχωρημένος εργολάβος ή μεσίτης που μεριμνά για τη διάθεση ή την αξιοποίηση των αποβλήτων,
ή
iii) αν τα πρόσωπα αυτά είναι άγνωστα ή δεν έχουν έγκριση, το πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή του ή ελέγχει νομίμως τα απόβλητα (κάτοχος)
[…]»
7. Κατά την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, οι μεταφορές αποβλήτων πρέπει προηγουμένως να κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές ούτως ώστε να είναι δεόντως «ενήμερες, ιδίως για το είδος, τη διακίνηση και τη διάθεση ή αξιοποίηση των αποβλήτων, κατά τρόπον ώστε να μπορούν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να προβάλλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις ως προς τη μεταφορά».
8. Όσον αφορά τη διαδικασία κοινοποιήσεως των προς αξιοποίηση αποβλήτων, το άρθρο 6 του κανονισμού ορίζει:
«1. Όταν ο κοινοποιών προτίθεται να μεταφέρει απόβλητα προς αξιοποίηση […] από ένα κράτος μέλος σε άλλο ή/και να τα διαμετακομίσει μέσω ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, […] διαβιβάζει κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή προορισμού και αποστέλλει αντίγραφο της κοινοποιήσεως στις αρμόδιες αρχές αποστολής και διαμετακομίσεως, καθώς και στον παραλήπτη.
[…]
3. Η κοινοποίηση πραγματοποιείται με το έγγραφο παρακολουθήσεως που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή αποστολής.
4. Κατά την κοινοποίηση, ο κοινοποιών συμπληρώνει το έγγραφο παρακολουθήσεως και παρέχει συμπληρωματικές πληροφορίες και έγγραφα, εφόσον του το ζητήσουν οι αρμόδιες αρχές.
5. Ο κοινοποιών παρέχει, με το έγγραφο παρακολουθήσεως, πληροφορίες οι οποίες αφορούν ιδίως:
– την προέλευση, τη σύνθεση και την ποσότητα των προς αξιοποίηση αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του παραγωγού και, αν πρόκειται για απόβλητα διαφόρων προελεύσεων, λεπτομερή κατάλογο των αποβλήτων καθώς και, αν είναι γνωστή, την ταυτότητα των αρχικών παραγωγών,
[…]».
9. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 του κανονισμού:
«1. Μόλις παραλάβει την κοινοποίηση, η αρμόδια αρχή προορισμού αποστέλλει, εντός προθεσμίας τριών εργασίμων ημερών, απόδειξη παραλαβής στον κοινοποιούντα και αντίγραφό της στις άλλες αρμόδιες αρχές και στον παραλήπτη.
2. Οι αρμόδιες αρχές προορισμού, αποστολής και διαμετακομίσεως διαθέτουν προθεσμία 30 ημερών από την αποστολή της αποδείξεως παραλαβής για να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς. Οι αντιρρήσεις αυτές θεμελιώνονται στην παράγραφο 4. Διαβιβάζονται δε εγγράφως στον κοινοποιούντα και στις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας.
Οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν να δώσουν γραπτή συγκατάθεση εντός διαστήματος μικρότερου των 30 ημερών.
[…]
4. α) Οι αρμόδιες αρχές προορισμού και αποστολής δύνανται να προβάλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις για τη σχεδιαζόμενη μεταφορά:
– σύμφωνα με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ, και ιδίως το άρθρο 7,
ή
– αν δεν είναι σύμφωνη με τις εθνικές, νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή την προστασία της υγείας,
[…]».
10. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού προβλέπει:
«1. Αν δεν προβληθεί καμία αντίρρηση, η μεταφορά μπορεί να πραγματοποιηθεί μετά την παρέλευση της προθεσμίας των 30 ημερών. Εντούτοις, η σιωπηρή συναίνεση λήγει ένα ημερολογιακό έτος μετά την ημερομηνία αυτή.
Αν οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν να δώσουν εγγράφως τη συγκατάθεσή τους, η αποστολή μπορεί να πραγματοποιηθεί αμέσως μόλις ληφθούν όλες οι αναγκαίες συγκαταθέσεις».
11. Εξάλλου, το άρθρο 10 του κανονισμού περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής ιδίως επί των προς αξιοποίηση αποβλήτων τα οποία δεν έχουν ακόμη ταξινομηθεί σε ένα από τα παραρτήματα αυτού II, III ή IV. Έτσι, προβλέπει ότι τα ανωτέρω απόβλητα διέπονται από τις ίδιες διαδικασίες με εκείνες που ορίζονται στα άρθρα 6 έως 8, εκτός και αν «απαιτείται έγγραφη συγκατάθεση των ενδιαφερομένων αρμοδίων αρχών πριν αρχίσει η μεταφορά». Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η ανωτέρω διαδικασία τυγχάνει εφαρμογής στο πλαίσιο της μεταφοράς αποβλήτων ηλεκτρονικών συναρμολογήσεων περί των οποίων πρόκειται στη διαφορά της κύριας δίκης.
12. Τέλος, σημειώνω ότι η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέβαλε στις 30 Ιουνίου 2003 πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις μεταφορές αποβλήτων (7), ακολούθως, στις 8 Μαρτίου 2004, τροποποιημένη πρόταση του εν λόγω κειμένου (8) η οποία δεν έχει ακόμα εγκριθεί μέχρι και σήμερα από τα δύο θεσμικά όργανα. Στη συνέχεια, προτίθεμαι να αναφερθώ σε ορισμένες από τις μελετώμενες στο επίπεδο της διαδικασίας κοινοποιήσεως των προς αξιοποίηση αποβλήτων τροποποιήσεις.
II – Η διαφορά της κύριας δίκης
13. Η εταιρία Marius Pedersen A/S (στο εξής: Pedersen) ζήτησε από τη Miljøstyrelsen, εθνική αρχή περιβάλλοντος και αρμόδια αρχή της Δανίας να παραλαμβάνει τις κοινοποιήσεις εισαγωγής και τα αντίγραφα των κοινοποιήσεων εξαγωγής αποβλήτων (9), την έγκριση μεταφοράς 2 000 τόνων αποβλήτων προερχομένων από ηλεκτρονικές συναρμολογήσεις προς την εταιρική αυτής επιχείρηση στη Γερμανία, με σκοπό την αξιοποίησή τους.
14. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 6 του κανονισμού κοινοποίηση ελήφθη από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού στις 25 Φεβρουαρίου 2000. Οι τελευταίες διαβίβασαν στις 2 Μαρτίου 2000 απόδειξη παραλαβής στην Pedersen και στη Miljøstyrelsen.
15. Με έγγραφο της 14ης Μαρτίου 2000, η Miljøstyrelsen γνωστοποίησε στην Pedersen ότι επιθυμούσε να έχει λεπτομερέστερη περιγραφή των αποβλήτων που επρόκειτο να εξαχθούν. Το αίτημα αυτό ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δύο διαδίκων της διαφοράς της κύριας δίκης, σύσκεψη που έλαβε χώρα στις 18 Οκτωβρίου 2000, ακολούθως δύο άλλα έγγραφα της Miljøstyrelsen, φέροντα ημερομηνία 31 Οκτωβρίου 2000 και 9 Ιουλίου 2001 αντίστοιχα, με τα οποία η τελευταία διευκρίνισε στην Pedersen τα πληροφοριακά στοιχεία που έκρινε η ίδια ότι της ήταν αναγκαία προκειμένου να δυνηθεί να προβεί στην έγκριση.
16. Η Miljøstyrelsen αρνήθηκε να παράσχει την έγκριση εξαγωγής με το αιτιολογικό ότι η Pedersen δεν της παρέσχε, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες πληροφορίες που ήσαν αναγκαίες για την εξέταση της αιτήσεως:
– τον κατάλογο των αρχικών παραγωγών των αποβλήτων, καθώς και το πληρεξούσιο εκ μέρους των ανωτέρων παραγωγών με το οποίο βεβαιωνόταν ότι η Pedersen τους εκπροσωπεί στο πλαίσιο των εξαγωγών των συλλεγέντων αποβλήτων. Έτσι, η Pedersen δεν θα μπορούσε να ενεργήσει ως κοινοποιών τη μεταφορά·
– την απόδειξη ότι η γερμανική εγκατάσταση θα προέβαινε στην επεξεργασία των αποβλήτων κατά τρόπον αντίστοιχο, από οικολογικής απόψεως, προς τον προβλεπόμενο με τη δανική κανονιστική ρύθμιση·
– επαρκείς πληροφορίες ως προς τη σύνθεση των αποβλήτων· συγκεκριμένα, με το έντυπο περί διασυνοριακής μεταφοράς, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης διευκρίνισε ότι επρόκειτο για μεταφορά «αποβλήτων προερχομένων από ηλεκτρονικές συναρμολογήσεις».
Εξάλλου, ενόψει του εικαζομένου ως μη πλήρους χαρακτήρα της κοινοποιήσεως, η Miljøstyrelsen έκρινε ότι δεν ήταν εφικτό να αρχίσει να τρέχει η προβλεπόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού προθεσμία των 30 ημερών ώστε η αρμόδια αρχή αποστολής να είναι σε θέση να δώσει τη συγκατάθεσή της ή να προβάλει αντιρρήσεις.
Η Pedersen άσκησε ενώπιον του Østre Landsret προσφυγή εκτιμώντας ότι είχε προσκομίσει επαρκή έγγραφα ώστε η Miljøstyrelsen να είναι σε θέση να εκδώσει την αιτηθείσα έγκριση, ότι οι προθεσμίες για την προβολή αντιρρήσεων είχαν λήξει και ότι, ως εκ τούτου, δικαιούνταν να προβεί στις εξαγωγές.
III – Η προδικαστική παραπομπή
17. Διατυπώνοντας επιφυλάξεις ως προς την ερμηνεία πλειόνων διατάξεων του κανονισμού, το Østre Landsret αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) α) Έχει η έκφραση “όταν αυτό δεν είναι δυνατόν” του άρθρου 2, στοιχείο ζ, περίπτωση ii, του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους. την έννοια ότι εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής αποβλήτων δεν μπορεί αυτομάτως να είναι ο κοινοποιών εξαγωγή αποβλήτων προς αξιοποίηση;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ερωτάται βάσει ποιων κριτηρίων μπορεί μια εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής να είναι ο κοινοποιών εξαγωγή αποβλήτων προς αξιοποίηση.
γ) Μπορεί το κριτήριο να είναι ότι είτε ο αρχικός παραγωγός αποβλήτων είναι άγνωστος είτε πρόκειται για πολλούς παραγωγούς αποβλήτων των οποίων η επί μέρους παραγωγή είναι τόσο ασήμαντη ώστε δεν θα ήταν εύλογο να πρέπει καθένας χωριστά να κοινοποιεί την εξαγωγή των αποβλήτων;
2) Παρέχει το άρθρο 7, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4, στοιχείο α΄, πρώτη και δεύτερη παύλα, του κανονισμού 259/93, τη δυνατότητα να προβάλουν οι αρμόδιες αρχές της χώρας αποστολής αντιρρήσεις έναντι συγκεκριμένης αιτήσεως για άδεια εξαγωγής αποβλήτων προς αξιοποίηση, όταν δεν έχουν παρασχεθεί πληροφορίες από τον κοινοποιούντα ότι η εκ μέρους της εγκαταστάσεως παραλαβής επεξεργασία των εν λόγω αποβλήτων είναι από απόψεως προστασίας του περιβάλλοντος του ίδιου επιπέδου με αυτό που απαιτείται σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες της χώρας αποστολής;
3) Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 5, πρώτη παύλα, του κανονισμού 259/93 την έννοια ότι η υποχρέωση παροχής πληροφοριών για τη σύνθεση των αποβλήτων μπορεί να θεωρηθεί ότι τηρείται με τη δήλωση του κοινοποιούντος ότι πρόκειται μόνο για απόβλητα ενός συγκεκριμένως δηλούμενου είδους, π.χ. για “απόβλητα προερχόμενα από ηλεκτρονικές συναρμολογήσεις”»;
4) α) Έχει το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 259/93 την έννοια ότι η προθεσμία του άρθρου 7, παράγραφος 2, αρχίζει να τρέχει αφότου οι αρμόδιες αρχές του κράτους προορισμού απέστειλαν απόδειξη παραλαβής, ανεξαρτήτως του ότι οι αρμόδιες αρχές αποστολής θεωρούν ότι δεν έλαβαν όλες τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 5;
β) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ερωτάται ποιες πληροφορίες πρέπει να περιέχει μια κοινοποίηση προκειμένου να αρχίσει να τρέχει η αναφερόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 2, προθεσμία των 30 ημερών.
γ) Έχει η υπέρβαση της προθεσμίας των 30 ημερών ως έννομη συνέπεια ότι οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν πλέον να προβάλουν αντιρρήσεις ή να απαιτήσουν συμπληρωματικές πληροφορίες;»
IV – Ανάλυση
Επί του πρώτου ερωτήματος
18. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν, κατ’ αρχάς, η έκφραση «όταν αυτό δεν είναι δυνατόν», κατά το άρθρο 2, στοιχείο ζ΄, περίπτωση ii, του κανονισμού έχει την έννοια ότι η εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής αποβλήτων δεν μπορεί αυτομάτως να είναι ο κοινοποιών εξαγωγή αποβλήτων προς αξιοποίηση. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ερωτά, ακολούθως, ποια είναι τα κριτήρια που θα μπορούσαν να επιτρέψουν στην εν λόγω εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοποιούντος. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται συναφώς κατά πόσον είναι λυσιτελή δύο κριτήρια, ήτοι, αφενός, το κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο δεν είναι γνωστός ο παραγωγός των αποβλήτων, αφετέρου, εκείνο δυνάμει του οποίου ο αριθμός παραγωγών είναι τέτοιος και η παραγωγή τους τόσο ασήμαντη ώστε δεν θα ήταν εύλογο να φέρουν ατομικώς την υποχρέωση κοινοποιήσεως της μεταφοράς των αποβλήτων.
19. Εκτιμώ, όπως και η Δανική, Αυστριακή και Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, ότι η έκφραση «όταν αυτό δεν είναι δυνατόν», κατά το άρθρο 2, στοιχείο ζ΄, περίπτωση ii, του κανονισμού έχει την έννοια ότι η εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής δεν μπορεί να είναι αυτομάτως, ήτοι σε κάθε περίπτωση, ο κοινοποιών εξαγωγή αποβλήτων προς αξιοποίηση.
20. Πράγματι, όπως προκύπτει ρητώς από τη διατύπωση του άρθρου 2, στοιχείο ζ΄, περιπτώσεις i και ii, του κανονισμού, ο κοινοτικός νομοθέτης επιδίωξε να καθιερώσει ειδική ιεραρχική τάξη όσον αφορά τα δυνάμενα να κοινοποιούν εξαγωγή αποβλήτων στις αρμόδιες αρχές πρόσωπα. Έτσι, όπως προκύπτει από την ανάγνωση της εν λόγω διατάξεως, προπάντων και κατά κύριο λόγο είναι «το πρόσωπο, η δραστηριότητα του οποίου παρήγαγε τα απόβλητα», ήτοι ο αρχικός παραγωγός των αποβλήτων, ο οποίος φέρει την ιδιότητα του κοινοποιούντος.
21. «[Ό]ταν αυτό δεν είναι δυνατόν», και μόνον τότε, η εγκεκριμένη σε κράτος μέλος επιχείρηση συλλογής μπορεί να επιτελέσει τον ρόλο του κοινοποιούντος, ως καταλεγόμενη δεύτερη στην παρατιθέμενη στο άρθρο 2, στοιχείο ζ΄, περιπτώσεις i και ii του κανονισμού τάξη. Επομένως, η εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής αποκτά την ιδιότητα του κοινοποιούντος μόνον επικουρικώς έναντι του αρχικού παραγωγού αποβλήτων και όχι αυτομάτως.
22. Ακριβέστερα, με το υπό εξέταση ερώτημα καλείται το Δικαστήριο να προσδιορίσει υπό ποία (ποίες) περίσταση (περιστάσεις) είναι αδύνατο συγκεκριμένα ο αρχικός παραγωγός να μπορεί να θεωρηθεί ως ο μόνος εγκεκριμένος δυνάμει του κανονισμού κοινοποιών.
23. Το αιτούν δικαστήριο θέτει συναφώς υπό την κρίση του Δικαστηρίου δύο κριτήρια. Το πρώτο συνίσταται στο ότι ο παραγωγός των αποβλήτων είναι άγνωστος και το δεύτερο ότι ο αριθμός των παραγωγών είναι τέτοιος και η παραγωγή τους τόσον ασήμαντη ώστε δεν θα ήταν εύλογο να κοινοποιούν οι ίδιοι ατομικώς τη μεταφορά των αποβλήτων.
24. Θεωρώ ότι τα παρατιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο κριτήρια είναι λυσιτελή ώστε να καταστήσουν εφικτό στην εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοποιούντος κατά την έννοια του κανονισμού.
25. Πράγματι, όσον αφορά το πρώτο κριτήριο, κατά την άποψή μου είναι προφανές ότι, οσάκις ένα πρόσωπο δεν γνωρίζει την ταυτότητα του αρχικού παραγωγού των προς μεταφορά αποβλήτων, όπως μπορεί να συμβαίνει οσάκις πρόκειται για εγκαταλελειμμένα απόβλητα επί των οποίων καμία επισήμανση δεν αποκαλύπτει ποιος τα παρήγαγε (10), στην πράξη είναι αδύνατο να του αναγνωριστεί η ιδιότητα του κοινοποιούντος. Στην περίπτωση αυτή, η εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής, η οποία μνημονεύεται ως δεύτερη τη τάξει στον κατάλογο των προσώπων που δύνανται να πληρούν από νομική άποψη τον ρόλο του κοινοποιούντος, λαμβάνει, δυνάμει του ιδίου του κανονισμού, την έγκριση να κοινοποιήσει μεταφορά των οικείων αποβλήτων στις αρμόδιες αρχές (11).
26. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο, ήτοι τον τυχόν μεγάλο αριθμό επιχειρηματιών, καθένας από τους οποίους παράγει ασήμαντες ποσότητες αποβλήτων, φρονώ ότι ο κανονισμός μπορεί να ερμηνευθεί δυσχερώς ως επιβάλλων κατά τρόπο απόλυτο οι εν λόγω μικροπαραγωγοί και μόνον αυτοί να κοινοποιούν τις σχεδιαζόμενες μεταφορές αποβλήτων. Εκτιμώ συναφώς ότι η έκφραση «όταν αυτό δεν είναι δυνατόν» πρέπει να τύχει ευρείας ερμηνείας προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας κοινοποιήσεως. Πράγματι, οι πολλαπλές κοινοποιήσεις που προέρχονται από παραγωγούς ασήμαντων ποσοτήτων αποβλήτων δεν συμβιβάζεται, κατά την άποψή μου, με τη βαρύνουσα, δυνάμει του κανονισμού, τις αρμόδιες αρχές υποχρέωση να εξετάζουν τις εν λόγω κοινοποιήσεις εντός σχετικά βραχειών προθεσμιών.
27. Επιπλέον, η άρνηση αναγνωρίσεως σε εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής της ιδιότητας του κοινοποιούντος υπό παρόμοιες περιστάσεις δεν συμβάλλει στην ενθάρρυνση της χωριστής συλλογής αποβλήτων ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών εξοπλισμών. Μολονότι δεν ίσχυε ακόμη κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς στην κύρια δίκη, είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση ότι η οδηγία 2002/96 μνημονεύει ιδίως τον στόχο «της επιτεύξεως υψηλού επιπέδου χωριστής συλλογής» των εν λόγω αποβλήτων (12).
28. Ο στόχος αυτός δικαιολογείται από το γεγονός ότι η παρουσία επικινδύνων στοιχείων από τα οποία απαρτίζονται οι ηλεκτρικοί και ηλεκτρονικοί εξοπλισμοί απαιτεί ειδική μεταχείριση των εξ αυτών προερχομένων αποβλήτων. Η χωριστή συλλογή συνιστά συναφώς απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ειδικής επεξεργασίας και ανακυκλώσεως των αποβλήτων ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών εξοπλισμών υπό συνθήκες σεβασμού του περιβάλλοντος (13).
29. Υπό την ανωτέρω προοπτική, υποστηρίζω ότι η ερμηνεία ότι, ενόψει υψηλού αριθμού επιχειρηματιών που παράγουν ο καθένας χωριστά ασήμαντες ποσότητες αποβλήτων, η εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής πρέπει να αναγνωρίζεται ως κοινοποιών κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο ζ΄, του κανονισμού, ανταποκρίνεται στον επιδιωκόμενο με τον εν λόγω κανονισμό στόχο προστασίας του περιβάλλοντος. Επιβάλλεται συναφώς να υπογραμμιστεί, κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, «είναι σημαντικό να οργανωθεί η παρακολούθηση και ο έλεγχος των μεταφορών αποβλήτων με τρόπον ώστε να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη διαφυλάξεως, προστασίας και βελτιώσεως της ποιότητας του περιβάλλοντος».
30. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, προτείνω να δοθεί στον αιτούν δικαστήριο η απάντηση ότι η έκφραση «όταν αυτό δεν είναι δυνατόν», κατά το άρθρο 2, στοιχείο ζ΄, περίπτωση ii, του κανονισμού έχει την έννοια ότι η εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής αποβλήτων δεν μπορεί να αποκτά αυτομάτως την ιδιότητα του κοινοποιούντος μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση. Αντιθέτως, η εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής μπορεί να θεωρηθεί, δυνάμει του κανονισμού, ως κοινοποιών παρόμοια μεταφορά ιδίως οσάκις είτε ο παραγωγός των αποβλήτων δεν είναι γνωστός είτε υφίσταται υψηλός αριθμός επιχειρηματιών που παράγουν ο καθένας ασήμαντες ποσότητες αποβλήτων.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
31. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 4, στοιχείο α΄, πρώτη και δεύτερη παύλα, του κανονισμού έχει την έννοια ότι παρέχει στην αρμόδια αρχή αποστολής την ευχέρεια να προβάλει αντιρρήσεις στη μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση σε περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω αρχή δεν διαθέτει πληροφορίες εκ μέρους του κοινοποιούντος ικανές να καταδείξουν ότι η επεξεργασία των εν λόγω αποβλήτων στο κράτος μέλος προορισμού πρόκειται να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με μεθόδους ισοδύναμης οικολογικής αξίας με εκείνες που απαιτεί η κανονιστική ρύθμιση του κράτους μέλους αποστολής.
32. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο εν λόγω ερώτημα, πρέπει να δοθεί έμφαση στην πρόσφατη απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2004 επί της υποθέσεως C-277/02, EU-Wood-Trading (14). Στα πλαίσια της υποθέσεως εκείνης, το Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, πρώτη παύλα, του κανονισμού έχει την έννοια ότι οι αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς αποβλήτων προς αξιοποίηση, τις οποίες επιτρέπεται να προβάλλουν οι αρμόδιες αρχές αποστολής και προορισμού, μπορούν να στηρίζονται σε εκτιμήσεις συνδεόμενες όχι μόνο με την αφ’ εαυτής μεταφορά των αποβλήτων στην περιοχή ευθύνης της κάθε αρμόδιας αρχής, αλλά και στην αξιοποίηση στην οποία κατατείνει η μεταφορά. Αφετέρου, έκρινε ότι η ίδια αυτή διάταξη του κανονισμού έχει την έννοια ότι, για να αντιταχθεί σε μεταφορά αποβλήτων, η αρμόδια αρχή αποστολής δύναται, κατά την εκτίμηση των επιπτώσεων που συνεπάγεται για την υγεία και το περιβάλλον η σχεδιαζόμενη αξιοποίηση των αποβλήτων στο κράτος προορισμού, και τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, να λαμβάνει υπόψη της τα κριτήρια στα οποία υπόκειται η αξιοποίηση των αποβλήτων στο κράτος αποστολής, προς αποτροπή των ως άνω επιπτώσεων, ακόμη και όταν τα κριτήρια αυτά είναι αυστηρότερα από τα ισχύοντα στο κράτος μέλος προορισμού.
33. Φρονώ ότι η μείζων πρόταση της συλλογιστικής που ακολούθησε το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό παρέχει την απάντηση στο υποβληθέν από το εθνικό δικαστήριο ερώτημα.
34. Πράγματι, πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έδωσε σαφώς έμφαση στην ανάγκη προσεγγίσεως, προς επίτευξη των στόχων της διαφυλάξεως της υγείας και του περιβάλλοντος, κάθε μεταφοράς αποβλήτων μεταξύ κρατών μελών σφαιρικώς, ήτοι από το σημείο αναχωρήσεως των αποβλήτων στο κράτος μέλος αποστολής μέχρι τον τερματισμό της επεξεργασίας τους στο κράτος μέλος προορισμού. Έτσι, η εξέταση της μεταφοράς αποβλήτων στο σύνολό της θα ετίθετο εν αμφιβόλω αν οι αρμόδιες αρχές δεν ενημερώνονταν δεόντως επί των λεπτομερειών της πράξεως μεταφοράς. Υπό την οπτική αυτή γωνία, το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού στοχεύει συγκεκριμένα στην επιβολή της υποχρεώσεως του κοινοποιούντος να προσκομίσει ορισμένες πληροφορίες, όπως είναι η προέλευση, η σύνθεση και ο όγκος των προς αξιοποίηση αποβλήτων ή οι τρόποι μεταφοράς τους.
35. Το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο αυτό του κανονισμού ως επιβάλλον στον κοινοποιούντα και την υποχρέωση να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τους όρους αξιοποιήσεως των οικείων αποβλήτων. Διαπιστώνει συναφώς ότι η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη είναι «οι αρμόδιες αρχές να γνωρίζουν το σύνολο της διαδικασίας επεξεργασίας των αποβλήτων, μέχρις ότου αυτά δεν εμφανίζουν πλέον κανένα κίνδυνο για την υγεία και το περιβάλλον» (15). Η πλήρης αυτή ενημέρωση των αρμοδίων αρχών συνιστά την απαραίτητη προϋπόθεση για την εκ μέρους τους εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, όπως είναι η δυνατότητα προβολής αιτιολογημένων αντιρρήσεων.
36. Η σχετική προσέγγιση έδωσε με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ένα δικαίωμα παρακολουθήσεως στην αρμόδια αρχή αποστολής ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες χωρεί η αξιοποίηση των αποβλήτων εντός του κράτους μέλους προορισμού. Το συναφές δικαίωμα παρακολουθήσεως συνεπάγεται την εξουσία της εν λόγω αρχής να προβάλει αντίρρηση κατά της μεταφοράς, με βάση το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, πρώτη παύλα, του κανονισμού, οσάκις εκτιμά, ενόψει των πληροφοριών τις οποίες αυτή πρέπει να διαθέτει, ότι η σχεδιαζόμενη αξιοποίηση στον τόπο προορισμού μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις για την ανθρώπινη υγεία και για το περιβάλλον (16). Επί της βάσεως αυτής, η αρμόδια αρχή αποστολής μπορεί επίσης να εκτιμήσει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, αν η προβλεπόμενη στο κράτος μέλος προορισμού αξιοποίηση, μολονότι διέπεται από ελαστικότερους κανόνες, είναι εντούτοις ικανή να διασφαλίσει προστασία συγκρίσιμη προς εκείνη στην οποία στοχεύουν οι εθνικοί κανόνες.
37. Η συγκεκριμένη αυτή αξιολόγηση των κινδύνων εκ μέρους της αρμόδιας αρχής αποστολής, η οποία, σύμφωνα με το Δικαστήριο, πρέπει να πραγματοποιείται όχι βάσει γενικών εκτιμήσεων αλλά με γνώμονα συναφείς επιστημονικές έρευνες, είναι ανέφικτη οσάκις ο κοινοποιών δεν παρέχει πληροφορίες επί των όρων υπό τους οποίους πρόκειται να πραγματοποιηθεί η αξιοποίηση στο κράτος μέλος προορισμού (17).
38. Όπως προανέφερα, την εν λόγω υποχρέωση παροχής πληροφοριών επιβάλλει ευθέως στον κοινοποιούντα το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού, όπως αυτό ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο.
39. Κατά τη γνώμη μου, εξ αυτού έπεται ότι το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, πρώτη παύλα, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού, έχει την έννοια ότι παρέχει στην αρμόδια αρχή αποστολής την ευχέρεια να προβάλει αντιρρήσεις κατά μεταφοράς αποβλήτων με προορισμό την αξιοποίησή τους σε περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω αρχή δεν διαθέτει εκ μέρους του κοινοποιούντος πληροφορίες ικανές να καταδείξουν ότι η επεξεργασία των εν λόγω αποβλήτων στο κράτος μέλος προορισμού πρόκειται να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με μεθόδους ισοδύναμες από οικολογικής απόψεως προς τις απαιτούμενες βάσει της κανονιστικής ρυθμίσεως που ισχύει στο κράτος μέλος αποστολής.
Επί του τρίτου ερωτήματος
40. Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 6, παράγραφος 5, πρώτη παύλα, του κανονισμού έχει την έννοια ότι πληρούται η αφορώσα τη σύνθεση των αποβλήτων υποχρέωση παροχής πληροφοριών οσάκις ο κοινοποιών κάνει απλώς μνεία, στο πλαίσιο της κοινοποιήσεως, μιας κατηγορίας αποβλήτων, εν προκειμένω εκείνης η οποία αναφέρεται σε «προερχόμενα από ηλεκτρονικές συναρμολογήσεις απόβλητα».
41. Θεωρώ, όπως και η Δανική, Βελγική, Αυστριακή και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, η ανωτέρω διάταξη του κανονισμού επιβάλλει στον κοινοποιούντα την υποχρέωση να υποβάλει ενδελεχείς και πλήρεις πληροφορίες επί της συνθέσεως των προς αξιοποίηση αποβλήτων, και τούτο με σκοπό να καταστήσουν τις αρμόδιες αρχές ικανές να ελέγξουν ποια απόβλητα μεταφέρονται και να εκτιμήσουν τον βαθμό κινδύνου τους για το περιβάλλον.
42. Εξ αυτού έπεται, κατά τη γνώμη μου, ότι η απλή μνεία της κατηγορίας στην οποία ανήκουν τα οικεία απόβλητα δεν είναι ικανή να ανταποκριθεί πλήρως στη σχετική υποχρέωση παροχής πληροφοριών. Καίτοι γίνεται αναφορά στον τύπο των επιδίκων στα πλαίσια της διαφοράς της κύριας δίκης αποβλήτων, λαμβανομένου υπόψη του ευρέως φάσματος των προερχομένων από ηλεκτρονικές συναρμολογήσεις αποβλήτων, τόσο από απόψεως μεγέθους όσο και από απόψεως περιεκτικότητάς τους σε συγκεκριμένες ουσίες, η απλή μνεία μιας κατηγορίας αποβλήτων είναι εξαιρετικά γενικόλογη και αόριστη. Πράγματι, το στοιχείο αυτό απλώς και μόνο δεν ενημερώνει την αρμόδια αρχή ούτε ως προς τη χημική σύνθεση ούτε ως προς τα φυσικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των αποβλήτων, οπότε οι αρμόδιες αρχές δεν είναι εξ αυτού σε θέση να εκτιμήσουν αν ενδείκνυται η σχεδιαζόμενη αξιοποίηση.
43. Όπως προκύπτει ρητώς από τη διατύπωση του άρθρου 6, παράγραφος 5, πρώτη παύλα, του κανονισμού, ο κοινοποιών φέρει υποχρέωση λεπτομερούς πληροφορήσεως, η οποία βαίνει πέραν της απλής μνείας του τύπου αποβλήτων. Υπό την έννοια αυτή, υπενθυμίζω ότι, δυνάμει του γράμματος της εν λόγω διατάξεως, ο κοινοποιών οφείλει να προσκομίσει με το έγγραφο παρακολουθήσεως, το οποίο συνιστά το υπόθεμα της τυπικής διατυπώσεως της κοινοποιήσεως, πληροφορίες σχετικά ιδίως με «την προέλευση, τη σύνθεση και τον όγκο των προς αξιοποίηση αποβλήτων» (18). Επιπλέον, όταν πρόκειται για απόβλητα διαφορετικής προελεύσεως, η ίδια διάταξη επιβάλλει στον κοινοποιούντα την υποχρέωση να προσκομίσει «λεπτομερή κατάλογο των αποβλήτων».
44. Επίσης, σε περίπτωση όπως αυτή στα πλαίσια της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν δηλαδή πρόκειται για συλλογή αποβλήτων προερχομένων από ηλεκτρονικές συναρμολογήσεις, ανεξάρτητα από το αν τα οικεία απόβλητα είναι ή όχι διαφορετικών προελεύσεων, το άρθρο 6, παράγραφος 5, πρώτη παύλα, του κανονισμού εξακολουθεί πάντοτε, κατ’ εμέ, να επιβάλλει στον κοινοποιούντα την υποχρέωση να προσκομίσει στις αρμόδιες αρχές πληροφορίες σχετικά με τη φύση των συστατικών στοιχείων, των υλικών και των ουσιών που περιέχουν τα εν λόγω απόβλητα.
45. Εξάλλου, η ανάγκη παροχής παρόμοιας λεπτομερούς πληροφορίας καθίσταται επιτακτικότερη οσάκις εμπλέκονται απόβλητα ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών εξοπλισμών (ΑΗΗΕ). Αρκούμαι συναφώς, και απλώς για παραστατικούς λόγους στον βαθμό που δεν ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, να παραπέμψω στην οδηγία 2002/96, η οποία αναφέρει, σχετικά την ειδική μεταχείριση που απαιτεί ο συγκεκριμένος τύπος αποβλήτων και την ανάγκη ενθαρρύνσεως της χωριστής συλλογής τους, ότι «η ενημέρωση για την αναγνώριση των κατασκευαστικών στοιχείων και των υλικών που παρέχεται εκ μέρους των παραγωγών είναι σημαντική προκειμένου να διευκολύνεται η διαχείριση και ιδίως η επεξεργασία και η αξιοποίηση/ανακύκλωση των (ΑΗΗΕ)» (19). Προέχει επίσης η κατ’ έμφαση υπόμνηση ότι η παρουσία επικινδύνων συστατικών στοιχείων εντός των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών εξοπλισμών προκαλεί «μείζονα προβληματισμό κατά το στάδιο της διαχειρίσεως των αποβλήτων» (20).
46. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω σκέψεις, θεωρώ ότι επιβάλλεται να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 5, πρώτη παύλα, του κανονισμού έχει την έννοια ότι δεν τηρείται η βαρύνουσα τον κοινοποιούντα τη μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση υποχρέωση παροχής πληροφοριών οσάκις με την κοινοποίηση γίνεται απλώς μνεία της κατηγορίας στην οποία εμπίπτουν τα οικεία απόβλητα.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
47. Με το τελευταίο αυτό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού έχει την έννοια ότι η προθεσμία των τριάντα ημερών που διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές προκειμένου να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς αρχίζει να τρέχει από την αποστολή της αποδείξεως παραλαβής της κοινοποιήσεως εκ μέρους της αρμόδιας αρχής προορισμού, περιλαμβανομένης της περιπτώσεως όπου η αρμόδια αρχή αποστολής εκτιμά ότι δεν έλαβε όλες τις προβλεπόμενες στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού πληροφορίες. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης αν η υπέρβαση της ανωτέρω προθεσμίας των τριάντα ημερών έχει ως συνέπεια οι αρμόδιες αρχές να μην μπορούν πλέον να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς ή να ζητήσουν από τον κοινοποιούντα επιπλέον πληροφοριακά στοιχεία.
48. Επί του πρώτου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος, η Pedersen, η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή φρονούν ότι η προθεσμία των τριάντα ημερών αρχίζει να τρέχει από την αποστολή της αποδείξεως παραλαβής της κοινοποιήσεως εκ μέρους της αρμόδιας αρχής προορισμού, και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι παρεχόμενες από τον κοινοποιούντα πληροφορίες είναι ανεπαρκείς. Κατά την Επιτροπή, αν η αρμόδια αρχή αποστολής εκτιμά ότι η κοινοποίηση δεν είναι πλήρης, μπορεί να προβάλει αντιρρήσεις σχετικά με τη μεταφορά πριν από την εκπνοή της προθεσμίας των τριάντα ημερών. Επιπλέον, η Pedersen εκτιμά ότι η προθεσμία αυτή αποτελεί εγγύηση κατά τυχόν αυθαίρετης αντιμετωπίσεως των κοινοποιήσεων και ότι τόσο λόγοι απτόμενοι των δικαιωμάτων άμυνας όσο και λόγοι ασφαλείας δικαίου για τον κοινοποιούντα υπαγορεύουν αυστηρή ερμηνεία της προθεσμίας.
49. Η Δανική, Αυστριακή και Πολωνική Κυβέρνηση δεν συμμερίζονται τη σχετική ανάλυση και εκτιμούν ότι η προθεσμία των τριάντα ημερών αρχίζει να τρέχει μόνον από τη στιγμή κατά την οποία η κοινοποίηση είναι πλήρης. Η αποδοχή του αντιθέτου θα οδηγούσε, κατά την άποψή τους, στο ότι οι αρμόδιες αρχές θα αδυνατούσαν να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας.
50. Επιπλέον, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει την άποψη ότι ο κανονισμός δεν επιλύει συγκεκριμένα την περίπτωση όπου η αρμόδια αρχή αποστολής ζητεί, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, αυτού, πληροφορίες ή έγγραφα συμπληρωματικά της κοινοποιήσεως, ενώ η αρμόδια αρχή έχει ήδη αποστείλει απόδειξη παραλαβής της κοινοποιήσεως. Η Αυστριακή Κυβέρνηση εκτιμά ότι σε παρόμοια περίπτωση επιβάλλεται, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομία του κανονισμού, η αναστολή της προθεσμίας των τριάντα ημερών μέχρις ότου ο κοινοποιών προσκομίσει όλα τα αιτηθέντα έγγραφα.
51. Διαπιστώνω, όπως και η Αυστριακή Κυβέρνηση, ότι ο κανονισμός δεν προβλέπει τις συνέπειες από τυχόν αίτηση της αρμόδιας αρχής για την παροχή επιπλέον πληροφοριών και εγγράφων, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού, επί της παρελεύσεως της προθεσμίας των τριάντα ημερών στην οποία αναφέρεται το άρθρο 7, παράγραφος 2. Επιπλέον, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, από τη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή προορισμού αποστέλλει, μόλις παραλάβει την κοινοποίηση, απόδειξη παραλαβής, δεν προκύπτει ρητώς οποιαδήποτε επιταγή η εν λόγω κοινοποίηση να είναι πλήρης.
52. Προέχει να διευκρινιστεί ότι η υποβληθείσα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου περίπτωση, με βάση την οποία το τελευταίο ερωτά το Δικαστήριο, δεν αντιστοιχεί προς εκείνη στα πλαίσια της οποίας η αρμόδια αρχή προορισμού θα εκτιμούσε ότι δεν οφείλει να αποστείλει την απόδειξη παραλαβής κοινοποιήσεως σε περίπτωση κατά την οποία η κοινοποίηση δεν είναι πλήρης (21).
53. Επιβάλλεται έτσι να προσδιοριστεί επακριβώς η υποθετική περίπτωση η οποία συνιστά την αφετηρία των ερωτημάτων του αιτούντος δικαστηρίου προς το Δικαστήριο: πρόκειται για την περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή προορισμού απέστειλε ήδη την απόδειξη παραλαβής και στα πλαίσια της οποίας, εκ παραλλήλου, η αρμόδια αρχή αποστολής εκτιμά ότι δεν διαθέτει ικανές πληροφορίες προκειμένου να λάβει απόφαση. Οφείλουμε να θεωρήσουμε στην περίπτωση αυτή ότι η προθεσμία των τριάντα ημερών άρχισε μολοντούτο να τρέχει; Εκτιμώ ότι η απάντηση που προσήκει στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική.
54. Ο προβληματισμός του αιτούντος δικαστηρίου επιβάλλει συναφώς την επιδίωξη συγκερασμού δύο επιτακτικών αναγκών: αφενός, της διασφαλίσεως υπέρ του κοινοποιούντος, στο πλαίσιο της οριζόμενης με τον κανονισμό διαδικασίας, ότι το σχέδιο του περί μεταφοράς εξετάζεται εντός των τασσομένων με τον κανονισμό προθεσμιών και, αφετέρου, της εξουσίας των αρμοδίων αρχών να προβάλουν αντιρρήσεις κατά τυχόν μεταφοράς αποβλήτων προς αξιοποίηση.
55. Όσον αφορά, πρώτον, τη διασφάλιση υπέρ του κοινοποιούντος ότι το σχέδιο του περί μεταφοράς εξετάζεται εντός των τασσομένων με τον κανονισμό προθεσμιών, πρέπει να υπομνηστεί η εξέλιξη της διαδικασίας εξετάσεως της κοινοποιήσεως εκ μέρους των αρμοδίων αρχών.
56. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού προβλέπει ότι, μόλις λάβει την κοινοποίηση, η αρμόδια αρχή προορισμού αποστέλλει, εντός προθεσμίας τριών εργασίμων ημερών, απόδειξη παραλαβής στον κοινοποιούντα, καθώς και αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου στις λοιπές αρμόδιες αρχές και στον παραλήπτη. Η αποστολή της αποδείξεως παραλαβής συνιστά, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, το σημείο εκκινήσεως για την προθεσμία των τριάντα ημερών που διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές προορισμού, αποστολής και διαμετακομίσεως για να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς (22).
57. Ουδαμώς προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού ότι, κατ’ εξαίρεση, η προθεσμία των τριάντα ημερών δεν αρχίζει να τρέχει σε περίπτωση που η κοινοποίηση δεν είναι πλήρης. Αντιθέτως, εκείνο που είναι προφανώς καθοριστικό για τον προσδιορισμό του σημείου από το οποίο αρχίζει να τρέχει η εν λόγω προθεσμία είναι, όπως προκύπτει από την ανάγνωση των εν λόγω διατάξεων, η συνδρομή απλώς και μόνον της διατυπώσεως της αποστολής της αποδείξεως παραλαβής εκ μέρους της αρμόδιας αρχής προορισμού.
58. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, «η ούτως καθοριζόμενη διαδικασία εγγυάται στον κοινοποιούντα ότι το σχέδιο μεταφοράς θα εξεταστεί εντός των προθεσμιών που τάσσει ο κανονισμός και ότι θα ενημερωθεί, το αργότερο κατά την εκπνοή των προθεσμιών, αν και, ενδεχομένως υπό ποίες προϋποθέσεις, μπορεί να πραγματοποιηθεί η μεταφορά» (23). Σύμφωνα με την ανωτέρω ερμηνεία, παρέχεται στον κοινοποιούντα σημαντική δικονομική εγγύηση, ήτοι του διασφαλίζεται ότι η αίτησή του πρόκειται να εξεταστεί εντός βραχείας προθεσμίας και ότι πρόκειται να ενημερωθεί για την τύχη που θα της επιφυλαχθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας των τριάντα ημερών. Η ερμηνεία αυτή φρονώ ότι έρχεται σε αντίθεση με την ανάλυση ότι η αρμόδια αρχή αποστολής θα μπορούσε, στηριζόμενη στον κανονισμό, να εκτιμήσει ότι η προθεσμία των τριάντα ημερών δεν άρχισε να τρέχει στο μέτρο που η ίδια εκτιμά ότι η κοινοποίηση δεν είναι πλήρης.
59. Όσον αφορά, δεύτερον, την εξουσία των αρμοδίων αρχών αποστολής και προορισμού να προβάλουν αντιρρήσεις όπως προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού, είναι σαφές ότι η αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, οι οποίες προσδιορίζουν τις περιπτώσεις όπου οι εν λόγω αρχές έχουν τη δυνατότητα να αντιτίθενται σε μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση, προϋποθέτει ότι αυτές διαθέτουν εκ προοιμίου τις αναγκαίες για την ενδελεχή εξέταση των λεπτομερειών της σχεδιαζόμενης μεταφοράς πληροφορίες.
60. Υπενθυμίζω συναφώς ότι η μη εξαντλητική απαρίθμηση των πληροφοριακών στοιχείων που πρέπει να προσκομίσει ο κοινοποιών δίδεται στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το σύστημα που θέσπισε ο κανονισμός, οι αρμόδιες αρχές προς τις οποίες απευθύνεται η κοινοποίηση πρέπει να επαληθεύσουν το κατά πόσον αυτή περιλαμβάνει τις αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου να εκτιμηθεί το σύννομο της σχεδιαζόμενης μεταφοράς προς τον κανονισμό. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό, οι εν λόγω αρμόδιες αρχές είναι πεπεισμένες στην πραγματικότητα ότι διαθέτουν τα μέσα που τους επιτρέπουν να ασκήσουν τον έλεγχό τους επί των λεπτομερειών της σχεδιαζόμενης μεταφοράς. Εξ αυτού προκύπτει, κατ’ εμέ, ότι κάθε μία από τις ανωτέρω αρμόδιες αρχές μπορεί να αντιταχθεί σε τυχόν μεταφορά των προς αξιοποίηση αποβλήτων, προβάλλοντας αντιρρήσεις οσάκις συγκεκριμένα δεν διαθέτουν τις αναγκαίες για ένα λεπτομερή έλεγχο του σχεδίου μεταφοράς πληροφορίες.
61. Σε παρόμοια περίπτωση, εκτιμώ, σε σχέση με όσα έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφασή του ASA, επ’ αφορμή του πεπλανημένου χαρακτηρισμού της πράξεως μεταφοράς (διάθεση ή αξιοποίηση) εκ μέρους του κοινοποιούντος (24), ότι η αρμόδια αρχή πρέπει να μπορεί να στηρίξει την αντίρρησή της για τη μεταφορά στην αρυόμενη από τον μη πλήρη χαρακτήρα των παρεχομένων με την κοινοποίηση πληροφοριών αιτιολογία, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε αναφορά σε μία από τις συγκεκριμένες διατάξεις του κανονισμού με τις οποίες ρυθμίζονται οι αντιρρήσεις που τα κράτη μέλη μπορούν να προβάλουν για τις μεταφορές αποβλήτων. Εξάλλου, διευκρινίζει ότι τυχόν αντίρρηση σχετικά με τον μη πλήρη χαρακτήρα της κοινοποιήσεως πρέπει να προβάλλεται εντός προθεσμίας τριάντα ημερών, όπως προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού. Πράγματι, αντίθετη λύση θα ισοδυναμούσε με μη τήρηση της δικονομικής εγγυήσεως υπέρ του κοινοποιούντος να εξεταστεί ο φάκελός του εντός της ανωτέρω προθεσμίας των τριάντα ημερών.
62. Από τις ανωτέρω αναπτύξεις προκύπτει, λοιπόν, ότι, οσάκις συντρέχει ατελής κοινοποίηση, ήτοι κοινοποίηση μη περιέχουσα όλες τις αναγκαίες για τον έλεγχο της συμβατότητας της σχεδιαζόμενης μεταφοράς προς τον κανονισμό πληροφορίες, η αρμόδια αρχή αποστολής νομίζω ότι έχει έρεισμα να προβάλει αντίρρηση κατά της εν λόγω μεταφοράς, και τούτο εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών, το σημείο εκκινήσεως της οποίας αντιστοιχεί, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, με την αποστολή της αποδείξεως παραλαβής εκ μέρους της αρμόδιας αρχής προορισμού.
63. Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, επιθυμώ μολοντούτο να διευκρινίσω ότι θα ήταν, κατά την άποψή μου, σύμφωνο προς την απαιτούμενη χρηστή διοίκηση, προτού προβάλει παρόμοια αντίρρηση κατά της μεταφοράς, η αρμόδια αρχή αποστολής να ζητήσει από τον κοινοποιούντα να συμπληρώσει την κοινοποίησή του.
64. Συναφώς, προέχει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού προβλέπει ότι «Κατά την κοινοποίηση, ο κοινοποιών συμπληρώνει το έγγραφο παρακολουθήσεως και παρέχει συμπληρωματικές πληροφορίες και έγγραφα, εφόσον του το ζητήσουν οι αρμόδιες αρχές».
65. Η διάταξη αυτή του κανονισμού σκοπεί ειδικότερα στη ρύθμιση μιας καταστάσεως, στα πλαίσια της οποίας η αρμόδια αρχή αποστολής βρίσκεται αντιμέτωπη με μη πλήρη κοινοποίηση. Η εν λόγω αρχή θα όφειλε, κατά τη γνώμη μου, να κάνει χρήση της προβλεπόμενης στο άρθρο αυτό ευχερείας, απευθύνοντας στον κοινοποιούντα αίτηση παροχής συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων και εγγράφων.
66. Όπως ήδη διευκρίνισα, πάντως, ο κανονισμός δεν προέβλεψε τις συνέπειες μιας τέτοιας αιτήσεως επί της παρελεύσεως των δικονομικών προθεσμιών. Θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι η απάντηση του κοινοποιούντος στο σχετικό αίτημα θα έπρεπε να δοθεί εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών άνευ ετέρου. Εντούτοις, φρονώ ότι παρόμοια λύση παρίσταται στην πράξη ελάχιστα ρεαλιστική στον βαθμό που, λαμβάνοντας υπόψη την προθεσμία, έστω και βραχεία, η οποία απαιτείται ώστε ο κοινοποιών να καταστεί εφικτό να συλλέξει και να διαβιβάσει στην αρμόδια αρχή αποστολής τα αιτηθέντα πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα, κατά πάσα πιθανότητα η εν λόγω αρχή θα διέθετε μόλις λίγες ημέρες προκειμένου να εξετάσει λεπτομερώς τους τρόπους της σχεδιαζόμενης μεταφοράς προτού παρέλθει η προθεσμία των τριάντα ημερών.
67. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο εκτιμώ ότι τόσο η διαφύλαξη της πρακτικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού, όσο και η ανάγκη εντάξεως του περιεχομένου του άρθρου αυτού στο διαδικαστικό πλαίσιο που χάραξε ο κοινοτικός νομοθέτης, επιτρέπουν διαφορετική ερμηνεία, και συγκεκριμένα ότι η εκ μέρους της αρμόδιας αρχής αποστολής απευθυνόμενη προς τον κοινοποιούντα για την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων και εγγράφων αίτηση έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της προθεσμίας των τριάντα ημερών μέχρις ότου η εν λόγω αρχή λάβει τα αιτηθέντα πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα.
68. Ως «αναστολή της προθεσμίας» εννοώ την κατάσταση που συγκεκριμένη πράξη, όπως η αίτηση παροχής πληροφοριακών στοιχείων, «arrête le cours du délai sans anéantir rétroactivement le temps déjà accompli» (διακόπτει την πρόοδο της προθεσμίας, χωρίς να εξαφανίζει αναδρομικώς τον ήδη διανυθέντα χρόνο), οπότε λαμβάνεται υπόψη ο ήδη διανυθείς χρόνος μόλις η εν λόγω προθεσμία αρχίσει να τρέχει εκ νέου (25).
69. Περαιτέρω, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας κοινοποιήσεως, παράλληλα με την τήρηση των δικονομικών εγγυήσεων υπέρ του κοινοποιούντος, η αίτηση παροχής συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων και εγγράφων δεν θα έπρεπε, κατ’ εμέ, να γίνει παρά μόνον άπαξ εκ μέρους της αρμόδιας αρχής αποστολής και θα έπρεπε να σταλεί στον κοινοποιούντα ταχέως μετά την έναρξη της προθεσμίας των τριάντα ημερών. Η σχετική αίτηση θα έπρεπε επίσης να επιβάλει στον κοινοποιούντα την υποχρέωση τηρήσεως προθεσμίας για την προσκόμιση των αιτηθέντων συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων και εγγράφων, προθεσμίας που εναπόκειται στα κράτη μέλη να ορίσουν λαμβάνοντας υπόψη τον στόχο της επιδιωκόμενης από τον κοινοτικό νομοθέτη ταχείας διεκπεραιώσεως. Έτσι, η προθεσμία των τριάντα ημερών αρχίζει εκ νέου να τρέχει είτε από τη στιγμή κατά την οποία η αρμόδια αρχή αποστολής λαμβάνει τα αιτηθέντα συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα, είτε, το αργότερο, κατά τη λήξη της βραχείας προθεσμίας εντός της οποίας ο κοινοποιών θα όφειλε να προσκομίσει τα επιπρόσθετα αυτά στοιχεία και έγγραφα. Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διευκρινίσεις, η αναστολή της προθεσμίας των τριάντα ημερών δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει διάρκεια αντιστοιχούσα στην βραχεία προθεσμία που επιβάλλει η οικεία αρχή στον κοινοποιούντα για την προσκόμιση των συμπληρωματικών στοιχείων και εγγράφων.
70. Η λύση αυτή έχει κατά την άποψή μου το πλεονέκτημα του συγκερασμού της παρεχόμενης υπέρ του κοινοποιούντος εγγυήσεως ότι η κοινοποίησή του εξετάστηκε εντός βραχειών προθεσμιών και της εξουσίας που διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές να προβάλουν, κατά την λεπτομερή εξέταση της κοινοποιήσεως, αντιρρήσεις ως προς τις λεπτομέρειες της μεταφοράς των αποβλήτων.
71. Όσον αφορά το τελευταίο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, με το οποίο, υπενθυμίζω, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η υπέρβαση της προθεσμίας των τριάντα ημερών έχει ως συνέπεια ότι οι αρμόδιες αρχές αδυνατούν πλέον να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς ή να ζητήσουν από τον κοινοποιούντα συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία, θεωρώ ότι επιβάλλεται επ’ αυτού καταφατική απάντηση.
72. Αφενός, γεγονός είναι ότι η δικονομική εγγύηση, όπως αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο, στα πλαίσια της οποίας ο κοινοποιών λαμβάνει τη διαβεβαίωση ότι το σχέδιό του μεταφοράς πρόκειται να εξεταστεί εντός των οριζομένων από τον κανονισμό προθεσμιών και ότι θα ενημερωθεί επί της τύχης που επιφυλάσσεται στην κοινοποίησή του το αργότερο κατά τη λήξη των εν λόγω προθεσμιών, θα εξανεμιζόταν αν γινόταν δεκτό οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να προβάλουν αντιρρήσεις μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριάντα ημερών. Επιπλέον, παρόμοια ερμηνεία θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο «Οι αρμόδιες αρχές προορισμού, αποστολής και διαμετακομίσεως διαθέτουν προθεσμία 30 ημερών από την αποστολή της αποδείξεως παραλαβής για να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς […]».
73. Αφετέρου, ως προς το αν οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητήσουν από τον κοινοποιούντα συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριάντα ημερών, το γράμμα των άρθρων 6, παράγραφος 4, και 7, παράγραφος 2, του κανονισμού δεν δίδει ρητή απάντηση. Εντούτοις, από την οικονομία των δύο αυτών διατάξεων οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι τυχόν αίτηση παροχής συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων και εγγράφων εκ μέρους της αρμόδιας αρχής πρέπει να χωρεί εντός της ανωτέρω προθεσμίας, η οποία συνιστά, όπως ήδη επισήμανα, την κατ’ αρχήν προθεσμία, η οποία οριοθετεί τον χρόνο που οι εν λόγω αρχές μπορούν να αφιερώσουν για την εξέταση κάθε κοινοποιήσεως.
74. Προκειμένου να δοθεί πλήρης απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, στον βαθμό που, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η προβλεπόμενη από το άρθρο 10 του κανονισμού ειδική διαδικασία τυγχάνει εφαρμογής στο πλαίσιο της μεταφοράς αποβλήτων ηλεκτρονικών εξοπλισμών, όπως είναι τα απόβλητα στα πλαίσια της διαφοράς της κύριας δίκης, επιβάλλεται εν κατακλείδι να ελεγχθεί αν η προτεινόμενη από εμέ ερμηνεία ισχύει και στην περίπτωση μεταφοράς αποβλήτων διεπομένων από το εν λόγω άρθρο.
75. Υπενθυμίζω συναφώς ότι το άρθρο 10 του κανονισμού περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής ιδίως επί των προς αξιοποίηση αποβλήτων τα οποία δεν έχουν ακόμη ταξινομηθεί στα παραρτήματα II, III ή IV. Έτσι, η διάταξη προβλέπει ότι τα εν λόγω απόβλητα υπόκεινται στις ίδιες διαδικασίες με εκείνες που ορίζουν τα άρθρα 6 έως 8 του κανονισμού, εκτός «αν απαιτείται έγγραφη συγκατάθεση των ενδιαφερομένων αρμοδίων αρχών πριν αρχίσει η μεταφορά».
76. Όπως προκύπτει ρητώς από το γράμμα του άρθρου 10 του κανονισμού, οι κατά τα άρθρα 6 έως 8 διαδικασίες εξακολουθούν να τυγχάνουν εφαρμογής επί των ειδικών αυτών κατηγοριών αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένων επομένως των προθεσμιών που αναφέρονται εκεί. Η μόνη ιδιαιτερότητα έγκειται στην απαιτούμενη έγγραφη συγκατάθεση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών πριν αρχίσει η μεταφορά. Έτσι, η μεταφορά αποβλήτων που διέπονται από το άρθρο 10 του κανονισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εγκεκριμένη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί δυνάμει τυχόν σιωπηρής συμφωνίας των ανωτέρω αρχών μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριάντα ημερών.
77. Έχοντας έτσι σαφώς προσδιορίσει την ιδιομορφία της εφαρμοστέας επί των κατά το άρθρο 10 του κανονισμού αποβλήτων διαδικασίας, νομίζω ότι ουδείς λόγος συντρέχει ώστε η απάντηση που προτείνω να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο να μην εφαρμόζεται επί όλων των υποθετικών περιπτώσεων που καλύπτει το εν λόγω άρθρο.
78. Με άλλους λόγους, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο κανονισμός απαιτεί έγγραφη συγκατάθεση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών πριν από την έναρξη της μεταφοράς, οι εν λόγω αρχές εξακολουθούν να φέρουν την υποχρέωση τηρήσεως της προθεσμίας των τριάντα ημερών, όπως προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού για να προβάλουν τις αντιρρήσεις τους και/ή να απευθύνουν αίτηση παροχής συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων και εγγράφων.
79. Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή μου, προτείνω, λοιπόν, να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η απάντηση ότι το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού έχει την έννοια ότι η προθεσμία των τριάντα ημερών που διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές για να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς αρχίζει να τρέχει από την αποστολή της αποδείξεως παραλαβής της κοινοποιήσεως εκ μέρους της αρμόδιας αρχής προορισμού, συμπεριλαμβανομένης της περιπτώσεως κατά την οποία η αρμόδια αρχή αποστολής εκτιμά ότι δεν έλαβε όλα τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού πληροφοριακά στοιχεία Εντούτοις, σε παρόμοια περίπτωση, η εκ μέρους της αρμόδιας αρχής αποστολής αίτηση παροχής συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων και εγγράφων που απευθύνεται στον κοινοποιούντα, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, έχει ως συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας των τριάντα ημερών επί χρονικό διάστημα που δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να υπερβεί τη βραχεία προθεσμία που τάσσει η αρχή αυτή για την προσκόμιση των συμπληρωματικών στοιχείων και εγγράφων. Τέλος, η υπέρβαση της ανωτέρω προθεσμίας των τριάντα ημερών έχει ως αποτέλεσμα ότι οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν πλέον να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς ή να ζητήσουν από τον κοινοποιούντα συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα.
V – Συμπέρασμα
80. Ενόψει του συνόλου των προεκτεθεισών σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Østre Landsret προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«1) Η έκφραση «όταν αυτό δεν είναι δυνατόν», κατά το άρθρο 2, στοιχείο ζ΄, περίπτωση ii, του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 1999/816/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 1999, έχει την έννοια ότι η εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής αποβλήτων δεν μπορεί να αποκτά αυτομάτως την ιδιότητα του κοινοποιούντος μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση. Αντιθέτως, η εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής μπορεί να θεωρηθεί, δυνάμει του κανονισμού, ως κοινοποιών παρόμοια μεταφορά ιδίως οσάκις είτε ο παραγωγός των αποβλήτων δεν είναι γνωστός είτε υφίσταται υψηλός αριθμός επιχειρηματιών που παράγουν ο καθένας ασήμαντες ποσότητες αποβλήτων.
2) Το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, πρώτη παύλα, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 259/93, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 1999/816, έχει την έννοια ότι παρέχει στην αρμόδια αρχή αποστολής την ευχέρεια να προβάλει αντιρρήσεις κατά μεταφοράς αποβλήτων με προορισμό την αξιοποίησή τους σε περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω αρχή δεν διαθέτει εκ μέρους του κοινοποιούντος πληροφορίες ικανές να καταδείξουν ότι η επεξεργασία των εν λόγω αποβλήτων στο κράτος μέλος προορισμού πρόκειται να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με μεθόδους ισοδύναμες από οικολογικής απόψεως προς τις απαιτούμενες βάσει της κανονιστικής ρυθμίσεως που ισχύει στο κράτος μέλος αποστολής.
3) Το άρθρο 6, παράγραφος 5, πρώτη παύλα, του κανονισμού 259/93, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 1999/816, έχει την έννοια ότι δεν τηρείται η βαρύνουσα τον κοινοποιούντα τη μεταφορά αποβλήτων προς αξιοποίηση υποχρέωση παροχής πληροφοριών οσάκις με την κοινοποίηση γίνεται απλώς μνεία της κατηγορίας στην οποία εμπίπτουν τα οικεία απόβλητα.
4) Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 259/93 όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 1999/816 έχει την έννοια ότι η προθεσμία των τριάντα ημερών που διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές για να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς αρχίζει να τρέχει από την αποστολή της αποδείξεως παραλαβής της κοινοποιήσεως εκ μέρους της αρμόδιας αρχής προορισμού, συμπεριλαμβανομένης της περιπτώσεως κατά την οποία η αρμόδια αρχή αποστολής εκτιμά ότι δεν έλαβε όλα τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού πληροφοριακά στοιχεία Εντούτοις, σε παρόμοια περίπτωση, η εκ μέρους της αρμόδιας αρχής αποστολής αίτηση παροχής συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων και εγγράφων που απευθύνεται στον κοινοποιούντα, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, έχει ως συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας των τριάντα ημερών επί χρονικό διάστημα που δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να υπερβεί τη βραχεία προθεσμία που τάσσει η αρχή αυτή για την προσκόμιση των συμπληρωματικών στοιχείων και εγγράφων. Τέλος, η υπέρβαση της ανωτέρω προθεσμίας των τριάντα ημερών έχει ως αποτέλεσμα ότι οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν πλέον να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της μεταφοράς ή να ζητήσουν από τον κοινοποιούντα συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – EE L 30, σ. 1. Ο κανονισμός τροποποιήθηκε με την απόφαση 1999/816/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 1999 (EE L 316, σ. 45, στο εξής: ο κανονισμός).
3 – Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1994, C‑187/93, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I‑2857, σκέψη 26).
4 – Απόφαση της 25ης Ιουνίου 1998, C‑203/96, Dusseldorp κ.λπ., (Συλλογή 1998, σ. I‑4075, σκέψη 33).
5 – EE ειδ. εκδ. 15/001, σ. 86. Η οδηγία τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18 Μαρτίου 1991 (EE L 78, σ. 32), και με την απόφαση 96/350/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Μαΐου 1996 (EE L 135, σ. 32).
6 – Βλ. άρθρο 2, στοιχεία θ΄ και ια΄.
7 – COM(2003) 379 τελικό.
8 – COM(2004) 172 τελικό.
9 – Βλ. άρθρο 2 του δανικού διατάγματος 971/1996 της 19ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τις εισαγωγές και εξαγωγές αποβλήτων.
10 – Η οδηγία 2002/96/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τα απόβλητα ειδών ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΑΗΗΕ) (EE L 37, σ. 24), χρησιμοποιεί στην 20ή αιτιολογική σκέψη της την έκφραση «produits orphelins» (ορφανά προϊόντα) προκειμένου να περιγράψει τα προϊόντα, ο παραγωγός των οποίων διέκοψε οποιαδήποτε δραστηριότητα ή η ταυτότητα του οποίου δεν μπορεί να εξακριβωθεί.
11 – Σημειώνω συναφώς ότι η τροποποιημένη πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη μεταφορά αποβλήτων διατηρεί την ίδια αντίληψη συμπληρώνοντάς την. Έτσι κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο δ΄, περίπτωση i, της εν λόγω τροποποιημένης προτάσεως, σε περίπτωση κατά την οποία τα πρόσωπα που εμπίπτουν στις τρεις κατηγορίες που καταλέγονται πρώτες τη τάξει στη νέα θεσπισθείσα ιεραρχία «είναι άγνωστα, αφερέγγυα ή μη διαθέσιμα για οποιοδήποτε λόγο, η εγκεκριμένη επιχείρηση συλλογής ή ο καταχωρισμένος έμπορος ή μεσίτης» μπορεί να εκληφθεί από νομική άποψη ως κοινοποιών.
12 – Βλέπε δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη.
13 – Βλέπε δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη.
14 – C‑277/02, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή.
15 – Προπαρατεθείσα απόφαση EU-Wood-Trading, σκέψη 37.
16 – Σε παρόμοια περίπτωση, ο λόγος της αντιρρήσεως έγκειται στο γεγονός ότι η μεταφορά δεν τηρεί τις επιταγές που απορρέουν από τις διατάξεις της οδηγίας 75/442, και ιδίως από το άρθρο 4 αυτής, σύμφωνα με το οποίο «[Τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλιστεί η αξιοποίηση ή η διάθεση των αποβλήτων χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και χωρίς τη χρήση διαδικασιών ή μεθόδων ικανών να προκαλέσουν βλάβη στο περιβάλλον […]». Βλέπε προπαρατεθείσα απόφαση EU-Wood-Trading, σκέψη 42.
17 – Προσθέτω συναφώς, όπως ήδη ανέφερα με τις υποβληθείσες στις 23 Σεπτεμβρίου 2004 επί της προπαρατεθείσας EU-Wood-Trading υποθέσεως προτάσεις μου (σημείο 68), ότι ο κοινοποιών, ο οποίος χρειάστηκε να συνάψει σύμβαση με την επιχείρηση προορισμού για την αξιοποίηση των αποβλήτων, θα έπρεπε λογικώς να είναι σε θέση να καταδείξει ότι η προβλεπόμενη αξιοποίηση ικανοποιεί τις επιταγές που θέτουν οι ισχύοντες στο κράτος μέλος αποστολής κανόνες. Επιπλέον, το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να μπορεί να δώσει λαβή, εφόσον παρίσταται ανάγκη και στο πλαίσιο της τηρήσεως των προβλεπομένων από τον κανονισμό προθεσμιών, σε μία κατά αντιμωλία ανταλλαγή απόψεων της αρμόδιας αρχής αποστολής και του κοινοποιούντος.
18 – Η υπογράμμιση δική μου.
19 – Εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/96. Βλέπε επίσης το άρθρο 11, παράγραφος 1, αυτής.
20 – Βλέπε έβδομη αιτιολογική σκέψη της ιδίας οδηγίας 2002/96.
21 – Παρόμοια υποθετική περίπτωση, η οποία δεν προβλέπεται ρητώς από τον κανονισμό, αντιμετωπίζεται με το άρθρο 9 της τροποποιηθείσας προτάσεως κανονισμού περί αποβλήτων. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή προορισμού αποστέλλει την απόδειξη παραλαβής μόλις λάβει τυπικώς έγκυρη κοινοποίηση. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, της ιδίας προτάσεως αναφέρει συναφώς ότι η κοινοποίηση λογίζεται ως τυπικώς έγκυρη εφόσον ο κοινοποιών προσκόμισε τα οικεία απαριθμούμενα πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα, καθώς και τα συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα, που ενδέχεται να του ζητηθούν. Η αποστολή της αποδείξεως παραλαβής μιας τυπικώς έγκυρης κοινοποιήσεως πρέπει κατ’ αρχήν να χωρεί εντός των τριών εργασίμων ημερών που έπονται της παραλαβής της κοινοποιήσεως εκ μέρους της αρμόδιας αρχής προορισμού. Εντούτοις, αν αποδεικνύεται ότι η κοινοποίηση δεν είναι τυπικώς έγκυρη, το άρθρο 9, παράγραφος 2, προβλέπει ότι η οικεία αρχή απαιτεί τα ελλιπή πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική προθεσμία των τριών ημερών «αναστέλλεται μέχρις ότου η αρμόδια αρχή προορισμού λάβει τα αιτηθέντα πληροφοριακά στοιχεία και έγγραφα».
22 – Ενδεικτικώς, αναφέρεται επίσης ότι, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού, οι εν λόγω αρχές διαθέτουν προθεσμία 20 ημερών, η οποία αρχίζει να τρέχει από την αποστολή αποδείξεως παραλαβής προκειμένου να καθορίσουν τους αφορώντες τη μεταφορά των αποβλήτων εντός της περιοχής δικαιοδοσίας τους όρους.
23 – Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C‑324/99, DaimlerChrysler (Συλλογή 2001, σ. I‑9897, σκέψη 70). Βλέπε επίσης αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2002, C‑6/00, ASA (Συλλογή 2002, σ. I‑1961, σκέψη 49), και της 19ης Οκτωβρίου 2004, C‑472/02, Siomab (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 29).
24 – Σκέψη 47. Βλέπε επίσης διάταξη της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‑307/00 έως C‑311/00, Oliehandel Koeweit κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑1821, σκέψη 107), και προπαρατεθείσα απόφαση Siomab, σκέψη 28.
25 – Βλέπε ορισμό της εννοίας «suspension» (αναστολή) κατά το γαλλικό δίκαιο Lexique de termes juridiques, Παρίσι, Dalloz, 1981.
Full & Egal Universal Law Academy