ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 15ης Σεπτεμβρίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-217/04
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA) – Ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 460/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου – Εσφαλμένη νομική βάση – Άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ – Μέτρο σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών»
I – Εισαγωγή
1. Ο κανονισμός (ΕΚ) 460/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών (2) (στο εξής: κανονισμός 460/2004 ή κανονισμός ENISA (3)), στηρίζεται στο άρθρο 95 ΕΚ. Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει την άποψη ότι έπρεπε αντίθετα να στηριχτεί στο άρθρο 308 ΕΚ και για τον λόγο αυτό άσκησε προσφυγή ακύρωσης.
2. Η παρούσα ένδικη διαφορά έχει μεγάλη σημασία για τη νομοθετική πρακτική, διότι τελευταία ο κοινοτικός νομοθέτης δεν στηρίζει πλέον την ίδρυση των διαφόρων οργανισμών στο άρθρο 308 ΕΚ, αλλά όλο και περισσότερο σε αρμοδιότητες που αφορούν συγκεκριμένους τομείς (4).
II – Νομικό πλαίσιο
3. Νομική βάση του κανονισμού 460/2004 είναι το άρθρο 95, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ:
«Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 251 ΕΚ και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εκδίδει τα μέτρα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.»
4. Οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 460/2004 εξηγούν γιατί είναι αναγκαία η ίδρυση του οργανισμού. Στην τρίτη αιτιολογική σκέψη περιγράφεται η επικρατούσα προβληματική κατάσταση:
«Λόγω της τεχνικής πολυπλοκότητας των δικτύων και των συστημάτων πληροφοριών, της ποικιλίας των προϊόντων και των υπηρεσιών που διασυνδέονται, καθώς και του τεράστιου αριθμού των φορέων του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα που έχουν τις δικές τους ευθύνες, κινδυνεύει να υπονομευθεί η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.»
5. Στις επόμενες αιτιολογικές σκέψεις απαριθμούνται τα σχετικά μέτρα εναρμόνισης (5) και αναφέρονται διάφορα μέτρα που επιτρέπεται να ληφθούν βάσει αυτών των ρυθμίσεων. Κανένα από τα παρατιθέμενα μέτρα δεν περιέχει αναφορά στον ENISA. Στη δέκατη αιτιολογική σκέψη διαπιστώνονται, τέλος, τα εξής:
«Τα εν λόγω μέτρα για την εσωτερική αγορά απαιτούν διαφορετικές μορφές τεχνικών και οργανωτικών εφαρμογών από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή. Πρόκειται για πολύπλοκα από τεχνική άποψη καθήκοντα για τα οποία δεν υπάρχουν ενιαίες και προφανείς λύσεις. Η ετερόκλητη εφαρμογή των εν λόγω απαιτήσεων μπορεί να οδηγήσει σε μη αποδοτικές λύσεις και να δημιουργήσει εμπόδια στην εσωτερική αγορά. Απαιτείται, επομένως, η δημιουργία ενός κέντρου εμπειρογνωσίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το οποίο θα παρέχει καθοδήγηση, συμβουλές και, όταν του ζητείται, συνδρομή εντός του πλαισίου των στόχων του, επί των οποίων, ενδεχομένως, να μπορούν να βασίζονται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή ή αρμόδιοι φορείς διοριζόμενοι από τα κράτη μέλη. […]»
6. Στις επόμενες αιτιολογικές σκέψεις αναπτύσσεται περισσότερο η ιδέα αυτή. Αξιοπρόσεκτη είναι η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη. Κατά τη σκέψη αυτή, ο ENISA (δηλαδή ο Οργανισμός) δεν θα παρεμβαίνει στις αρμοδιότητες των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, της ομάδας των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών, της επιτροπής επικοινωνιών που αναφέρεται στην οδηγία 2002/21 (6), των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης ή των αρχών που είναι αρμόδιες για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.
7. Οι σκοποί του ENISA συγκεκριμενοποιούνται με τα άρθρα 1 έως 3 του κανονισμού 460/2004:
«Άρθρο 1
Εμβέλεια
1. Προκειμένου να εξασφαλισθεί υψηλό και ουσιαστικό επίπεδο ασφάλειας δικτύων και πληροφοριών εντός της Κοινότητας και να αναπτυχθεί η αντίληψη της ασφάλειας δικτύων και πληροφοριών προς όφελος των πολιτών, των καταναλωτών, των επιχειρήσεων και των οργανισμών του δημόσιου τομέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμβάλλοντας έτσι στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, δημιουργείται ο ευρωπαϊκός οργανισμός για την ασφάλεια δικτύων και πληροφοριών, ο οποίος εφεξής καλείται “Οργανισμός”.
2. Ο Οργανισμός συνδράμει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη και, ως εκ τούτου, συνεργάζεται με την επιχειρηματική κοινότητα, για να τα βοηθάει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της ασφάλειας δικτύων και πληροφοριών, εξασφαλίζοντας έτσι την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων από την ισχύουσα και μελλοντική κοινοτική νομοθεσία, όπως την οδηγία 2002/21/ΕΚ.
3. […]
Άρθρο 2
Στόχοι
1. Ο Οργανισμός ενισχύει την ικανότητα της Κοινότητας, των κρατών μελών και, ως εκ τούτου, της επιχειρηματικής κοινότητας, να προλαμβάνουν, να αντιμετωπίζουν και να ανταποκρίνονται στα προβλήματα ασφάλειας δικτύων και πληροφοριών.
2. Ο Οργανισμός παρέχει συνδρομή και δίνει συμβουλές στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη σχετικά με θέματα που αφορούν την ασφάλεια δικτύων και πληροφοριών, τα οποία εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του κατά τα οριζόμενα στον παρόντα κανονισμό.
3. Ο Οργανισμός, με αφετηρία τις εθνικές και τις κοινοτικές προσπάθειες, αναπτύσσει υψηλό επίπεδο ειδικών γνώσεων. Ο Οργανισμός χρησιμοποιεί αυτές τις ειδικές γνώσεις για την προώθηση ευρείας συνεργασίας μεταξύ παραγόντων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.
4. Ο Οργανισμός συνδράμει την Επιτροπή, όταν του ζητείται, στις τεχνικές προπαρασκευαστικές εργασίες ενημέρωσης και ανάπτυξης της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα της ασφάλειας δικτύων και πληροφοριών.»
8. Το άρθρο 3 του κανονισμού 460/2004 περιγράφει τα καθήκοντα του Οργανισμού. Τα καθήκοντα αυτά ανάγονται στους τομείς της συλλογής στοιχείων και πληροφοριών (στοιχεία α΄, ζ΄ και θ΄), της παροχής συμβουλών (στοιχεία β΄, ε΄, η΄ και ια΄) και της προώθησης της συνεργασίας (στοιχεία γ΄, δ΄, ε΄, στ΄ και ι΄).
9. Στο άρθρο 4 του κανονισμού 460/2004 περιέχονται οι ορισμοί διαφόρων εννοιών. Στη συνέχεια, τα άρθρα 5 έως 28 ρυθμίζουν οργανωτικά ζητήματα. Κατά το άρθρο 18, ο Οργανισμός έχει νομική προσωπικότητα. Κατά το άρθρο 19, ο Οργανισμός έχει δικό του προσωπικό. Το άρθρο 15 προβλέπει την ύπαρξη αυτοτελούς προϋπολογισμού του Οργανισμού, ο οποίος στηρίζεται στις συνεισφορές της Κοινότητας και των τρίτων χωρών. Το άρθρο 20 ορίζει ότι στον Οργανισμό παρέχεται η προστασία που προβλέπει το πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το άρθρο 21 περιλαμβάνει διατάξεις για την ευθύνη του Οργανισμού, οι οποίες είναι αντίστοιχες προς τις διατάξεις του άρθρου 288 ΕΚ.
10. Ελεγκτικό και διαχειριστικό όργανο του Οργανισμού είναι το προβλεπόμενο στο άρθρο 6 του κανονισμού 460/2004 διοικητικό συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών και της Επιτροπής και τρία άλλα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου. Το διοικητικό συμβούλιο καταρτίζει συγκεκριμένα το πρόγραμμα εργασιών του Οργανισμού και διορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 7, τον εκτελεστικό διευθυντή. Τέλος, κατά το άρθρο 8, στον Οργανισμό λειτουργεί μια μόνιμη ομάδα εκπροσώπων των ενδιαφερομένων φορέων.
III – Αιτήματα των διαδίκων
11. Το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει την ακυρότητα του κανονισμού (ΕΚ) 460/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών,
2) να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα του Ηνωμένου Βασιλείου.
12. Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ζητούν από το Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και
2) να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
13. Το Συμβούλιο ζητεί επικουρικά, σε περίπτωση ακύρωσης του κανονισμού 460/2004, τη διατήρηση σε ισχύ των αποτελεσμάτων του.
14. Η Φινλανδία και η Επιτροπή έχουν παρέμβει υπέρ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
IV – Νομική ανάλυση
Α – Επί της επιλογής της νομικής βάσης
15. Το Ηνωμένο Βασίλειο βάλλει κατά της επιλογής της νομικής βάσης για τον κανονισμό 460/2004.
16. Κατά πάγια νομολογία, η επιλογή της νομικής βάσης μιας κοινοτικής πράξης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία που να επιδέχονται δικαστικό έλεγχο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ιδίως ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξης (7).
17. Ο κοινοτικός νομοθέτης στήριξε τον κανονισμό 460/2004 στο άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό εκδίδονται τα μέτρα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
18. Σκοπός των μέτρων που εκδίδονται με βάση το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ είναι η βελτίωση των προϋποθέσεων για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν απονέμει στον κοινοτικό νομοθέτη καμία γενική αρμοδιότητα για τη ρύθμιση της εσωτερικής αγοράς (8). Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει επίσης ότι τα μέτρα που εκδίδονται με βάση το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ «πρέπει πράγματι να έχουν αυτόν τον σκοπό, συμβάλλοντας στην εξάλειψη εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή ακόμη στην εξάλειψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού» (9).
19. Τα μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας των δικτύων και των συστημάτων πληροφόρησης μπορούν αναμφίβολα, εφόσον αποτελούν ενιαίο σύνολο και εφαρμόζονται σε ολόκληρη των Κοινότητα, να συμβάλλουν στην πρόληψη της δημιουργίας εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή των υπηρεσιών, αφού εμποδίζουν την εφαρμογή εθνικών μέτρων που διαφέρουν μεταξύ τους. Για παράδειγμα, η διασυνοριακή σύναψη και η διεκπεραίωση συναλλαγών με τη βοήθεια δικτύων και συστημάτων πληροφόρησης προϋποθέτει διαδικασίες εξακρίβωσης της ταυτότητας των συναλλασσόμενων που να λειτουργούν επίσης διασυνοριακά και για τις οποίες είναι αναγκαίος τουλάχιστον κάποιος συντονισμός σε επίπεδο Κοινότητας.
20. Όπως εκθέτουν όλοι οι διάδικοι εκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Οργανισμός συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού αυτού, καθόσον συλλέγει πληροφορίες, δημιουργεί ένα χώρο συζητήσεων και ορισμένες φορές παρέχει συμβουλές στα κοινοτικά όργανα ή στις εθνικές αρχές. Ακόμη και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνωρίζει ότι η ίδρυση του ENISA ήταν επιθυμητή.
21. Η βασική πάντως αιτίαση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι, όπως και στην υπόθεση C-66/04 (10), η οποία αφορά τον κανονισμό για τα αρτύματα καπνιστών τροφίμων (11), ότι η ίδρυση του Οργανισμού δεν αποτελεί «μέτρο σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών» κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 1, ΕΚ. Η κυβέρνηση αυτή υποστηρίζει ότι τα μέτρα αυτά πρέπει να επηρεάζουν τις νομοθεσίες των κρατών μελών. Η εν λόγω νομική βάση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μέτρα που δεν μπορούν να εκτελέσουν –μεμονωμένα ή από κοινού– τα ίδια τα κράτη μέλη. Οι κοινοτικοί οργανισμοί όμως δεν είναι δυνατόν να ιδρύονται με την ταυτόχρονη θέσπιση ταυτόσημης νομοθεσίας από τα κράτη μέλη.
22. Με τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση C-66/04 (12) εξέθεσα ήδη ότι η «προσέγγιση» των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων «των κρατών μελών», για την οποία κάνει λόγο το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ απαιτεί την ύπαρξη σχέσης των κοινοτικών μέτρων προς τα εθνικά δίκαια. Υπάρχει τέτοια σχέση όταν θεσπίζονται σε όλα τα κράτη μέλη, με διατάξεις μεταφοράς του κοινοτικού δικαίου, εναρμονισμένες εθνικές διατάξεις. Τέτοια σχέση προς το εθνικό δίκαιο έχουν όμως και πράξεις του υπερισχύοντος και άμεσα εφαρμοστέου κοινοτικού δικαίου, όπως οι κανονισμοί, που καθιστούν ανεφάρμοστο το εσωτερικό δίκαιο, εφόσον έχει διαφορετικό περιεχόμενο. Αντίθετα, δεν επιτυγχάνεται προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών με αμιγώς κοινοτικά μέτρα τα οποία ισχύουν παράλληλα με τα εθνικά δίκαια και δεν μεταβάλλουν το ρυθμιστικό περιεχόμενο των δικαίων αυτών. Αυτό έγινε δεκτό από το Δικαστήριο σχετικά π.χ. με ορισμένα νέα δικαιώματα στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία προβλέφθηκαν για να συνυπάρχουν με τα δικαιώματα που προβλέπουν τα εθνικά δίκαια (13).
23. Κατά την άποψη της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl, η νομολογία αυτή έχει την έννοια ότι δεν αρκεί το γεγονός ότι ένα μέτρο του οποίου «το κύριο χαρακτηριστικό» είναι «η δημιουργία κάτι του νέου» αποσκοπεί να συμβάλει στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς. Συνεπώς η γενική εισαγγελέας δεν δέχτηκε ότι η δημιουργία νέων εταιρικών μορφών, όπως είναι η ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρία, μπορούσε να στηριχτεί στο άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ (14).
24. Συμφωνώ με το συμπέρασμα της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl, εφόσον πρόκειται για τη δημιουργία νέων εταιρικών μορφών που θα υπάρχουν παράλληλα με τις εταιρικές μορφές που προβλέπουν οι διάφορες εθνικές νομοθεσίες. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει η αναγκαία σχέση του κοινοτικού μέτρου προς τις νομοθεσίες αυτές (με σκοπό την προσέγγισή τους). Θα ήθελα πάντως να διευκρινίσω ότι η δημιουργία κάτι του νέου είναι δυνατή και μέσω της προσέγγισης των νομοθεσιών. Για παράδειγμα, η προληπτική εναρμόνιση ενόψει εθνικών διατάξεων που αναμένεται να θεσπιστούν (15) απαιτεί καταρχήν τη θέσπιση νέων διατάξεων, χωρίς να υπάρχουν ακόμη στα κράτη μέλη παρεμφερείς διατάξεις τις οποίες θα αφορούσε η εναρμόνιση (16).
25. «Μέτρα σχετικά με [(17)] την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών» κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 1, ΕΚ δεν είναι όμως μόνο τα μέτρα που προβαίνουν τα ίδια στην προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών. Όπως ισχυρίζονται τα κοινοτικά όργανα, στην προσέγγιση συμβάλλουν και τα μέτρα που συνεπάγονται την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών ως αποτέλεσμα της εφαρμογής τους και μόνο, προβλέποντας π.χ. διαδικασίες που συνεπάγονται όχι άμεση προσέγγιση, αλλά την προσέγγιση σε περισσότερες της μιας φάσεις χάρη στη λήψη διαφόρων ενδιάμεσων μέτρων (18).
26. Ο κανονισμός 460/2004 περιέχει βέβαια ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να αποτελούν ένα τέτοιο ενδιάμεσο μέτρο, και συγκεκριμένα τις διατάξεις για τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του ENISA. Αφετέρου όμως, ο κανονισμός αυτός ρυθμίζει επίσης την ίδρυση και την οργάνωση του οργανισμού αυτού. Αυτές οι –αριθμητικά πολύ περισσότερες– ρυθμίσεις δεν συμβάλλουν προφανώς άμεσα στην προσέγγιση των διατάξεων των κρατών μελών. Για τον λόγο αυτό η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει ότι η ίδρυση των κοινοτικών οργανισμών δεν επιτρέπεται καταρχήν να στηρίζεται στο άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ.
27. Πράγματι, εκ πρώτης όψεως θα μπορούσαν να αποδοθούν στον κανονισμό 460/2004 δύο διαφορετικοί σκοποί, και συγκεκριμένα αφενός ο καθορισμός ορισμένων καθηκόντων για τον Οργανισμό και αφετέρου η ίδρυση του ίδιου του Οργανισμού. Από την άποψη αυτή, η νομική βάση έπρεπε να επιλεγεί με βάση το κριτήριο ποιος σκοπός υπερτερεί (19). Η διάσπαση του κανονισμού 460/2004 σε δύο διαφορετικά τμήματα οδηγεί όμως σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Συγκεκριμένα, η ίδρυση του Οργανισμού δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα καθήκοντά του, καθόσον αποτελεί το μέσο προς την επίτευξη του σκοπού. Κατά συνέπεια, με τον κανονισμό 460/2004 επιδιώκεται ένας και μόνο σκοπός, ο οποίος μπορεί να συναχθεί κυρίως από τις διατάξεις που ρυθμίζουν τα καθήκοντα του Οργανισμού.
28. Ακόμη όμως και αν γίνει δεκτό ότι επιδιώκεται ένας ενιαίος σκοπός, τίθεται περαιτέρω το ερώτημα αν ο κανονισμός 460/2004 αποτελεί ενδιάμεσο μέτρο για την επίτευξη της προσέγγισης κατά το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ. Ο κανονισμός δεν επιχειρεί την προσέγγιση των νομοθεσιών. Ο ίδιος ο Οργανισμός ούτε μπορεί να θεσπίζει ρυθμίσεις σχετικά με την προσέγγιση αυτή ούτε μετέχει σε ειδικές διαδικασίες που αποσκοπούν στη θέσπιση τέτοιων ρυθμίσεων. Επομένως, η συμβολή του κανονισμού 460/2004 στην προσέγγιση των νομοθεσιών δεν είναι προφανής.
29. Κατά την άποψη όμως των κοινοτικών οργάνων και της Φινλανδικής Κυβέρνησης, ο Οργανισμός συμβάλλει στην εναρμόνιση, καθόσον συλλέγει και διανέμει πληροφορίες, παρέχει συμβουλές στα κοινοτικά όργανα και στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και προωθεί τη συνεργασία μεταξύ των εκπροσώπων των οργανωμένων συμφερόντων.
30. Όπως πάντως τόνισε, ιδιαίτερα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, τα καθήκοντα του Οργανισμού τα οποία αφορούν τη συνεργασία μεταξύ ιδιωτών και την πληροφόρηση ιδιωτικών φορέων (άρθρο 3, στοιχεία γ΄, ε΄ και θ΄) δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ενδιάμεσο μέτρο για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών.
31. Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως το ενδεχόμενο να συμβάλει ο Οργανισμός στην προσέγγιση λόγω των λοιπών δραστηριοτήτων του. Ειδικότερα, η παροχή συμβουλών στα κοινοτικά όργανα, η οποία έχει ανατεθεί στον Οργανισμό, θα μπορούσε να υποβοηθήσει τη νομοθετική δραστηριότητά τους και άρα ενδέχεται να υποβοηθήσει την προσέγγιση των ρυθμίσεων των κρατών μελών. Επιπλέον, κατά το άρθρο 3, στοιχείο ια΄, ο Οργανισμός μπορεί να διατυπώνει συμπεράσματα, οδηγίες και συμβουλές σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του και στους σκοπούς του και έτσι να δημιουργήσει κίνητρα για την προσέγγιση των νομοθεσιών.
32. Εξάλλου, είναι πιθανό ότι ο Οργανισμός, λόγω της ύπαρξής του και μόνο ως ευρωπαϊκού κέντρου συζητήσεων και εξειδικευμένου κέντρου, θα συμβάλει στην προσέγγιση των ρυθμίσεων των κρατών μελών, των οποίων οι υπηρεσίες θα έχουν την τάση να ενεργούν εκούσια προς την ίδια κατεύθυνση. Η Φινλανδική Κυβέρνηση τονίζει συναφώς την επιδιωκόμενη εξειδίκευση και ανεξαρτησία του Οργανισμού, καθώς και την ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου για τη διασφάλιση της συνοχής των εργασιών του Οργανισμού με τις δραστηριότητες που αναλαμβάνονται από τα κράτη μέλη ή σε κοινοτικό επίπεδο. Αντίθετα, είναι υπερβολική η αιτίαση του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η συμβουλευτική και μη δεσμευτική δραστηριότητα του Οργανισμού ενδέχεται μάλιστα να επιτείνει στην πράξη τις διαφορές μεταξύ των κρατών μελών, αν ορισμένα κράτη ακολουθούν τις συστάσεις του Οργανισμού και άλλα δεν τις ακολουθούν.
33. Η δυνητική αυτή συμβολή του Οργανισμού στην προσέγγιση των νομοθεσιών δεν αρκεί όμως για να θεωρηθεί η ίδρυσή του μέτρο σχετικό με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών.
34. Συγκεκριμένα, δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί κατά πόσο και με ποια μορφή θα συμβάλει ο Οργανισμός στην προσέγγιση των νομοθεσιών. Αυτό εξαρτάται από πληθώρα παραγόντων. Πέρα από την εργασία και τα πορίσματα του Οργανισμού, χρειάζεται επίσης ιδιαίτερα η συνεργασία των κοινοτικών οργάνων, των υπηρεσιών των κρατών μελών και των εκπροσωπούντων τα οργανωμένα συμφέροντα. Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να μην εξαντληθούν στην πράξη οι δυνατότητες προσέγγισης των νομοθεσιών τις οποίες έχει ο Οργανισμός. Ακόμη και κατά το μέτρο που ο Οργανισμός συμβάλλει στην προσέγγιση των νομοθεσιών, τα σχετικά μέτρα δεν θα πρέπει να στηρίζονται αναγκαστικά στο άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ. Για παράδειγμα, η δραστηριότητα του Οργανισμού θα μπορούσε να οδηγήσει σε ρυθμίσεις της άσκησης ορισμένων επαγγελμάτων, οι οποίες θα έπρεπε πιθανώς να στηριχτούν στο άρθρο 47 ΕΚ.
35. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, και οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 460/2004 συσχετίζουν τον Οργανισμό με υφιστάμενα ήδη μέτρα εναρμόνισης, πράγμα που τονίστηκε ιδιαίτερα από το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, αλλά δεν προβλέπεται κανείς συγκεκριμένος συσχετισμός με την έκδοση των εκτελεστικών μέτρων που είναι αναγκαία κατά τις νομικές πράξεις αυτές. Όπως ισχυρίζεται το Ηνωμένο Βασίλειο, αφενός τα καθήκοντα του Οργανισμού είναι, από άποψη περιεχομένου, πολύ ευρύτερα από ό,τι η εκτέλεση των εν λόγω οδηγιών και αφετέρου η ίδια η εκτέλεση αυτή δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Οργανισμού, αλλά στην αρμοδιότητα της Επιτροπής και των δημόσιων αρχών των κρατών μελών. Για την παροχή συμβουλών μάλιστα προβλέφθηκαν, κατά την εκτέλεση των πράξεων αυτών, ειδικοί φορείς, και συγκεκριμένα η «επιτροπή επικοινωνιών» (20), η «ομάδα των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών» (21) και, στον τομέα της προστασίας των δεδομένων, η «ομάδα προστασίας των προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (22).
36. Ο κανονισμός 460/2004 δεν αποτελεί επομένως ένα ενδιάμεσο βήμα προς την κατεύθυνση της προσέγγισης των νομοθεσιών των κρατών μελών, αλλά μάλλον ένα βήμα προς αβέβαιη κατεύθυνση. Ο Οργανισμός ιδρύεται κατά κάποιον τρόπο για «εφεδρική χρήση», με την ελπίδα ότι θα καταλήξει σε χρήσιμα αποτελέσματα. Η χρησιμότητα αυτή (για την εσωτερική αγορά) δεν είναι απίθανη, αλλά δεν αρκεί για να θεωρηθεί ο κανονισμός μέτρο σχετικό με την προσέγγιση των νομοθεσιών.
37. Τα μετέχοντα στη δίκη κοινοτικά όργανα διατυπώνουν πάντως διάφορα επιχειρήματα με τα οποία επιχειρούν να στηρίξουν την ίδρυση του Οργανισμού στο άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ ανεξάρτητα από τη συμβολή του στην προσέγγιση των νομοθεσιών.
38. Τα κοινοτικά αυτά όργανα επισημαίνουν καταρχάς ότι η ίδρυση του Οργανισμού θίγει τις αρμοδιότητες των κρατών μελών πολύ λιγότερο από ό,τι θα τις έθιγε η θέσπιση μέτρων εναρμόνισης για τη βελτίωση της ασφάλειας των δικτύων και των συστημάτων πληροφόρησης, μέτρων που θα έπρεπε να μεταφερθούν στις εσωτερικές νομοθεσίες των κρατών μελών. Επιπλέον, η ίδρυση του Οργανισμού ενδείκνυται περισσότερο από οποιαδήποτε εναρμόνιση, διότι επί του παρόντος δεν είναι σαφές αν χρειάζονται μέτρα εναρμόνισης. Ο Οργανισμός αποτελεί ένα μέσο διαπίστωσης των σχετικών αναγκών.
39. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν μπορεί να οδηγήσει σε διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 95, παράγραφος 1, ΕΚ, ώστε να καλύπτονται επίσης μέτρα που δεν εξυπηρετούν την προσέγγιση των νομοθεσιών (23). Τούτο απαγορεύεται από την αρχή της περιορισμένης ειδικής εξουσιοδότησης (άρθρο 5 ΕΚ). Αν η νομική βάση δεν καλύπτει την έκδοση της ρύθμισης, η Κοινότητα δεν επιτρέπεται να την εκδώσει στηριζόμενη στη συγκεκριμένη αυτή διάταξη της Συνθήκης. Συναφώς δεν έχει καμία σημασία το γεγονός ότι το σχεδιαζόμενο μέτρο επηρεάζει λιγότερο τις εθνικές αρμοδιότητες από ό,τι μια ρύθμιση που θα πρόβλεπε πράγματι την προσέγγιση των νομοθεσιών.
40. Κατά τα λοιπά, δεν χρειάζεται να εξεταστεί η ορθότητα της άποψης του Συμβουλίου ότι ακόμη και η προσέγγιση της διοικητικής πρακτικής των εθνικών αρχών αποτελεί προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 1, ΕΚ. Συγκεκριμένα, δεν έχει ρυθμιστεί με επαρκή σαφήνεια η συμβολή του Οργανισμού ούτε σε αυτού του είδους την προσέγγιση των νομοθεσιών, οπότε η ίδρυση του Οργανισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο εναρμόνισης.
41. Η Επιτροπή ιδιαίτερα, επικαλούμενη τον «πραγματικό σκοπό» του άρθρου 95 ΕΚ, ερμηνεύει πάντως τη φράση «σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς» ως γενική μέθοδο για την ενδεδειγμένη εξάλειψη των εμποδίων στην εσωτερική αγορά. Η άποψη της Επιτροπής καταλήγει όμως στην άποψη περί γενικής αρμοδιότητας για τη ρύθμιση της εσωτερικής αγοράς, την οποία έχει απορρίψει το Δικαστήριο (24). Η άποψη αυτή θα στερούσε από το στοιχείο της προσέγγισης των νομοθεσιών κατά το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ κάθε λειτουργία. Αυτό δεν συμβιβάζεται ούτε με το γράμμα της νομικής αυτής βάσης ούτε με το ιστορικό της θέσπισής της. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη δεν ενέκριναν, κατά τις διαπραγματεύσεις πριν από τη σύναψη της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, την πρόταση της Επιτροπής που πρόβλεπε μία νομική βάση για την έκδοση κάθε νομικής πράξης που εξυπηρετεί την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς (25). Αντ’ αυτού τα κράτη μέλη συμφώνησαν επί του κειμένου του άρθρου 95, παράγραφος 1, ΕΚ που ισχύει κατ’ ουσία μέχρι σήμερα.
42. Η άποψη της Επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί ορθή ούτε με βάση την άποψη μιας μερίδας των θεωρητικών του δικαίου που στηρίζεται στην απόφαση IHT Internationale Heiztechnik και Danziger. Στην απόφαση εκείνη το Δικαστήριο εξέθεσε ότι «στον κοινοτικό νομοθέτη εναπόκειται να [εκδώσει ρύθμιση] βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΚ [νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 95 ΕΚ], δεδομένου ότι η άρση των εμποδίων που οφείλονται στο ότι τα ημεδαπά σήματα ισχύουν επί ορισμένου εδάφους είναι αναγκαία για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς» (26).
43. Από τα παραπάνω συνάγεται από ορισμένους ότι το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ επιτρέπει γενικά την υπερπήδηση των εμποδίων που οφείλονται στις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών ή στη γεωγραφικά περιορισμένη ισχύ τους (27). Σύμφωνα με την εν λόγω άποψη, η μνεία των νομοθεσιών των κρατών μελών εξακολουθεί να επιτελεί μια λειτουργία, και συγκεκριμένα αποτελεί σημείο αναφοράς για την προσέγγιση, πράγμα όμως που δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μην έχει το αποτέλεσμα καμία σχέση με το εθνικό δίκαιο (28). Άρα επιτρέπεται συγκεκριμένα και η θέσπιση μέτρων που δεν τελούν σε καμία σχέση προς τα εθνικά δίκαια, αλλά ισχύουν π.χ. παράλληλα προς αυτά.
44. Η άποψη αυτή δεν συμβιβάζεται με το γράμμα του άρθρου 95, παράγραφος 1, ΕΚ. Η αναφορά στην προσέγγιση των νομοθεσιών δεν θα ήταν παρά σχήμα λόγου κενό περιεχομένου, αφού η γεωγραφικά περιορισμένη ισχύς του εθνικού δικαίου είναι πάντοτε δεδομένη.
45. Η υποστηριζόμενη στη θεωρία άποψη βασίζεται άλλωστε σε εσφαλμένη ερμηνεία του παρατεθέντος χωρίου της απόφασης IHT. Το χωρίο αυτό αναφέρεται μόνο στον σκοπό της εγκαθίδρυσης της εσωτερικής αγοράς και όχι στο μέσο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί προς τον σκοπό αυτό. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο θέλησε να επιτρέψει τη θέσπιση μέτρων που δεν οδηγούν στην προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών. Αντίθετα, το Δικαστήριο έχει τονίσει την ανάγκη προσέγγισης των νομοθεσιών, καθόσον με άλλες αποφάσεις δεν δέχτηκε ότι μπορούν να στηριχτούν στο άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ οι νέες νομικές δομές που ισχύουν παράλληλα με τα δίκαια των κρατών μελών (29).
46. Τέλος, δεν χρειάζεται να εξεταστεί το ζήτημα αν υπάρχουν καταρχήν εμπόδια για την ίδρυση ενός οργανισμού με νομική προσωπικότητα βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 1, ΕΚ –ή κατ’ εφαρμογή άλλων ειδικών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ χωρίς τη χρησιμοποίηση του άρθρου 308 ΕΚ ως νομικής βάσης. Μολονότι το Δικαστήριο έθεσε σχετικά ερωτήματα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ζήτημα αυτό δεν εξετάστηκε διεξοδικά από τους διαδίκους στην προκειμένη υπόθεση (30). Επειδή ο κανονισμός 460/2004 δεν καθορίζει επαρκώς τη συμβολή του Οργανισμού στην προσέγγιση των νομοθεσιών και επειδή δεν ευσταθεί καμία από τις άλλες απόψεις σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 95, παράγραφος 1, ΕΚ, πρέπει να αναγνωριστεί οπωσδήποτε η ακυρότητα του κανονισμού 460/2004.
Β – Επί του περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της απόφασης του Δικαστηρίου
47. Το Συμβούλιο έχει υποβάλει το επικουρικό αίτημα να διατηρηθούν σε ισχύ τα έννομα αποτελέσματα του κανονισμού 460/2004, προς το συμφέρον της ασφάλειας δικαίου, μέχρι να εκδοθεί ο κανονισμός αυτός με άλλη νομική βάση. Το Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσε ρητά ότι δεν έχει καμία αντίρρηση για αυτό τον περιορισμό των αποτελεσμάτων της απόφασης του Δικαστηρίου.
48. Το Δικαστήριο, κατά τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων των αποφάσεών του, στηρίζεται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου, ιδίως δε σε σχέση με την προσβολή των συμφερόντων των τρίτων (31).
49. Η διαδικασία για την έναρξη της λειτουργίας του Οργανισμού βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο (32). Δεν θα ήταν εύλογο να ακυρωθούν τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί, με σκοπό και μόνο να ιδρυθεί και πάλι στο άμεσο μέλλον ένας παρόμοιος οργανισμός. Στην περίπτωση αυτή θα θιγόταν ιδιαίτερα το προσωπικό που έχει ήδη προσληφθεί.
50. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι δυνατή η εκ νέου έκδοση του κανονισμού για τον Οργανισμό. Το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν βέβαια το μόνο κράτος μέλος που ψήφισε κατά του κανονισμού 460/2004 –και μάλιστα λόγω της επιλογής και μόνο της συγκεκριμένης νομικής βάσης. Ο κανονισμός όμως εγκρίθηκε πριν από την τελευταία διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πριν από τις τελευταίες εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και πριν από την ανάληψη των καθηκόντων της σημερινής Επιτροπής. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να γίνει καμία πρόβλεψη για το πώς θα διαμορφωθεί μελλοντικά η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη. Επομένως, τα αποτελέσματα του κανονισμού 460/2004 πρέπει να διατηρηθούν σε ισχύ μέχρις ότου μόνο καταστεί σαφές αν ο κανονισμός θα εκδοθεί και πάλι. Συναφώς αρκούν κανονικά δύο οικονομικά έτη, αφού ο χρόνος που παρήλθε μεταξύ της πρότασης της Επιτροπής για τον κανονισμό 460/2004, η οποία υποβλήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2003 (33), και της έκδοσης του κανονισμού στις 10 Μαρτίου 2004 υπερέβαινε ελάχιστα το ένα έτος. Το χρονικό αυτό διάστημα θα δώσει επίσης τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη, κατά τη λήψη της απόφασης για την εκ νέου έκδοση του κανονισμού για τον Οργανισμό, η εκτίμηση της δραστηριότητας του Οργανισμού στην οποία πρέπει να προβεί η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού 460/2004, μέχρι τις 17 Μαρτίου 2007.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
51. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον έχει διατυπωθεί σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει διατυπώσει εν προκειμένω σχετικό αίτημα κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η προσφυγή του πρέπει να γίνει δεκτή, στα δικαστικά έξοδα πρέπει να καταδικαστούν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.
52. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή και η Δημοκρατία της Φινλανδίας θα φέρουν τα έξοδά τους.
VI – Πρόταση
53. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1) Ακυρώνει τον κανονισμό (ΕΚ) 460/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών.
2) Η ισχύς των αποτελεσμάτων του ακυρωθέντος κανονισμού διατηρείται μέχρι την έναρξη της ισχύος του κανονισμού που θα εκδοθεί επί ορθής νομικής βάσης, όχι όμως πέραν του τέλους του δεύτερου οικονομικού έτους μετά την απαγγελία της απόφασης του Δικαστηρίου.
3) Καταδικάζει το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
4) Η Επιτροπή και η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρουν τα έξοδά τους.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 77, σ. 1.
3 – Το «ENISA» είναι η συντομογραφία της αγγλικής ονομασίας του Οργανισμού: European Network and Information Security Agency.
4 – Βλ. το σχέδιο διοργανικής συμφωνίας για ένα πλαίσιο λειτουργίας των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών οργανισμών, της 25ης Φεβρουαρίου 2005, το οποίο υπέβαλε η Επιτροπή [COM(2005) 59 τελικό, σ. 4 και σ. 14], καθώς και την ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2002 – Το πλαίσιο λειτουργίας των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών οργανισμών [COM(2002) 718 τελικό, σ. 8].
5 – Πρόκειται για την οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Mαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ L 108, σ. 33), την οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση) (ΕΕ L 108, σ. 21), την οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας) (ΕΕ L 108, σ. 51), την οδηγία 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (ΕΕ L 108, σ. 7), την οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (ΕΕ L 201, σ. 37), την οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο) (ΕΕ L 178, σ. 1), την οδηγία 1999/93/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με το κοινοτικό πλαίσιο για ηλεκτρονικές υπογραφές (ΕΕ 2000, L 13, σ. 12), καθώς και την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281, σ. 31).
6 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5.
7 – Αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 1991, C-300/89, Επιτροπή κατά Συμβουλίου [Διοξείδιο του τιτανίου] (Συλλογή 1991, σ. I-2867, σκέψη 10), της 12ης Νοεμβρίου 1996, C-84/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. I-5755, σκέψη 25), της 25ης Φεβρουαρίου 1999, C-164/97 και C-165/97, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. I-1139, σκέψη 12), της 4ης Απριλίου 2000, C-269/97, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. I-2257, σκέψη 43), της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-336/00, Huber (Συλλογή 2002, σ. I-7699, σκέψη 30), της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-491/01, British American Tobacco (Συλλογή 2002, σ. I-11453, σκέψη 93), της 29ης Απριλίου 2004, C-338/01, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 54), της 14ης Απριλίου 2005, C-110/03, Βέλγιο κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 78), και της 12ης Μαΐου 2005, C-347/03, Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia (δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 72).
8 – Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2000, C-376/98, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου [Διαφήμιση προϊόντων καπνού] (Συλλογή 2000, σ. I-8419, σκέψη 83).
9 – Βλ. απόφαση British American Tobacco (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 60).
10 – Βλ. τις προτάσεις μου της 8ης Σεπτεμβρίου 2005 στην υπόθεση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή).
11 – Κανονισμός (ΕΚ) 2065/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 2003, για τα αρτύματα καπνιστών τροφίμων που χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν μέσα ή πάνω στα τρόφιμα (ΕΕ L 309, σ. 1).
12 – Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 10, σημεία 31 επ.
13 – Βλ. αποφάσεις της 9ης Οκτωβρίου 2001, C-377/98, Κάτω Χώρες κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I-7079, σκέψεις 24 και 25), της 13ης Ιουλίου 1995, C-350/92, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. I-1985, σκέψη 23), γνωμοδότηση 1/94, της 15ης Νοεμβρίου 1994 (Αρμοδιότητα της Κοινότητας για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών στον τομέα των υπηρεσιών και της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, Συλλογή 1994, σ. I-5267, σκέψη 59). Βλ., σχετικά με τη δημιουργία νέων εταιρικών μορφών, τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl της 12ης Ιουλίου 2005 στην υπόθεση C-436/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή).
14 – Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl στην υπόθεση C-436/03 (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 13, σημείο 96).
15 – Βλ. τις αποφάσεις C-377/98 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 15) και C-376/98 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 86) καθώς και τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl στην υπόθεση C-436/03 (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 13, σημεία 57 και 58).
16 – Η γενική εισαγγελέας Stix-Hackl συσχετίζει δηλαδή, με τις προτάσεις της στην υπόθεση C-436/03 (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 13), το στοιχείο της καινοτομίας αποκλειστικά και μόνο με τις νέες νομικές μορφές, π.χ. με δικαιώματα στον τομέα της πνευματικής ιδιοκτησίας ή με εταιρικές μορφές.
17 – Η υπογράμμιση δική μου.
18 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση C-66/04 (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 10, σημεία 32 και 33).
19 – Απόφαση της 17ης Μαρτίου 1993, C-155/91, Επιτροπή κατά Συμβουλίου [Οδηγία για τα απόβλητα] (Συλλογή 1993, σ. I-939, σκέψεις 19 και 21), και προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 7 αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σκέψη 55), και της 14ης Απριλίου 2005, Βέλγιο κατά Επιτροπής (σκέψη 79)· βλ. επίσης τις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 7 αποφάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 1999, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (σκέψη 14), καθώς και Huber (σκέψη 31) και British American Tobacco (σκέψη 94).
20 – Άρθρο 22 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 5 οδηγίας 2002/21.
21 – Απόφαση 2002/627/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 2002, σχετικά με τη σύσταση της ομάδας των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ L 200, σ. 38).
22 – Άρθρο 29 της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 5 οδηγίας 95/46.
23 – Ο Ehlermann, The Internal Market Following the Single European Act, CommonMarketLawReview 1987, 361 (385), είχε ήδη χαρακτηρίσει συναφώς τη διατύπωση του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ «unfortunate» («ατυχή»).
24 – Απόφαση «Διαφήμιση προϊόντων καπνού» (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 83).
25 – Βλ. το άρθρο 2 του εγγράφου της Επιτροπής για την εσωτερική αγορά, της 16ης Σεπτεμβρίου 1985, και το άρθρο 2, παράγραφος 3, του αναθεωρημένου κειμένου της 5ης Οκτωβρίου 1985: αμφότερα είναι τυπωμένα στον: Ehlermann (προπαρατεθέν στην υποσημείωση 23, σ. 405 επ.).
26 – Απόφαση της 22ας Ιουνίου 1994, C-9/93 (Συλλογή 1994, σ. I-2789, σκέψη 58).
27 – Pipkorn/Bardenhewer-Rating/Taschner, στο: von der Groeben/Schwarze (επιμ.), EU-/ΕΚ-VertragKommentar, 6η έκδοση 2003, Άρθρο 95 ΕΚ, σημεία 25, 36 και 41, καθώς και Leible, στο: Streinz (επιμ.), EUV/ΕΚV: Vertrag überdieEuropäischeUnionundVertragzurGründungderEuropäischenGemeinschaft, 2003, Άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ, σημείο 29.
28 – Κατά τους Pipkorn/Bardenhewer-Rating/Taschner (προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 27, σημείο 41), αρκεί η «εξάλειψη των διαφορών και αντιθέσεων μεταξύ των νομοθεσιών».
29 – Βλ. τις παρατιθέμενες στην υποσημείωση 13 αποφάσεις.
30 – Τα κοινοτικά όργανα θεωρούν πάντως ότι η ίδρυση οργανισμών αποτελεί επιτρεπόμενη καταρχήν ενέργεια στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 95, παράγραφος 1, ΕΚ. Τα όργανα αυτά επικαλούνται, μεταξύ άλλων, τις «implied powers», κατά την έννοια της απόφασης της 9ης Ιουλίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 281/85, 283/85 έως 285/85 και 287/85, Γερμανία, Γαλλία, Κάτω Χώρες, Δανία και Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής [Μεταναστατευτική πολιτική] (Συλλογή 1987, σ. 3203,σκέψη 28), και τονίζουν ότι δύο τουλάχιστον κανονισμοί για την ίδρυση οργανισμών έχουν στηριχτεί ήδη στο άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ: ο κανονισμός (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31, σ. 1), και ο κανονισμός (ΕΚ) 726 /2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών χορήγησης άδειας και εποπτείας όσον αφορά τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη και για κτηνιατρική χρήση και για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΕ L 136, σ. 1).
31 – Αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1992, C-284/90, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. I-2277, σκέψη 37), της 7ης Ιουλίου 1992, C-295/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. I-4193, σκέψη 26), της 5ης Ιουλίου 1995, C-21/94, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. I-1827, σκέψη 31), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-239/01, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-10333, σκέψη 78).
32 – Βλ. τον δικτυακό τόπο του Οργανισμού: .
33 – COM(2003) 63 τελικό.
Full & Egal Universal Law Academy