ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 30ής Νοεμβρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-227/04 P
Lindorfer
κατά
Συμβουλίου
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπάλληλοι – Μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων – Υπολογισμός πρόσθετων συντάξιμων ετών – Ισότητα μεταχειρίσεως»
1. Πρόκειται για τις δεύτερες κατά σειρά προτάσεις στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατόπιν της επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας και της συνεδριάσεως η οποία διεξήχθη ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως προκειμένου να εξετασθούν ορισμένα ζητήματα που έθεσε το Δικαστήριο.
2. Ο γενικός εισαγγελέας Jacobs ανέπτυξε τις πρώτες προτάσεις στις 27 Οκτωβρίου 2005. Όπως επεσήμανε, η υπόθεση αφορά τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών που αναγνωρίσθηκαν υπέρ της M.-L. Lindorfer, υπαλλήλου του Συμβουλίου, σύμφωνα με το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα και κατόπιν μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τα οποία απέκτησε βάσει εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Η υπόθεση αφορά, επίσης, θεμελιώδη ζητήματα σχετικά με την ισότητα μεταχειρίσεως.
3. Η M.-L. Lindorfer υποστήριξε ειδικότερα ότι οι εκδοθείσες από το Συμβούλιο γενικές εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ (στο εξής: εκτελεστικές διατάξεις), στις οποίες στηρίχθηκε ο υπολογισμός, παραβιάζαν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως καθόσον:
– τα χρησιμοποιηθέντα ασφαλιστικά ισοδύναμα εισήγαγαν διάκριση α) λόγω φύλου, δεδομένου ότι ήταν λιγότερα ευνοϊκά για τις γυναίκες, και β) λόγω ηλικίας, δεδομένου ότι προοδευτικώς καθίσταντο λιγότερο ευνοϊκά για τους υπαλλήλους όσο αυξανόταν η ηλικία τους κατά την πρόσληψη· και
– οι δύο χρησιμοποιούμενες εκδοχές του μαθηματικού τύπου νομισματικής μετατροπής εισήγαγαν δυσμενή διάκριση εις βάρος υπαλλήλων που είχαν καταβάλει εισφορές σε συνταξιοδοτικό σύστημα κράτους μέλους με «ισχυρό» νόμισμα.
4. Το Πρωτοδικείο, με την από 18 Μαρτίου 2004 (2) απόφαση, απέρριψε την προσφυγή.
5. Ως προς τα λοιπά του νομικού και διαδικαστικού πλαισίου της υποθέσεως, παραπέμπω στα σημεία 5 έως 36 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs.
6. Πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ότι στις 29 Απριλίου 2004 –μετά την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου αλλά πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως– το Συμβούλιο κατήργησε και αντικατέστησε τις επίμαχες εκτελεστικές διατάξεις. Μεταξύ άλλων αλλαγών, καθιερώθηκαν νέα ασφαλιστικά ισοδύναμα, τα οποία είναι κοινά για άνδρες και γυναίκες. Πάντως, εξακολουθεί να υφίσταται διαφορά [μεταξύ ασφαλιστικών ισοδυνάμων] αναλόγως της ηλικίας. Κανείς από τους διάδικους δεν έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου τη μεταβολή αυτή με το αρχικό υπόμνημά του κατά την αναιρετική διαδικασία.
7. Κατόπιν ενδελεχούς αναλύσεως, ο γενικός εισαγγελέας Jacobs πρότεινε την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθόσον με την απόφαση αυτή το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν υφίστατο απαγορευμένη διάκριση λόγω φύλου. Ο γενικός εισαγγελέας πρότεινε επομένως στο Δικαστήριο να κηρύξει ανίσχυρο το άρθρο 10, παράγραφος 3, των εκτελεστικών διατάξεων, καθόσον προβλέπει τη χρήση ασφαλιστικών ισοδυνάμων τα οποία διαφέρουν αναλόγως του φύλου. Όσον αφορά τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, πρότεινε την απόρριψή τους.
8. Συνεπώς, ο γενικός εισαγγελέας έκρινε ότι οι εκτελεστικές διατάξεις ενείχαν παράνομη διάκριση λόγω φύλου αλλά όχι και λόγω ηλικίας.
9. Ο γενικός εισαγγελέας δέχθηκε ότι το σύστημα υπολογισμού είχε όντως ως συνέπεια τη διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων αναλόγως της ηλικίας τους. Εκτίμησε επίσης ότι η M.-L. Lindorfer εντόπισε ορισμένες πλημμέλειες στη συλλογιστική του Πρωτοδικείου σε ό,τι αφορά τη δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχειρίσεως. Εντούτοις, κατά την άποψή του, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε επαρκώς ότι η διαφορετική μεταχείριση λόγω διαφοράς ως προς την ηλικία κατά την πρόσληψη δεν δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα μεταφερόμενα ποσά παραμένουν στον κοινοτικό προϋπολογισμό για διαφορετικό χρονικό διάστημα. Επιπλέον, ο γενικός εισαγγελέας επεσήμανε ότι στο κοινοτικό δίκαιο η απαγόρευση διακρίσεων λόγω ηλικίας είναι λιγότερο απόλυτη και πιο πρόσφατη απ’ ό,τι η απαγόρευση διακρίσεων λόγω φύλου. Εξάλλου, οι πλέον ειδικές εκφράσεις της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου, περιλαμβανομένης και μιας ιδιαιτέρως κρίσιμης και ρητής απαγορεύσεως που περιέχει ο ΚΥΚ, είναι μεταγενέστερες της εκδόσεως της αποφάσεως που προσέβαλε η M.-L. Lindorfer (3).
10. Εν συνεχεία, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) εξέδωσε στις 22 Νοεμβρίου 2005 την απόφαση Mangold (4). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «μοναδικός σκοπός της [οδηγίας 2000/78] (5) είναι “η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας και γενετήσιου προσανατολισμού”, η δε αρχή της απαγορεύσεως αυτών των μορφών διακρίσεων πηγάζει […] από διάφορες διεθνείς πράξεις και από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών. Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας πρέπει επομένως να θεωρηθεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου» (6).
11. Την 1η Δεκεμβρίου 2005, το πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου, στο οποίο είχε ανατεθεί η εκδίκαση της υποθέσεως, αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο προκειμένου να ανατεθεί στο τμήμα μείζονος συνθέσεως.
12. Στις 26 Απριλίου 2006, το τμήμα μείζονος συνθέσεως διέταξε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, καθόρισε ημέρα διεξαγωγής της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας και κάλεσε την M.-L. Lindorfer, το Συμβούλιο και την Επιτροπή να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των εξής ζητημάτων (7):
α) της εφαρμογής της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σε περίπτωση όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, ειδικότερα δε επί του αν είναι παρεμφερείς η περίπτωση υπαλλήλου που προσλαμβάνεται στα κοινοτικά όργανα αφού για ορισμένη χρονική περίοδο υπαγόταν σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα και η περίπτωση υπαλλήλου που προσλήφθηκε στην υπηρεσία κοινοτικού οργάνου σε νεότερη ηλικία·
β) της εκτάσεως της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου κατά τον υπολογισμό των ασφαλιστικών ισοδυνάμων στην περίπτωση μεταφοράς στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν βάσει εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος·
γ) της εκτάσεως της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω φύλου στην ίδια περίπτωση, υπό το πρίσμα της αποφάσεως Mangold και
δ) του κατά πόσον ενδέχεται η «αρχή της κεφαλαιοποιήσεως» (8) να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση λόγω φύλου ή ηλικίας κατά την μεταφορά δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν βάσει εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, ουσιώδες χαρακτηριστικό του οποίου είναι η αρχή της αλληλεγγύης.
13. Οι διάδικοι υπέβαλαν τις γραπτές παρατηρήσεις τους επί των ζητημάτων αυτών και ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Ιουνίου 2006.
Εξέταση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
14. Ο γενικός εισαγγελέας Jacobs εξέτασε τόσο το ζήτημα των διακρίσεων λόγω φύλου και ηλικίας όσο και το ζήτημα των μορφών διακρίσεων οι οποίες, κατά την M.-L. Lindorfer, οφείλονται στη χρήση των δύο εκδοχών του μαθηματικού τύπου νομισματικής μετατροπής (9).
15. Το Δικαστήριο δεν ζήτησε την παροχή διευκρινίσεων επί του τελευταίου ζητήματος ούτε οι διάδικοι προέβησαν στην παροχή τέτοιων διευκρινίσεων. Φρονώ, συνεπώς, ότι δεν απαιτείται περαιτέρω ανάλυση του ζητήματος αυτού.
16. Επίσης, ο γενικός εισαγγελέας Jacobs είχε ήδη εξετάσει ορισμένες πτυχές των ζητημάτων επί των οποίων το Δικαστήριο ζήτησε την υποβολή παρατηρήσεων. Καθόσον συμφωνώ μαζί του ως προς τα σημεία αυτά, φρονώ ότι αρκεί να παραπέμψω απλώς στη συλλογιστική του, εκτός και αν υφίσταται ιδιαίτερος λόγος επανεξετάσεώς της.
17. Επίσης, ορισμένα ζητήματα πολιτικής γενικού χαρακτήρα που αφορούν τη μεταφορά συνταξιοδοτικών ζητημάτων συζητήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Επί παραδείγματι, οι όροι μεταφοράς δεν θα πρέπει να αποθαρρύνουν την πρόσληψη υπαλλήλων που διαθέτουν το απαιτούμενο από τα κοινοτικά όργανα υψηλό επίπεδο ικανοτήτων και εμπειρίας (10). Δέχομαι ανεπιφύλακτα τη σπουδαιότητα των ζητημάτων αυτών αλλά θεωρώ ότι εμπίπτουν μάλλον στη δικαιοδοσία του νομοθέτη παρά σ’ αυτήν του Δικαστηρίου. Τα ζητήματα αυτά δεν είναι κρίσιμα από νομικής απόψεως ως προς το αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται με πλάνη περί το δίκαιο εξαιτίας της οποίας πρέπει να αναιρεθεί.
18. Τέλος, υπενθυμίζω ότι η M.-L. Lindorfer σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν έβαλε κατά των βασικών διατάξεων του ΚΥΚ περί συνταξιοδοτικών θεμάτων (άρθρα 77 επ.) και κατ’ αναίρεση δεν ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη απορρίπτοντας την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 11, παράγραφος 12, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, την οποία υπέβαλε. Με την αίτησή της αναιρέσεως, προβάλλει απλώς ισχυρισμούς περί υπάρξεως νομικής πλάνης καθόσον το Πρωτοδικείο απέρριψε τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα λόγο ακυρώσεως κατά τον οποίο το άρθρο 10, παράγραφος 3, των εκτελεστικών διατάξεων ενείχε παράνομη δυσμενή διάκριση. Επομένως, ο κατ’ αναίρεση έλεγχος στον οποίο θα προβεί το Δικαστήριο περιορίζεται, καταρχήν, στους ισχυρισμούς αυτούς, εκτός και αν υφίσταται ζήτημα δημοσίας τάξεως, το οποίο το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως.
19. Με την επιφύλαξη των παρατηρήσεων αυτών, θα εξετάσω ακολούθως τα τέσσερα ζητήματα επί των οποίων το Δικαστήριο ζήτησε την παροχή διευκρινίσεων.
Η εφαρμογή της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
20. Η Επιτροπή διετύπωσε ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το περιεχόμενο του σχετικού ζητήματος που έθεσε το Δικαστήριο, οι δε υποβληθείσες παρατηρήσεις απηχούν αποκλίνουσες ερμηνείες. Κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα αυτό αφορά την εφαρμογή της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στην περίπτωση δύο υπαλλήλων που υπηρετούν στις Κοινότητες: ο πρώτος συνέβαλε στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα αποκλειστικά μέσω των εισφορών που κρατούνταν από τον κοινοτικό μισθό, ενώ ο δεύτερος συνέβαλε και μέσω μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν βάσει εθνικού συστήματος. Πώς εφαρμόζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως σε μια τέτοια περίπτωση;
21. Κατά πάγιο ορισμό, η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά οι παρεμφερείς καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο οι διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά (11).
22. Ο ορισμός αυτός προϋποθέτει ανάλυση σε δύο στάδια. Πρώτον, είναι παρεμφερείς οι δύο περιπτώσεις ώστε να επιβάλλεται η ίδια αντιμετώπιση ή είναι διαφορετικές, οπότε επιβάλλεται να αντιμετωπισθούν κατά διαφορετικό τρόπο; Δεύτερον, αν οι δύο περιπτώσεις δεν αντιμετωπίζονται με κριτήριο την απάντηση στην πρώτη ερώτηση, δικαιολογείται αντικειμενικά η διαφορετική αντιμετώπιση;
23. Στην πράξη, πάντως, ενδέχεται να υπάρχει κάποιος βαθμός αβεβαιότητας μεταξύ της αναλύσεως των χαρακτηριστικών βάσει των οποίων διακρίνονται οι περιπτώσεις και της αναλύσεως της αντικειμενικής δικαιολογήσεως της διαφορετικής αντιμετωπίσεως παρεμφερών κατά τα λοιπά περιπτώσεων (ή της πανομοιότυπης αντιμετωπίσεως δύο κατά τα λοιπά διαφορετικών περιπτώσεων).
24. Είναι προφανές ότι οι περιπτώσεις δεν είναι ποτέ καθ’ όλα πανομοιότυπες, οπότε η ανάλυση του παρεμφερούς χαρακτήρα, της διαφοράς ή της δικαιολογήσεως πρέπει να αφορά χαρακτηριστικά πρόσφορα για τον καθορισμό του είδους ή των όρων της υπό κρίση αντιμετωπίσεως. Η διάκριση είναι παράνομη όταν απρόσφορα κριτήρια υποκαθιστούν τα πρόσφορα. Συνεπώς, θα παρίσταται πάντα ανάγκη να προσδιορισθούν καταρχάς τα κριτήρια που είναι πρόσφορα για τον καθορισμό του τρόπου μεταχειρίσεως και αυτά που δεν είναι.
25. Ας υποθέσουμε (12) δύο κοινοτικούς υπαλλήλους, τον A και τον B, του ιδίου φύλου, της ίδιας ηλικίας (40 ετών επί παραδείγματι) και με τον ίδιο βαθμό και κλιμάκιο. Ο A μόλις προσλήφθηκε στις Κοινότητες, ύστερα από 15 έτη κατά τα οποία εργαζόταν σε κράτος μέλος και κατέβαλλε εισφορές σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Ο B εργαζόταν στις Κοινότητες κατά το χρονικό διάστημα αυτό. Τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχει αποκτήσει ο A μεταφέρονται στο κοινοτικό σύστημα. Από τον μισθό του B ως κοινοτικού υπαλλήλου κρατούνται συνταξιοδοτικές εισφορές επί 15 έτη και τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αυτός ή αυτή έχει αποκτήσει έχουν αποκτηθεί βάσει του κοινοτικού συστήματος. Ας υποθέσουμε ακολούθως ότι και οι δύο θα συνταξιοδοτηθούν από τις Κοινότητες με τον ίδιο βαθμό και το ίδιο κλιμάκιο, σε ηλικία 60 ετών, έχοντας πραγματοποιήσει όμοια σταδιοδρομία, και ότι από τους μισθούς τους έγιναν οι ίδιες κρατήσεις κατά τα 20 έτη που μεσολάβησαν.
26. Σε ποιο βαθμό είναι παρεμφερείς αυτές οι δύο περιπτώσεις; Σε ποιο βαθμό και για ποιο λόγο οι διαφορές μεταξύ των εισφορών του A και του B κατά τα πρώτα 15 έτη επιβάλλουν ή δικαιολογούν διαφορετική μεταχείριση;
27. Προκειμένου να απαντηθούν οι ερωτήσεις αυτές, πρέπει να εξετασθεί το είδος των αντίστοιχων εισφορών και η σχέση τους με τις κοινοτικές συντάξεις που θα λάβουν ο A και ο B.
28. Το συνταξιοδοτικό σύστημα του ΚΥΚ βασίζεται κατ’ ουσίαν στη δέσμευση των Κοινοτήτων, και εντέλει των κρατών μελών (13), να καταβάλλουν στους συνταξιούχους υπαλλήλους ποσοστό του τελευταίου μισθού τους σε αναγνώριση των υπηρεσιών τους στις Κοινότητες. Το ποσοστό αυτό εξαρτάται αποκλειστικά από τη διάρκεια του χρόνου υπηρεσίας. Γενικά, η σύνταξη μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη αναγνωρίσεως και ανταμοιβής, αφενός, της σταδιοδρομίας του υπαλλήλου στην υπηρεσία των Κοινοτήτων (έκφραση της οποίας αποτελεί ο τελευταίος μισθός) και, αφετέρου, της διάρκειας της υπηρεσίας τους στις Κοινότητες (έκφραση της οποίας αποτελεί ο χρόνος υπηρεσίας). Ο υπάλληλος συμβάλλει, παράλληλα, οικονομικά με τη μορφή κρατήσεων από τον μισθό. Οι κρατήσεις αυτές θεωρούνται ότι συνιστούν μερική ανάληψη του κόστους του συνταξιοδοτικού συστήματος (14). Ωστόσο, το ποσοστό του τελευταίου μισθού κάθε υπαλλήλου που θα καταβάλλεται ως σύνταξη καθορίζεται από τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο καταβάλλονταν εισφορές και όχι από το ποσό των εισφορών.
29. Η δυνατότητα μεταφοράς στο κοινοτικό σύστημα συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί προγενέστερα εκτός Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκφεύγει του πλαισίου αυτού. Είναι προαιρετική και όχι υποχρεωτική (15). Αν γίνει χρήση του δικαιώματος αυτού, η (μελλοντική και ενδεχόμενη) υποχρέωση ενός ή πλειόνων εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων έναντι ενός συγκεκριμένου ατόμου εκχωρείται στον νέο εργοδότη του/της, τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, οι οποίες και την αποδέχονται. Αυτή η εκχώρηση υποχρεώσεως υλοποιείται με τη μεταφορά στον κοινοτικό προϋπολογισμό ενός κεφαλαίου, η οποία θεωρείται, επίσης, μερική ανάληψη του κόστους του συνταξιοδοτικού συστήματος. Ο υπολογισμός του ποσού αυτού εναπόκειται στα εθνικά συστήματα. Ούτε ρυθμίζεται από τον ΚΥΚ ή τις εκτελεστικές διατάξεις του ούτε ελέγχεται από τα κοινοτικά όργανα. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, πάντως, αυτό είναι το ποσό που πρέπει να μετατραπεί σε πρόσθετο συντάξιμο χρόνο αναλόγως του βαθμού με τον οποίο μονιμοποιήθηκε ο υπάλληλος κατά τη μονιμοποίησή του.
30. Συνεπώς, η βάση υπολογισμού της τελικής συντάξεως των δύο υπαλλήλων του παραδείγματος, του A και του B, θα είναι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο τελευταίος μισθός τους. Αμφότεροι θα λάβουν το 40 % του μισθού αυτού για τα 20 έτη υπηρεσίας τους στις Κοινότητες, μεταξύ των ηλικιών τους των 40 και 60 ετών. Καθόσον οι περιπτώσεις τους είναι πανομοιότυπες και καθόσον αυτοί τυγχάνουν της αυτής μεταχειρίσεως, δεν υφίσταται ζήτημα διακρίσεως.
31. Εντούτοις, υφίσταται διαφορετική μεταχείριση όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα που απορρέουν από την εργασία τους κατά το διάστημα που η ηλικία τους ήταν από 25 έως 40 ετών. Ο υπάλληλος B θα λάβει επιπλέον ποσοστό 30 % του τελευταίου μισθού του για τα πρώτα 15 έτη υπηρεσίας του ή της στις Κοινότητες, ανεξαρτήτως του ποσού των κρατήσεων από τον μισθό του κατά το χρονικό διάστημα αυτό. Ο υπάλληλος Α, αντιστοίχως, θα λάβει (κατά πάσα πιθανότητα) διαφορετικό ποσοστό βάσει του ύψους του κεφαλαίου που μεταφέρθηκε στο κοινοτικό σύστημα και το οποίο αντιστοιχεί στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αποκτήθηκαν εκτός Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και απηχεί το ύψος των εισφορών που καταβλήθηκαν προς τούτο.
32. Ποια από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των δύο περιπτώσεων είναι πρόσφορα για τον υπολογισμό του υπό κρίση ποσοστού; Είναι παρεμφερή τα χαρακτηριστικά αυτά;
33. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, τα μόνα πρόσφορα κριτήρια στην περίπτωση του Α είναι το ποσό που μεταφέρθηκε και ο βαθμός με τον οποίο μονιμοποιήθηκε ο υπάλληλος. Στην περίπτωση του Β, το μόνο πρόσφορο κριτήριο, κατά το άρθρο 77 του ΚΥΚ, είναι ο χρόνος υπηρεσίας στις Κοινότητες. Φύσει, ένα χρηματικό ποσό και ένα χρονικό διάστημα δεν είναι συγκρίσιμα μεγέθη και δεν επιβάλλουν, ούτε καν καθιστούν δυνατή, την ίση μεταχείριση. Επίσης, η αναζήτηση άλλων, πιο συγκρίσιμων μεταξύ τους κριτηρίων, στα οποία θα μπορούσε να βασισθεί η ισότητα αυτή συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την απόρριψη των κριτηρίων που θέτει μια τουλάχιστον από τις δύο διατάξεις του ΚΥΚ, καμία από τις οποίες δεν είναι επίμαχη στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
34. Εν πάση περιπτώσει, οι δύο μόνες πτυχές του ζητήματος που ενδεχομένως επιδέχονται σύγκριση, στις οποίες άλλωστε παρέπεμψε η M.-L. Lindorfer –δηλαδή το χρονικό διάστημα κατά το οποίο καταβάλλονταν εισφορές και το ποσό που μεταφέρθηκε στον κοινοτικό προϋπολογισμό– δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, παρεμφερείς.
35. Τα 15 έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Α κατέβαλλε εισφορές σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα, δεν επιδέχονται σύγκριση, όσον αφορά την κοινοτική σύνταξη, με τα 15 έτη, κατά τα οποία ο Β κατέβαλλε εισφορές στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Στην περίπτωση του Β, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που θεμελιώθηκαν κατά την περίοδο εκείνη συνιστούν αναγνώριση εν μέρει των εισφορών που καταβλήθηκαν μέσω κρατήσεων από τον μισθό (χωρίς πάντως να εξαρτώνται από το ποσό που πραγματικά καταβλήθηκε), κυρίως, όμως, της υπηρεσίας του στις Κοινότητες. Στην περίπτωση του Α δεν υπάρχει υπηρεσία στις Κοινότητες, ενώ οι υπηρεσίες που αδιαμφισβήτητα παρείχε σε έναν ή περισσότερους εθνικούς εργοδότες δεν συνιστούν υπηρεσία στις Κοινότητες ούτε είναι δυνατό να μεταβιβασθούν σ’ αυτές.
36. Βάσει ανάλογης συλλογιστικής, ούτε οι εισφορές που αντιστοίχως κατέβαλαν επιδέχονται σύγκριση. Ως αντιπαροχή για τα πρόσθετα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του Α, οι Κοινότητες λαμβάνουν μόνο το ποσό που μεταφέρθηκε, το οποίο αντιστοιχεί στα εθνικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Ως αντιπαροχή για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του Β για τα πρώτα 15 έτη υπηρεσίας του, οι Κοινότητες απολαύουν όχι μόνο των κρατήσεων από τον μισθό του Β (που συνιστούν οικονομία ως προς τον προϋπολογισμό) αλλά, ιδίως, της δεκαπενταετούς υπηρεσίας του Β. Επομένως, τα δύο χρηματικά ποσά δεν αντιστοιχούν σε συγκρίσιμα μεγέθη.
37. Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι, ως προς την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η περίπτωση υπαλλήλου ο οποίος, κατά την πρόσληψή του στις Κοινότητες, μεταφέρει στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα κεφάλαιο που αντιστοιχεί στα κτηθέντα βάσει εθνικού συστήματος δικαιώματα δεν είναι παρεμφερής με την περίπτωση υπαλλήλου ο οποίος προσλήφθηκε στις Κοινότητες σε νεότερη ηλικία και συνεισέφερε στο κοινοτικό σύστημα τόσο μέσω της υπηρεσίας του στις Κοινότητες όσο και μέσω κρατήσεων από τον μισθό.
Διάκριση λόγω φύλου
38. Ο γενικός εισαγγελέας Jacobs εξέτασε το ζήτημα της διακρίσεως λόγω φύλου στα σημεία 41 έως 70 των προτάσεών του. Η συλλογιστική του, όπως την αντιλαμβάνομαι, είναι, κατ’ ουσίαν, η εξής:
– η θεμελιώδης αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, η οποία, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, εκφραζόταν ιδίως με το άρθρο 1α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, απαγορεύει οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου όσον αφορά τη μεταχείριση των κοινοτικών υπαλλήλων·
– μόνον εξαιρέσεις που προβλέπονται ρητώς από τον νομοθέτη επιτρέπονται κατά παρέκκλιση από αυτή τη θεμελιώδη αρχή (16)· οι εξαιρέσεις αυτές πρέπει να οριοθετούνται αυστηρά· δεν υφίσταται, πάντως, καμία εξαίρεση που να αφορά τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα·
– η αντικειμενική δικαιολόγηση διακρίσεως λόγω φύλου μπορεί να επιτραπεί μόνο στην περίπτωση έμμεσης διακρίσεως· εν προκειμένω, όμως, η επίμαχη διάκριση στηρίζεται άμεσα και αποκλειστικά στο φύλο·
– ακόμη και αν επιτρεπόταν δικαιολόγηση, το επιχείρημα που έγινε δεκτό από το Πρωτοδικείο –ότι η υγιής οικονομική διαχείριση του κοινοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος επιβάλλει να ληφθεί υπόψη η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών ως προς το μέσο προσδόκιμο ζωής– δεν μπορεί να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση μόνον ως προς τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων· η υγιής οικονομική διαχείριση μπορεί να διασφαλισθεί με την εφαρμογή ενός γενικού μέσου όρου για τα δύο φύλα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των αποκτουμένων βάσει του ίδιου του κοινοτικού συστήματος συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.
39. Συμφωνώ, κατ’ ουσίαν, με την ανάλυση αυτή και δεν υπάρχει λόγος να την αναπτύξω ή να διαφοροποιηθώ απ’ αυτήν. Κατά συνέπεια, θα περιορισθώ στη διατύπωση μικρού αριθμού σχολίων σχετικά με τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν κατά την καθ’ επανάληψη διαδικασία.
40. Καταρχάς, η Επιτροπή και το Συμβούλιο διαφωνούν με την κατ’ αυτούς εσφαλμένη επίκληση του άρθρου 141 ΕΚ εκ μέρους του γενικού εισαγγελέα Jacobs. Κατά την άποψή τους, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω. Ειδικότερα, το άρθρο 141 ΕΚ αφορά την αρχή της ισότητας της αμοιβής για όμοια εργασία. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η σύνταξη συνιστά μια μορφή ετεροχρονισμένης αμοιβής καθόσον καταβάλλεται δυνάμει προϋφισταμένης σχέσεως εργασίας μεταξύ του δικαιούχου και ενός πρώην εργοδότη. Εντούτοις, η αύξηση συντάξεως την οποία θα δικαιούται η M.-L. Lindorfer συνεπεία της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων της στο κοινοτικό σύστημα δεν θα καταβάλλεται γι’ αυτόν τον λόγο. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ετεροχρονισμένη αμοιβή. Η M.-L. Lindorfer εμμένει ως προς τη σπουδαιότητα και εφαρμογή του άρθρου 141 ΕΚ στην περίπτωση της μεταφοράς δικαιωμάτων στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
41. Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της εργασίας της M.-L. Lindorfer στην Αυστρία και της αυξήσεως της κοινοτικής συντάξεως που θα δικαιούται κατά τη συνταξιοδότησή της, τείνω να δεχθώ την άποψη των κοινοτικών οργάνων. Κατ’ ουσίαν, τα συνταξιοδοτικά της δικαιώματα στην Αυστρία μπορούν να θεωρηθούν ως ετεροχρονισμένη αμοιβή μέχρι να μετατραπούν σε κεφάλαιο και να μεταφερθούν στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Από τούδε και στο εξής, δεν υφίσταται πλέον ετεροχρονισμέμη αμοιβή στην Αυστρία, ενώ το κεφάλαιο που μεταφέρθηκε δεν συνδέεται με οποιαδήποτε αμοιβή την οποία δικαιούται από τις Κοινότητες η αναιρεσείουσα.
42. Φρονώ, πάντως, ότι ο γενικός εισαγγελέας Jacobs, για να καταλήξει στην πρότασή του, ούτε στηρίχθηκε ειδικά στο άρθρο 141 ΕΚ και στο ότι οι συντάξεις συνιστούν μια μορφή ετεροχρονισμένης αμοιβής ούτε και χρειαζόταν να πράξει κάτι τέτοιο. Στα σημεία 41 έως 44 των προτάσεών του, επεσήμανε καταρχάς την επίκληση του άρθρου αυτού από την M.-L. Lindorfer και τους λόγους της επικλήσεως αυτής. Ακολούθως, παρέθεσε τη γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως –έκφραση της οποίας αποτελεί το άρθρο 141 ΕΚ– και αναφέρθηκε στην εφαρμογή της γενικά στο κοινοτικό υπαλληλικό δίκαιο και ειδικά στη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Τέλος, επεσήμανε τη σαφή απαίτηση του άρθρου 1α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ περί ίσης μεταχειρίσεως χωρίς αναφορά στο φύλο. Ακολούθως, η ανάλυσή του βάσισθηκε εξ ολοκλήρου στη γενική αρχή όπως εφαρμόζεται εν προκειμένω, με μία μόνο νύξη στο ζήτημα της εννοίας της συντάξεως ως ετεροχρονισμένης αμοιβής, στο σημείο 61.
43. Προσωπικά, φρονώ ότι η γενική αρχή και το άρθρο 1α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ δικαιολογούν τουλάχιστον επαρκώς την άποψη του γενικού εισαγγελέα Jacobs. Ο υπολογισμός πρόσθετου συντάξιμου χρόνου βάσει του κεφαλαίου που μεταφέρεται στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα διέπεται εξ ολοκλήρου από τον ΚΥΚ. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ο ΚΥΚ απαιτούσε ρητώς ίση μεταχείριση χωρίς αναφορά στο φύλο. Φρονώ ότι η επίμονη αναφορά της M.-L. Lindorfer στο άρθρο 141 ΕΚ δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε λυσιτελής.
44. Δεύτερον, η Επιτροπή βάλλει κατά του ότι ο γενικός εισαγγελέας Jacobs περιόρισε την ανάλυσή του στην ειδική περίπτωση του ΚΥΚ και του κοινοτικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Κατά την Επιτροπή, αν η χρήση διαφορετικών αναλόγως του φύλου ασφαλιστικών ισοδυνάμων έπρεπε να απαγορεύεται στην περίπτωση αυτή, τότε θα έπρεπε να συμβαίνει το ίδιο και σε άλλους τομείς, όπως σ’ αυτόν της ασφαλίσεως ζωής.
45. Φρονώ ότι οι αμφιβολίες αυτές δεν ασκούν επιρροή στην απόφαση που θα εκδοθεί κατ’ αναίρεση στην υπό κρίση υπόθεση.
46. Δεν υποστηρίζω ότι ο κοινοτικός νομοθέτης ουδέποτε έχει το δικαίωμα να προβλέψει δικαιολογημένες παρεκκλίσεις από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως το να επιτρέψει τη χρήση διαφοροποιημένων πινάκων ασφαλιστικών ισοδυνάμων. Αυτό το έπραξε, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών συστημάτων με καθορισμένες παροχές, τα οποία χρηματοδοτούνται με κεφαλαιοποίηση (17). Κατά πάσα πιθανότητα, μπορεί να πράξει το ίδιο και σε άλλους σχετικούς τομείς, όπως αυτός της ασφαλίσεως ζωής (18). Εν προκειμένω, δεν τίθεται ζήτημα αμφισβητήσεως μιας τέτοιας νομοθετικής παρεκκλίσεως (19). Τέτοια παρέκκλιση δεν υφίσταται στον ΚΥΚ. Κατά συνέπεια, η γενική αρχή, όπως ορίζεται ειδικά στο άρθρο 1α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, εφαρμόζεται σαφώς και αμέσως επί εκτελεστικών διατάξεων, όπως οι επίμαχες εν προκειμένω.
47. Τρίτον, φαίνεται ότι η άποψη του γενικού εισαγγελέα Jacobs ενισχύεται από την καθιέρωση, το 2004, κοινών για τα δύο φύλα πινάκων ασφαλιστικών ισοδυνάμων, βάσει των οποίων η μεταχείριση των μεταφορών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ευθυγραμμίζεται –όσον αφορά το κριτήριο του φύλου– μ’ αυτήν των αποκτούμενων βάσει του κοινοτικού συστήματος δικαιωμάτων.
48. Εάν πριν από το 2004 η διαφορά ως προς το προσδόκιμο ζωής μεταξύ ανδρών και γυναικών μπορεί να αποτελούσε αντικειμενικό παράγοντα ο οποίος δικαιολογούσε την ανατροπή του τεκμηρίου ομοιόμορφης μεταχειρίσεως, δεν είναι δυνατό η παραδοχή αυτή να έπαψε να είναι αληθής το 2004, εκτός και αν εξομοιώθηκε το μέσο προσδόκιμο ζωής μεταξύ ανδρών και γυναικών. Δεν υποστηρίζεται ότι συνέβη κάτι τέτοιο.
49. Δεν έχω πεισθεί επίσης από το επιχείρημα του Συμβουλίου και της Επιτροπής ότι η καθιέρωση κοινών για τα δύο φύλα ισοδυνάμων προκειμένου να προαχθεί η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών υπαλλήλων αποτέλεσε νομοθετική επιλογή που απορρέει από επιταγή περισσότερο ηθική παρά νομική και δεν συνεπάγεται ότι ενείχαν διάκριση οι προγενέστεροι πίνακες ασφαλιστικών ισοδυνάμων που διαφοροποιούνταν αναλόγως του φύλου.
50. Εφόσον οι υπάλληλοι «δικαιούνται ίσης μεταχειρίσεως χωρίς άμεση ή έμμεση αναφορά […] στο φύλο» (20), οτιδήποτε εκτός της ίσης μεταχειρίσεως δεν είναι προσήκον. Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ομοιόμορφα ισοδύναμα που διασφαλίζουν πλήρως την ίση μεταχείριση αποδεικνύει αδιαμφισβήτητα ότι οι προγενέστερες διατάξεις δεν τηρούσαν πράγματι το προπαρατεθέν δικαίωμα.
Η διάκριση λόγω ηλικίας, υπό το πρίσμα της αποφάσεως Mangold
51. Η ανάλυση του ζητήματος των διακρίσεων λόγω ηλικίας στην οποία προέβη ο γενικός εισαγγελέας Jacobs διαρθρώνεται γύρω από τρεις βασικούς άξονες (21). Ο γενικός εισαγγελέας υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι:
– ορισμένοι συντελεστές για τους οποίους το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δικαιολογούν διαφορετική μεταχείριση της μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων αναλόγως της ηλικίας του ενδιαφερομένου υπαλλήλου δεν ήταν λυσιτελείς ως προς τη μεταχείριση αυτή· άλλοι συντελεστές δεν δικαιολογούσαν διαφορά μεταχειρίσεως μόνον ως προς τη μεταφορά ενώ δεν υφίστατο διαφορά ως προς τα αποκτούμενα βάσει του κοινοτικού συστήματος συνταξιοδοτικά δικαιώματα·
– πάντως, δεν αποδείχθηκε επαρκώς ότι μια διαφορά μεταχειρίσεως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι το κεφάλαιο που μεταφέρθηκε στον κοινοτικό προϋπολογισμό μπορεί να θεωρηθεί ότι καταλείπεται στη διάθεση του προϋπολογισμού μέχρι να συνταξιοδοτηθεί ο υπάλληλος, επομένως για διαφορετικό χρονικό διάστημα αναλόγως της ηλικίας κάθε υπαλλήλου κατά τον χρόνο της μεταφοράς·
– επίσης, η απαγόρευση διακρίσεων λόγω ηλικίας θα έπρεπε, τόσο λόγω της φύσεώς της όσο και της ιστορικής εξελίξεώς της, να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται κατά τρόπο λιγότερο αυστηρό απ’ ό,τι η απαγόρευση διακρίσεων λόγω φύλου.
52. Με τον τρόπο που έθεσε το ζήτημα, το Δικαστήριο προκάλεσε αντιπαράθεση ιδίως γύρω από τον τελευταίο από τους τρεις άξονες προβληματισμού. Στην απόφαση Mangold, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η «αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας πρέπει […] να θεωρηθεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου», η οποία απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις και τις διεθνείς πράξεις. Η θέση αυτή μπορεί να έχει την έννοια ότι η αρχή είναι περισσότερο παλαιά και βαθύτερα εδραιωμένη απ’ ό,τι θεώρησε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs. Αν τούτο ισχύει, θα έπρεπε ίσως να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται με την ίδια αυστηρότητα όπως και η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου.
53. Δεν είμαι, εντούτοις, πεπεισμένη ότι η απόφαση Mangold ασκεί ουσιωδώς επιρροή στην ανάλυση της υπό κρίση υποθέσεως.
54. Στις προτάσεις του στην υπόθεση εκείνη, ο γενικός εισαγγελέας Tizzano εξέτασε τα ζητήματα που είχε θέσει το αιτούν δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 2000/78 υπενθυμίζοντας ότι «πριν ακόμη από τη θέσπιση της [οδηγίας αυτής] και των ειδικών διατάξεων που περιέχονται σ’ αυτήν, το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη μιας γενικής αρχής ισότητας η οποία δεσμεύει τα κράτη μέλη “όταν εφαρμόζουν κοινοτικές ρυθμίσεις” και την οποία μπορεί συνεπώς να χρησιμοποιήσει το Δικαστήριο για να εκτιμήσει τις εθνικές ρυθμίσεις που “εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου”» (22). Ο γενικός εισαγγελέας Tizzano επεσήμανε ότι οι κανόνες που απορρέουν από τη γενική αρχή της ισότητας (23) και ο ειδικός κανόνας της οδηγίας «συμπίπτουν κατ’ ουσίαν» και θεώρησε ότι «η χρησιμοποίηση της αρχής της ισότητας –την οποία ανέφερε, έστω και παρεμπιπτόντως, και το αιτούν δικαστήριο– είναι ίσως προτιμητέα, καθόσον, ακριβώς ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου που συνεπάγεται συγκεκριμένη και μη εξαρτώμενη από προϋποθέσεις υποχρέωση, παράγει τα αποτελέσματά της ως προς όλους τους συμβαλλομένους και, αντίθετα προς την οδηγία, την αρχή αυτή θα μπορούσε συνεπώς να την επικαλεσθεί άμεσα και ο W. Mangold κατά του δικηγόρου R. Helm και, έτσι, θα μπορούσε να την εφαρμόσει το [αιτούν δικαστήριο] στο πλαίσιο της κύριας δίκης» (24).
55. Στην απόφασή του, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η αρχή που διέπει την απαγόρευση των μορφών διακρίσεως τις οποίες αναφέρει το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78 απορρέει από διάφορες διεθνείς πράξεις και από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών (25). Η επισήμανση αυτή παραπέμπει οπωσδήποτε στη γενική αρχή ισότητας. Η ειδική απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας είναι, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, πολύ πρόσφατη και ελάχιστα ομοιόμορφη για να πληροί τα κριτήρια της ανωτέρω περιγραφής (26). Εντούτοις, το δικαίωμα της ισότητας ενώπιον του νόμου, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως η απώτερη πηγή, είναι θεμελιώδες στα δικαιικά συστήματα των κρατών μελών (27).
56. Είναι, συνεπώς, λογικό η σκέψη 74 της αποφάσεως και το προοίμιο της οδηγίας 2000/78 να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, όπως και οι άλλες απαγορεύσεις διακρίσεων για ειδικούς λόγους, συνιστά «ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας […] η οποία περιλαμβάνεται στις βάσεις της Κοινότητας» (28).
57. Βεβαίως, στις σκέψεις 74 έως 78 της αποφάσεως εκείνης, εναλλάσσονται οι αναφορές στη γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας. Καθόσον μπορεί να θεωρηθεί ότι η σκέψη 75 προσδιόρισε μια μη αναγνωρισμένη μέχρι τότε θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου («απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας»), στη θεωρία εκφράσθηκαν επιφυλάξεις (29). Πάντως, το ζήτημα αυτό και οι συνέπειές του μπορεί να τύχουν περαιτέρω αναλύσεως στην υπόθεση Palacios de la Villa (30), όπου τα κράτη μέλη είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν παρατηρήσεις.
58. Επί του παρόντος, θεωρώ ότι είναι προτιμότερο να ερμηνευθεί η απόφαση Mangold υπό την έννοια ότι μ’ αυτήν δεν αναγνωρίζεται ότι στο κοινοτικό δίκαιο υφίσταται μια προϋπάρχουσα ειδική αρχή απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας αλλά ότι η γενική αρχή της ισότητας απαγόρευε ανέκαθεν τις διακρίσεις αυτές και ότι η οδηγία 2000/78 καθιέρωσε ειδικό αναλυτικό πλαίσιο που καθιστά δυνατή την αντιμετώπιση αυτών (και ορισμένων άλλων ειδικών μορφών) διακρίσεων. Η ερμηνεία αυτή φαίνεται να ενισχύεται από τη σκέψη 76 της αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία «η τήρηση της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, ειδικότερα ως προς την ηλικία, δεν μπορεί, αυτή καθαυτή, να εξαρτάται από τη λήξη της προθεσμίας που παρέχεται στα κράτη μέλη για να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο μια οδηγία αποσκοπούσα στη δημιουργία ενός γενικού πλαισίου καταπολέμησης των διακρίσεων λόγω ηλικίας».
59. Εν πάση περιπτώσει, και οι απαγορεύσεις ειδικών μορφών διακρίσεως υπάγονται σαφώς στον γενικό κανόνα ότι παρεμφερείς καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο και διαφορετικές καταστάσεις καθ’ όμοιο, εκτός αν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς.
60. Κατά ποιο τρόπο μεταβάλλεται η ανάλυση όταν μια υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα ειδικής απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας και όχι της γενικής αρχής της ισότητας;
61. Η πρώτη διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι στην περίπτωση του γενικού κανόνα απαιτείται πρώτα να καθορισθούν τα –κοινά ή όχι– χαρακτηριστικά γνωρίσματα που ασκούν επιρροή στην υπό κρίση επιλογή μεταχειρίσεως, ενώ ο ειδικός κανόνας προκαθορίζει ότι ένα ορισμένο χαρακτηριστικό γνώρισμα (εν προκειμένω η ηλικία) δεν ασκεί, καταρχήν, επιρροή.
62. Μια άλλη διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι όλες οι ειδικές απαγορεύσεις διευκρινίζονται και ρυθμίζονται, σε διαφορετικό βαθμό, με διατάξεις της Συνθήκης και/ή του παράγωγου δικαίου, έτσι ώστε να είναι δυνατό να διαμορφωθούν κανόνες όσον αφορά, επί παραδείγματι, ορισμένες συμπεριφορές (όπως η θετική δράση) που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως, ορισμένες περιπτώσεις δικαιολογήσεως που ενδέχεται να επιτραπούν και, τέλος, όσον αφορά το βάρος αποδείξεως στην περίπτωση κατά την οποία προβάλλεται δικαιολόγηση. Όταν εφαρμόζεται αποκλειστικά η γενική αρχή, υπάρχει, βεβαίως, δυνατότητα αντικειμενικής δικαιολογήσεως αλλά δεν υπάρχουν σχετικοί ειδικοί κανόνες, εκτός από τις κατευθυντήριες γραμμές που ενδέχεται να παρέχει η νομολογία του Δικαστηρίου.
63. Ποια συμπεράσματα αντλούνται από τα προεκτεθέντα όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο το Πρωτοδικείο εξέτασε τους ισχυρισμούς της M.-L. Lindorfer περί διακρίσεως λόγω ηλικίας;
64. Πρώτον, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε μια σειρά δικαιολογιών της διαφοράς μεταχειρίσεως εξαιτίας της χρήσεως ασφαλιστικών ισοδυνάμων, εμμέσως δέχθηκε ότι απαιτούνταν δικαιολόγηση και, επομένως, ότι το κριτήριο της ηλικίας δεν ήταν καθεαυτό πρόσφορο για τον υπολογισμό του πρόσθετου συντάξιμου χρόνου της M.-L. Lindorfer. Η προσέγγιση αυτή ήταν ορθή ανεξαρτήτως του αν υφίστατο ειδική απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας ή γενική απαγόρευση των διακρίσεων. Συνεπώς, δεν ασκεί επιρροή ως προς αυτό το αν η απόφαση Mangold ερμηνεύεται ως εφαρμογή της γενικής αρχής της ισότητας ή ως θέτουσα ειδική απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας.
65. Δεύτερον, είναι σαφές ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στην υπόθεση της M.-L. Lindorfer (31), δεν ήταν σε ισχύ, είτε στον ΚΥΚ είτε οπουδήποτε αλλού, κοινοτικές διατάξεις περί της ειδικής απαγορεύσεως διακρίσεων λόγω ηλικίας. Το άρθρο 13 ΕΚ δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα αλλά απλώς εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να αναλάβει δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων αυτής της μορφής, ενώ καμία τέτοια δράση δεν είχε αναληφθεί μέχρι τρεις περίπου εβδομάδες μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όταν εκδόθηκε η οδηγία 2000/78. Η ειδική απαγόρευση προστέθηκε στον ΚΥΚ μόλις το 2004.
66. Κατά συνέπεια, όσον αφορά την εξέταση της δικαιολογήσεως της διαφοράς μεταχειρίσεως η οποία απορρέει από την εφαρμογή στην περίπτωση της M.-L. Lindorfer ασφαλιστικών ισοδυνάμων που διαφέρουν αναλόγως της ηλικίας, το Πρωτοδικείο δεν όφειλε να εξετάσει ειδικά κριτήρια, όπως αυτά του άρθρου 6 της οδηγίας 2000/78 ή του νυν άρθρου 1δ, παράγραφος 6, του ΚΥΚ (32). Ακόμη και αν όφειλε να πράξει τούτο, δεν νομίζω ότι είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι οι δικαιολογίες τις οποίες δέχθηκε αντιβαίνουν στα κριτήρια των διατάξεων αυτών, οι οποίες έχουν διατυπωθεί με όρους ευρείς και ελαστικούς.
67. Ανεξαρτήτως αυτού και όσων ακολουθήσουν περί της αντιμετωπίσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας στο κοινοτικό δίκαιο, συμφωνώ συνολικά με τις γενικές κρίσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στα σημεία 83 επ. των προτάσεών του. Θεωρεί, κατ’ ουσίαν, ότι η εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας με τρόπο εξίσου αυστηρό με την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου δεν είναι πρόσφορη –ούτε καν εφικτή. Πάντως, ακόμη και επ’ αυτής της βάσεως, ο γενικός εισαγγελέας διαφώνησε ως προς την αποδοχή τριών εκ των τεσσάρων δικαιολογιών που δέχθηκε το Πρωτοδικείο. Θα περιορισθώ σε μερικά σύντομα σχόλια ως προς το ζήτημα αυτό.
68. Ο γενικός εισαγγελέας Jacobs προσδιόρισε τις δικαιολογίες τις οποίες δέχθηκε το Πρωτοδικείο ως εξής (33): i) το πιθανό χρονικό διάστημα κατά το οποίο το κεφάλαιο που μεταφέρθηκε θα εμφανίζεται στον κοινοτικό προϋπολογισμό, ii) η αναμενόμενη εξέλιξη της σταδιοδρομίας του υπαλλήλου, iii) η πιθανότητα να του καταβληθούν οι οικείες παροχές και iv) η πιθανή διάρκεια καταβολής των παροχών αυτών.
69. Όσον αφορά το σημείο i, ο γενικός εισαγγελέας δεν δέχθηκε πλήρως τη δικαιολογία (34) αλλά θεώρησε ότι εναπόκειτο στην M.-L. Lindorfer να αποδείξει το αλυσιτελές του επιχειρήματος. Όπως επεσήμανε στο σημείο 82 των προτάσεών του: «Μολονότι είναι, ενδεχομένως, δυνατό να αμφισβητηθεί η ορθότητα της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου ως προς αυτόν τον υπολογισμό μέσω λεπτομερέστερης δημοσιονομικής αναλύσεως, δεν νομίζω να μπορεί να λεχθεί ότι η M.-L. Lindorfer έπραξε κάτι τέτοιο». Συμμερίζομαι την άποψη αυτή και φρονώ ότι η M.-L. Lindorfer ούτε προέβαλε συμπληρωματικούς ισχυρισμούς ούτε προσκόμισε συμπληρωματικά στοιχεία κατά την κατ’ επανάληψη διαδικασία.
70. Όσον αφορά το σημείο (ii), συμφωνώ απολύτως με την ανάλυση στην οποία προέβη ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στο σημείο 79 των προτάσεών του. Θα προσέθετα ότι, στην πράξη, σε κάθε μια από τις κατηγορίες του ΚΥΚ προ του 2004, οι σταδιοδρομίες των περισσοτέρων υπαλλήλων έτειναν να ολοκληρώνονται στον ίδιο βαθμό, ενώ οι όποιες διαφορές οφείλονταν σε άλλους παράγοντες και όχι στην ηλικία κατά την πρόσληψη.
71. Όσον αφορά το σημείο (iii), συμφωνώ επίσης με την ανάλυση στην οποία προέβη ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στο σημείο 78 των προτάσεών του. Ακόμη και αν το μέσο προσδόκιμο ζωής μιας ομάδας νεοτέρων ατόμων είναι χαμηλότερο αυτού μιας ομάδας πιο ηλικιωμένων ατόμων (διότι κάποιοι θα αποβιώσουν πριν να φθάσουν στην ηλικία των μελών της ομάδας των πιο ηλικιωμένων), τούτο ισχύει τόσο προκειμένου περί των υπαλλήλων που ήδη υπηρετούν στις Κοινότητες όσο και προκειμένου περί αυτών που προσλαμβάνονται σ’ αυτές. Δεν υφίσταται διαφορά μεταχειρίσεως ως προς τους ήδη υπηρετούντες υπαλλήλους (τα έτη υπηρεσίας δεν αντιστοιχούν σε προοδευτικά χαμηλότερο ποσοστό του τελευταίου μισθού καθώς αυξάνεται η ηλικία του υπαλλήλου). Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει κάποια εξήγηση για τους λόγους που, υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλουν διάκριση αναλόγως της ηλικίας όσον αφορά τις μεταφορές προς το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα.
72. Τέλος, φρονώ ότι ίσως το Πρωτοδικείο προέβαλε το σημείο (iv) σε σχέση μόνο με τη διαφορά μεταχειρίσεως λόγω φύλου. Εν πάση περιπτώσει, το στοιχείο αυτό δεν σχετίζεται κατά κανένα τρόπο με την ηλικία του υπαλλήλου κατά την πρόσληψη. Παρά την, αναφερθείσα στο προηγούμενο σημείο, διαφορά ως προς το μέσο προσδόκιμο ζωής μεταξύ ομάδων αποτελούμενων από νεότερα άτομα και ομάδων αποτελούμενων από πιο ηλικιωμένα άτομα, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα καταβάλλεται σύνταξη εξαρτάται μόνο από το προσδόκιμο ζωής σε μια δεδομένη ηλικία συνταξιοδοτήσεως, χρονικό σημείο κατά το οποίο οι διαφορές ως προς το προσδόκιμο ζωής κατά τον χρόνο προσλήψεως θα έχουν κατ’ ανάγκη εξαλειφθεί.
Πιθανή δικαιολόγηση μέσω της «αρχής της κεφαλαιοποιήσεως»
73. Όπως προανέφερα, τα ζητήματα που τέθηκαν υπόψη των διαδίκων διατυπώθηκαν στη γαλλική, η δε συζήτηση περί αυτών διεξήχθη, βεβαίως, στη γαλλική, η οποία ήταν, εν προκειμένω, η γλώσσα διαδικασίας.
74. Οι συνήθεις σημασίες του όρου «κεφαλαιοποίηση» [capitalisation] στη γαλλική είναι i) μετατροπή τόκων ή κερδών σε κεφάλαιο, ii) καθορισμός της αξίας ενός κεφαλαίου αναλόγως του παραγομένου εισοδήματος ή iii) συσσώρευση κεφαλαίου (35).
75. Πάντως, ο όρος έχει μια ειδική σημασία στον τομέα των συντάξεων, βάσει της οποίας αντιπαρατίθενται συστήματα χρηματοδοτούμενα με κεφαλαιοποίηση [«les régimes par capitalisation»] (funded schemes στην αγγλική) και συστήματα βασιζόμενα στην αρχή της κατανομής [«les régimes par répartition»] (unfunded ή «pay-as-you-go» schemes στην αγγλική).
76. Στην πρώτη περίπτωση, καταβάλλονται εισφορές, από τον μελλοντικό δικαιούχο ή για λογαριασμό του, σε ένα κεφάλαιο το οποίο συνήθως επενδύεται προκειμένου να αποδώσει στο μέλλον επαρκή έσοδα για τη χρηματοδότηση των μελλοντικών συντάξεων. Κάθε επαγγελματικά ενεργός γενιά αναλαμβάνει κατ’ ουσίαν τη χρηματοδότηση των συντάξεών της. Εν κατακλείδι, είναι δυνατό να προσδιορισθεί, σε δεδομένη χρονική στιγμή, ότι ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο αντιστοιχεί στα δικαιώματα ενός ορισμένου ατόμου που καταβάλλει εισφορές.
77. Αντιθέτως, στη δεύτερη περίπτωση συστήματος, οι εισφορές που καταβάλλονται από τους επαγγελματικά ενεργούς συμμετέχοντες ή για λογαριασμό τους χρησιμεύουν στη χρηματοδότηση των συντάξεων αυτών που έχουν πλέον συνταξιοδοτηθεί. Κατ’ ουσίαν, κάθε γενιά πληρώνει για τις συντάξεις της προηγούμενης (το σύστημα βασίζεται επομένως στην αλληλεγγύη), ενώ δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ κεφαλαίου και μελλοντικών δικαιωμάτων αυτών που καταβάλλουν επί του παρόντος εισφορές.
78. Μεταξύ αυτών των δύο συνταξιοδοτικών συστημάτων, το κοινοτικό σύστημα βρίσκεται σαφώς εγγύτερα του δευτέρου ως προς τη βασική δομή του, η οποία συνίσταται στην παροχή συντάξεων βάσει της υπηρεσίας στις Κοινότητες. Οι εν ενεργεία υπάλληλοι καταλείπουν ένα μέρος του μισθού τους, σε συνάρτηση με το κόστος της παροχής συντάξεων στους συνταξιοδοτηθέντες υπαλλήλους. Όσον αφορά τις μεταφορές προς το σύστημα, όμως, το κοινοτικό σύστημα δεν εμφανίζει ιδιαίτερη ομοιότητα με κανένα από τα δύο είδη συνταξιοδοτικού συστήματος. Απλώς υφίσταται άπαξ καταβολή ποσού, δεν υφίσταται όμως κεφάλαιο.
79. Οι μεταφορές αυτές μπορεί να προέρχονται από συστήματα χρηματοδοτούμενα με κεφαλαιοποίηση [régimes par capitalisation] ή διανεμητικά συστήματα [«pay-as-you-go» schemes] χαρακτηριστικό των οποίων είναι η αλληλεγγύη (36). Στην πρώτη περίπτωση, το προς μεταφορά ποσό θα μπορούσε να προσδιορισθεί εντός του αρχικού κεφαλαίου· στη δεύτερη περίπτωση, πρέπει να καθορισθεί με «κεφαλαιοποίηση» (ο όρος χρησιμοποιείται εν προκειμένω με τη λιγότερο εξειδικευμένη έννοια της μετατροπής σε κεφάλαιο) των κτηθέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του προσώπου.
80. Το ζήτημα που τέθηκε από το Δικαστήριο αφορά το αν η «αρχή της κεφαλαιοποιήσεως» μπορεί, σε ορισμένο βαθμό, να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση λόγω φύλου ή ηλικίας όσον αφορά τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων από εθνικό σύστημα στο κοινοτικό, το οποίο βασίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης.
81. Φρονώ ότι μια τέτοια δικαιολόγηση δεν είναι δυνατή, ανεξαρτήτως της έννοιας του όρου «κεφαλαιοποίηση» της οποίας γίνεται χρήση.
82. Υπό το πρίσμα του κοινοτικού συστήματος, δεν ασκεί επιρροή το αν το εθνικό σύστημα από το οποίο πραγματοποιείται η μεταφορά είναι χρηματοδοτούμενο με κεφαλαιοποίηση ή διανεμητικό [«pay-as-you-go»] – είτε είναι ήδη δυνατό να προσδιορισθεί ότι το μεταφερόμενο ποσό «ανήκει» στον υπάλληλο είτε πρέπει να «κεφαλαιοποιηθεί» από το εθνικό σύστημα βάσει των εισφορών του υπαλλήλου κατά το παρελθόν ή βάσει των μελλοντικών του δικαιωμάτων. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις καταβάλλεται ένα χρηματικό ποσό στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Ο τρόπος καταβολής είναι πέραν του ελέγχου των κοινοτικών οργάνων ή της εξετάσεως από αυτά. Το ζήτημα είναι πώς αντιμετωπίζεται το ποσό αυτό στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος.
83. Συναφώς, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να τηρηθεί, αντιμετωπίζοντας παρεμφερείς περιπτώσεις καθ’ όμοιο τρόπο και διαφορετικές περιπτώσεις αναλόγως των μεταξύ τους διαφορών. Η μεταφορά ομοίων ποσών συνεπάγεται την καταρχήν αντιμετώπισή τους με όμοιο τρόπο.
84. Το γεγονός ότι η μεταφορά πραγματοποιείται με τη μορφή κεφαλαίου (αντίθετα προς την ανάληψη μελλοντικής, ενδεχόμενης, διαρκούς υποχρεώσεως –αυτό δηλαδή στο οποίο πρέπει να μετατραπεί το κεφάλαιο στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος) δεν μπορεί να δικαιολογήσει οποιαδήποτε διαφορά μεταχειρίσεως λόγω φύλου ή ηλικίας. Η διαφορά μεταξύ αυτού του κεφαλαίου και αυτής της αναλήψεως υποχρεώσεως δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου ή ηλικίας.
85. Κατά τη γνώμη μου, ούτε οι ενδεχόμενες διαφορές μεταχειρίσεως λόγω φύλου ή ηλικίας κατά τον προηγούμενο καθορισμό του μεταφερθέντος ποσού στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος –δηλαδή, κατά την κεφαλαιοποίηση– ασκούν επιρροή. Ακόμη κι αν ίσχυε τούτο, οποιαδήποτε διαφορά μεταχειρίσεως σε κοινοτικό επίπεδο θα έπρεπε να εξαρτάται από την κατά περίπτωση διόρθωση των διαφορών σε εθνικό επίπεδο. Τυχόν συστηματική διαφορά μεταχειρίσεως στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος αποκλειστικά λόγω φύλου ή ηλικίας δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί.
Διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως
86. Συνεπώς, όπως και ο γενικός εισαγγελέας Jacobs, φρονώ ότι η βαλλόμενη εκ των εκτελεστικών διατάξεων του Συμβουλίου είναι ανίσχυρη καθόσον εισάγει δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.
87. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου ισχυρίσθηκε ότι, εάν το Δικαστήριο αποφανθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, υφίσταται ο κίνδυνος όλες οι γυναίκες υπάλληλοι που μετέφεραν συνταξιοδοτικά δικαιώματα στο κοινοτικό σύστημα αλλά των οποίων τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα δεν έχουν ακόμη προσδιορισθεί να ζητήσουν ενδεχομένως επανεξέταση των περιπτώσεών τους. Για τον λόγο αυτό, ζήτησε από το Δικαστήριο να περιορίσει χρονικά τα σχετικά αποτελέσματα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, όπως, επί παραδείγματι, με την απόφαση Barber (37).
88. Εντούτοις, προϋπόθεση για να τεθεί ο περιορισμός αυτός αποτελεί η ύπαρξη κινδύνου σοβαρών οικονομικών επιπτώσεων –εν προκειμένω, στον κοινοτικό προϋπολογισμό– (38).
89. Καθόσον το Συμβούλιο δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο το οποίο να αποδεικνύει ότι πληρούται η προϋπόθεση αυτή, παρέλκει, κατά τη γνώμη μου, η περαιτέρω εξέταση του αιτήματος αυτού.
90. Εν πάση περιπτώσει, όπως επεσήμανε η Επιτροπή, οι προθεσμίες ασκήσεως προσφυγών βάσει του ΚΥΚ είναι αυστηρές, οπότε οι αποφάσεις που ελήφθησαν στο παρελθόν βάσει των προ του 2004 εκτελεστικών διατάξεων, οι οποίες ενείχαν διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών, δεν είναι δυνατό να προσβληθούν μετά τη λήξη των προθεσμιών αυτών (39).
Πρόταση
91. Κατόπιν της εξετάσεως των ζητημάτων που ετέθησαν κατά την επανάληψη της διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υπάρχει κανείς λόγος διαφωνίας με την πρόταση του γενικού εισαγγελέα Jacobs ο οποίος πρότεινε στο Δικαστήριο να κρίνει ως εξής:
– να αναιρέσει την απόφαση επί της υποθέσεως T-204/01, καθόσον απέρριψε την προσφυγή για τον λόγο ότι δεν υφίστατο απαγορευμένη διάκριση λόγω φύλου·
– να κηρύξει ανίσχυρο το άρθρο 10, παράγραφος 3, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως, οι οποίες θεσπίσθηκαν από το Συμβούλιο στις 13 Ιουλίου 1992, καθόσον προβλέπει τη χρήση ασφαλιστικών ισοδυνάμων τα οποία διαφέρουν αναλόγως του φύλου·
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 2000·
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Μαρτίου 2004, T-204/01, Lindorfer κατά Συμβουλίου (Συλλογή Υπ. Υπ. 2004, σ. I‑A‑83 και II-361).
3 – Βλ. σημεία 71 έως 93 των προτάσεων.
4 – C-144/04 (Συλλογή 2005, σ. I-9981). Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είχε υποβληθεί από εργατοδικείο, φαίνεται όμως ότι η υπόθεση εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Bundesverfassungsgeriecht (Ομοσποδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου), υπό συνθήκες οι οποίες δύνανται να οδηγήσουν το δικαστήριο αυτό να εξετάσει ενδελεχώς την απόφαση του Δικαστηρίου.
5 – Οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303, σ. 16).
6 – Σκέψεις 74 και 75.
7 – Δική μου απόδοση, ελαφρώς απλοποιημένη, του πρωτότυπου γαλλικού κειμένου.
8 – Θα εξετάσω κατωτέρω την έννοια του όρου αυτού – βλ. σημεία 73 επ.
9 – Βλ. σημείο 3 ανωτέρω και σημεία 94 έως 108 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs.
10 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1981, 137/80, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1981, σ. 2393, σκέψη 11).
11 – Βλ., ως εξαιρετικά πρόσφατο παράδειγμα, την απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑300/04, Eman και Sevinger, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 57 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
12 – Καθόσον ο ΚΥΚ τροποποιήθηκε τον Μάιο του 2004, διευκρινίζω ότι όλες οι υποθέσεις του παραδείγματος αυτού βασίζονται στην κατάσταση των πραγμάτων ως είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της M.-L. Lindorfer, δηλαδή πριν από την τροποποίηση του ΚΥΚ.
13 – Βλ. το άρθρο 83 του ΚΥΚ.
14 – Μολονότι η πραγματικότητα ως προς τον προϋπολογισμό είναι μάλλον περισσότερο ασαφής: βλ. σημεία 15 και 81, καθώς και την υποσημείωση 6, των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs.
15 – Βεβαίως, ένας «νεοεισελθών» στην υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορεί –και, αν είναι προνοητικός, πρέπει– να ζητήσει και να λάβει από το οικείο κοινοτικό όργανο υπολογισμό της αξίας των μελλοντικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του βάσει του κοινοτικού συστήματος, τα οποία αναμένεται να δημιουργηθούν, ανεξαρτήτως ποσού, από το κεφάλαιο που μπορεί να μεταφερθεί από το εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα βάσει των κτηθέντων στο πλαίσιο του συστήματος αυτού δικαιωμάτων. Ο υπάλληλος μπορεί εν συνεχεία να αποφασίσει είτε την παραμονή των κεκτημένων δικαιωμάτων αυτών στο εθνικό σύστημα είτε τη μεταφορά τους στο κοινοτικό σύστημα.
16 – Είναι, βεβαίως, δυνατό να προστεθεί ότι οι παρεκκλίσεις αυτού του είδους πρέπει να δικαιολογούνται από την επιδίωξη ενός άλλου θεμιτού (μολονότι εν μέρει μη σύμφωνου) σκοπού και να τελούν σε σχέση αναλογίας προς την επίτευξη του σκοπού αυτού.
17 – Άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο η΄, της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ, που παρατέθηκε στην υποσημείωση 3 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs· βλ. σημεία 8 έως 10 των προτάσεων αυτών. Η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται πλέον στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο η΄, της οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006 , για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 204, σ. 23).
18 – Φαίνεται μάλιστα ότι αυτό έχει συμβεί στην περίπτωση του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/113/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αυτών (ΕΕ 2004, L 373, σ. 37), μολονότι το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, δεν έχουν ακόμη οριοθετηθεί αντιστοίχως. Βλ. επίσης τη δέκατη όγδοη και τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη.
19 – Εάν και όποτε εγερθεί αμφισβήτηση ενός τέτοιου μέτρου θα εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν η παρέκκλιση είναι δικαιολογημένη, καθόσον επιδιώκει θεμιτό σκοπό και τελεί σε σχέση αναλογικότητας με την επίτευξη του σκοπού αυτού.
20 – Άρθρο 1α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ.
21 – Βλ. σημεία 71 έως 93 των προτάσεών του.
22 – Σημείο 83, όπου παρατίθεται μεταξύ άλλων η απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-442/00, Rodriguez Caballero (Συλλογή 2002, σ. I-11915, σκέψεις 30 έως 32).
23 – Η οποία συνοψίζεται ως απαγορεύουσα «να “αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό και να αντιμετωπίζονται διαφορετικές καταστάσεις καθ’ όμοιο τρόπο, εκτός αν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς” από την επιδίωξη θεμιτού σκοπού και εφόσον τούτο είναι “πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη” του σκοπού αυτού»: όπ.π. και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και σημεία 21 έως 24 ανωτέρω.
24 – Σημείο 84.
25 – Σκέψη 74.
26 – Επί παραδείγματι, η έκθεση της Επιτροπής, του έτους 1999, σχετικά με τις νομοθετικές ρυθμίσεις των κρατών για την καταπολέμηση των διακρίσεων αναφέρει στη σελίδα 70 τα εξής: «Η νομοθεσία των κρατών μελών περιλαμβάνει ελάχιστες διατάξεις σχετικά με τις διακρίσεις λόγω ηλικίας. Πάντως, ορισμένα κράτη θέσπισαν πρόσφατα νομοθετικά μέτρα προκειμένου να διευκολύνουν την απασχόληση των πιο ηλικιωμένων εργαζομένων». Βλ. επίσης «EC legislation prohibiting age discrimination: «Towards a Europe for All Ages”?», Clare McGlynn, Cambridge Yearbook of European Legal Studies (2000) σ. 179.
27 – Βλ. την πρώτη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2000/78, η διατύπωση των οποίων επαναλαμβάνεται στα προοίμια άλλων οδηγιών σχετικών με την ειδικότερη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
28 – Βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2006, C-17/05, Cadman (Συλλογή 2006, σ. I-09583, σκέψη 28). Η φράση επαναλαμβάνεται, με μικρές διαφοροποιήσεις, στη νομολογία του Δικαστηρίου, αρχής γενομένης από την απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977, 117/76 και 16/77, Ruckdeschel (Συλλογή 1977, σ. 1753, σκέψη 7).
29 – Βλ., επί παραδείγματι, «Editorial Comments: Horizontal direct effect – A law of diminishing coherence?» (2006) Common Market Law Review, σ. 1, και Hermann Reichold, «Der Fall Mangold: Entdeckung eines europäischen Gleichbehandlungsprinzips?», 5 Zeitschrift für Europäisches Arbeits- und Sozialrecht 55 (2006).
30 – Υπόθεση C-411/05, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου.
31 – 7 Νοεμβρίου 2000: βλ. σημείο 26 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs.
32 – Βλ. υποσημείωση 5 στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs.
33 – Σημείο 77 των προτάσεών του.
34 – Βλ. σημεία 80 και 81 των προτάσεών του, όπου παρατίθενται τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της δικαιολογίας αυτής.
35 – Βλ. τα λήμματα «capitalisation» και «capitaliser», επί παραδείγματι, στη σειρά λεξικών Robert.
36 – Το εθνικό σύστημα από το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταφορά των δικαιωμάτων της M.-L. Lindorfer δεν ήταν σύστημα χρηματοδοτούμενο με κεφαλαιοποίηση.
37 – Απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88 (Συλλογή 1990, σ. I-1889, σκέψεις 40 έως 45.
38 – Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, C-423/04, Richards (Συλλογή 2006, σ. I-3585, σκέψη 42).
39 – Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1974, 15/73 έως 33/73, 52/73, 53/73, 57/73 έως 109/73, 116/73, 117/73, 123/73, 132/73 και 135/73 έως 137/73 Schots-Kortner κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 107), και της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C-310/97 P, Assidomän Kraft Products (Συλλογή 1999, σ. I-5363, σκέψεις 53 επ.).
Full & Egal Universal Law Academy