ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 10ης Νοεμβρίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-234/04
Rosmarie Kapferer
κατά
Schlank & Schick GmbH
[αίτηση του Landesgericht Innsbruck (Αυστρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οριστική δικαστική απόφαση – Υποχρέωση επανεξετάσεως – Αρχή της συνεργασίας – Άρθρο 10 ΕΚ – Ασφάλεια δικαίου – Υπεροχή του κοινοτικού δικαίου – Διεθνής δικαιοδοσία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, και άρθρο 16 – Αγωγή με αίτημα την παράδοση του δώρου που έχει κερδίσει κατά τα φαινόμενα ο ενάγων – Συμβατική φύση»
1. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης, την οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 234 ΕΚ το Landesgericht Innsbruck (Αυστρία) και με την οποία το αιτούν δικαστήριο αφενός υποβάλλει το ερώτημα αν είναι υποχρεωμένο, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, να επανεξετάσει μια δικαστική απόφαση που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, αν κρίνει ότι η απόφαση αυτή αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, και αφετέρου ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: κανονισμός 44/2001 ή απλώς κανονισμός) (2).
I – Νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
2. Κατόπιν της «κοινοτικοποίησης» του τομέα της δικαστικής συνεργασίας που πραγματοποιήθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 44/2001 βάσει των άρθρων 61, στοιχείο γ΄, ΕΚ και 67, παράγραφος 1, ΕΚ. Ο κανονισμός αυτός, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Μαρτίου 2002 και προοριζόταν να αντικαταστήσει τη Σύμβαση των Βρυξελλών (3), επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις διατάξεις της, επιφέροντάς τους πάντως ορισμένες τροποποιήσεις και προσαρμογές.
3. Σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση επιβάλλεται κυρίως να παρατεθεί το άρθρο 5, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 2, που επιγράφεται: «Ειδικές δικαιοδοσίες», του κεφαλαίου ΙΙ του κανονισμού («Διεθνής δικαιοδοσία») και το οποίο ορίζει, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής:
«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:
1) α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή,
β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι:
– εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων,
– εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών·
γ) το στοιχείο α΄ εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β΄·
[…]».
4. Επιβάλλεται επίσης να παρατεθούν τα άρθρα 15 και 16, που περιέχονται στο τμήμα 4 του ίδιου κανονισμού, το οποίο ρυθμίζει τη «Διεθνή δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών».
5. Το άρθρο 15 προβλέπει τα εξής:
«1. Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5:
α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή
β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών ή
γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίσθηκε με πρόσωπο το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσο τέτοιου είδους δραστηριότητες σ’ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους, και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων […]».
6. Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1:
«Η αγωγή καταναλωτή κατά του αντισυμβαλλόμενου μπορεί να ασκηθεί είτε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία του ο αντισυμβαλλόμενος είτε ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας του καταναλωτή.»
7. Τέλος, το άρθρο 24 προβλέπει τα εξής:
«Πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται αποκτά διεθνή δικαιοδοσία. Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22.»
Το εθνικό δίκαιο
8. Εν προκειμένω ιδιαίτερη σημασία έχει το άρθρο 5j του Kosnumentenschutzgesetz (αυστριακού νόμου περί προστασίας των καταναλωτών, στο εξής: KSchG) (4), το οποίο έχει ως εξής:
«Οι επιχειρήσεις που απευθύνουν σε συγκεκριμένο καταναλωτή υποσχέσεις περί προσφοράς δώρων ή άλλα παρόμοια μηνύματα που είναι διατυπωμένα κατά τρόπο που να τον κάνουν να πιστεύσει ότι έχει κερδίσει συγκεκριμένο δώρο οφείλουν να του χορηγήσουν το δώρο αυτό· το εν λόγω δώρο μπορεί επίσης να απαιτηθεί δικαστικώς.»
9. Ενδείκνυται επίσης να παρατεθεί το άρθρο 530 του Zivilprozessordnung (αυστριακού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, στο εξής: ZPO), το οποίο ρυθμίζει την αναψηλάφηση και ορίζει τα εξής:
«(1) Οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να προσβάλει με αναψηλάφηση την οριστική απόφαση που περατώνει τη δίκη
[…]
7. στην περίπτωση που ο διάδικος έλαβε γνώση νέων πραγματικών περιστατικών ή βρήκε αποδεικτικά μέσα ή απέκτησε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει αποδεικτικά μέσα των οποίων η προσκόμιση ή η χρήση σε προηγούμενη δίκη θα είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση ευνοϊκότερης απόφασης για αυτόν.
(2) Η αναψηλάφηση είναι παραδεκτή για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σημείο 7, μόνον εφόσον ο διάδικος αδυνατούσε, χωρίς δική του υπαιτιότητα, να προβάλει τα νέα πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά μέσα πριν από το πέρας της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.»
10. Τέλος, το άρθρο 534 του ίδιου κώδικα ορίζει τα εξής:
«(1) Η αναψηλάφηση πρέπει να ασκηθεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων.
(2) Η προθεσμία αυτή αρχίζει:
[…]
4. στην περίπτωση του άρθρου 530, παράγραφος 1, σημείο 7, από την ημερομηνία κατά την οποία ο διάδικος ήταν σε θέση να προβάλει ενώπιον δικαστηρίου τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά μέσα που περιήλθαν σε γνώση του.
(3) Δεν επιτρέπεται αναψηλάφηση μετά την πάροδο δέκα ετών από την τελεσιδικία της απόφασης.»
II – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
11. Η R. Kapferer, ενάγουσα στην κύρια δίκη, είναι καταναλώτρια που έχει την κατοικία της στο Hall του Τιρόλου (Αυστρία). Το 2000 έλαβε ονομαστική επιστολή από την Schlank & Schick GmbH –εταιρία που εδρεύει στη Γερμανία και πραγματοποιεί πωλήσεις δι’ αλληλογραφίας στην Αυστρία και σε άλλες χώρες (στο εξής: Schlank & Schick ή εναγόμενη)– σύμφωνα με την οποία είχε κερδίσει χρηματικό ποσό ύψους 53 750 αυστριακών σελινίων (ATS) (= 3 906,16 ευρώ), το οποίο βρισκόταν στη διάθεσή της με μορφή κουπονιού-δώρου. Μετά από δύο περίπου εβδομάδες έλαβε, μαζί με διαφημιστικό υλικό και κατάλογο των προϊόντων που πωλούσε η εν λόγω εταιρία, νέα επιστολή, που περιείχε ένα δελτίο παραγγελίας, την τελευταία ειδοποίηση για το εν λόγω χρηματικό δώρο και για το σχετικό «κουπόνι-δώρο» και ένα απόσπασμα κινήσεως τραπεζικού λογαριασμού, στο οποίο αναγραφόταν το ίδιο ποσό. Στην πίσω πλευρά της ειδοποίησης, υπήρχε μια επιστολή σε επιστολόχαρτο της «Credit International», με την οποία επιβεβαιωνόταν ότι το δώρο αυτό βρισκόταν στη διάθεση της ενάγουσας στην Credit International και στην οποία αναγράφονταν, με πολύ μικρότερους χαρακτήρες και με αχνό γκρι χρώμα, οι όροι συμμετοχής στο παιχνίδι και απονομής των δώρων, μεταξύ των οποίων ήταν η παραγγελία προϊόντων υπό δοκιμή και χωρίς υποχρέωση αγοράς.
12. Η R. Kapferer, με σκοπό να λάβει το εν λόγω χρηματικό ποσό, επέστρεψε στη συνέχεια στην Schlank & Schick το δελτίο παραγγελίας, αφού έθεσε την υπογραφή της, σύμφωνα με τις οδηγίες, κάτω από τη φράση «έλαβα γνώση των όρων συμμετοχής» και αφού επικόλλησε το «κουπόνι-δώρο» που είχε εκδοθεί στο όνομά της. Δεν είναι δυνατόν όμως να διαπιστωθεί αν η ενάγουσα προέβη συγχρόνως και σε παραγγελία προϊόντων.
13. Στις 27 Νοεμβρίου 2002 η R. Kapferer, επειδή δεν έλαβε το δώρο που θεωρούσε ότι είχε κερδίσει, ενήγαγε την Schlank & Schick ενώπιον του Bezirkgericht Hall, βάσει του άρθρου 5j του KSchG, και ζήτησε από το δικαστήριο αυτό να υποχρεώσει την εναγόμενη να της καταβάλει εντόκως το ποσό των 3 906,16 ευρώ.
14. Η εναγόμενη πρότεινε καταρχάς ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του αυστριακού δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι η αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, αντίθετα από τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 15 και 16 του κανονισμού 44/2001, δεν αφορά καμία σύμβαση. Συγκεκριμένα, η R. Kapferer δεν είχε κάνει καμία παραγγελία προϊόντων, άρα δεν είχε συνάψει καμία σύμβαση, πράγμα που ήταν εντούτοις ένας από τους όρους συμμετοχής στο παιχνίδι.
15. Με απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της εναγόμενης, με το σκεπτικό ότι η αποστολή της υπόσχεσης δώρου και η δήλωση αποδοχής του καταναλωτή είχαν ως αποτέλεσμα ότι μεταξύ των διαδίκων δημιουργήθηκε σχέση συμβατικής φύσης. Το ίδιο δικαστήριο απέρριψε πάντως επί της ουσίας όλα τα αιτήματα της ενάγουσας.
16. Η R. Kapferer άσκησε στη συνέχεια έφεση ενώπιον του Landesgericht Innsbruck.
17. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες για το αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε διεθνή δικαιοδοσία. Δεδομένου όμως ότι η Schlank & Schick δεν πρόσβαλε την απόφαση του δικαστηρίου αυτού να απορρίψει την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν είναι, εν πάση περιπτώσει, υποχρεωμένο, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, να επανεξετάζει και να ακυρώνει τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις που αποδεικνύονται αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο. Σχετικά με την ενδεχόμενη ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει ειδικότερα στην απόφαση Kühne & Heitz (5), με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 10 ΕΚ επιβάλλει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στα διοικητικά όργανα την υποχρέωση να επανεξετάζουν τις διοικητικές αποφάσεις που έχουν καταστεί απρόσβλητες, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η ερμηνεία που έχει δοθεί εν τω μεταξύ από το Δικαστήριο, και διερωτάται αν οι γενικές αρχές που καθιέρωσε η απόφαση αυτή μπορούν να εφαρμοστούν κατ’ αναλογία και στις δικαστικές αποφάσεις.
18. Με διάταξη της 26ης Μαΐου 2004, το Landesgericht Innsbruck αποφάσισε συνεπώς να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
A – Ως προς την απόφαση που εξέδωσε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σχετικά με το ζήτημα της δικαιοδοσίας
1) Πρέπει η αρχή της συνεργασίας που κατοχυρώνει το άρθρο 10 ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι και τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να προβαίνουν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση Kühne & Heitz, στην επανεξέταση και στην ακύρωση των τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων που αποδεικνύονται αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο; Υπάρχουν ενδεχομένως και άλλες προϋποθέσεις για την επανεξέταση και την εξαφάνιση των δικαστικών αποφάσεων πέρα από τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σε σχέση με τις διοικητικές αποφάσεις;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα:
Συνάδει με την αρχή της πλήρους αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 534 του ΖΡΟ (αυστριακού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) για την εξαφάνιση δικαστικής απόφασης που αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο;
3) Σε περίπτωση επίσης καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα:
Αποτελεί η έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας (ή κατά τόπο αρμοδιότητας), η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί βάσει του άρθρου 24 του κανονισμού 44/2001, παραβίαση του κοινοτικού δικαίου που μπορεί, σύμφωνα με τις παραπάνω αρχές, να ανατρέψει τον τελεσίδικο χαρακτήρα μιας δικαστικής απόφασης;
4) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο τρίτο ερώτημα:
Υποχρεούται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να ελέγξει το ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας (ή της κατά τόπο αρμοδιότητας) βάσει των διατάξεων του κανονισμού 44/2001 όταν η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έχει καταστεί τελεσίδικη μεν επί του θέματος της διεθνούς δικαιοδοσίας του ή της κατά τόπο αρμοδιότητάς του, όχι όμως και επί της ουσίας; Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης: Πρέπει ο έλεγχος αυτός να γίνεται αυτεπάγγελτα ή μόνον κατόπιν προβολής σχετικού αιτήματος ενός από τους διαδίκους;
B – Επί της διεθνούς δικαιοδοσίας σε συμβάσεις καταναλωτών σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 44/2001:
1) Έχουν οι παραπλανητικές υποσχέσεις δώρου ή κέρδους, οι οποίες αποσκοπούν στην πρόκληση της απόφασης για τη σύναψη σύμβασης, ήτοι στην προετοιμασία της σύναψης σύμβασης, αρκούντως στενή σχέση με την επιδιωκόμενη σύναψη σύμβασης καταναλωτή, ώστε για τις εντεύθεν απορρέουσες αξιώσεις να ισχύει η διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 44/2001;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα:
Ισχύει η διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών για τις αξιώσεις που απορρέουν από προσυμβατική ενοχική σχέση και έχει η παραπλανητική υπόσχεση κέρδους, η οποία προετοιμάζει την κατάρτιση σύμβασης, αρκούντως στενή σχέση με την προσυμβατική ενοχική σχέση που δημιουργείται με τον τρόπο αυτό, ώστε να ισχύει η διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών και για τις αξιώσεις αυτές;
3) Ισχύει η διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών μόνον όταν πληρούνται οι όροι τους οποίους θέτουν οι επιχειρηματίες για τη συμμετοχή σε κερδοφόρα παιχνίδια ακόμη και όταν οι όροι αυτοί ουδεμία επιρροή ασκούν στις ουσιαστικές αξιώσεις που απορρέουν από το άρθρο 5j του KSchG (αυστριακού νόμου περί προστασίας των καταναλωτών);
4) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα:
Ισχύει η διεθνής δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών για τις ειδικές συμβατικές αξιώσεις sui generis που ρυθμίζονται νομοθετικά και αποσκοπούν στην εκπλήρωση της παροχής ή για τις κατά πλάσμα δικαίου οιονεί συμβατικές αξιώσεις sui generis που αποσκοπούν στην εκπλήρωση της παροχής και γεννώνται από την υπόσχεση δώρου ή κέρδους που δίδει ο επιχειρηματίας και από την απαίτηση του καταναλωτή να του καταβληθεί το δώρο αυτό;»
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
19. Στην παρούσα διαδικασία γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Γερμανική, η Γαλλική, η Κυπριακή, η Αυστριακή, η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή.
20. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005 παρέστησαν η εναγόμενη, η Τσεχική, η Γερμανική, η Γαλλική, η Κυπριακή, η Ολλανδική, η Αυστριακή, η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή.
IV – Νομική ανάλυση
Επί του πρώτου ερωτήματος
21. Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσία αν είναι υποχρεωμένο, κατ’ εφαρμογή της αρχής της συνεργασίας που απορρέει από το άρθρο 10 ΕΚ, να επανεξετάζει και να ακυρώνει τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις για τις οποίες κρίνει ότι αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο.
22. Η θεμελιώδης σημασία που έχει από την άποψη τόσο της κοινοτικής όσο και της εθνικής έννομης τάξης η αρχή περί σεβασμού του δεδικασμένου έχει βέβαια αναγνωριστεί νομολογιακά από το Δικαστήριο (6). Ειδικότερα, το Δικαστήριο τόνισε ότι, «προς διασφάλιση τόσο της σταθερότητας του δικαίου και των εννόμων σχέσεων όσο και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλεται [οι] δικαστικές αποφάσεις οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, μετά την εξάντληση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων ή μετά την εκπνοή των προθεσμιών που έχουν ταχθεί για την άσκηση αυτών των ενδίκων μέσων, να μην μπορούν πλέον να αμφισβητηθούν» (7).
23. Κατά συνέπεια, το κοινοτικό δίκαιο, κατά το Δικαστήριο πάντα, δεν επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν τους δικονομικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου που προσδίδουν σε μια απόφαση την ισχύ δεδικασμένου, έστω και αν αυτό παρείχε τη δυνατότητα να εξακριβωθεί αν η εν λόγω απόφαση αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο (8). Ομοίως, με την απόφαση Köbler, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο σχετικά με την έκταση εφαρμογής της αρχής περί ευθύνης του Δημοσίου για την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από εθνικό δικαστήριο, διευκρίνισε ότι η εφαρμογή της αρχής αυτής δεν επιβάλλει «όμως και αναθεώρηση της δικαστικής αποφάσεως η οποία προκάλεσε τη ζημία» (9).
24. Κατόπιν των ανωτέρω, θα ήθελα να επισημάνω ότι οι αρχές αυτές δεν έχουν υποστεί καμία μεταβολή μετά την απόφαση Kühne & Heitz, στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο.
25. Ο λόγος είναι κυρίως ότι η υπόθεση εκείνη αφορούσε μόνο τη δυνατότητα ανάκλησης των διοικητικών πράξεων που είχαν καταστεί μεν απρόσβλητες, αλλά είχαν εκδοθεί κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Η φύση και η έκταση του ζητήματος που αφορούσε η υπόθεση εκείνη διαφέρει επομένως από τη φύση και την έκταση του ζητήματος που αφορά την αρχή του δεδικασμένου, δηλαδή μια θεμελιώδη αρχή που ισχύει μόνο για τις δικαστικές αποφάσεις. Δεν νομίζω συνεπώς ότι οι λύσεις στις οποίες κατέληξε το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη μπορούν να εφαρμοστούν αυτόματα σε ζητήματα όπως είναι αυτό που μας απασχολεί εν προκειμένω.
26. Ακόμη όμως και αν υπήρχε η τάση να γίνει δεκτή η εφαρμογή αυτή, πιστεύω ότι δεν θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στη λύση που φαίνεται να προτείνει το αιτούν δικαστήριο, διότι εν προκειμένω δεν συντρέχουν καν οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί με την ίδια την απόφαση Kühne & Heitz.
27. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση εκείνη, τόνισε καταρχάς ότι «το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει, καταρχήν, στο διοικητικό όργανο την υποχρέωση να εξετάσει εκ νέου μια διοικητική απόφαση που κατέστη απρόσβλητη» (10), ενώ στη συνέχεια δέχτηκε ότι επιτρέπονται παρεκκλίσεις από την αρχή αυτή, εφόσον και μόνο συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Κατά το Δικαστήριο, το διοικητικό όργανο υποχρεούται, κατ’ εφαρμογή της αρχής της συνεργασίας που απορρέει από το άρθρο 10 ΕΚ, να εξετάσει εκ νέου την απρόσβλητη διοικητική απόφαση, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ερμηνεία που έχει δοθεί εν τω μεταξύ από το Δικαστήριο στην κρίσιμη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, μόνο εφόσον:
«– [το διοικητικό όργανο] διαθέτει, κατά το εθνικό δίκαιο, την εξουσία να εξετάσει εκ νέου την απόφαση αυτή,
– η απόφαση αυτή κατέστη απρόσβλητη κατόπιν αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό,
– η εν λόγω απόφαση του εθνικού δικαστηρίου στηρίχθηκε σε ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου η οποία, βάσει μεταγενέστερης αποφάσεως του Δικαστηρίου, αποδείχθηκε εσφαλμένη και υιοθετήθηκε από το εθνικό δικαστήριο, χωρίς αυτό να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, κατά τους όρους του άρθρου 234, παράγραφος 3, ΕΚ, και
– ο ενδιαφερόμενος απευθύνθηκε στο διοικητικό όργανο μόλις έλαβε γνώση της εν λόγω νομολογίας του Δικαστηρίου» (11).
28. Εν προκειμένω επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν συντρέχει καμία από τις παραπάνω προϋποθέσεις.
29. Πρώτον, το αυστριακό δίκαιο δεν προβλέπει καμία διαδικασία επανεξέτασης παρόμοια με τη διαδικασία στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο. Από την ίδια τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει σαφώς ότι, κατά τον αυστριακό Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η δικαστική απόφαση που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου μπορεί να επανεξεταστεί μόνο αν ένας από τους διαδίκους i) υποβάλει σχετική αίτηση και ii) προβάλει νέα πραγματικά περιστατικά ή νέα αποδεικτικά μέσα (βλ. ανωτέρω το σημείο 9). Επομένως, δεν προβλέπεται, πράγμα άλλωστε που επιβεβαίωσε η Αυστριακή Κυβέρνηση τόσο με τις γραπτές παρατηρήσεις της όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η δυνατότητα του δικαστή να εφαρμόζει τη διαδικασία αυτή αυτεπάγγελτα, με το αιτιολογικό ότι ενδέχεται να έχει παραβιαστεί κανόνας δικαίου υπέρτερης ισχύος, όπως είναι οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου.
30. Δεύτερον, η επίμαχη πρωτόδικη απόφαση δεν κατέστη οριστική κατόπιν απόφασης εθνικού δικαστηρίου που αποφάνθηκε σε τελευταίο βαθμό, αλλά επειδή δεν προσβλήθηκε εντός της προθεσμίας που προβλέπει το αυστριακό δίκαιο.
31. Η δε τρίτη από τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί με την απόφαση Kühne & Heitz αφορά κατάσταση που διαφέρει ριζικά από την υπό εξέταση κατάσταση. Εν προκειμένω δηλαδή δεν υπάρχει απόφαση που να επιβεβαιώνει την πρωτόδικη απόφαση και που να πρέπει να ληφθεί ως βάση για την εξακρίβωση της συνδρομής της προϋπόθεσης αυτής.
32. Εν πάση περιπτώσει, δεν νομίζω ότι κατά τον χρόνο της υποβολής της υπό κρίση αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης το Δικαστήριο είχε ήδη δεχτεί κάποια ερμηνεία του άρθρου 15 ή οποιασδήποτε άλλης κρίσιμης διάταξης του κανονισμού 44/2001 βάσει της οποίας θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η ορθότητα της ερμηνείας του πρωτοβάθμιου αυστριακού δικαστηρίου (12). Εξάλλου, ούτε το αιτούν δικαστήριο αναφέρει καμία τέτοια απόφαση.
33. Τέλος, παρά τη ρητή προϋπόθεση που θέτει η απόφαση Kühne & Heitz, κανείς από τους διαδίκους της κύριας δίκης δεν ζήτησε την επανεξέταση, αναψηλάφηση ή ακύρωση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου· αντίθετα, το αιτούν δικαστήριο είναι αυτό που διερωτάται αν οφείλει να επανεξετάσει αυτεπάγγελτα την απόφαση αυτή.
34. Κατόπιν των παραπάνω σκέψεων θεωρώ επομένως ότι μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να επανεξετάζουν και να ακυρώνουν τις δικαστικές αποφάσεις που έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, αν αποδεικνύεται ότι οι αποφάσεις αυτές αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο.
35. Αφού αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να πρέπει το αιτούν δικαστήριο να επανεξετάσει την πρωτοβάθμια απόφαση, θεωρώ ότι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα –που αφορά την ερμηνεία που δόθηκε με την απόφαση αυτή στον κανονισμό 44/2001– δεν είναι χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης και ότι συνεπώς το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να δώσει καμία απάντηση.
36. Εν πάση περιπτώσει, αν το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την πρότασή μου αυτή, φρονώ ότι ενδείκνυται, όχι μόνο για λόγους πληρότητας της ανάλυσης της υπόθεσης, να εξεταστεί επίσης το ερώτημα που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 44/2001.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
37. Με το δεύτερο ερώτημα, όπως ήδη ανέφερα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσία αν η υπόσχεση δώρου ή κέρδους, όπως η υπόσχεση λόγω της οποίας ανέκυψε η διαφορά της κύριας δίκης, η οποία αποσκοπεί να οδηγήσει τον καταναλωτή να συνάψει ορισμένη σύμβαση, έχει «συμβατική» φύση ή έστω μπορεί να εξομοιωθεί ή να συσχετιστεί σε επαρκή βαθμό με σχέση «συμβατικής» φύσης, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού, και αν επομένως ο καταναλωτής νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει από το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών να του παραδοθεί το δώρο που θεωρεί ότι έχει κερδίσει. Με άλλα λόγια, το ζήτημα είναι αν οι αγωγές που είναι παρεμφερείς με την αγωγή που άσκησε η R. Kapferer εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου15 του κανονισμού.
38. Η Αυστρία και η Γερμανία (13), αφενός, και η Schlank & Schlick και η Επιτροπή, αφετέρου, δίνουν δύο διαμετρικά αντίθετες απαντήσεις στο ερώτημα αυτό και στη συνέχεια θα εκθέσω τα αναγκαία εν προκειμένω σημεία του σκεπτικού τους.
39. Οι δύο αυτές κυβερνήσεις φρονούν ότι η αγωγή που έχει ασκηθεί στην κύρια δίκη είναι συμβατικής φύσης, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού. Οι κυβερνήσεις αυτές εμμένουν κυρίως επί της ανάγκης ευρείας ερμηνείας της εν λόγω διάταξης, προκειμένου να προστατεύεται ο καταναλωτής, ο οποίος αποτελεί το αδύναμο μέρος στη σχέση αυτή, καθώς και επί του γεγονότος ότι η διατύπωση της «υπόσχεσης δώρου» αποσκοπούσε προφανώς να τον ωθήσει σε παραγγελία προϊόντων, άρα στη σύναψη σύμβασης.
40. Αντίθετα, η Schlank & Schlick και η Επιτροπή υποστηρίζουν, χωρίς όμως να προτείνουν καμία εναλλακτική λύση, ότι το άρθρο 15 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, διότι τη διατύπωση της υπόσχεσης δώρου δεν ακολούθησε η σύναψη σύμβασης εξ επαχθούς αιτίας και ότι επομένως δεν πληρούνταν η condicio sine qua non για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.
41. Θα πρέπει να επισημάνω ευθύς εξαρχής ότι το Δικαστήριο, με την πρόσφατη απόφαση Engler (14), η οποία δημοσιεύθηκε αφού είχε ήδη κινηθεί η παρούσα διαδικασία και της οποίας δεν μπορούσαν επομένως να έχουν γνώση ούτε το αιτούν δικαστήριο ούτε οι διάδικοι, αποφάνθηκε επί μιας υποθέσεως που έχει πολλά κοινά σημεία με την υπό κρίση υπόθεση, τόσο ως προς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία ανέκυψε η διαφορά της κύριας δίκης όσο και ως προς τα νομικά ζητήματα που τίθενται στην κύρια δίκη.
42. Συγκεκριμένα, η υπόθεση Engler αφορούσε και εκείνη την αγωγή που είχε ασκήσει Αυστριακός καταναλωτής ενώπιον δικαστηρίου της χώρας του, με βάση την ίδια διάταξη του εθνικού δικαίου (το άρθρο 5j του KSchG), και με την οποία ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί μια γερμανική εταιρία πωλήσεων δι’ αλληλογραφίας να του παράσχει το δώρο που του είχε υποσχεθεί όταν του απέστειλε παρόμοια διαφημιστική ανακοίνωση. Επειδή τέθηκε ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας των αυστριακών δικαστηρίων για την αγωγή αυτή, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων της Σύμβασης των Βρυξελλών, δηλαδή του κειμένου που είχε τότε εφαρμογή.
43. Λόγω των ομοιοτήτων των δύο υποθέσεων, νομίζω ότι ενδείκνυται να παραθέσω με συντομία τη συλλογιστική του Δικαστηρίου στην εν λόγω απόφαση.
44. Με την απόφαση εκείνη το Δικαστήριο επισήμανε καταρχάς ότι «δεν είναι δυνατό μια αγωγή, όπως η ασκηθείσα από την P. Engler στην υπόθεση της κύριας δίκης, να μπορεί να θεωρηθεί ως στηριζόμενη σε σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 13, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, της Σύμβασης των Βρυξελλών» (15) (του σημερινού άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού). Η εφαρμογή της διάταξης αυτής εξαρτάται πράγματι, όπως προκύπτει από το γράμμα της, από μια σειρά προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων καταλέγεται επίσης η σύναψη σύμβασης μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία πωλητή. Στη συγκεκριμένη εκείνη περίπτωση όμως, μετά την αποστολή του διαφημιστικού υλικού με την υπόσχεση παροχής δώρου δεν ακολούθησε η σύναψη καμιάς σύμβασης, αφού η καταναλώτρια δεν απέστειλε καμία παραγγελία στην εταιρία πωλήσεων δι’ αλληλογραφίας.
45. Εντούτοις, το Δικαστήριο, αφού απέκλεισε την εφαρμογή του lex specialis που αφορά τις συμβάσεις καταναλωτών (ο οποίος ήταν τότε, όπως ανέφερα, το άρθρο 13 της Σύμβασης των Βρυξελλών), επισήμανε ότι η διαπίστωση αυτή «δεν αποτελεί εμπόδιο, αυτή καθεαυτή, ώστε η αγωγή [που είχε ασκηθεί στην κύρια δίκη] να μπορεί, παρ’ όλ’ αυτά, να εμπίπτει στις διαφορές εκ συμβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1,» της Σύμβασης των Βρυξελλών (σήμερα του άρθρου 5 του κανονισμού), δηλαδή του γενικού κανόνα που απονέμει διεθνή δικαιοδοσία ως προς τις διαφορές εκ συμβάσεως στο δικαστήριο «του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί η αποτελούσα τη βάση της αξιώσεως παροχή» (16).
46. Ο λόγος είναι, όπως τόνισε το Δικαστήριο εφαρμόζοντας πάγια νομολογία, ότι η έννοια «διαφορές εκ συμβάσεως» του άρθρου 5, σημείο 1, αντίθετα από ό,τι προβλέπει ο προαναφερθείς lex specialis (το άρθρο 13 της Σύμβασης και το άρθρο 15 του κανονισμού), δεν καλύπτει μόνο τις περιπτώσεις σύναψης συμβάσεων, αλλά και τις σχέσεις και τους δεσμούς που είναι παρεμφερείς προς τις σχέσεις και τους δεσμούς που υπάρχουν μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, εφόσον διαπιστώνεται η ύπαρξη «νομικής υποχρεώσεως η οποία έχει ελευθέρως αναληφθεί από ένα πρόσωπο έναντι άλλου προσώπου» (17).
47. Στην υπόθεση εκείνη έπρεπε να εξακριβωθεί αν η αποστολή της επίμαχης «υπόσχεσης δώρου» είχε δημιουργήσει τέτοια υποχρέωση σε βάρος της εταιρίας πωλήσεων δι’ αλληλογραφίας.
48. Το Δικαστήριο, αφού έδωσε καταφατική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, διασαφήνισε ότι οι αποστολές του είδους αυτού δεσμεύουν τον αποστολέα, εφόσον: i) ο αποστολέας αυτός, «με σκοπό να ωθήσει τον καταναλωτή στη σύναψη σχετικής συμβάσεως, του απέστειλε προσωπικώς επιστολή δυνάμενη να του δημιουργήσει την εντύπωση ότι θα του χορηγηθεί δώρο εφόσον επιστραφεί από τον ενδιαφερόμενο το συνημμένο στην επιστολή αυτή “κουπόνι καταβολής”» και ii) «ο […] καταναλωτής […] αποδεχθεί τους όρους του πωλητή και […] ζητήσει πράγματι την παροχή του υποσχεθέντος κέρδους» (18) .
49. Αν επομένως συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, μπορεί να στηριχτεί στο άρθρο 5, σημείο 1, της Σύμβασης η αγωγή με την οποία ο καταναλωτής, όπως και η P. Engler, ζητεί να υποχρεωθεί, σύμφωνα με το δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους στο οποίο κατοικεί ο καταναλωτής αυτός, η εταιρία πωλήσεων δι’ αλληλογραφίας που εδρεύει σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος στην παράδοση του δώρου που ο καταναλωτής αυτός έχει προφανώς κερδίσει (19).
50. Τέλος, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι δεν είχε καμία σημασία συναφώς το γεγονός ότι η χορήγηση του δώρου δεν εξαρτιόταν από την παραγγελία εμπορευμάτων ή ότι ο καταναλωτής δεν προέβη σε καμία παραγγελία, διότι, όπως αναφέρθηκε ήδη, το άρθρο 5, σημείο 1, δεν προϋποθέτει τη σύναψη σύμβασης (20).
51. Κατόπιν των υπενθυμίσεων αυτών, φρονώ ότι οι αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Engler μπορούν να εφαρμοστούν εύκολα, mutatis mutandis, στην υπό κρίση υπόθεση.
52. Πρώτα απ’ όλα θεωρώ ότι, για τους ίδιους λόγους που παρατέθηκαν στην απόφαση εκείνη, δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού. Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από το γράμμα της, εφαρμόζεται πράγματι, όπως και το άρθρο 13 της Σύμβασης των Βρυξελλών, μόνο όταν «έχει καταρτιστεί σύμβαση» μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή. Στην προκειμένη υπόθεση πάντως το αιτούν δικαστήριο, με τη διάταξη περί παραπομπής, συνάγει από το γεγονός ότι δεν μπορεί να εξακριβωθεί αν η R. Kapferer προέβη σε παραγγελία προϊόντων το συμπέρασμα ότι δεν συνήφθη καμία σύμβαση.
53. Αντίθετα από την Αυστριακή και τη Γερμανική Κυβέρνηση, δεν νομίζω εξάλλου ότι η ανάγκη να έχει συναφθεί σύμβαση έχει εκλείψει κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφερε το άρθρο 15 του κανονισμού 44/2001 έναντι του άρθρου 13 της Σύμβασης. Κατά τις κυβερνήσεις αυτές, με τις τροποποιήσεις αυτές ενισχύθηκε η προστασία των καταναλωτών, με συνέπεια να πρέπει να δοθεί στη νέα διάταξη ερμηνεία που να ευνοεί το αδύναμο μέρος της σχέσης ακόμη περισσότερο από ό,τι επέτρεπε το άρθρο 13 της Σύμβασης.
54. Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι οι τροποποιήσεις αυτές αφορούσαν αποκλειστικά το καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τις συμβάσεις καταναλωτών (21). Αντίθετα, όπως τόνισα λίγο παραπάνω, δεν τροποποίησαν από καμία άποψη την προϋπόθεση –που προβλέπουν αμφότερες οι διατάξεις– ότι πρέπει να έχει συναφθεί σύμβαση μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή.
55. Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται πάντως να τονιστεί και πάλι ότι το γεγονός ότι η ειδική ρύθμιση για τις συμβάσεις καταναλωτών δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, όπως συνέβη με την υπόθεση Engler, να μην μπορεί εντούτοις η αγωγή να θεωρηθεί συμβατικής φύσης, και συγκεκριμένα βάσει του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού, το οποίο είναι ταυτόσημο, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, με το άρθρο 5, σημείο 1, της Σύμβασης.
56. Κατά συνέπεια, τίθεται το ζήτημα αν το άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση.
57. Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να διευκρινίσω ότι δεν μπορεί να προβληθεί το επιχείρημα ότι δεν επιτρέπεται να εξεταστεί το παραπάνω ζήτημα, διότι το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρθηκε ρητά, με τη διάταξη περί παραπομπής, στην εν λόγω διάταξη. Πράγματι, όπως έχει διευκρινιστεί με την κοινοτική νομολογία, «αποστολή του Δικαστηρίου είναι να ερμηνεύει όλες τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που έχουν ανάγκη τα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να αποφανθούν επί των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί, ακόμη και όταν οι διατάξεις αυτές δεν αναφέρονται ρητώς στα ερωτήματα που του υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια» (22).
58. Εγώ πάντως νομίζω ότι εν προκειμένω συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει σαφώς από τη διάταξη περί παραπομπής, οι προϋποθέσεις που παρατίθενται στην απόφαση Engler (βλ. παραπάνω σημείο 48) πληρούνται και στην υπό κρίση υπόθεση. Πρώτον, η Schlank & Schick, ως ασκούσα κατ’ επάγγελμα πωλήσεις, απέστειλε με δική της πρωτοβουλία στην κατοικία ενός καταναλωτή, με σκοπό να τον ωθήσει να παραγγείλει ορισμένα προϊόντα, επιστολή στην οποία αναγραφόταν ότι ο αναφερόμενος ονομαστικά καταναλωτής αυτός είχε κερδίσει ορισμένο δώρο· δεύτερον, η R. Kapferer δέχτηκε ρητά τους όρους συμμετοχής στο παιχνίδι, τους οποίους είχε καθορίσει η εν λόγω εταιρία, και ζήτησε να της δοθεί το δώρο που κατά τα φαινόμενα είχε κερδίσει.
59. Δεν νομίζω ότι μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα η παρατήρηση της Schlank & Schick και της Επιτροπής ότι η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση την οποία αφορούσε η απόφαση Engler. Κατά την άποψη τους δηλαδή, αφού στην υπό κρίση υπόθεση η R. Kapferer δεν τήρησε έναν από τους όρους συμμετοχής στο παιχνίδι, και συγκεκριμένα την πραγματοποίηση παραγγελίας υπό δοκιμή και χωρίς υποχρέωση αγοράς, δεν υπάρχει εν προκειμένω καμία δεσμευτική σχέση.
60. Θα ήθελα καταρχάς να παρατηρήσω ότι η ύπαρξη του όρου αυτού αμφισβητείται, μέχρι κάποιο βαθμό, στη δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου (23). Ακόμη όμως και αν γίνει δεκτό ότι η απονομή των δώρων εξαρτιόταν από την παραγγελία εμπορευμάτων, είναι οπωσδήποτε γεγονός –πράγμα που δεν αμφισβητεί κανείς από τους μετέχοντες στη διαδικασία– ότι η R. Kapferer δέχτηκε ρητά τους όρους συμμετοχής στο παιχνίδι και ζήτησε να της δοθεί το σχετικό δώρο. Σύμφωνα όμως με την απόφαση Engler, αυτό αρκεί για να συναχθεί ότι η υπόσχεση δώρου αποτελεί συμβατική ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού (βλ. παραπάνω σημεία 48 και 50).
61. Επιπλέον, υπενθυμίζω ότι, όπως έχει διασαφηνιστεί από την κοινοτική νομολογία, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 1, εμπίπτουν ακόμη και οι διαφορές που έχουν ως αντικείμενο την ίδια την ύπαρξη της συμβατικής υποχρέωσης την οποία αφορά η δίκη (24). Η διάταξη αυτή συνεπώς έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις στις οποίες, όπως εν προκειμένω, οι διάδικοι διαφωνούν σχετικά με την ύπαρξη ενός από τα στοιχεία που συνθέτουν την υποχρέωση την οποία αφορά η αγωγή.
62. Φρονώ επομένως ότι το συμπέρασμα είναι ότι η αγωγή που ασκεί ένας καταναλωτής υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης και με την οποία ζητεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί, να υποχρεωθεί μια εταιρία πωλήσεων δι’ αλληλογραφίας, η οποία εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, να του παραδώσει το δώρο που κατά τα φαινόμενα έχει κερδίσει δεν μπορεί να στηριχτεί στο άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 44/2001/ΕΚ του Συμβουλίου· η αγωγή αυτή εμπίπτει αντίθετα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού.
63. Αν γίνει δεκτό το συμπέρασμα αυτό, τότε διεθνή δικαιοδοσία εν προκειμένω θα έχει, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το δικαστήριο του τόπου εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής την οποία αφορά η αγωγή της R. Kapferer.
64. Ποιος όμως είναι αυτός ο «τόπος»; Ο κανονισμός προσδιορίζει τον τόπο εκπλήρωσης για δύο μόνο κατηγορίες συμβατικών ενοχών: για αυτές που απορρέουν από πώληση εμπορευμάτων και για αυτές που απορρέουν από παροχή υπηρεσιών, για τις οποίες δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια του τόπου παράδοσης των εμπορευμάτων ή του τόπου παροχής των υπηρεσιών αντίστοιχα (άρθρο 5, σημείο 1, στοιχείο β΄).
65. Όσον αφορά τις άλλες μορφές συμβατικών σχέσεων –άρα και αυτή που μας απασχολεί εν προκειμένω– το άρθρο 5 σιωπά. Το Δικαστήριο πάντως έχει διευκρινίσει επανειλημμένα ότι η έννοια «τόπος όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή» «παραπέμπει στο δίκαιο που διέπει την επίδικη παροχή με βάση τους κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του επιληφθέντος δικαστηρίου» (25). Επομένως, το δικαστήριο αυτό πρέπει «να καθορίσει, δυνάμει των κανόνων του εθνικού του ιδιωτικού [διεθνούς] δικαίου, ποιος νόμος εφαρμόζεται στην επίδικη έννομη σχέση και να καθορίσει, σύμφωνα με τον νόμο αυτό, τον τόπο εκτελέσεως της επίδικης συμβατικής παροχής» (26).
66. Στην κύρια δίκη το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει συνεπώς να εξακριβώσει καταρχάς, βάσει του αυστριακού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ποιο δίκαιο διέπει την επίδικη υπόσχεση δώρου, ώστε να καθορίσει στη συνέχεια, βάσει του δικαίου αυτού, τον τόπο εκπλήρωσης της παροχής αυτής και να εξετάσει τέλος αν ο τόπος αυτός «ευρίσκεται εντός της κατά τόπο αρμοδιότητάς του» (27).
67. Δεν πιστεύω ότι το Δικαστήριο χρειάζεται να προχωρήσει περισσότερο και να εξετάσει πράγματα που είναι της αρμοδιότητας του αιτούντος δικαστηρίου. Θα ήθελα απλώς να παρατηρήσω ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρασχέθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κυρίως από την Αυστρία, η εξέταση αυτή θα καταλήξει κανονικά στο συμπέρασμα ότι διεθνή δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια του κράτους αυτού.
68. Προσθέτω, εν πάση περιπτώσει, ότι, αν η εξέταση αυτή οδηγήσει σε άλλο αποτέλεσμα, αυτό δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του αυστριακού δικαστηρίου.
69. Συναφώς ενδέχεται να αποκτήσει σημασία στην περίπτωση αυτή το άρθρο 24 του κανονισμού, το οποίο αναγνωρίζει τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται χωρίς να αμφισβητήσει τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22 του ίδιου αυτού κανονισμού (28).
70. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η τελευταία αυτή προϋπόθεση συντρέχει εν προκειμένω, αφού δεν μπορεί να εφαρμοστεί κανένα από τα κριτήρια αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 22. Πιστεύω όμως ότι μπορεί να συντρέχει και η άλλη προϋπόθεση, διότι, μολονότι σε πρώτο βαθμό προβλήθηκε η ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας των αυστριακών δικαστηρίων, η δικαιοδοσία αυτή δεν αμφισβητήθηκε στη συνέχεια ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως, η μη άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης ως προς το κεφάλαιο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αποδοχή δικαιοδοσίας κατά την έννοια του άρθρου 24.
71. Κατόπιν όλων των παραπάνω σκέψεων, νομίζω επομένως ότι εν προκειμένω μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο παραβίασης του κοινοτικού δικαίου λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του επιληφθέντος δικαστηρίου.
V – Πρόταση
72. Κατά συνέπεια, προτείνω τελικά στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο πρώτο ερώτημα του Landesgericht Innsbruck:
«Το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να επανεξετάζουν και να ακυρώνουν τις δικαστικές αποφάσεις που έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, αν αποδεικνύεται ότι οι αποφάσεις αυτές αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο.»
Επικουρικά, αν το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να αποφανθεί επί του δεύτερου ερωτήματος, προτείνω την εξής απάντηση:
«Η αγωγή που ασκεί ένας καταναλωτής υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης και με την οποία ζητεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί, να υποχρεωθεί μια εταιρία πωλήσεων δι’ αλληλογραφίας, η οποία εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, να του παραδώσει το δώρο που κατά τα φαινόμενα έχει κερδίσει δεν μπορεί να στηριχτεί στο άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 44/2001/ΕΚ του Συμβουλίου· η αγωγή αυτή εμπίπτει αντίθετα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ 2001, L 12, σ. 1.
3 – Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24), με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 1), με τη Σύμβαση της 26ης Μαΐου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας (ΕΕ 1989, L 285, σ. 1) και με τη Σύμβαση της 29ης Νοεμβρίου 1996 για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας (ΕΕ 1997, C 15, σ. 1). Το κωδικοποιημένο κείμενο της Σύμβασης έχει δημοσιευτεί στην ΕΕ 1998, C 27, σ. 1.
4 – BGBl. Ι, 1979, σ. 140. Η διάταξη αυτή προστέθηκε στον νόμο περί προστασίας των καταναλωτών με το άρθρο 4 του Fernabsatz-Gesetz (αυστριακού νόμου για τις συμβάσεις εξ αποστάσεως: BGBl I, 1999, σ. 185) κατά τη μεταφορά στην αυστριακή νομοθεσία της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (ΕΕ L 144, σ. 19).
5 – Απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2004, C-453/00, Kühne & Heitz (Συλλογή 2004, σ. I‑837).
6 – Βλ., ειδικότερα, αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1964, 79/63 και 82/63, Reynier (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1111), και Kühne & Heitz, προπαρατεθείσα (σκέψη 24), της 1ης Ιουνίου 1999, C‑126/97, Eco Swiss (Συλλογή 1999, σ. I-3055, σκέψη 46), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C‑224/01, Köbler (Συλλογή 2003, σ. I-10239, σκέψη 38).
7 – Απόφαση Köbler, προπαρατεθείσα (σκέψη 38).
8 – Βλ., όσον αφορά μάλιστα τις διαιτητικές αποφάσεις, την προπαρατεθείσα απόφαση Eco Swiss, σκέψη 48: «Το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο να μη λάβει υπόψη τους εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους ενδιάμεση διαιτητική απόφαση, έχουσα τον χαρακτήρα τελικής αποφάσεως η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως εντός της τασσομένης προθεσμίας, αποκτά ισχύ δεδικασμένου και δεν μπορεί πλέον να θιγεί από μεταγενέστερη διαιτητική απόφαση, ακόμη και αν αυτό είναι αναγκαίο για να μπορεί να εξεταστεί, στο πλαίσιο της διαδικασίας περί ακυρώσεως μεταγενέστερης διαιτητικής αποφάσεως, αν μία σύμβαση, την οποία η ενδιάμεση διαιτητική απόφαση κήρυξε κατά νόμον έγκυρη, είναι εντούτοις άκυρη εν σχέσει προς το άρθρο 85 της Συνθήκης.»
9 – Απόφαση Köbler, προαναφερθείσα (σκέψη 39).
10 – Προπαρατεθείσα απόφαση Kühne & Heitz, σκέψη 24 (η υπογράμμιση δική μου).
11 – Προπαρατεθείσα απόφαση Kühne & Heitz, σκέψη 28.
12 – Παρατηρώ ειδικότερα ότι η απόφαση Engler, η οποία αφορούσε μια υπόθεση παρόμοια με την υπό εξέταση εν προκειμένω και στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια (βλ. παρακάτω), δημοσιεύθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2005, δηλαδή μετά την κίνηση της παρούσας διαδικασίας.
13 – Οι άλλες κυβερνήσεις που μετέχουν στη διαδικασία δεν διατύπωσαν παρατηρήσεις σχετικά με το ερώτημα αυτό, καθόσον επέλεξαν να περιοριστούν στην εξέταση του ερωτήματος Α.
14 – Απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2005, C-27/02, Engler (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
15 – Προπαρατεθείσα απόφαση Engler (σκέψη 38).
16 – Προπαρατεθείσα απόφαση Engler, σκέψη 49.
17 – Προπαρατεθείσα απόφαση Engler (σκέψεις 45, 50 και 51 και παρατιθέμενη εκεί νομολογία). Υπενθυμίζω επίσης ότι ο γενικός εισαγγελέας Jacobs είχε υπογραμμίσει, με τις προτάσεις στην υπόθεση Engler, ότι «στο πλαίσιο των νομικών συστημάτων όλων των συμβαλλομένων κρατών, είναι δυνατόν τουλάχιστον ορισμένοι τύποι μονομερώς δοθεισών υποσχέσεων σχετικά με την εκτέλεση συγκεκριμένης πράξεως προς όφελος άλλου προσώπου να μπορούν να τύχουν αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του υποσχεθέντος» (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 41).
18 – Προπαρατεθείσα απόφαση Engler, σκέψη 61.
19 – Προπαρατεθείσα απόφαση Engler, σκέψεις 60 και 61.
20 – Προπαρατεθείσα απόφαση Engler, σκέψεις 59 και 61.
21 – Συγκεκριμένα, ενώ κατά το άρθρο 13 της Σύμβασης η ειδική ρύθμιση για τις συμβάσεις καταναλωτών είχε εφαρμογή μόνο στις συμβάσεις που είχαν ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ή την προμήθεια κινητών πραγμάτων, το άρθρο 15 του κανονισμού προβλέπει ότι η ρύθμιση αυτή καλύπτει όλες τις κατηγορίες συμβάσεων που συνάπτουν οι καταναλωτές (εκτός από ορισμένες συμβάσεις μεταφοράς).
22 – Αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1993, C-280/91, Viessmann (Συλλογή 1993, σ. Ι‑971, σκέψη 17), και της 11ης Δεκεμβρίου 1997, C-42/96, Immobiliare SIF (Συλλογή 1997, σ. I-7089, σκέψη 28). Βλ., επίσης, μεταξύ πολλών άλλων, αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1986, 35/85, Tissier (Συλλογή 1986, σ. 1207, σκέψη 9), της 27ης Μαρτίου 1990, C‑315/88, Bagli Pennacchiotti (Συλλογή 1990, σ. I‑1323, σκέψη 10), και της 18 Νοεμβρίου 1999, C‑107/98, Teckal (Συλλογή 1999, σ. I‑8121, σκέψη 39).
23 – Ειδικότερα, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η ενάγουσα υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα η παραγγελία των προϊόντων δεν προβλεπόταν ως όρος για την απονομή του δώρου, διότι οι σχετικοί όροι συμμετοχής ήταν δυσανάγνωστοι και δυσνόητοι, με τον ισχυρισμό δε αυτό φαίνεται να συμφωνεί και το αιτούν δικαστήριο.
24 – Αποφάσεις της 4ης Μαρτίου 1982, 38/81, Effer (Συλλογή 1982, σ. 825, σκέψη 8), της 3ης Ιουλίου 1997, C-269/95, Benincasa (Συλλογή 1997, σ. I-3767, σκέψη 30), και Engler, προπαρατεθείσα (σκέψη 46).
25 – Απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1999, C-440/97, GIE Groupe Concorde (Συλλογή 1999, σ. I‑6307, σκέψη 13). Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1976, 12/76, Industrie Tessili Italiana Como (Συλλογή τόμος 1976, σ. 533, σκέψη 15), της 15ης Ιανουαρίου 1987, 266/85, Shenavai (Συλλογή 1987, σ. 239, σκέψη 7), και της 28ης Ιουνίου 1994, C-288/92, Custom Made Commercial (Συλλογή 1994, σ. I-2913, σκέψη 26).
26 – Απόφαση Industrie Tessili Italiana Como, προπαρατεθείσα (σκέψη 13).
27 – Απόφαση Industrie Tessili Italiana Como, προπαρατεθείσα (σκέψη 13).
28 – Η διάταξη αυτή προβλέπει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία: i) σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, ii) σε θέματα κύρους, ακυρότητας ή λύσης εταιριών, iii) σε θέματα κύρους των καταχωρίσεων σε δημόσια βιβλία, iv) σε θέματα καταχώρισης ή κύρους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, σημάτων, σχεδίων και προτύπων και άλλων ανάλογων δικαιωμάτων και v) σε θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης αποφάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy