ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 27ης Απριλίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-239/04
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Πορτογαλικής Δημοκρατίας
«Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας – Ειδική ζώνη διατηρήσεως “Castro Verde” – Κατασκευή αυτοκινητόδρομου – Επιπτώσεις στο περιβάλλον – Εναλλακτικές λύσεις»
I – Εισαγωγή
1. Η Επιτροπή προσάπτει στην Πορτογαλία ότι, στο πλαίσιο έργου κατασκευής αυτοκινητοδρόμου μεταξύ Λισσαβόνας και Algarve, παρέβη το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (2) (στο εξής: οδηγία για τους οικοτόπους). Υποστηρίζει ότι έπρεπε να είχε γίνει διαφορετική χάραξη του αυτοκινητοδρόμου στην περιοχή της ειδικής ζώνης διατηρήσεως για πτηνά «Castro Verde».
II – Νομικό πλαίσιο
2. Σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (3) (στο εξής: οδηγία για την προστασία των πτηνών), τα κράτη μέλη χαρακτηρίζουν ορισμένες εκτάσεις ως ειδικές ζώνες προστασίας για πτηνά (στο εξής: ειδικές ζώνες διατηρήσεως). Με το ίδιο άρθρο, και ειδικότερα με την παράγραφο 4, πρώτο εδάφιο, αυτού, ρυθμιζόταν η προστασία των ζωνών αυτών.
3. Το άρθρο 7 της οδηγίας περί οικοτόπων μετέβαλε τη ρύθμιση περί προστασίας των ειδικών ζωνών διατηρήσεως ως εξής:
«Οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 6 της παρούσας οδηγίας αντικαθιστούν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την πρώτη πρόταση της παραγράφου 4 του άρθρου 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, όσον αφορά τις ζώνες που χαρακτηρίστηκαν δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου 4 ή αναγνωρίστηκαν με ανάλογο τρόπο δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας, τούτο δε από την ημερομηνία θέσεως σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ή από την ημερομηνία της ταξινομήσεως ή της αναγνωρίσεως εκ μέρους ενός κράτους μέλους δυνάμει της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, εφόσον αυτή είναι μεταγενέστερη.»
4. Η ρύθμιση αυτή επεξηγείται με την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας για τους οικοτόπους ως εξής:
«[…] όλες οι χαρακτηρισμένες ζώνες, συμπεριλαμβανομένων των ζωνών που έχουν ήδη ταξινομηθεί ή θα ταξινομηθούν στο μέλλον ως ειδικές ζώνες προστασίας δυνάμει της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ [...] πρέπει να ενσωματωθούν στο συγκροτημένο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο·»
5. Οι εφαρμοστέες εν προκειμένω παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους ορίζουν ότι:
«3 Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατηρήσεώς του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτιμήσεως των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περιπτώσεως των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.
4 Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτιμήσεως των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε.
[…]»
6. Συναφώς, στη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας για τους οικοτόπους αναφέρονται τα εξής:
«[…] κάθε σχέδιο ή πρόγραμμα που ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά τους στόχους διατηρήσεως ενός τόπου που έχει χαρακτηρισθεί ή θα χαρακτηρισθεί στο μέλλον πρέπει να υπόκειται στην κατάλληλη εκτίμηση·»
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και τα αιτήματα
7. Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο χαρακτηρισμός της ειδικής ζώνης διατηρήσεως Castro Verde έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου 1999. Στη ζώνη αυτή, εκτάσεως 79 066 εκταρίων, απαντούν τακτικά τουλάχιστον δεκαεπτά είδη πτηνών από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα I της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, μεταξύ αυτών το κιρκινέζι (Falco naumanni), ο λιβαδόκιρκος (Circus pygargus), ο αγριόγαλος (Otis tarda), η χαμωτίδα (Tetrax tetrax), η πετροτριλίδα (Burhinus oedicnemus), η χαλκοκουρούνα (Coriacias garrulus), η βουνογαλάντρα (Melanocorypha calandra) και η μικρογαλιάντρα (Calandrella brachydactyla).
8. Το επίμαχο τμήμα του αυτοκινητοδρόμου, μεταξύ Aljustrel προς βορρά και Castro Verde προς νότο, είναι σχετικά ευθύ, έχει μήκος περίπου εννέα έως δέκα χιλιομέτρων και διέρχεται από το δυτικό άκρο της ειδικής ζώνης διατηρήσεως Castro Verde. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ειδικής ζώνης διατηρήσεως, εκτάσεως περίπου 77 000 εκταρίων, κείται ανατολικώς του αυτοκινητοδρόμου, ενώ τμήμα αυτής, εκτάσεως περίπου 1 700 εκταρίων, δυτικώς αυτού, έχοντας τη μορφή, ουσιαστικά, λωρίδας πλάτους ενός έως δύο χιλιομέτρων δίπλα στον αυτοκινητόδρομο.
9. Δυτικώς του αυτοκινητοδρόμου και εντός της ειδικής ζώνης διατηρήσεως ή στα όριά της υπάρχουν πέντε οικισμοί: ο Messejana βρίσκεται στη βορειοδυτική άκρη της εδαφικής λωρίδας και ο Estação de Ourique στη νοτιοδυτική, όπως και ο γειτονικός του οικισμός Aivados που κείται περίπου ενάμισι χιλιόμετρο ανατολικότερα, στη μέση της λωρίδας βρίσκεται ο Conceição και περίπου ενάμισι χιλιόμετρο ανατολικότερα ο Alcarias. Ο αυτοκινητόδρομος περνάει σε απόσταση 700 μέτρων από τους οικισμούς Messejana, Alcarias και Aivados, ενώ οι άλλοι δύο οικισμοί βρίσκονται δυτικότερα. Εκτός της ειδικής ζώνης διατηρήσεως, περίπου ενάμισι χιλιόμετρο νοτιοδυτικώς του Estação de Ourique, βρίσκονται τα εξωτερικά όρια ζώνης γύρω από ταμιευτήρα ύδατος, η οποία καθορίζεται με το «Plano de Ordenamento da Albufeira do Monte da Rocha» (4) του 2003. Εντούτοις, η λεκάνη απορροής του ταμιευτήρα είναι σαφώς μεγαλύτερη και διασχίζεται από όλες τις εξετασθείσες χαράξεις του αυτοκινητοδρόμου.
10. Σύμφωνα με μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία ξεκίνησε το 1998 και υποβλήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1999, το έργο έχει σοβαρές επιπτώσεις σε διάφορα είδη πτηνών που απαντούν στην ειδική ζώνη διατηρήσεως.
11. Ωστόσο, το έργο εγκρίθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2000. Σύντομα ξεκίνησαν και οι εργασίες κατασκευής, ενώ το επίμαχο τμήμα είναι σε χρήση από τις 21 Ιουλίου 2001.
12. Στις 20 Οκτωβρίου 2000, η Επιτροπή, με έγγραφο οχλήσεως, ζήτησε από την Πορτογαλική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Ακολούθησε αιτιολογημένη γνώμη στις 11 Απριλίου 2001.
13. Η Επιτροπή ζητεί συνεπώς από το Δικαστήριο:
1. να αναγνωρίσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, εκτελώντας σχέδιο αυτοκινητοδρόμου, η χάραξη του οποίου διέρχεται από την ειδική ζώνη διατηρήσεως Castro Verde, παρά τα αρνητικά πορίσματα της μελέτης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και παρά την ύπαρξη, εκτός της εν λόγω χαράξεως, εναλλακτικών λύσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/62/ΕΚ της 27ης Οκτωβρίου 1997·
2. να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
14. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
1. να απορρίψει την προσφυγή·
2. να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
IV – Εκτίμηση
15. Η Επιτροπή προσάπτει στην Πορτογαλική Δημοκρατία παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Η εν λόγω διάταξη άρχισε να είναι εφαρμοστέα μετά τον χαρακτηρισμό της ειδικής ζώνη διατηρήσεως Castro Verde, ήτοι από τις 23 Σεπτεμβρίου 1999. Πριν από τον χαρακτηρισμό ως ειδικής ζώνης διατηρήσεως μιας περιοχής η οποία πρέπει να χαρακτηρισθεί ως τέτοια, ισχύει το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών και όχι το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους (5).
16. Επειδή η διαδικασία εγκρίσεως της κατασκευής του επίμαχου τμήματος αυτοκινητοδρόμου είχε ξεκινήσει πριν τον χαρακτηρισμό της ειδικής ζώνης διατηρήσεως θα μπορούσαν να υπάρξουν αμφιβολίες ως προς το αν επιτρέπεται στις αρμόδιες αρχές να μεταβούν, διαρκούσας της διαδικασίας, από το προστατευτικό καθεστώς της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, στη λιγότερο αυστηρή από απόψεως περιεχομένου (6), αλλά, λόγω της προβλέψεως της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, διαδικαστικώς πιο εξελιγμένη προστατευτική ρύθμιση της οδηγίας για τους οικοτόπους. Εντούτοις, η απαγόρευση μεταβολής της εφαρμοστέας προστατευτικής ρυθμίσεως θα δυσχέραινε ανώφελα τη διαδικασία εγκρίσεως, χωρίς να συμβάλλει, στην πράξη, στην προστασία της ειδικής ζώνης διατηρήσεως, δεδομένου ότι οι αρμόδιες αρχές θα είχαν τη δυνατότητα να κινήσουν εκ νέου τη διαδικασία αυτή μετά τον χαρακτηρισμό της ειδικής ζώνης διατηρήσεως και θα μπορούσαν, το αργότερο κατά τον χρόνο αυτόν, να εφαρμόσουν τα άρθρα 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Ενόψει των δεδομένων αυτών, το να επιβάλλεται είτε η διακοπή της διαδικασίας είτε η ολοκλήρωσή της βάσει της οδηγίας για την προστασία των πτηνών θα συνιστούσε περιττή τυπολατρία.
17. Εφόσον η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν προβάλλει ότι το έργο θα έπρεπε να εκτιμηθεί βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 4, εδάφιο πρώτο, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, εφαρμοστέο είναι το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους.
Α – Επί της επιβαρύνσεως της ειδικής ζώνης διατηρήσεως Castro Verde
18. Το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία τα πορίσματα της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων του άρθρου 6, παράγραφος 3, ήταν αρνητικά, ήτοι όταν οι αρμόδιες αρχές δεν ήταν σε θέση, κατά την έγκριση του έργου, να διασφαλίσουν τη μη επιβάρυνση της οικείας ζώνης διατηρήσεως ως τέτοιας. Τούτο αμφισβητείται από την Πορτογαλική Κυβέρνηση.
19. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση επισημαίνει εύστοχα ότι σε μια διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως η Επιτροπή υποχρεούται να αποδείξει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου (7) και αμφισβητεί ότι το γεγονός της αποκοπής του 2 % της εκτάσεως της επίμαχης εν προκειμένω ειδικής ζώνης διατηρήσεως αποδεικνύει ότι η ζώνη αυτή βλάπτεται ως τέτοια, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας για τους οικοτόπους.
20. Εντούτοις, η Πορτογαλία, χαρακτηρίζοντας τις επίμαχες εκτάσεις ως μέρος εδαφικής ζώνης διατηρήσεως, αναγνώρισε ότι σε αυτές επικρατούν οι καταλληλότερες βιοτικές συνθήκες για τα αναφερόμενα στο παράρτημα I της οδηγίας είδη πτηνών (8).
21. Η κατασκευή αυτοκινητοδρόμου σε τέτοιες περιοχές είναι καταρχήν ικανή να παραβλάψει την ιδιότητά τους ως τις πλέον κατάλληλες για την προστασία των πτηνών. Ο δρόμος συνεπάγεται άμεση απώλεια εκτάσεων, ενοχλήσεις και εκπομπές ρύπων στα γειτονικά εδάφη, ενώ αυξάνει τον κίνδυνο θανατώσεως των πτηνών από διερχόμενα οχήματα. Εν τέλει, ο δρόμος αυτός αποκόπτει περίπου 1 700 εκτάρια, ήτοι κατά προσέγγιση το 2 % της συνολικής εκτάσεως της ειδικής ζώνης διατηρήσεως, από το υπόλοιπο έδαφός της. Το κατά πόσον ο αποχωρισμός αυτός είναι σημαντικός εξαρτάται από τη συμπεριφορά και την ευαισθησία των οικείων ειδών.
22. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η επίμαχη ειδική ζώνη διατηρήσεως βλάπτεται ως τέτοια δεν χρήζει περαιτέρω αποδείξεως (9). Αντιθέτως, η Πορτογαλία φέρει το βάρος να αποδείξει ότι οι επιπτώσεις του έργου δεν θίγουν την ειδική ζώνη διατηρήσεως ως τέτοια (10).
23. Η οδηγία για τους οικοτόπους καθορίζει με ποιον καταρχήν τρόπο πρέπει να παρασχεθεί η απόδειξη αυτή, ήτοι με την, προβλεπόμενη από το άρθρο 6, παράγραφος 3, αυτής, εκτίμηση του έργου ως προς τις επιπτώσεις του στην εν λόγω περιοχή, ενόψει των σκοπών διατηρήσεώς της. Κατά την εκτίμηση αυτή πρέπει να διερευνώνται, λαμβανομένων υπόψη των πλέον εξελιγμένων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, όλες οι πτυχές του σχεδίου που θα μπορούσαν, αυτές καθεαυτές ή σε συνδυασμό με άλλα σχέδια, να θίξουν τους σκοπούς αυτούς (11). Αν, βάσει της εκτιμήσεως αυτής, δεν υπάρχει από επιστημονικής απόψεως καμία εύλογη αμφιβολία ότι το έργο δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ειδική ζώνη διατηρήσεως ως τέτοια, μπορεί να εγκριθεί χωρίς προσφυγή στο άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους (12).
24. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων (13), δεκαεπτά από τα είδη πτηνών που απαντούν στην οικεία περιοχή ανήκουν στα περιλαμβανόμενα στο παράρτημα I της οδηγίας για την προστασία των πτηνών είδη, οκτώ από αυτά αποτελούν είδη απειλούμενα ή σπάνια στην Πορτογαλία (14) και δεκαέξι από αυτά είδη απειλούμενα ή σπάνια στην Ευρώπη (15). Η Πορτογαλία αντιτείνει, επικαλούμενη γνωμοδότηση του Instituto da Conservação da Natureza, ότι τα εν λόγω εδάφη αποτελούν περιοχές αναπαραγωγής μόνο για οκτώ από τα είδη του παραρτήματος I: για τον αγριόγαλο, το κιρκινέζι και τη χαμωτίδα, τα οποία είναι είδη προτεραιότητας σύμφωνα με το πορτογαλικό δίκαιο, και για τον λιβαδόκιρκο, την πετροτριλίδα, τη χαλκοκουρούνα, τη μικρογαλιάντρα και τη βουνογαλάντρα.
25. Και μόνον η συγκεκριμένη αντίφαση μεταξύ της μελέτης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και των ισχυρισμών της Πορτογαλίας δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ποιότητα της εν λόγω μελέτης, δεδομένου ότι αυτή πρέπει να προσδιορίζει ποια είδη χρησιμοποιούν πράγματι τα οικεία εδάφη, ώστε να είναι δυνατό να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις ενός έργου. Με την ανάγνωση της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων επιβεβαιώνονται οι αμφιβολίες αυτές.
26. Η μελέτη δεν περιέχει παρά μόνον αποσπασματικά στοιχεία ως προς τα ανευρισκόμενα είδη. Ειδικότερα αναφέρει ότι σε απόσταση έξι χιλιομέτρων βρίσκεται τόπος αναπαραγωγής του ιδιαιτέρως ευαίσθητου στον θόρυβο αγριόγαλου (16), στοιχείο εκ του οποίου συνάγεται ότι οι εν λόγω εκτάσεις χρησιμοποιούνται για την ανατροφή νεοσσών (17). Το συγκεκριμένο είδος θεωρείται ως ευρισκόμενο παγκοσμίως σε κίνδυνο (vulnerable) (18).
27. Επιπλέον, η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων αναφέρει αποικίες αναπαραγωγής του κιρκινεζιού κοντά στον αυτοκινητόδρομο. Είναι βέβαιον ότι υπάρχει μία αποικία σε απόσταση 80 μέτρων από τον δρόμο (Quinta da Golipa), ενώ άλλες τέσσερις βρίσκονται σε απόσταση 800 έως 1 000 μέτρων (Montes da Mosquetana, do Álamo, da Ribeira και do Pardieiro). Σύμφωνα με τη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, το είδος αυτό εμφανίζει μέση ευαισθησία έναντι των διαταράξεων αλλά υψηλή ευαισθησία έναντι του κατακερματισμού των οικοτόπων του (19).
28. Όσον αφορά τη σημασία των εν λόγω εδαφών για άλλα είδη, δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία, παρότι στην παρούσα διαδικασία η Πορτογαλική Κυβέρνηση κατονομάζει και άλλα είδη του παραρτήματος I που ανευρίσκονται στα εδάφη αυτά. Δεν υπάρχουν καταγραμμένες παρατηρήσεις ούτε διατυπώνονται εκτιμήσεις ως προς το πώς χρησιμοποιείται η περιοχή από τα διάφορα είδη και ποιες συγκεκριμένες συνέπειες θα μπορούσε να έχει το σχέδιο για τη χρήση αυτή (20).
29. Εξαιτίας των ελλείψεών της, η μελέτη αυτή δεν μπορεί να αποδείξει ότι η ειδική ζώνη διατηρήσεως Castro Verde, ως τέτοια, δεν επιβαρύνεται από την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου. Αντιθέτως, αποτελεί μια ακόμη ένδειξη ότι η επιβάρυνση αυτή ήταν αναμενόμενη, εφόσον διαπίστωνε, έστω και βάσει των αποσπασματικών πορισμάτων της, σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις (impacto negativo elevado) (21).
30. Στο πλαίσιο της δίκης, η Πορτογαλία προβάλλει ότι οι πληθυσμοί του αγριόγαλου και του κιρκινεζιού έχουν αυξηθεί, ενώ η κατάσταση της χαμωτίδας έχει εμφανίσει βελτίωση χάρη σε επιπλέον μέτρα, τα οποία υποστηρίζονται από την Κοινότητα. Όσον αφορά τα υπόλοιπα εκ των προαναφερθέντων ειδών, δεν διαπιστώνονται μέχρι στιγμής αρνητικές συνέπειες.
31. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας για τους οικοτόπους, για την έγκριση ενός σχεδίου δεν αρκεί να αποδειχθεί εκ των υστέρων ότι το έργο δεν είχε αρνητικές συνέπειες, αλλά επιβάλλεται, προ της εγκρίσεως του σχεδίου, να μην υπάρχει από επιστημονικής απόψεως καμία εύλογη αμφιβολία ότι η περιοχή δεν θα επιβαρυνθεί ως τέτοια (22). Για αυτόν και μόνον τον λόγο, ο ισχυρισμός της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως δεν είναι πρόσφορος για να εμποδίσει την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 4.
32. Επιπλέον, τα επιχειρήματα της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως δεν αποδεικνύουν ότι το σχέδιο δεν είχε αρνητικές επιπτώσεις. Για πολλά είδη προβάλλεται, χωρίς περαιτέρω στοιχεία, ότι δεν προκύπτει επιβάρυνσή τους.
33. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως περί αυξήσεως των πληθυσμών του αγριόγαλου και του κιρκινεζιού, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ούτε ως προς τα είδη αυτά, ότι το σχέδιο κατασκευής αυτοκινητοδρόμου δεν επιβάρυνε την ειδική ζώνη διατηρήσεως Castro Verde ως τέτοια, διότι, εφόσον οι λόγοι της αυξήσεως του πληθυσμού δεν είναι γνωστοί, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα να επιβαρύνθηκε η περιοχή από το σχεδιαζόμενο έργο οδοποιίας (23).
34. Στην υπό κρίση υπόθεση, η ίδια η Πορτογαλία ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη οφείλεται ιδίως σε αντισταθμιστικά μέτρα, καθώς και στην υλοποίηση του σχεδίου προστασίας της ειδικής ζώνης διατηρήσεως Castro Verde, και αναγγέλλει στο πλαίσιο αυτό περαιτέρω μέτρα μέριμνας για τη χαμωτίδα, προκειμένου να αντισταθμιστούν ενδεχόμενες επιπτώσεις για το είδος αυτό. Εφόσον όμως η αύξηση των πληθυσμών οφείλεται σε αντισταθμιστικά μέτρα, δεν αποδεικνύει ότι το έργο οδοποιίας δεν είχε αρνητικές συνέπειες.
35. Ειδικότερα, στο πλαίσιο του άρθρου 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους, η ζημία που προξενείται σε μια περιοχή πρέπει να διακρίνεται αυστηρά από τα αντισταθμιστικά μέτρα (24). Σύμφωνα με το σύστημα της οδηγίας για τους οικοτόπους, η πρόκληση ζημιών πρέπει κατά το δυνατόν να αποφεύγεται. Τούτο επιτυγχάνεται κατά προτίμηση με την εξάλειψη οποιουδήποτε κινδύνου ζημίας ή με τη λήψη κατάλληλων μέτρων περιορισμού ή αποφυγής της (25). Αντιθέτως, αντισταθμιστικά μέτρα μπορούν να ληφθούν μόνο στην περίπτωση κατά την οποία οι επιπτώσεις πρέπει να γίνουν ανεκτές για λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, ελλείψει εναλλακτικών λύσεων. Αυτό οφείλεται στο ότι η διαφύλαξη των υφιστάμενων φυσικών πόρων κρίνεται προτιμότερη από τα αντισταθμιστικά μέτρα για τον λόγο ότι η επιτυχία των μέτρων αυτών σπανίως μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα.
36. Τα μόνα μέτρα περιορισμού των ζημιών στα οποία αναφέρεται η Πορτογαλική Κυβέρνηση συνίστανται, κυρίως, σε παρεπόμενα της κατασκευής μέτρα και στη διατήρηση της βλάστησης. Τα μέτρα όμως αυτά δεν αρκούν για να αποτρέψουν τις δυσμενείς επιπτώσεις που ασφαλώς θα προκύψουν από την ύπαρξη και τη χρήση της οδού.
37. Τα μέτρα παρακολουθήσεως, που εν μέρει αναφέρθηκαν στο πλαίσιο αυτό, ασφαλώς μπορούν να αποτελέσουν αναγκαίο μέρος ενός σχεδίου περιορισμού και αντισταθμίσεως της ζημίας, αλλά δεν μπορούν μόνα τους να εμποδίσουν την επέλευσή της.
38. Συνεπώς, η Επιτροπή ορθώς εκτιμά ότι το συγκεκριμένο τμήμα αυτοκινητοδρόμου δεν μπορεί να εγκριθεί βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας για τους οικοτόπους, αλλά, το πολύ, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 4, αυτής.
Β – Επί της ελλείψεως εναλλακτικών λύσεων
39. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους, ένα έργο επιτρέπεται να εκτελεσθεί παρά τα αρνητικά πορίσματα της εκτιμήσεως των επιπτώσεων, εφόσον, αφενός, υφίστανται επιτακτικοί λόγοι σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως και, αφετέρου, δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο προκειμένου να διασφαλισθεί η συνολική συνοχή του Natura 2000.
40. Εν προκειμένω, οι διάδικοι δεν διαφωνούν ως προς το αν η κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου υπαγορευόταν, ως σύνολο, από επιτακτικούς λόγους, ούτε ως προς τα μέτρα που απαιτούνταν για τη διασφάλιση της συνοχής. Αντιθέτως, η Επιτροπή προσάπτει στην Πορτογαλία ότι η ειδική ζώνη διατηρήσεως Castro Verde επιβαρύνθηκε σημαντικά λόγω της κατασκευής του αυτοκινητοδρόμου, παρότι υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις πέρα από την επιλεγείσα χάραξη.
41. Η έγκριση ενός σχεδίου δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας για τους οικοτόπους συνιστά εξαίρεση από τη γενική αρχή του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με την οποία τα σχέδια εγκρίνονται μόνον εφόσον δεν βλάπτουν μια προστατευόμενη περιοχή ως τέτοια. Ως εκ τούτου, όπως υποστηρίζει και η Επιτροπή, όποιος επικαλείται την εξαίρεση αυτή φέρει το βάρος να αποδείξει ότι πληρούνται οι απαιτήσεις των εξαιρετικών ρυθμίσεων (26). Επομένως, αντίθετα απ’ ό,τι υποστηρίζει η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις για τη χάραξη του αυτοκινητόδρομου, αλλά να προκαλέσει εύλογη αμφιβολία (27) ως προς το αν η Πορτογαλία ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις του άρθρου 6, παράγραφος 4.
42. Το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους επιτρέπει την έγκριση σχεδίων μόνον υπό την προϋπόθεση της ελλείψεως εναλλακτικών λύσεων. Το προαπαιτούμενο αυτό της εγκρίσεως ενός σχεδίου έχει ως σκοπό να αποτρέψει καταστάσεις στις οποίες οι ζώνες διατηρήσεως θίγονται, μολονότι οι στόχοι του σχεδίου θα μπορούσαν να επιτευχθούν και κατά τρόπο που θα τις έθιγε λιγότερο ή και καθόλου (28). Από την άποψη αυτή, η απουσία εναλλακτικών λύσεων αντιστοιχεί σε ένα από τα στάδια του ελέγχου της αναλογικότητας, βάσει του οποίου, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές (29).
43. Για τη διαπίστωση της απουσίας εναλλακτικών λύσεων δεν αρκεί η εξέταση ορισμένων εναλλακτικών λύσεων, αλλά πρέπει να έχουν αποκλεισθεί όλες οι εναλλακτικές λύσεις. Οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό εναλλακτικών λύσεων αυξάνονται στο μέτρο κατά το οποίο οι λύσεις αυτές είναι κατάλληλες για την πραγματοποίηση των στόχων του έργου, χωρίς να συνεπάγονται επιβαρύνσεις προφανώς, ήτοι πέραν οποιασδήποτε λογικής αμφιβολίας, δυσανάλογες.
44. Μεταξύ των εναλλακτικών λύσεων που προκρίνονται βάσει του προαναφερθέντος κριτηρίου, η επιλογή δεν καθορίζεται υποχρεωτικώς από το ποια εναλλακτική λύση θα επιβαρύνει λιγότερο την οικεία ζώνη (30), αλλά προϋποθέτει στάθμιση μεταξύ της επιβαρύνσεως της ειδικής ζώνης διατηρήσεως και των εκάστοτε υφιστάμενων λόγων υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος.
45. Η αναγκαιότητα της σταθμίσεως συνάγεται κυρίως από τον όρο «υπέρτερο», αλλά και από τη λέξη «επιτακτικός». Οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος κατισχύουν της προστασίας μιας περιοχής μόνον εφόσον έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα. Και εδώ υπάρχει αντιστοιχία με τον έλεγχο της αναλογικότητας, διότι, σύμφωνα με αυτόν, οι απορρέουσες επιπτώσεις πρέπει να τελούν σε σχέση αναλογίας με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (31).
46. Επομένως, αποφασιστικό κριτήριο είναι το αν επιτακτικοί λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την υλοποίηση ακριβώς της συγκεκριμένης εναλλακτικής λύσεως ή αν για την εξυπηρέτησή τους αρκεί και κάποια άλλη, λιγότερο επιζήμια για την ειδική ζώνη διατηρήσεως, λύση (32). Η σύγκριση αυτή προϋποθέτει την εξέταση των διάφορων αυστηρότερων εναλλακτικών επιλογών ενόψει των επιπτώσεών τους στην οικεία περιοχή και των εκάστοτε υφιστάμενων λόγων δημοσίου συμφέροντος, με χρήση συγκρίσιμων επιστημονικών κριτηρίων (33).
47. Οι πορτογαλικές αρχές εξέτασαν διάφορες εναλλακτικές χαράξεις του αυτοκινητόδρομου και κατέληξαν στην απόρριψή τους. Ορισμένες εξ αυτών κινούνταν ανατολικότερα, στο εσωτερικό της ειδικής ζώνης διατηρήσεως, ενώ άλλες δυτικότερα, προκειμένου να επιβαρύνουν λιγότερο την ειδική ζώνη διατηρήσεως. Η Επιτροπή δεν αποδοκιμάζει τη γενομένη επιλογή μεταξύ των συγκεκριμένων εναλλακτικών λύσεων, αλλά την παράλειψη εξετάσεως περαιτέρω εναλλακτικών διαδρομών στα δυτικά της ειδικής ζώνης διατηρήσεως.
48. Ως εκ τούτου, αν, αφενός, η εξέταση των εναλλακτικών αυτών διαδρομών στα δυτικά της ειδικής ζώνης διατηρήσεως ήταν επιβεβλημένη και, αφετέρου, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο μία εξ αυτών να ήταν προτιμότερη από την πραγματοποιηθείσα χάραξη, η προσφυγή της Επιτροπής θα είναι βάσιμη.
49. Κατά των προτεινόμενων από την Επιτροπή άλλων χαράξεων δυτικώς της ειδικής ζώνης διατηρήσεως, η Πορτογαλία κυρίως αντιτάσσει ότι θα προκαλούσαν βλάβη σε χώρους όπου υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα και ότι θα συνέπιπταν με κείμενους κατά μήκος της οδού IC1 οικισμούς. Εντούτοις, τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι πειστικά. Δεν παρέχεται καμία διευκρίνιση ως προς το αν οι αρχαιολογικοί χώροι όντως θα συνέπιπταν με κάθε δυνατή χάραξη, ως προς τη σπουδαιότητά τους και ως προς το αν η επιστημονική αξία τους θα μπορούσε να διαφυλαχθεί με έγκαιρη ανασκαφή. Περαιτέρω, οι χαράξεις αυτές δεν φαίνονται να συμπίπτουν με τους κείμενους κατά μήκος της οδού IC1 οικισμούς, δεδομένου ότι μεταξύ του δυτικού ορίου της ειδικής ζώνης διατηρήσεως και των οικισμών αυτών υπάρχει επαρκής χώρος για τη διέλευση αυτοκινητοδρόμου.
50. Ωστόσο, θα ήταν δυνατόν να αποκλεισθούν όλες οι εναλλακτικές χαράξεις δυτικώς της ειδικής ζώνης διατηρήσεως εξαιτίας του στενού χώρου, πλάτους περίπου ενάμισι χιλιομέτρου, μεταξύ του ταμιευτήρα ύδατος και του οικισμού Estação de Ourique. Οι εναλλακτικές αυτές διαδρομές θα έπρεπε είτε να διέρχονται, σε σχετικά ευθεία γραμμή, από τη στενή αυτή διάβαση είτε να στρέφονται, πριν φτάσουν στον Estação de Ourique, προς τα ανατολικά και να διαγράφουν τόξο, κινούμενες βορείως και ανατολικά του Aivados διαμέσου της ειδικής ζώνης διατηρήσεως. Και οι δύο επιλογές εμφανίζουν προφανή μειονεκτήματα, πλην όμως η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι εξετάσθηκαν σε επαρκή βαθμό προκειμένου να αποκλεισθούν οι συναφείς εναλλακτικές χαράξεις.
51. Μια ενδεχόμενη χάραξη του αυτοκινητοδρόμου μεταξύ του ταμιευτήρα ύδατος και του Estação de Ourique θα άφηνε μεν άθικτη την ειδική ζώνη διατηρήσεως, αλλά θα είχε επιπτώσεις αφενός στον ταμιευτήρα, ιδίως όσον αφορά την υδροδότηση, και αφετέρου στον οικισμό, ήτοι θόρυβο, ρύπανση της ατμόσφαιρας και διχοτόμησή του. Επιπλέον, θα ήταν αναγκαίες δύο διασταυρώσεις με την οδό IC1. Βάσει των διαθεσίμων πληροφοριών, δεν είναι σαφές αν τα εν λόγω προβλήματα μπορούσαν να επιλυθούν με λήψη τεχνικών μέτρων (34).
52. Αντιθέτως, η περίπτωση χαράξεως διερχόμενης δυτικώς του Messejana και του Conceição, η οποία στρέφεται κατόπιν προς τα ανατολικά, κατευθυνόμενη βορείως και ανατολικώς του Aivados, εξετάσθηκε και απορρίφθηκε λόγω της εγγύτητάς της προς τους οικισμούς αυτούς. Μέχρι στιγμής δεν έχει αποδειχθεί ο αποκλεισμός της εναλλακτικής επιλογής μιας παρόμοιας χαράξεως σε μεγαλύτερη απόσταση από τους οικισμούς, εξαιτίας υψηλότερου κόστους ή λόγω της προκλήσεως συγκοινωνιακών προβλημάτων, ούτε προκύπτει αν εξετάσθηκαν πιθανά τεχνικά μέτρα για τον περιορισμό των προκαλούμενων επιβαρύνσεων, ή και αν η συγκεκριμένη χάραξη θα επηρέαζε την ειδική ζώνη διατηρήσεως σε μικρότερο βαθμό από την υλοποιηθείσα.
53. Επομένως, η Πορτογαλία δεν απέδειξε επαρκώς ότι εξετάσθηκαν όλες οι εναλλακτικές λύσεις.
54. Περαιτέρω, η εξέταση των εναλλακτικών λύσεων πάσχει συνολικά λόγω της ανεπάρκειας των πληροφοριών όσον αφορά τις επιπτώσεις του έργου στην ειδική ζώνη διατηρήσεως (35). Ούτε οι επιμέρους βλάβες (36) ούτε μέτρα για τον περιορισμό των επιβαρύνσεων που απορρέουν από τη χρήση του αυτοκινητοδρόμου (37) εξετάσθηκαν κατά τρόπο που να επιδέχεται επαλήθευση. Επομένως, απουσιάζει παντελώς η υπαγωγή των ζημιών στο συνολικό σύστημα του Natura 2000, ιδίως όσον αφορά τις επιπτώσεις τους επί της καταστάσεως των συγκεκριμένων ειδών. Άγνωστο είναι επίσης το αν διερευνήθηκαν εκ των προτέρων οι προοπτικές επιτυχίας των αντισταθμιστικών μέτρων για τη διασφάλιση της συνοχής του Natura 2000, στοιχείο σημαντικό για τη στάθμιση των ζημιών. Ως εκ τούτου, καθίσταται αδύνατος ο συσχετισμός μεταξύ της επιβαρύνσεως της ειδικής ζώνης διατηρήσεως και των προβαλλόμενων από την Πορτογαλική Κυβέρνηση λόγων δημοσίου συμφέροντος.
55. Μια διεξοδική εξέταση όλων των εναλλακτικών επιλογών, κατά την οποία θα λαμβάνονταν υπόψη όλες οι προαναφερθείσες παράμετροι, δεν αποκλείεται να οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι η επιλεγείσα διαδρομή ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 6, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Λόγω της εκτάσεως της οικείας ειδικής ζώνης διατηρήσεως και της εμφανούς επιτυχίας των αντισταθμιστικών μέτρων, πιθανολογείται μάλλον περιορισμένη επιβάρυνση της εν λόγω ζώνης. Εξάλλου, είναι προφανή και τα μειονεκτήματα μιας χαράξεως που θα απέφευγε πλήρως την ειδική ζώνη διατηρήσεως ή θα ερχόταν σε μικρότερη επαφή με αυτήν. Εντούτοις, η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε, όπως απαιτούνταν, τη διερεύνηση και στάθμιση όλων των ανωτέρω δεδομένων.
56. Συνεπεία αυτής της, καταρχήν διαδικαστικής, παραλείψεως, πρέπει εν προκειμένω να αναγνωριστεί ότι οι αρμόδιες πορτογαλικές αρχές δεν προέβησαν σε εξέταση όλων των εναλλακτικών λύσεων.
57. Ως εκ τούτου, η Πορτογαλική Δημοκρατία, εκτελώντας σχέδιο αυτοκινητοδρόμου, η χάραξη του οποίου διέρχεται από την ειδική ζώνη διατηρήσεως Castro Verde, χωρίς να έχουν εξετασθεί όλες οι υπόλοιπες εναλλακτικές επιλογές, πλην της εν λόγω χαράξεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους.
V – Δικαστικά έξοδα
58. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή νίκησε, η Πορτογαλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
VI – Πρόταση
59. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως ακολούθως:
1. Η Πορτογαλική Δημοκρατία, εκτελώντας σχέδιο αυτοκινητοδρόμου, η χάραξη του οποίου διέρχεται από την ειδική ζώνη διατηρήσεως Castro Verde, χωρίς να έχουν εξετασθεί όλες οι υπόλοιπες εναλλακτικές επιλογές, πλην της εν λόγω χαράξεως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/62/ΕΚ της 27ης Οκτωβρίου 1997.
2. Καταδικάζει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 206, σ. 7, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/62/ΕΚ της 27ης Οκτωβρίου 1997, ΕΕ L 305, σ. 42.
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202.
4 – Απόφαση 154/2003 του Υπουργικού Συμβουλίου της Πορτογαλίας, της 4ης Σεπτεμβρίου 2003, .
5 – Απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-374/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας [Basses Corbières] (Συλλογή 2000, σ. I-10799, σκέψεις 47 και 57), βλ. συναφώς τις από 27 Οκτωβρίου 2005 προτάσεις μου στην υπόθεση C-209/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας [Lauteracher Ried] (που δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 46 επ.).
6 – Απόφαση Basses Corbières (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψεις 50 επ. και 56) και, με προσεκτικότερη διατύπωση, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, C-44/95, Royal Society for the Protection of Birds [Lappel Bank] (Συλλογή 1996, σ. I-3805, σκέψη 37).
7 – Βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 25ης Μαΐου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1982, σ. 1791, σκέψη 6), της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-434/01, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2003, σ. I-13239, σκέψη 21) και της 29ης Απριλίου 2004, C-194/01, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2004, σ. I-4579, σκέψη 34).
8 – Βλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-57/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας [Leybucht] (Συλλογή 1991, σ. I-883, σκέψη 20).
9 – Βλ., συναφώς, απόφαση Leybucht (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψεις 20 επ.) και απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, C-355/90, Επιτροπή κατά Ισπανίας [Santoña-Sümpfe] (Συλλογή 1993, σ. I-221, σκέψη 36), με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι απώλειες εκτάσεως αποτελούσαν σημαντική επιβάρυνση για τις ειδικές ζώνες διατηρήσεως.
10 – Βλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2004, C-209/02, Επιτροπή κατά Αυστρίας [Golfplatz Wörschach] (Συλλογή 2004, σ. I-1211, σκέψη 26) και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger της 6ης Νοεμβρίου 2003 (σημείο 40), όπου επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση επιστημονικώς αποδεδειγμένης βλάβης, το κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει την αποτελεσματικότητα των μέτρων περιορισμού της ζημίας.
11 – Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C-127/02, Waddenvereniging und Vogelbeschermingsvereniging [Waddenzee] (Συλλογή 2004, σ. I-7405, σκέψεις 53 επ.).
12 – Απόφαση Waddenzee (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 59).
13 – Τόμος II/V, σ. 63 επ. (φύλλα 198 επ. του παραρτήματος του δικογράφου της προσφυγής).
14 – Παραπέμποντας σε Cabral et al. Livro Vermelho dos Vertebrados de Portugal, 1989.
15 – Παραπέμποντας σε Heath and Tucker, Birds in Europe, 1994.
16 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σ. 64 (φύλλο 199).
17 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σ. 68 επ. (φύλλα 203 επ.).
18 – Birdlife International (Παπάζογλου κ.λπ.), BirdsintheEuropeanUnion – astatusassessment, 2004, σ. 32, , βλ. επίσης Kollar, H. P., ActionPlanfortheGreatBustard (OtisTarda) inEurope, .
19 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σ. 64 (φύλλο 199).
20 – Ιδίως, η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της σημασίας των επιμέρους συνεπειών του έργου, όπως, π.χ., της απώλειας εκτάσεων, του κατακερματισμού, του θορύβου, της μολύνσεως της ατμόσφαιρας ή του κινδύνου από τα διερχόμενα οχήματα. Κατά συνέπεια δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας για τους οικοτόπους, βλ. απόφαση Waddenzee (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 54). Ωστόσο, η Επιτροπή δεν προβάλλει αιτίαση ως προς τη συγκεκριμένη παράβαση.
21 – Τόμος III/V, σ. 78 (φύλλο 222 του παραρτήματος του δικογράφου της προσφυγής).
22 – Απόφαση Waddenzee (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 59).
23 – Έτσι το Δικαστήριο απέρριψε, με την απόφαση Golfplatz Wörschach (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 27), παρόμοια επιχειρήματα χωρίς άλλη αιτιολογία.
24 – Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ρητώς τη διάκριση μεταξύ των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους με την απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C-441/03, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (συμμόρφωση προς οδηγία) (Συλλογή 2005, σ. I-3043, σκέψεις 26 και 28).
25 – Βλ. την απόφαση Golfplatz Wörschach, σκέψη 26, και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger, σημείο 40 (αμφότερες προαναφερθείσες στην υποσημείωση 10), καθώς και τις από 29 Ιανουαρίου 2004 προτάσεις μου στην υπόθεση C-127/02, Waddenvereniging und Vogelbeschermingsvereniging [Waddenzee] (Συλλογή 2004, σ. I-7405, σημείο 108).
26 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1979, 251/78, Denkavit (Συλλογή 1979, σ. 3369, σκέψη 24), και της 12ης Ιουλίου 1990, C-128/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1990, σ. I-3239, σκέψη 23) για την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, C-157/94, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1997, σ. I-5699, σκέψη 51) για το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, καθώς και αποφάσεις της 28ης Mαρτίου 1996, C-318/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, σ. I-1949, σκέψη 13) και της 10ης Απριλίου 2003, C-20/01 και C-28/01, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2003, σ. I-3609, σκέψη 58) για τις συμβάσεις του Δημοσίου. Ως προς το άρθρο 6, παράγραφος 4, βλ. τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Lauteracher Ried (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, σημείο 68).
27 – Στην απόφαση Waddenzee (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 59) το Δικαστήριο έχει χρησιμοποιήσει την έννοια της εύλογης αμφιβολίας σε σχέση με το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας περί οικοτόπων.
28 – Παραπλανητική ως προς το σημείο αυτό η απόφαση Επιτροπή κατά Ολλανδίας (συμμόρφωση προς οδηγία) (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 24, σκέψη 27), κατά την οποία «η έλλειψη εναλλακτικών λύσεων και η συνδρομή επιτακτικών λόγων σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, σκοπό έχουν να παράσχουν στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να λάβει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο […]».
29 – Αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 2005, C-96/03 και C-97/03, Tempelman und van Schaijk (Συλλογή 2005, σ. I-1895, σκέψη 47), της 3ης Ιουλίου 2003, C-220/01, Lennox (Συλλογή 2003, σ. I-7091, σκέψη 76), της 12ης Ιουνίου 2003, C-112/00, Schmidberger (Συλλογή 2003, σ. I-5659, σκέψη 79), της 12ης Μαρτίου 2002, C-27/00 και C-122/00, Omega Air κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-2569, σκέψη 62) και της 12ης Ιουλίου 2001, C-189/01, Jippes κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-5689, σκέψη 81) καθώς και προτάσεις μου στην υπόθεση Waddenzee (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 25, σημείο 106).
30 – Ωστόσο, τούτο θα μπορούσε να συνάγει κάποιος από τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής, Διαχείριση των περιοχών του δικτύου Natura 2000, οι διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας 92/43/EΟΚ για τα ενδιαιτήματα, Λουξεμβούργο 2000 [σ. 43 επ. του ελληνικού κειμένου].
31 – Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 29 νομολογία.
32 – Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Lauteracher Ried (προαναφερθείσες στην υποσημείωση 5, σημείο 72) και προτάσεις μου της 9ης Ιουνίου 2005 στην υπόθεση C-6/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου [συμμόρφωση προς οδηγία] (που δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 46).
33 – Βλ. προτάσεις μου της 3ης Φεβρουαρίου 2005 στην υπόθεση C-441/03, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών [συμμόρφωση προς οδηγία] (Συλλογή 2005, σ. I-3043, σημείο 15).
34 – Όπως μέτρα για την απορρόφηση του θορύβου, κατασκευή του αυτοκινητόδρομου σε σχήμα αύλακος, ειδική επεξεργασία των λυμάτων κ.λπ.
35 – Βλ. τις προτάσεις μου στην υπόθεση Lauteracher Ried (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, σημείο 74).
36 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 25 επ.
37 – Π.χ. προστατευτικές κατασκευές στις διασταυρώσεις και διαχωριστικά τοιχώματα για την αποφυγή συγκρούσεων.
Full & Egal Universal Law Academy