ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 10ης Μαΐου 2005 1(1)
Υπόθεση C-247/04
Transport Maatschappij Traffic BV
κατά
Staatssecretaris van Economische Zaken
[αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Τελωνειακός κώδικας – Επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών – Προϋποθέσεις – Έννοια της έκφρασης “οφειλόταν νομίμως” – Ένταλμα πληρωμής που έχει εκδοθεί από αναρμόδια υπηρεσία σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία»
I – Εισαγωγή
1. Με απόφασή του της 28ης Μαΐου 2004 το ολλανδικό College van Beroep voor het bedrijfsleven υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα που αφορούσε την ερμηνεία του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. Το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε ουσιαστικά το ερώτημα αν ένας δασμός «οφείλεται νομίμως» κατά την έννοια του άρθρου 236 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 (2) και στην περίπτωση που η επίσης προβλεπόμενη στον τελωνειακό κώδικα γνωστοποίηση πάσχει κάποιο τυπικό ελάττωμα –στην περίπτωση της κύριας δίκης η γνωστοποίηση εκδόθηκε από αναρμόδια υπηρεσία.
II – Νομικό πλαίσιο
Α –Το κοινοτικό δίκαιο
2. Το άρθρο 4 του τελωνειακού κώδικα περιέχει τους ακόλουθους ορισμούς:
«Κατά την έννοια του παρόντος κώδικα, νοούνται ως:
[…]
9. Τελωνειακή οφειλή: η υποχρέωση προσώπου να καταβάλει τους εισαγωγικούς δασμούς (τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή) ή τους εξαγωγικούς δασμούς (τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή) που επιβάλλονται σε συγκεκριμένα εμπορεύματα σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις.
[…]
23. Ισχύουσες διατάξεις: οι κοινοτικές ή οι εθνικές διατάξεις.»
3. Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο ΙΙ που επιγράφεται «Στοιχεία βάσει των οποίων εφαρμόζονται οι εισαγωγικοί ή εξαγωγικοί δασμοί καθώς και τα άλλα μέτρα που προβλέπονται στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών», προβλέπει τα εξής:
«Οι δασμοί που καθίστανται απαιτητοί σε περίπτωση γένεσης τελωνειακής οφειλής βασίζονται στο δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»
4. Ο τίτλος VII, κεφάλαιο 2, του τελωνειακού κώδικα ρυθμίζει τα της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής. Οι διατάξεις του κεφαλαίου αυτού αφορούν, μεταξύ άλλων, τις προϋποθέσεις για τη γένεση τελωνειακής οφειλής, το χρονικό σημείο καθώς και τον τόπο γενέσεώς της.
5. Στον τίτλο VII, κεφάλαιο 3, του τελωνειακού κώδικα, που επιγράφεται «Είσπραξη του ποσού της τελωνειακής οφειλής», το άρθρο 221 προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. Το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις βεβαιωθεί.
2. Όταν αναφέρεται ενδεικτικά στην τελωνειακή διασάφηση το ποσό των εισπρακτέων δασμών, η τελωνειακή αρχή μπορεί να ορίσει ότι η γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται μόνον αν το ποσό των δασμών που έχει αναγραφεί στη διασάφηση δεν αντιστοιχεί στο ποσό που αυτή καθορίζει.
[…]»
6. Το άρθρο 236, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, που περιλαμβάνεται στον τίτλο VII, κεφάλαιο 5, και επιγράφεται «Επιστροφή και διαγραφή δασμών», προβλέπει τα εξής:
«Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών πραγματοποιείται εφόσον αποδεικνύεται ότι κατά τη στιγμή της πληρωμής τους το ποσό τους δεν οφειλόταν νομίμως ή ότι το ποσό βεβαιώθηκε κατά παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2.»
7. Τα άρθρα 243 έως 246 αποτελούν τον τίτλο VIII του τελωνειακού κώδικα που επιγράφεται «Δικαίωμα προσφυγής». Το άρθρο 243, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει τα εξής:
«Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας οι οποίες το αφορούν άμεσα και ατομικά.»
Β – Η εθνική νομοθεσία
8. Το άρθρο 22a, παράγραφοι 1 και 2, του Algemene wet inzake rijksbelastingen (γενικού νόμου περί των δημοσίων εσόδων από φόρους, τέλη και δασμούς, στο εξής: AWR) προβλέπει τα εξής:
«1. Η γνωστοποίηση που προβλέπει το άρθρο 221, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα σχετικά με το ποσό των εισαγωγικών δασμών πραγματοποιείται μέσω εντάλματος πληρωμής που εκδίδει ο επιθεωρητής τελωνείων.
2. Κατ’ απόκλιση από την παράγραφο 1, το ένταλμα πληρωμής για δασμούς αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικούς δασμούς εκδίδεται από τον Υπουργό των Οικονομικών.»
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
9. Με ένταλμα πληρωμής της 18ης Δεκεμβρίου 1997, ο Inspecteur Belastingdienst/Douane district Roosendaal (τελωνειακή αρχή της περιφέρειας του Roosendaal, στο εξής: επιθεωρητής) ανακοίνωσε στην προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, ήτοι στην Transport Maatschappij Traffic BV (στο εξής: TMT), ότι οφείλει δασμούς αντιντάμπινγκ ύψους 62 045,20 ολλανδικών φιορινίων (NLG) (28 154,88 ευρώ). Στις 19 Φεβρουαρίου 1998, η TMT άσκησε διοικητική ένσταση κατά του ανωτέρω εντάλματος. Με έγγραφο της 18ης Μαΐου 1998, η ΤΜΤ παραιτήθηκε της ανωτέρω διοικητικής ενστάσεως διότι ήταν εκπρόθεσμη.
10. Ταυτοχρόνως υπέβαλε αίτηση επιστροφής βάσει του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα. Η ΤΜΤ υποστήριξε με την αίτησή της επιστροφής ότι ο επιθεωρητής δεν ήταν αρμόδιος σύμφωνα με το άρθρο 22a, παράγραφος 2, του AWR να εκδώσει το εν λόγω ένταλμα πληρωμής και ότι, ως εκ τούτου, ο επιβληθείς δασμός αντιντάμπινγκ δεν οφειλόταν νομίμως. Η ανωτέρω αίτηση επιστροφής απορρίφθηκε με απόφαση της 12ης Απριλίου 2000, η δε κατ’ αυτής ασκηθείσα διοικητική ένσταση απορρίφθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2000 με απόφαση του καθού της κύριας δίκης.
11. Το College van Beroep voor het bedrijfsleven (στο εξής: College) δέχτηκε την ασκηθείσα κατά της απορριπτικής αποφάσεως προσφυγή με απόφασή του της 13ης Φεβρουαρίου 2002 και ακύρωσε την απόφαση. Το καθού της κύριας δίκης εξέδωσε στις 19 Νοεμβρίου 2002 νέα απόφαση με την οποία απέρριψε εκ νέου τη διοικητική ένσταση της TMT που στρεφόταν κατά της απορρίψεως της αιτήσεώς της για επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ. Κατά της νέας αυτής αποφάσεως η ΤΜΤ άσκησε στις 24 Δεκεμβρίου 2002 εκ νέου προσφυγή ενώπιον του College.
IV – Προδικαστικό ερώτημα
12. Το College αποφάσισε στις 28 Μαΐου 2004 να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του ακόλουθου ερωτήματος:
«Πρέπει η περιεχόμενη στο άρθρο 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα έκφραση “οφειλόταν νομίμως” να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά μόνον το ζήτημα αν πληρούνται οι προϋποθέσεις γενέσεως τελωνειακής οφειλής όπως εκτίθενται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου VII του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ή υπό την έννοια ότι πρόκειται για νόμιμη οφειλή μόνον όταν δεν μπορεί να προβληθεί κανένας λόγος, περιλαμβανομένων των λόγων που απορρέουν από τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις κατά το σημείο 23 του άρθρου 4 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, για τον οποίο δύναται να προσβληθεί η γνωστοποίηση ότι οφείλονται δασμοί;»
13. Με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν, κατά τον χρόνο καταβολής του, το ποσό των καταβλητέων εισαγωγικών δασμών «οφειλόταν νομίμως» κατά την έννοια του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα, στην περίπτωση που η γνωστοποίησή του δεν έγινε «με την κατάλληλη διαδικασία» και, ως εκ τούτου, κατά παράβαση του άρθρου 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.
V – Νομική εκτίμηση
Α – Επί της διατυπώσεως του άρθρου 236, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα
14. Το άρθρο 236, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΤΚ προβλέπει ότι η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών πραγματοποιείται εφόσον αποδεικνύεται ότι κατά τη στιγμή της πληρωμής τους το ποσό τους δεν οφειλόταν νομίμως. Η έννοια αυτή της νόμιμης οφειλής δεν προσδιορίζεται αναλυτικότερα ούτε στο ίδιο το άρθρο 236 ούτε σε άλλες διατάξεις του τελωνειακού κώδικα. Ούτε από τη χρήση της εκφράσεως αυτής στην καθομιλουμένη μπορεί να προκύψει κάποια σαφής ερμηνεία. Ο όρος «νομίμως» μπορεί να αναφέρεται εξίσου στο κοινοτικό δίκαιο και μόνον όσο και στο σύνολο των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου.
15. Το άρθρο 4, σημείο 23, του ΤΚ παραπέμπει μεν στις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις, ωστόσο η παραπομπή αυτή είναι χρήσιμη για τον ορισμό της εννοίας των «ισχυουσών διατάξεων», καθό μέτρο η έννοια αυτή χρησιμοποιείται στον τελωνειακό κώδικα. Από την παραπομπή αυτή δεν μπορεί να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα σχετικά με το περιεχόμενο της έκφρασης «νομίμως» ήτοι «οφειλόταν νομίμως».
16. Ακόμη και η διατύπωση ότι το ποσό πρέπει να «οφείλεται» τονίζει απλώς το γεγονός ότι πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γένεση του δασμού. Από τη διατύπωση αυτή δεν συνάγεται το ποιες ακριβώς είναι οι προϋποθέσεις αυτές και, συγκεκριμένα, αν μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η γνωστοποίηση του ποσού του δασμού με την κατάλληλη διαδικασία, ήτοι σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία αυτή.
17. Δεδομένου ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου είναι εξίσου δεσμευτικές στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις, η ερμηνεία μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου απαιτεί τη σύγκριση όλων των γλωσσικών αποδόσεων (3). Η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας για ομοιόμορφη εφαρμογή απαγορεύει τη μεμονωμένη εξέταση της διατάξεως και επιβάλλει όπως αυτή ερμηνεύεται υπό το φως όλων των λοιπών γλωσσικών αποδόσεων (4). Εντούτοις, στην περίπτωση του άρθρου 236, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΤΚ δεν προκύπτει και από τις λοιπές γλωσσικές αποδόσεις κάποιο επιπλέον στοιχείο ως προς το περιεχόμενο της έκφρασης «οφειλόταν νομίμως» (5).
18. Η TMT υποστηρίζει ότι θα πρέπει να συνεκτιμηθούν όλες οι περιστάσεις που συνέτρεχαν κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 236, παράγραφος 1, του ΤΚ, το ποσό των δασμών δεν πρέπει να οφειλόταν νομίμως «κατά τη στιγμή της πληρωμής». Είναι μεν ορθόν ότι η ύπαρξη οφειλής κρίνεται κατά τον χρόνο της πληρωμής, ωστόσο από την ανωτέρω διατύπωση δεν συνάγεται από ποια στοιχεία εξαρτάται η ύπαρξη οφειλής.
19. Επομένως, από τη διατύπωση και μόνον της διατάξεως δεν προκύπτουν κάποια στοιχεία σε σχέση με την επιβαλλόμενη ερμηνεία.
Β – Συστηματική ερμηνεία
1. Η σημασία της γνωστοποιήσεως που προβλέπει το άρθρο 221, παράγραφος 1, του ΤΚ στο σύστημα του τελωνειακού κώδικα
20. Τόσο η TMT, ως προσφεύγουσα της κύριας δίκης, όσο και η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλέστηκαν με τις παρατηρήσεις τους τη συστηματική κατάταξη της γνωστοποιήσεως στο πλαίσιο του τελωνειακού κώδικα καθώς και τη λειτουργία που αυτή επιτελεί.
21. Η Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι από τη δυνατότητα να παραλειφθεί τελείως η γνωστοποίηση, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 221, παράγραφος 2, του ΤΚ, προκύπτει ότι η έλλειψή της ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι το ποσό του δασμού οφείλεται νομίμως. Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό. Πράγματι, το άρθρο 221, παράγραφος 2, του ΤΚ προβλέπει τρόπον τινά ως υποκατάστατο για τη μη πραγματοποιηθείσα γνωστοποίηση τη μνεία του καταβλητέου ποσού των δασμών στην τελωνειακή διασάφηση. Επομένως, η διάταξη αυτή μπορεί να ερμηνευθεί και υπό την έννοια ότι μια τέτοιου είδους μνεία επιτελεί τη λειτουργία της γνωστοποιήσεως και όσον αφορά την έκφραση “οφειλόταν νομίμως».
22. Η TMT υποστηρίζει ότι το άρθρο 4, σημείο 9, του ΤΚ ορίζει την τελωνειακή οφειλή ως την υποχρέωση ενός προσώπου να καταβάλει τους εισαγωγικούς δασμούς (τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή) ή τους εξαγωγικούς δασμούς (τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή) που επιβάλλονται σε συγκεκριμένα εμπορεύματα σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις. Ωστόσο, η υποχρέωση καταβολής των δασμών αυτών γεννάται το πρώτον με τη γνωστοποίηση του άρθρου 221, παράγραφος 1, του ΤΚ. Αυτό είναι ορθό μόνον καθό μέτρο η προθεσμία για την καταβολή τρέχει κατά κανόνα το πρώτον (άρθρο 222, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του ΤΚ) από της ημερομηνίας γνωστοποιήσεως. Ωστόσο, τα ανωτέρω ουδόλως διαφωτίζουν το ζήτημα από ποιο χρονικό σημείο οφείλεται κατ’ αρχήν η φορολογική οφειλή καθ’ εαυτήν, δεδομένου ότι η ύπαρξη και το ληξιπρόθεσμο μιας απαιτήσεως πρέπει να διακρίνονται εννοιολογικά και να κρίνονται χωριστά όσον αφορά το χρονικό σημείο γενέσεώς της. Επομένως, από το άρθρο 4, σημείο 9, του ΤΚ, το οποίο κάνει λόγο για υποχρέωση καταβολής, δεν προκύπτει ότι η υποχρέωση αυτή γεννάται το πρώτον άπαξ καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση, ήτοι μετά τη γνωστοποίηση.
23. Αντιθέτως, η διατύπωση το άρθρου 221, παράγραφος 3, του ΤΚ συνηγορεί υπέρ της προεκτεθείσας ερμηνείας ότι η γένεση της τελωνειακής οφειλής πρέπει να διακρίνεται αυστηρά από το πότε καθίσταται ληξιπρόθεσμη. Το άρθρο 221, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του ΤΚ προβλέπει για τη γνωστοποίηση μια προθεσμία που άρχεται από της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, τονίζοντας με τον τρόπο αυτόν ότι ήδη κατά τον χρόνο γνωστοποιήσεως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη γένεση της οφειλής. Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορεί και η διατύπωση του άρθρου 221, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του ΤΚ, το οποίο παρέχει στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα –υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στη διάταξη αυτή– να προβούν στη γνωστοποίηση και μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής εφόσον δεν ήσαν σε θέση (ήτοι σε αυτό το προγενέστερο της γνωστοποιήσεως χρονικό σημείο) να προσδιορίσουν επακριβώς το νομίμως οφειλόμενο ποσό.
24. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προέβαλε επίσης ότι το άρθρο 236, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του ΤΚ προβλέπει τη διαγραφή των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών στην περίπτωση που το ποσό κατά τον χρόνο της βεβαιώσεώς του δεν οφειλόταν νομίμως, πράγμα το οποίο αποτελεί επιχείρημα κατά της απόψεως ότι η γνωστοποίηση έχει συστατικό χαρακτήρα. Πράγματι, δεδομένου ότι η γνωστοποίηση έπεται, από χρονικής απόψεως, της βεβαιώσεως σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 221, παράγραφος 1, του ΤΚ, στην περίπτωση που η γνωστοποίηση είχε συστατικό χαρακτήρα σε σχέση με την ύπαρξη νόμιμης οφειλής, ουδέποτε θα «οφειλόταν νομίμως» κατά τον χρόνο της βεβαιώσεως ένα ποσό κατά την ανωτέρω έννοια και, ως εκ τούτου, θα ήταν πάντοτε δυνατή η διαγραφή. Ως εκ τούτου, πρέπει το εκάστοτε ποσό να οφείλεται νομίμως πριν από τη βεβαίωση και τη γνωστοποίησή του.
25. Επομένως, η θέση της γνωστοποιήσεως στη συστηματική διάρθρωση του τελωνειακού κώδικα καθώς και η λειτουργία που αυτή επιτελεί συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι δεν έχει συστατικό χαρακτήρα σε σχέση με την ύπαρξη νόμιμης οφειλής («οφειλόταν νομίμως»).
2. Η χρήση της έκφρασης «οφειλόταν νομίμως» σε άλλες διατάξεις του τελωνειακού κώδικα
26. Ορισμένα στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο της έκφρασης «οφειλόταν νομίμως» θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκύψουν και από τη χρήση της εννοίας αυτής σε άλλες διατάξεις του τελωνειακού κώδικα.
27. Η Επιτροπή υποστήριξε με τα υπομνήματά της την άποψη ότι η αναφορά του άρθρου 220 και του άρθρου 228 του ΤΚ στους «κατά τον νόμο οφειλόμενους» δασμούς αφορά τον υπολογισμό τους βάσει του δασμολογίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι η χρήση της εννοίας αυτής στον τελωνειακό κώδικα αφορά αποκλειστικά τον υπολογισμό του ποσού των δασμών. Ωστόσο, το συμπέρασμα αυτό δεν είναι απόλυτο, διότι από τη διατύπωση τόσο του άρθρου 220 όσο και του άρθρου 228, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του ΤΚ προκύπτει σαφώς ότι τα άρθρα αυτά αφορούν (μόνον) τον υπολογισμό της τελωνειακής οφειλής. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 236, παράγραφος 1, του ΤΚ.
28. Το άρθρο 217 του ΤΚ περί βεβαιώσεως της τελωνειακής οφειλής, επί του οποίου στηρίχθηκε η Επιτροπή με την ίδια επιχειρηματολογία, αναφέρεται με την παράγραφό του 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β΄, στο «ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών». Απ’ αυτό συνάγεται και πάλι ότι οι προϋποθέσεις προκειμένου ένα ποσό να «οφείλεται νομίμως» πρέπει να συντρέχουν ήδη πριν από τη βεβαίωσή του.
29. Παρεμφερή διατύπωση έχει και το άρθρο 201, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του ΤΚ, το οποίο επίσης επικαλείται η Επιτροπή –«[…] δεν εισπράττονται εν μέρει ή και καθόλου οι νομίμως οφειλόμενοι δασμοί»–, πράγμα από το οποίο συνάγεται ότι πρόκειται για (ήδη) νομίμως οφειλόμενους δασμούς οι οποίοι στη συνέχεια εισπράττονται ή όχι.
30. Πέραν των ανωτέρω, η Επιτροπή υποστήριξε επίσης ότι από το άρθρο 20, παράγραφος 1, του ΤΚ προκύπτει ότι η μόνη νομική βάση για τους καταβλητέους δασμούς είναι το δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, επομένως η έκφραση “οφειλόταν νομίμως» αναφέρεται μόνο στον υπολογισμό των δασμών. Κατά το άρθρο 20, παράγραφος 1, οι δασμοί που καθίστανται απαιτητοί σε περίπτωση γενέσεως τελωνειακής οφειλής βασίζονται στο δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Επομένως, πράγματι η διατύπωση αυτή, αν απομονωθεί, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το αν ένας δασμός «οφείλεται νομίμως» εξαρτάται αποκλειστικά από τον ορθό υπολογισμό του δασμού.
31. Εντούτοις, από το άρθρο 20, παράγραφος 1, του ΤΚ προκύπτει περαιτέρω ότι οι δασμοί ήδη οφείλονται νομίμως «σε περίπτωση γένεσης τελωνειακής οφειλής». Οι προϋποθέσεις για τη γένεση τελωνειακής οφειλής ρυθμίζονται στον τίτλο VII, κεφάλαιο 2, του τελωνειακού κώδικα. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο κεφάλαιο αυτό, η τελωνειακή οφειλή γεννάται, στην περίπτωση της εισαγωγής ή της θέσεως του εμπορεύματος σε ελεύθερη κυκλοφορία, κατά τον χρόνο αποδοχής της σχετικής τελωνειακής διασαφήσεως. Αντιθέτως, η ανάγκη γνωστοποιήσεως της υπολογισθείσας από τις τελωνειακές αρχές τελωνειακής οφειλής (άρθρο 221) καθώς και η λειτουργία της, η οποία έγκειται στο ότι καθιστά ληξιπρόθεσμη την τελωνειακή οφειλή και στο ότι, με τον τρόπο αυτόν, άρχεται η προθεσμία καταβολής που προβλέπει το άρθρο 222 του ΤΚ, ρυθμίζονται χωριστά στο επιγραφόμενο «Είσπραξη της τελωνειακής οφειλής» κεφάλαιο 3 του τίτλου VII του τελωνειακού κώδικα. Από τη διάκριση αυτή μεταξύ της υπάρξεως της απαιτήσεως και της εισπράξεώς της προκύπτει ότι η γένεση της τελωνειακής οφειλής είναι ανεξάρτητη από τη (χρονικά μεταγενέστερη) γνωστοποίηση και ότι η γνωστοποίηση δεν επηρεάζει πλέον την ύπαρξη της τελωνειακής οφειλής.
32. Η Επιτροπή στηρίζει την επιχειρηματολογία της και στο άρθρο 79 του ΤΚ. Και το άρθρο αυτό χρησιμοποιεί στο δεύτερο εδάφιό του την έννοια «των νομίμως οφειλομένων» σε σχέση με την «επιβολή των νομίμως οφειλόμενων δασμών».
33. Επομένως, δεδομένου ότι η γνωστοποίηση αποτελεί μέρος της ρυθμιζόμενης στον τίτλο VII, κεφάλαιο 3, εισπράξεως των δασμών, προκύπτει από τη διατύπωση αυτή επίσης ότι οι δασμοί οφείλονται νομίμως κατά την έννοια του τελωνειακού κώδικα ήδη πριν από την επιβολή τους η οποία αρχίζει με τη βεβαίωσή τους βάσει του άρθρου 217 του ΤΚ.
34. Η δε χρήση της εννοίας «οφείλεται νομίμως» σε άλλες διατάξεις του τελωνειακού κώδικα στηρίζει βάσει των ανωτέρω την ερμηνεία σύμφωνα με την οποία η γνωστοποίηση δεν ασκεί επιρροή επί του αν το ποσό «οφείλεται νομίμως».
3. Επί του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89
35. Η Ολλανδική Κυβέρνηση τόνισε με τις παρατηρήσεις της ότι μια από τις λειτουργίες που επιτελεί η γνωστοποίηση του άρθρου 221, παράγραφος 1, του ΤΚ απορρέει από τον κανονισμό 1552/89 (6), του οποίου το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι τυχόν απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων θεωρείται βεβαιωθείσα «άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη». Εν αντιθέσει προς την προϊσχύσασα διάταξη, η οποία προέβλεπε ότι «[…] μόλις ο οφειλέτης γίνει γνωστός και το ποσό της απαίτησης μπορεί να υπολογιστεί από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές, αφού τηρηθούν όλες οι εφαρμοστέες εν προκειμένω κοινοτικές διατάξεις» (η υπογράμμιση δική μου), η διατύπωση της εσχάτως τροποποιηθείσας διατάξεως δεν οδηγεί ωστόσο σε κάποιο συμπέρασμα ως προς το αν με τις εν λόγω «τελωνειακές διατάξεις» νοούνται μόνον οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ή και οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας.
36. Επομένως, η συνεξέταση της ρυθμίσεως αυτής με τις ρυθμίσεις του τελωνειακού κώδικα είναι ατελέσφορη ως προς το ζήτημα της ερμηνείας.
4. Επί των προϊσχυσασών ρυθμίσεων των άρθρων 236 και 221 του ΤΚ
37. Η TMT υποστήριξε με τις παρατηρήσεις της ότι από τις προϊσχύσασες ρυθμίσεις, τις οποίες αντικατέστησαν τα άρθρα 236 και 221 του ΤΚ, ενδέχεται να προκύπτει η ορθή ερμηνεία των νυν ισχυουσών διατάξεων.
38. Η ΤΜΤ επικαλείται τη διατύπωση της προϊσχύσασας ρυθμίσεως του άρθρου 236, παράγραφος 1, του ΤΚ, ήτοι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου (7), προβάλλοντας ότι το άρθρο αυτό προέβλεπε τη διαγραφή άπαξ το βεβαιωθέν ποσό υπερέβαινε –για οποιονδήποτε λόγο– το νομίμως οφειλόμενο. Σκοπός της ρυθμίσεως που τέθηκε στη συνέχεια σε ισχύ δεν ήταν να επιφέρει κάποια μεταβολή ως προς το σημείο αυτό.
39. Παρέλκει εν προκειμένω η εξέταση του αν πράγματι σκοπός του τελωνειακού κώδικα ήταν να επιφέρει ορισμένες τροποποιήσεις (8). Πράγματι, η προϊσχύσασα ρύθμιση προέβλεπε μεν ότι δεν ασκεί επιρροή το για ποιον λόγο δεν οφειλόταν το ποσό, εντούτοις εν προκειμένω πρέπει ακριβώς να διευκρινιστεί αν πράγματι το ποσό «οφειλόταν νομίμως» κατά την έννοια του άρθρου 236, παράγραφος 1, του ΤΚ, μολονότι κατά τη γνωστοποίηση παραβιάστηκαν οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας περί αρμοδιότητας. Η ΤΜΤ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, επειδή ακριβώς θεωρεί ως δεδομένο ότι το εκάστοτε ποσό οφείλεται μόνον εφόσον υπάρχει νομότυπη γνωστοποίηση. Εντούτοις, αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο.
40. Εν πάση περιπτώσει, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79, «[ε]πιτρέπεται η επιστροφή ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή η διαγραφή χρέους εισαγωγικών δασμών, καθό μέτρο κρίνεται ικανοποιητικό από τις αρμόδιες αρχές ότι το βεβαιωθέν ποσό των δασμών […] είναι ανώτερο, ανεξαρτήτως λόγου, από εκείνο που νομίμως έπρεπε να εισπραχθεί». Η διάταξη αυτή συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι με τη δυνατότητα επιστροφής των μη οφειλόμενων επιπλέον δασμών λαμβάνονται υπόψη μόνον οι περιπτώσεις αυτές κατά τις οποίες η χρησιμοποιηθείσα βάση υπολογισμού του ποσού του δασμού ήταν εσφαλμένη και, ως εκ τούτου, το ύψος της τελωνειακής οφειλής υπολογίστηκε εσφαλμένα (9). Επιπλέον, τούτο αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1430/79 στις οποίες γίνεται μνεία, μεταξύ άλλων, των λογιστικών σφαλμάτων ή των παραδρομών και των εσφαλμένων ή ατελών βάσεων εκτελωνισμού. Περαιτέρω, πρέπει να μνημονευθεί το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3040/83 (10), το οποίο διευκρινίζει διά νομοθετικού ορισμού ότι ως «ποσό που νόμιμα πρέπει να εισπραχθεί κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79, νοείται το ποσό των εισαγωγικών δασμών το οποίο, κατ’ εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν κατά την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία –συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων των σχετικών με την παροχή μειωμένου ή μηδενικού δασμού–, έπρεπε να εισπραχθεί για τα εμπορεύματα αυτά, αν όλα τα στοιχεία και έγγραφα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή αυτών των κανόνων είχαν δηλωθεί και υποβληθεί ορθά και αν είχαν πραγματικά ληφθεί υπόψη από τις αρμόδιες αρχές για τον υπολογισμό των δασμών αυτών» (11).
41. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν είναι λυσιτελής η επιχειρηματολογία που στηρίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79.
42. Περαιτέρω, η TMT επικαλείται την προϊσχύσασα ρύθμιση του άρθρου 221, παράγραφος 1, του ΤΚ, ήτοι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1854/89 (12). Το άρθρο αυτό προέβλεπε, όπως και το νυν ισχύον άρθρο 221, παράγραφος 1, του ΤΚ –το οποίο έχει ως προς το σημείο αυτό ακριβώς την ίδια διατύπωση–, ότι το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται «σύμφωνα με την ισχύουσα διαδικασία». Η ΤΜΤ φρονεί ότι σε περίπτωση παραβάσεως των σχετικών διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας (13) υπάρχει, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1854/89, και παράβαση της διατάξεως αυτής (14). Σκοπός της μεταγενέστερης ρυθμίσεως του άρθρου 221, παράγραφος 1, του ΤΚ δεν ήταν να επιφέρει κάποια μεταβολή ως προς το σημείο αυτό.
43. Δεν υπάρχει νομολογία –που να παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση– σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1854/89. Η μόνη απόφαση που εξετάζει τη διάταξη αυτή (15) αφορά μόνον την προβλεπόμενη στην εν λόγω ρύθμιση προθεσμία, όχι όμως τη σημασία της απαιτήσεως όπως η γνωστοποίηση έχει γίνει «σύμφωνα με την ισχύουσα διαδικασία». Εντούτοις, ακόμη και στην περίπτωση που είναι ορθή η ερμηνεία που προτείνει η ΤΜΤ, και πάλι τούτο δεν σημαίνει ότι τυχόν παράβαση της απαιτήσεως που προβλέπει τη γνωστοποίηση «σύμφωνα με την ισχύουσα διαδικασία» έχει επιπτώσεις στον νομικό χαρακτηρισμό της έκφρασης «οφειλόταν νομίμως».
44. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εξέταση των ανωτέρω προϊσχυσασών ρυθμίσεων δεν μπορεί να στηρίξει την προτεινόμενη από την ΤΜΤ ερμηνεία του άρθρου 236, παράγραφος 1, του ΤΚ.
Τελολογική ερμηνεία
45. Τέλος, από το περιεχόμενο και τον σκοπό της διατάξεως μπορούν να προκύψουν ορισμένα στοιχεία για την επιβαλλόμενη ερμηνεία της έκφρασης «οφειλόταν νομίμως».
46. Στην περίπτωση των εισαγωγικών δασμών πρόκειται για ίδιους πόρους της Κοινότητας, των οποίων η ρύθμιση υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας (16). Εντεύθεν συνάγεται –πράγμα που ορθώς επισήμανε η Ολλανδική Κυβέρνηση– ότι υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ενιαία εφαρμογή της σε κοινοτικό επίπεδο και, ως εκ τούτου, τυχόν ιδιαιτερότητες της εθνικής νομοθεσίας περιορίζονται αυστηρά από τον τελωνειακό κώδικα (17).
47. Αν γίνει δεκτή η άποψη της ΤΜΤ και θεωρηθεί ότι η νομότυπη γνωστοποίηση αποτελεί προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό ενός ποσού ως νομίμως οφειλομένου, τότε η επιστροφή των δασμών βάσει του άρθρου 236, παράγραφος 1, του ΤΚ εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση κατά τρόπο αποφασιστικό από την τήρηση των εθνικών διατάξεων που διέπουν τη σχετική διαδικασία. Οι διατάξεις αυτές ενδέχεται –ιδίως όσον αφορά το νομότυπο της απαιτούμενης γνωστοποιήσεως– να διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους. Ως εκ τούτου, αν γίνει δεκτή η άποψη αυτή, δεν διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή του τελωνειακού κώδικα. Τούτο όχι μόνο θα είχε επιπτώσεις επί του προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αλλά θα είχε ως συνέπεια και τη στρέβλωση του ανταγωνισμού λόγω της πιθανώς διαφορετικής από το ένα κράτος μέλος στο άλλο διοικητικής πρακτικής σε εθνικό επίπεδο. Επομένως, η έκφραση “οφειλόταν νομίμως» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά μόνον τις προϋποθέσεις (που ορίζει το κοινοτικό δίκαιο) για τη γένεση τελωνειακής οφειλής.
48. Για τον ίδιο λόγο δεν είναι λυσιτελής ούτε η επιχειρηματολογία που στηρίζεται στο άρθρο 221, παράγραφος 3, του ΤΚ. Συναφώς, η ΤΜΤ υποστηρίζει ότι η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτής τριετής προθεσμία είναι άνευ περιεχομένου, αν η πάροδός της δεν έχει συνέπειες σε σχέση με την ύπαρξη «νόμιμης οφειλής». Η ΤΜΤ παρατηρεί ορθώς μεν ότι σύμφωνα με την αντίθετη –εν προκειμένω υποστηριζόμενη– άποψη η πάροδος της προθεσμίας δεν συνεπάγεται ότι η τελωνειακή οφειλή δεν οφείλεται (πλέον) νομίμως κατά την έννοια του άρθρου 236, παράγραφος 1, του ΤΚ. Εντούτοις, η πάροδος της προθεσμίας εμποδίζει την εκ των υστέρων γνωστοποίηση και, ως εκ τούτου, την προβολή αξιώσεως περί καταβολής της τελωνειακής οφειλής, επομένως αναπτύσσει συνέπειες στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η τελωνειακή οφειλή δεν έχει εισέτι εξοφληθεί. Στις περιπτώσεις αυτές, η πάροδος της προθεσμίας συνεπάγεται ότι η (γεννηθείσα) οφειλή δασμών ουδέποτε καθίσταται ληξιπρόθεσμη (18). Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα είχε ως περαιτέρω συνέπεια ότι η επιστροφή εσόδων που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο, όπως είναι οι εισαγωγικοί δασμοί, θα εξαρτάτο από την τήρηση των εθνικών διατάξεων που διέπουν τη σχετική διαδικασία στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 221, παράγραφος 1, του ΤΚ με τη διατύπωση «με την κατάλληλη διαδικασία». Τούτο δεν συμβαδίζει με την ενιαία εφαρμογή σε κοινοτικό επίπεδο του τελωνειακού κώδικα και με την εντεύθεν ίση μεταχείριση όλων όσοι οφείλουν δασμούς (19).
49. Η επιχειρηματολογία της ΤΜΤ ως προς το άρθρο 243 του ΤΚ δεν οδηγεί σε κάποιο άλλο συμπέρασμα. Πράγματι, στη συνάφεια αυτή η ΤΜΤ υποστηρίζει ότι η κατά το άρθρο 221, παράγραφος 1, του ΤΚ γνωστοποίηση δεν αποτελεί απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 243 του ΤΚ. Κατ’ αρχάς, η ΤΜΤ στηρίζει την ανωτέρω άποψη στο γεγονός ότι, άλλως, θα υπήρχαν με το άρθρο 243 του ΤΚ, αφενός, και την αίτηση επιστροφής του άρθρου 236 του ΤΚ, αφετέρου, δύο προσφυγές οι οποίες θα αφορούσαν ουσιαστικά το ίδιο αντικείμενο και θα αλληλεπικαλύπτονταν. Περαιτέρω, η ΤΜΤ προβάλλει ότι η γνωστοποίηση διέπεται από την εθνική νομοθεσία και ότι ως εκ τούτου –στην περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η άποψη αυτή– στο πλαίσιο της προσφυγής που προβλέπει το άρθρο 243 του ΤΚ θα έπρεπε να εφαρμόζεται η εθνική νομοθεσία, η δε απόφαση να εξαρτάται επομένως από αυτήν. Εντεύθεν συνάγεται ότι ο ενδιαφερόμενος μπορεί –σε σχέση με τη γνωστοποίηση– να απαιτήσει μόνον την επιστροφή ή τη διαγραφή βάσει του άρθρου 236 του ΤΚ. Η απόφαση επί της αιτήσεως αυτής αποτελεί το πρώτον απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 243 του ΤΚ. Ωστόσο, η ΤΜΤ φρονεί ότι στην περίπτωση αυτή θα υπήρχαν κενά στην παροχή έννομης προστασίας σε σχέση με τη γνωστοποίηση, εφόσον τυχόν πλημμέλειές της δεν θα μπορούσαν να προβληθούν με την προσφυγή του άρθρου 236, παράγραφος 1, του ΤΚ.
50. Εντούτοις, τα εν λόγω κενά στην παροχή έννομης προστασίας υπάρχουν μόνο στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι η γνωστοποίηση δεν μπορεί να προσβληθεί με την προσφυγή του άρθρου 243 του ΤΚ. Ωστόσο, δεν χρειάζεται να εξεταστεί στο σημείο αυτό η ορθότητα της παραδοχής αυτής. Και τούτο διότι εν πάση περιπτώσει η επιχειρηματολογία αυτή, με την οποία σκοπείται δήθεν να αποφευχθεί η εξάρτηση από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, συνεπάγεται ότι το κύρος της αποφάσεως επί της αιτήσεως επιστροφής θα εξηρτάτο και από ελαττώματα της γνωστοποιήσεως που διέπονται από τις διατάξεις του εθνικού δικαίου και ότι, ως εκ τούτου, οι αποκλίσεις σε εθνικό επίπεδο θα προκαλούσαν σε τελευταία ανάλυση ρήγμα στις τελωνειακές ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου.
51. Επομένως, και από την τελολογική ερμηνεία συνάγεται ότι το ποσό της τελωνειακής οφειλής «οφείλεται νομίμως» ανεξάρτητα από το αν, βάσει των εθνικών διατάξεων που διέπουν τη σχετική διαδικασία, η γνωστοποίηση πάσχει ενδεχομένως κάποια ελαττώματα.
VI – Πρόταση
52. Επομένως, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που έθεσε το College van Beroep voor het bedrijfsleven:
«Η έκφρασης “οφειλόταν νομίμως” του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα [κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα] πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο όρος αυτός αναφέρεται στις προϋποθέσεις για τη γένεση τελωνειακής οφειλής, όπως αυτές παρατίθενται στον τίτλο VII, κεφάλαιο 2, του τελωνειακού κώδικα, όχι όμως και σε εθνικές διατάξεις, βάσει των οποίων στοιχειοθετείται ή μπορεί να στοιχειοθετηθεί η ελαττωματικότητα της προβλεπόμενης στο άρθρο 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα γνωστοποιήσεως και, ως εκ τούτου, το ποσό των δασμών που πρέπει να καταβληθεί κατά τον χρόνο της πληρωμής τους “οφείλεται νομίμως” κατά την έννοια του άρθρου 236 του τελωνειακού κώδικα και στην περίπτωση που η γνωστοποίηση του ποσού δεν χώρησε “με την κατάλληλη διαδικασία”, ήτοι κατά παράβαση του άρθρου 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), στο εξής: τελωνειακός κώδικας ή ΤΚ.
3 – Αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1982, 283/81, Cilfit (Συλλογή 1982, σ. 3415, σκέψη 18), της 14ης Δεκεμβρίου 1988, 291/87, Huber (Συλλογή 1988, σ. 6449, σκέψη 11) και της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-236/97, Codan (Συλλογή 1998, σ. I‑8679, σκέψη 25).
4 – Αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1969, 29/69, Stauder (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 147, σκέψη 3), της 12ης Ιουλίου 1979, 9/79, Koschniske (Συλλογή τόμος 1979, σ. 321, σκέψεις 6 επ.) και της 7ης Ιουλίου 1988, 55/87, Moksel (Συλλογή 1988, σ. 3845, σκέψη 15).
5 – „Skyldigt efter lovgivningen“ στη δανική, „legally owed“ στην αγγλική, „légalement dû“ στη γαλλική, „legalmente dovuto“ στην ιταλική, „wettelijk verschuldigd“ στην ολλανδική, „legalmente devido“ στην πορτογαλική και „legalmente debido“ στην ισπανική.
6 – Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 155, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 175, σ. 3). Το άρθρο αυτό είναι αντίστοιχο προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130, σ. 1).
7 – Κανονισμός της 2ας Ιουλίου 1979 περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162).
8 – Πράγματι, υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί η πρώτη αιτιολογική σκέψη του τελωνειακού κώδικα η οποία ορίζει τα εξής: «Η Κοινότητα βασίζεται σε τελωνειακή ένωση· […] για την εξυπηρέτηση, αφενός, των οικονομικών παραγόντων της Κοινότητας και, αφετέρου, των τελωνειακών υπηρεσιών, θα πρέπει να συγκεντρωθούν σε κώδικα οι διατάξεις του τελωνειακού δικαίου που σήμερα είναι διασκορπισμένες σε διάφορους κοινοτικούς κανονισμούς και οδηγίες· […] το έργο αυτό αποκτά ουσιαστική σημασία ενόψει της εσωτερικής αγοράς.» Αυτή είναι η άποψη και του Witte, «Das Neue am neuen Zollkodex der Gemeinschaft», ZfZ 1993, σ. 162, 167, καθώς και Fabian, Erstattung, Erlass und Nacherhebung von Einfuhr- und Ausfuhrabgaben der Europäischen Gemeinschaft (1994), σ. 48.
9 – Βλ., σχετικά με τις κατηγορίες περιπτώσεων που εμπίπτουν εν προκειμένω, Fabian (παρατίθεται στην υποσημείωση 8), σ. 48 επ.
10 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3040/83 της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 1983, για τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων εφαρμογής των άρθρων 2 και 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου περί της επιστροφής ή της διαγραφής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (ΕΕ L 297, σ. 13).
11 – Παρεμφερής είναι η ερμηνεία που δίδει η απόφαση της 18ης Απριλίου 1991, C-79/89, Brown Boveri (Συλλογή 1991, σ. Ι-1853, σκέψεις 33 επ.), λαμβάνοντας υπόψη την πλημμελή είσπραξη των δασμών λόγω παραβάσεως των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου (για το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79). Βλ., επίσης, Friedrich, „Erstattung, Erlass und Nacherhebung von Zöllen, Steuern und Abgaben“, in: Kruse (επιμελητής έκδοσης), Zölle, Verbrauchssteuern, europäisches Marktordnungsrecht (1988), σ. 118.
12 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1854/89 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, για τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή (ΕΕ L 186, σ. 1).
13 – Βλ. ανωτέρω σημείο 8.
14 – Και τούτο διότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1854/89 παρέπεμπε στη νομοθεσία των κρατών μελών σε σχέση με τον καθορισμό του τύπου της γνωστοποιήσεως.
15 – Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C-61/98, De Haan Beheer (Συλλογή 1999, σ. I‑5003).
16 – Βλ. το άρθρο 26 ΕΚ, το άρθρο 95 ΕΚ, το άρθρο 133 ΕΚ, το άρθρο 269 ΕΚ καθώς και το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Οκτωβρίου 1994 (ΕΕ L 293, σ. 9), όπως αντικαταστάθηκε με την απόφαση 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 253, σ. 42).
17 – Π.χ. ως προς την επιστροφή και τη διαγραφή των δασμών στο άρθρο 235 και 236 του ΤΚ, ως προς την παράταση της προθεσμίας καταβολής του ποσού των δασμών στο άρθρο 222, παράγραφος 1, του ΤΚ, ως προς την αναστολή της υποχρεώσεως καταβολής του ποσού των δασμών στο άρθρο 222, παράγραφος 2, του ΤΚ, ως προς την αναβολή της καταβολής του ποσού των δασμών στα άρθρα 224 έως 228 του ΤΚ και ως προς τη μείωση ή την εξ ολοκλήρου παραίτηση από την αναζήτηση τόκων υπερημερίας στο άρθρο 232, παράγραφος 1 ή παράγραφος 2, του ΤΚ.
18 – Έτσι και ο Witte (παρατίθεται στην υποσημείωση 8), σ. 162, 167.
19 – Βλ. την απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1985, 299/84, Karl-Heinz Neuman (Συλλογή 1985, σ. 3663, σκέψη 25).
Full & Egal Universal Law Academy