ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 9ης Ιουνίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-258/04
Office national de l’emploi (ONEM)
κατά
Ιωάννη Ιωαννίδη
(αίτηση του Cour du travail de Liège για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας και ελεύθερης εγκαταστάσεως – Αιτούντες εργασία – Επίδομα αναμονής – Ιθαγένεια της Ενώσεως –Διάκριση λόγω ιθαγένειας»
I – Εισαγωγή
1. Το Βέλγιο χορηγεί ενισχύσεις, οι οποίες ονομάζονται «επιδόματα αναμονής», στους νέους κάτω των 30 ετών οι οποίοι είτε αναζητούν την πρώτη τους εργασία είτε έχουν μεν ασκήσει έμμισθη δραστηριότητα, αλλά για χρονικό διάστημα που δεν τους παρέχει δικαίωμα στο επίδομα ανεργίας. Το βελγικό κράτος αρνήθηκε το εν λόγω επίδομα στον Ι. Ιωαννίδη, διότι δεν είχε περατώσει τις δευτεροβάθμιες σπουδές του σε εκπαιδευτικό κέντρο οργανωμένο, επιδοτούμενο ή αναγνωρισμένο από μια από τις κοινότητες του Βελγίου, δεν διέθετε δίπλωμα ή πιστοποιητικό της εκπαιδεύσεως αυτής και δεν ήταν συντηρούμενο τέκνο διακινούμενων εργαζομένων, παρότι διέθετε αναγνωρισμένο ελληνικό δίπλωμα.
2. Η συμφωνία της αρνήσεως αυτής με το κοινοτικό δίκαιο αποτελεί το αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το Cour du travail de Liège. Το Δικαστήριο, σε προηγούμενες ευκαιρίες, εξέτασε τα επιδόματα αυτά σε σχέση με τους κατιόντες διακινούμενων εργαζομένων και με τους Βέλγους πολίτες που πραγματοποίησαν τις σπουδές τους σε άλλο κράτος μέλος.
3. Η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα αυτή. Όπως έγραψε ο Sartre: «Donc recommençons. Cela n’amuse personne… Mais il faut enfoncer le clou». (2) Το γεγονός αυτό υπαγορεύει, αφού εκτεθούν η σχετική νομοθεσία και τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και αφού ολοκληρωθούν τα λοιπά στάδια της διαδικασίας, την εξέταση της υπάρχουσας νομολογίας, προκειμένου να εξεταστεί η δυνατότητα εφαρμογής της στην επίδικη υπόθεση.
II – Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
4. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ απαγορεύει «κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας» στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης, με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων.
5. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΕΚ:
«1. Θεσπίζεται ιθαγένεια της Ένωσης. Πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους. Η ιθαγένεια της Ένωσης συμπληρώνει και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια.
2. Οι πολίτες της Ένωσης έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από την παρούσα Συνθήκη».
6. Στη συνέχεια, το άρθρο 18 ΕΚ αναφέρει διάφορα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητα αυτή, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα κάθε πολίτη «να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών», με τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται στη Συνθήκη και στους κανόνες που θεσπίζονται για την εφαρμογή της.
7. Κατά συνέπεια, όλοι οι υπήκοοι των κρατών που αποτελούν την Ένωση απολαύουν του δικαιώματος ίσης μεταχειρίσεως που κατοχυρώνεται με το άρθρο 12 ΕΚ και, ως εκ τούτου, των δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 18 ΕΚ.
8. Πέραν αυτού, όμως, υπάρχουν διατάξεις που απαγορεύουν τις διακρίσεις λόγω ιθαγένειας ειδικά εις βάρος των διακινούμενων εργαζομένων, όπως το άρθρο 39 ΕΚ, το οποίο ορίζει τα εξής:
«1. Εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας.
2. Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας.
3. Με την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων περιλαμβάνει το δικαίωμά τους:
α) να αποδέχονται κάθε πραγματική προσφορά εργασίας·
β) να διακινούνται ελεύθερα για τον σκοπό αυτό εντός της επικρατείας των κρατών μελών·
γ) να διαμένουν σε ένα από τα κράτη μέλη με τον σκοπό να ασκούν εκεί ορισμένη εργασία σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν την απασχόληση των εργαζομένων υπηκόων αυτού του κράτους μέλους·
δ) να παραμένουν στην επικράτεια ενός κράτους μέλους και μετά την άσκηση σ’ αυτό ορισμένης εργασίας, κατά τους όρους που θα αποτελέσουν αντικείμενο κανονισμών εφαρμογής που θα εκδώσει η Επιτροπή.
[…]»
9. Η κινητικότητα του εργατικού δυναμικού απασχόλησε την Κοινότητα από την αρχή της πορείας της και οδήγησε νωρίς στη θέσπιση κανόνων με στόχο την κατάργηση των διακρίσεων στην απασχόληση, στον μισθό και στους λοιπούς όρους εργασίας, η οποία διευκολύνει τη διακίνηση προς άσκηση έμμισθων δραστηριοτήτων. Οι σχετικοί προβληματισμοί αποτυπώνονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (3). Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού:
«1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.
2. Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.
[…]»
Η βελγική νομοθεσία
10. Το βασιλικό διάταγμα της 25ης Νοεμβρίου 1991 για την ανεργία (4) θεσπίζει κίνητρα για τους νέους κάτω των 30 ετών που αναζητούν την πρώτη τους εργασία, εξομοιώνοντας προς αυτούς και όσους, παρότι έχουν ήδη ασκήσει κάποια έμμισθη δραστηριότητα, δεν έχουν συμπληρώσει τον αναγκαίο αριθμό ημερών προκειμένου να θεμελιώσουν δικαίωμα στο επίδομα ανεργίας.
11. Το άρθρο 36, παράγραφος 1, απαριθμεί εναλλακτικώς τις προϋποθέσεις για τη χορήγησή τους (5):
«[…]
2° a) είτε να έχει περατώσει τον δεύτερο ανώτερο κύκλο σπουδών ή τον δεύτερο κατώτερο κύκλο σπουδών τεχνικής ή επαγγελματικής καταρτίσεως σε ίδρυμα οργανωμένο, αναγνωρισμένο ή επιδοτούμενο από μια κοινότητα (6)·
b) είτε να έχει λάβει από την αρμόδια εξεταστική επιτροπή της κοινότητας το δίπλωμα ή πιστοποιητικό σπουδών που αντιστοιχεί στις αναφερόμενες στο στοιχείο a σπουδές
[…]
h) είτε να έχει πραγματοποιήσει σπουδές ή να έχει τύχει εκπαιδεύσεως εντός άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εφόσον συντρέχουν σωρευτικώς οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
– ο νεαρός να υποβάλει έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι οι σπουδές ή η εκπαίδευση είναι του ίδιου επιπέδου και ισότιμες προς τις προβλεπόμενες στα προηγούμενα στοιχεία·
– κατά τον χρόνο της υποβολής αιτήσεως για τη χορήγηση επιδομάτων ο νεαρός να είναι συντηρούμενο τέκνο διακινουμένων εργαζομένων, υπό την έννοια του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΚ, οι οποίοι κατοικούν στο Βέλγιο (7)·
[…]»
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
12. Ο Ι. Ιωαννίδης, που γεννήθηκε στις 23 Απριλίου 1976 και είναι Έλληνας υπήκοος, εγκαταστάθηκε το 1994 σε προάστιο της Λιέγης. Με απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1994, ο Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Επαγγελματικής Καταρτίσεως της Γαλλικής Κοινότητας του Βελγίου αναγνώρισε ότι το πιστοποιητικό δευτεροβάθμιων σπουδών που χορηγήθηκε στον ενδιαφερόμενο στην Ελλάδα («απολυτήριο») ήταν ισότιμο με το εγκεκριμένο πιστοποιητικό ανώτερου κύκλου δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, το οποίο εξασφαλίζει πρόσβαση στην ανώτερη ολιγόχρονη εκπαίδευση.
13. Στις 29 Ιουνίου 2000, και αφού ολοκλήρωσε την παρακολούθηση τριετούς κύκλου σπουδών, ο ενδιαφερόμενος έλαβε από την Haute École de la Province de Liège André Vésale το δίπλωμα του κινησιοθεραπευτή.
14. Στις 7 Ιουλίου 2000 ο ενδιαφερόμενος καταχωρίστηκε ως αιτών πλήρη απασχόληση στο Office communautaire et régional de la formation professionnelle et de l’emploi.
15. Από τις 10 Οκτωβρίου 2000 μέχρι τις 29 Ιουνίου 2001 ο ενδιαφερόμενος συμμετείχε στη Γαλλία σε αμειβόμενο εκπαιδευτικό πρόγραμμα στον τομέα της αποκαταστάσεως της λειτουργίας της αιθουσαίας χώρας του αυτιού, βάσει συμβάσεως εργασίας που συνήψε με αστική εταιρία ιατρών ειδικευμένων στην ωτορινολαρυγγολογία.
16. Στις 7 Αυγούστου 2001, και αφού επέστρεψε στο Βέλγιο, ο ενδιαφερόμενος υπέβαλε προς το Office national de l’emploi αίτηση χορηγήσεως του επιδόματος αναμονής, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2001.
17. Ο ενδιαφερόμενος άσκησε κατά της ως άνω αρνητικής αποφάσεως προσφυγή την οποία το Tribunal du travail de Liège [δικαστήριο εργατικών διαφορών της Λιέγης] δέχθηκε με απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2002.
18. Κατόπιν εφέσεως που άσκησε η διοικητική αρχή κατά της αποφάσεως αυτής, το Cour du travail de Liège (ένατο τμήμα) ανέστειλε τη διαδικασία και, κρίνοντας ότι ο Ι. Ιωαννίδης δεν πληροί τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση ενισχύσεως, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις (8), αλλά δύναται να θεμελιώσει σχετικό δικαίωμα μόνο βάσει των κοινοτικών κανόνων, απηύθυνε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Απαγορεύει το κοινοτικό δίκαιο (και ειδικότερα τα άρθρα 12 ΕΚ, 17 ΕΚ και 18 ΕΚ) κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους (όπως το βελγικό βασιλικό διάταγμα της 25ης Νοεμβρίου 1991 για την ανεργία), η οποία χορηγεί στους αιτούντες απασχόληση που δεν έχουν καταρχήν συμπληρώσει το 30ό έτος της ηλικίας τους το καλούμενο επίδομα αναμονής, βάσει των δευτεροβάθμιων σπουδών που έχουν ολοκληρώσει, και εξαρτά, προκειμένου για τους αιτούντες που είναι υπήκοοι άλλου κράτους μέλους και υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που προβλέπονται για τους ημεδαπούς, τη χορήγηση του επιδόματος αυτού από τον όρον ότι οι απαιτούμενες σπουδές έχουν ολοκληρωθεί σε οργανωμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα, επιδοτούμενο ή αναγνωρισμένο από μία εκ των τριών Κοινοτήτων του Βελγίου (σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 1, εδάφια 1 και 2a, του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος), με αποτέλεσμα το επίδομα αναμονής να μη χορηγείται σε νεαρό άτομο που αναζητεί εργασία και, μολονότι δεν είναι μέλος οικογένειας διακινούμενου εργαζομένου, είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους στο οποίο, πριν αναζητήσει εργασία εντός της Ενώσεως, είχε παρακολουθήσει και ολοκληρώσει δευτεροβάθμιες σπουδές, αναγνωρισμένες ως ισότιμες με τις σπουδές που απαιτούν οι αρχές του κράτους στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση χορηγήσεως του επιδόματος αναμονής;»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
19. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, το Office national de l’emploi, η Ιταλική Κυβέρνηση, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
20. Αφού ολοκληρώθηκε η έγγραφη διαδικασία, κατά τη συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 2005, συμφωνήθηκε να μη διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αν δεν το ζητούσε κανένας από τους διαδίκους της κύριας δίκης εντός της προς τούτο ταχθείσας προθεσμίας που έληγε στις 28 Απριλίου 2005. Επειδή κανένας διάδικος δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, η διαδικασία συνεχίστηκε με τη σύνταξη των ανά χείρας προτάσεων.
V – Εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος
21. Προκειμένου να απαντηθεί το εν λόγω ερώτημα, είναι σκόπιμη η εξέταση της νομολογίας του Δικαστηρίου, η οποία είναι αρκούντως διαφωτιστική ως προς τα ζητήματα επί των οποίων διατηρεί αμφιβολίες το αιτούν δικαστήριο.
Α – Η εφαρμοστέα νομολογία
22. Όπως προανέφερα, υπάρχουν διάφορες αποφάσεις σχετικές με τα βελγικά επιδόματα αναμονής. Ειδική μνεία αξίζουν οι αποφάσεις Deak, Επιτροπή κατά Βελγίου και D’Hoop (9). Προσφάτως, το Δικαστήριο εξέδωσε, σε σχέση με μια βρετανική ενίσχυση που χορηγείται στους αιτούντες εργασία, την απόφαση Collins, η οποία περιέχει σημαντικά επιχειρήματα για την υπό κρίση υπόθεση. Επομένως, είναι αναγκαία η λεπτομερής έκθεση των αποφάσεων αυτών, δεδομένου ότι περιέχονται σε αυτές τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή την απάντηση στο αιτούν δικαστήριο· εξάλλου, οι διάδικοι διαφωνούν στις παρατηρήσεις τους ως προς το κατά πόσον είναι εφαρμοστέα η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται στη νομολογία αυτή.
1. Η απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985, Deak (10)
23. Η εν λόγω απόφαση αποφαίνεται επί προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε επίσης από το Cour du travail de Liège, στα πλαίσια διαφοράς μεταξύ του J. Deak, ενός νεαρού Ούγγρου του οποίου η μητέρα ήταν Ιταλίδα εργαζόταν και διέμενε στο Βέλγιο, και του Office national de l’emploi, που είχε αρνηθεί τη χορήγηση της παροχής λόγω του ότι ο ενδιαφερόμενος δεν είχε υπηκοότητα κράτους μέλους.
24. Το Δικαστήριο προέβη σε ορισμένες διευκρινίσεις: πρώτον, η άρνηση δεν συνιστούσε παράβαση του κανονισμού 1408/71 (11), του οποίου είχε ζητηθεί η ερμηνεία, διότι η επίδικη παροχή αποτελούσε κοινωνικό πλεονέκτημα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, στο οποίο περιλαμβάνονται όλα τα πλεονεκτήματα που, ανεξαρτήτως του αν συνδέονται με σύμβαση εργασίας, παρέχονται στους ημεδαπούς εργαζομένους λόγω αυτής της αντικειμενικής τους ιδιότητας ή λόγω του ότι κατοικούν στην εν λόγω χώρα· δεύτερον, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως κατά την απόλαυση των πλεονεκτημάτων αυτών δεν επιτρέπει διακρίσεις εις βάρος των συντηρούμενων από εργαζόμενο προσώπων· και, τέλος, η εθνικότητα δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο για τη χορήγηση ενός επιδόματος στους νέους που αναζητούν την πρώτη τους εργασία και που είναι τέκνα διακινούμενων κοινοτικών εργαζομένων.
2. Η απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1996, Επιτροπή κατά Βελγίου (12)
25. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή προσήψε στο Βέλγιο παράβαση του άρθρου 39 ΕΚ και των άρθρων 3 και 7 του κανονισμού 1612/68, αφενός, διότι διατηρούσε σε ισχύ το άρθρο 36 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991, το οποίο εξαρτούσε τη λήψη του επιδόματος αναμονής από την προηγούμενη ολοκλήρωση των δευτεροβάθμιων σπουδών των νέων που αναζητούσαν την πρώτη τους εργασία σε εκπαιδευτικό κέντρο οργανωμένο, επιδοτούμενο ή αναγνωρισμένο από το βελγικό κράτος ή από κάποια από τις κοινότητές του· και, αφετέρου, επειδή, ταυτοχρόνως, το εν λόγω κράτος προέτρεπε τους εργοδότες να προσλαμβάνουν τους δικαιούχους, αναλαμβάνοντας το ίδιο τη μισθοδοσία και την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών στο πλαίσιο ειδικών προγραμμάτων απορροφήσεως ανέργων.
26. Στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως αυτής εξέτασα και τα δύο αυτά ζητήματα· στην περίπτωση, όμως, του Ι. Ιωαννίδη ενδιαφέρει μόνο το πρώτο: υπενθύμισα ότι η απόφαση Deak είχε χαρακτηρίσει το επίδομα κοινωνικό πλεονέκτημα του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 (σκέψεις 22 έως 30)· επισήμανα ότι η προσαπτόμενη διάκριση λόγω ιθαγένειας δεν ήταν μεν προφανής, διότι οι δικαιούχοι προσδιορίζονταν με κριτήρια που δεν αφορούσαν την ιθαγένεια (σημείο 31), εντούτοις, εμμέσως θίγονταν περισσότερο οι διακινούμενοι εργαζόμενοι και οι κατιόντες τους σε σχέση με τους ημεδαπούς (σημείο 32), καθόσον η υποχρέωση ολοκληρώσεως των σπουδών στο Βέλγιο προϋπέθετε προηγούμενη υποχρέωση διαμονής που ευνοούσε τους νέους βελγικής ιθαγένειας, οι οποίοι πληρούσαν ευκολότερα τις προϋποθέσεις (σημεία 33 έως 43)· υποστήριξα ότι «το αποτρεπτικό αποτέλεσμα ως προς τα τέκνα αντικατοπτρίζεται, όπως είναι λογικό, στους γονείς […], οι οποίοι στερούνται ένα από τα κοινωνικά πλεονεκτήματα τα οποία κανονικά παρέχονται στις βελγικές οικογένειες υπέρ των τέκνων τους. Οι εργαζόμενοι, των οποίων τα τέκνα έχουν περατώσει τη μέση εκπαίδευσή τους στη χώρα καταγωγής και αναζητούν εργασία, θα έχουν μεγαλύτερες δυσχέρειες να μετακινηθούν σε ένα κράτος μέλος που αρνείται να αναγνωρίσει στους κατιόντες τους ό,τι αναγνωρίζει στα τέκνα των ημεδαπών εργαζομένων: το επίδομα αναμονής, το οποίο, άλλωστε, συνοδεύεται από την προτίμηση για την πρόσβαση σε ορισμένες θέσεις εργασίας» (σημείο 44). Ως εκ τούτου, πρότεινα να αναγνωριστεί ότι συνέτρεχε παράβαση του κοινοτικού δικαίου.
27. Το Δικαστήριο ακολούθησε αυτή την άποψη, επικυρώνοντας τον χαρακτηρισμό του επιδόματος αναμονής ως πλεονεκτήματος από τα αναφερόμενα στον κανονισμό 1612/68, ακόμη και στην περίπτωση που «τα συντηρούμενα τέκνα των διακινουμένων εργαζομένων που κατοικούν στο Βέλγιο δεν έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους στο Βέλγιο, αλλά στη χώρα καταγωγής τους ή σε άλλο κράτος μέλος» (σκέψεις 25 και 26)· αφού μνημόνευσε τη νομολογία του περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, επισημαίνοντας ειδικότερα ότι «απαγορεύονται, μεταξύ άλλων, οι αδιακρίτως εφαρμοζόμενες προϋποθέσεις των οποίων η πλήρωση είναι ευκολότερη για τους ημεδαπούς εργαζομένους απ’ ό,τι για τους διακινούμενους εργαζομένους» (σκέψεις 27 και 28), έκρινε ότι η επίμαχη προϋπόθεση, «η οποία μοιάζει με προϋπόθεση προηγουμένης κατοικίας», ευνοούσε τους Βέλγους, παρά το γεγονός ότι εφαρμόζεται και στους νέους βελγικής ιθαγενείας που ολοκληρώνουν τη μέση εκπαίδευση εκτός της χώρας τους (σκέψεις 29 και 30) –ζήτημα που απασχόλησε την απόφαση D’Hoop. Ως εκ τούτου, αναγνώρισε ότι συνέτρεχε ως προς το σημείο αυτό η παράβαση που προσήψε στο Βέλγιο η Επιτροπή.
28. Εντούτοις, το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή κατά το μέρος που αφορούσε την πρόσβαση στα ειδικά προγράμματα εντάξεως ή επανεντάξεως στην αγορά εργασίας, διότι, δεδομένου ότι τα ειδικά αυτά προγράμματα, λόγω των ιδιαιτεροτήτων τους, σχετίζονται με την ανεργία, δεν εμπίπτουν στον τομέα της προσβάσεως στην απασχόληση (σκέψη 39). Έκρινε, δε, ότι οι κοινοτικοί κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων αφορούν τα πρόσωπα που είχαν ήδη αποκτήσει πρόσβαση στην αγορά εργασίας μέσω της ασκήσεως πραγματικής και γνήσιας επαγγελματικής δραστηριότητας, η οποία τους έχει προσδώσει την ιδιότητα του εργαζομένου υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου, ιδιότητα την οποία δεν έχουν οι νέοι που αναζητούν την πρώτη τους εργασία (σκέψη 40).
29. Το Βέλγιο, προσαρμόζοντας τις εθνικές διατάξεις στη δικαστική απόφαση, εξέδωσε το βασιλικό διάταγμα της 13ης Δεκεμβρίου 1996, που τροποποίησε το βασιλικό διάταγμα της 25ης Νοεμβρίου 1991, προσθέτοντας στο άρθρο 36 το στοιχείο h, που αναφέρθηκε ανωτέρω, προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στο εν λόγω επίδομα τα τέκνα των διακινούμενων εργαζομένων.
3. Η απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, D’ Hoop (13)
30. Σε αντίθεση με την προηγούμενη υπόθεση, η ενδιαφερομένη στην υπόθεση αυτή είχε περατώσει τις σπουδές της στη Γαλλία, όπου της είχε χορηγηθεί δίπλωμα το οποίο το Βέλγιο, χώρα καταγωγής της, αναγνώρισε ως ισότιμο με το πιστοποιητικό δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, που επιτρέπει την πρόσβαση στον επόμενο βαθμό εκπαιδεύσεως. Όταν ολοκλήρωσε τις πανεπιστημιακές σπουδές της στο Βέλγιο, ζήτησε το επίδομα αναμονής, αλλά το αίτημά της απορρίφθηκε, διότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 36 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991.
31. Το Tribunal du travail de Liège υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα ως προς την εφαρμογή στην υπόθεση αυτή του άρθρου 39 ΕΚ και του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68.
32. Η απόφαση του Δικαστηρίου, που ακολούθησε τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα (14), στηρίχθηκε σε δύο νομικές βάσεις: αφενός, στις προαναφερθείσες διατάξεις και, αφετέρου, στην έννοια της ιθαγένειας της Ενώσεως.
33. Στηριζόμενο στις ως άνω διατάξεις, το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε στη Μ.-Ν. D’Hoop το δικαίωμα να επικαλείται τα πλεονεκτήματα που παρέχει η Συνθήκη ή το παράγωγο δίκαιο στους διακινούμενους εργαζομένους ή στα μέλη της οικογένειάς τους (σκέψη 20), απαιτώντας, ως προϋπόθεση για την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων περί ελεύθερης κυκλοφορίας στην ασφάλιση κατά του κινδύνου ανεργίας, το πρόσωπο που τους επικαλείται να έχει αποκτήσει «ήδη πρόσβαση στην αγορά εργασίας», προϋπόθεση που δεν πληρούν όσοι αναζητούν την πρώτη τους εργασία (σκέψη 18)· επιπλέον, έλαβε υπόψη ότι, κατά το διάστημα που η αιτούσα σπούδαζε στη Γαλλία, οι γονείς της εξακολούθησαν να κατοικούν στο Βέλγιο (σκέψη 19).
34. Στηριζόμενο στη δεύτερη νομική βάση, το Δικαστήριο έλαβε ως αφετηρία το γεγονός ότι, κατά το μέτρο που σε όλους τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αναγνωρίζεται εντός όλων των κρατών μελών η ίδια νομική μεταχείριση με αυτήν της οποίας τυγχάνουν οι ευρισκόμενοι στην ίδια κατάσταση υπήκοοι των κρατών αυτών, θα ήταν ασυμβίβαστο με το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας το ενδεχόμενο να υποστούν οι πολίτες αυτοί εντός του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοοι μεταχείριση λιγότερο ευμενή από αυτή της οποίας θα ετύγχαναν αν δεν είχε κάνει χρήση των διευκολύνσεων που παρέχει η Συνθήκη στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας (σκέψη 30), σκέψη «ιδιαιτέρως σημαντική στον τομέα της παιδείας» (σκέψη 32). Αφού επισήμανε ότι η βελγική κανονιστική ρύθμιση εισάγει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των Βέλγων υπηκόων που πραγματοποίησαν το σύνολο των δευτεροβάθμιων σπουδών τους στο Βέλγιο και εκείνων οι οποίοι, αφού άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, έλαβαν το πιστοποιητικό ολοκληρώσεως της δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεώς τους εντός άλλου κράτους μέλους (σκέψη 33), έκρινε ότι η άνιση αυτή μεταχείριση «αντιβαίνει στις αρχές στις οποίες βασίζεται η ιδιότητα του πολίτη της Ενώσεως» (σκέψη 35). Εντούτοις, δέχθηκε ότι η επίμαχη προϋπόθεση θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, υπό τον όρον ότι θα στηριζόταν σε αντικειμενικά στοιχεία, ανεξάρτητα της ιθαγενείας των ενδιαφερομένων και ανάλογα σκοπού που να επιδιώκεται θεμιτώς από το εθνικό δίκαιο (σκέψη 36)· υπ’ αυτή την έννοια, αφού αναγνώρισε ότι τα επιδόματα αποσκοπούν στη διευκόλυνση της μεταβάσεως των νέων από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας, δέχθηκε ότι «είναι θεμιτό να επιθυμεί ο εθνικός νομοθέτης να βεβαιωθεί για την ύπαρξη αληθούς σχέσεως μεταξύ του αιτούντος τα εν λόγω επιδόματα και της οικείας γεωγραφικής αγοράς εργασίας» (σκέψη 38). Το Δικαστήριο έκρινε, πάντως, ότι μια μοναδική προϋπόθεση που αφορά τον τόπο λήψεως του πιστοποιητικού ολοκληρώσεως της δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως έχει υπερβολικά γενικό και αποκλειστικό χαρακτήρα, ότι προσδίδει αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε ένα στοιχείο το οποίο δεν είναι κατ’ ανάγκην αντιπροσωπευτικό του αληθούς και πραγματικού βαθμού κατά τον οποίο ο αιτών τα επιδόματα αναμονής συνδέεται με τη γεωγραφική αγορά εργασίας και ότι υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (σκέψη 39).
35. Το Βέλγιο, το οποίο αφορούσε άμεσα η απόφαση αυτή, τροποποίησε εκ νέου το άρθρο 36 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991, προσθέτοντας, με το βασιλικό διάταγμα της 11ης Φεβρουαρίου 2003, μια νέα δυνατότητα χορηγήσεως των επιδομάτων –στοιχείο j–, η οποία δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση, καθόσον δεν είχε τεθεί σε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών (15).
4. Η απόφαση της 23ης Μαρτίου 2004, Collins (16)
36. Στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ του Β. F. Collins και του Secretary of State for Work and Pensions, με αντικείμενο την άρνηση χορηγήσεως του επιδόματος για τους αιτούντες εργασία που προβλέπει η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Social Security Commissioner υπέβαλε ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού 1612/68 και της οδηγίας 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968 (17).
37. Πέραν των επιχειρημάτων που συνδέονται με την οδηγία, το ενδιαφέρον της αποφάσεως αυτής έγκειται σε δύο ζητήματα: στην έννοια του εργαζομένου για τους σκοπούς των άρθρων 7 επ. του κανονισμού 1612/68 και στην εφαρμογή στην υπόθεση της έννοιας της ιθαγένειας της Ενώσεως.
38. Εξέτασα και τα δύο ζητήματα στις προτάσεις μου της 10ης Ιουνίου 2003.
39. Κατά την εξέταση του πρώτου ζητήματος, υπογράμμισα τη διαφορά μεταξύ του τίτλου I (άρθρα 1 έως 6) του κανονισμού, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε κάθε πολίτη κράτους μέλους, και του τίτλου II (άρθρα 7 έως 9), που αναφέρεται αποκλειστικώς σε «εργαζομένους», ήτοι, σε πρόσωπα που παρέχουν για ορισμένο διάστημα, προς έτερο και υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνουν αμοιβή (18). Ως εκ τούτου, η ίση μεταχείριση ως προς τα κοινωνικά πλεονεκτήματα που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 2, δεν οφείλεται, σύμφωνα με την απόφαση Lebon (19), προς όσους μετακινούνται προς αναζήτηση εργασίας (σημεία 22 έως 35).
40. Κατά την εξέταση του δευτέρου αιτήματος, εξέθεσα ότι, κατά τη νομολογία, ηη αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 12 ΕΚ εφαρμόζεται ανεξαρτήτως άλλων διατάξεων μόνο στις περιπτώσεις που διέπονται μεν από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά για τις οποίες η Συνθήκη δεν περιέχει ειδικές διατάξεις. Ομοίως, το άρθρο 18 ΕΚ, το οποίο προβλέπει κατά τρόπο γενικό το δικαίωμα κάθε πολίτη της Ενώσεως να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, βρίσκει την ειδικότερη έκφρασή του στο άρθρο 39 ΕΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων· ως εκ τούτου, μόνον όταν μια περίπτωση δεν καλύπτεται από το πεδίο της τελευταίας αυτής διατάξεως εφαρμόζεται το άρθρο 12 ΕΚ. Δέχθηκα ότι μία προϋπόθεση που σχετίζεται με την κατοικία και που αποδεικνύει ότι ο αιτών έχει αποκτήσει ρίζες στο κράτος αυτό και ότι έχει δεσμούς με την εθνική αγορά εργασίας μπορεί να δικαιολογηθεί, προκειμένου, αφενός, να αποφεύγεται ο αποκαλούμενος «τουρισμός πρόνοιας», στον οποίον «επιδίδονται» πρόσωπα που μετακινούνται από ένα κράτος μέλος σε άλλο με σκοπό να τύχουν παροχών που δεν συνίστανται σε εισφορές και, αφετέρου, να προλαμβάνονται οι καταχρήσεις (σημεία 55 έως 76).
41. Και σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο συμφώνησε με τον γενικό εισαγγελέα. Κατ’ αρχάς, υπογράμμισε τη διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών που δεν έχουν ακόμη δημιουργήσει σχέση εργασίας στο κράτος μέλος υποδοχής όπου αναζητούν εργασία και αυτών που εργάζονται ήδη σ’ αυτό ή που είχαν εργαστεί σ’ αυτό παλαιότερα, χωρίς να διατηρούν πλέον σχέση εργασίας, αλλά που θεωρούνται, παρ’ όλ’ αυτά, εργαζόμενοι· οι πρώτοι απολαύουν της ίσης μεταχειρίσεως μόνον ως προς την πρόσβαση στην αγορά εργασίας (20), ενώ οι δεύτεροι μπορούν να «διεκδικήσουν, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, τα ίδια κοινωνικά και φορολογικά πλεονεκτήματα με τους ημεδαπούς εργαζομένους» (σκέψεις 30 και 31).
42. Αφού εξέτασε την επιρροή του άρθρου 39 ΕΚ στις εθνικές διατάξεις (σκέψεις 55 έως 59), το Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να καθοριστεί το περιεχόμενο του δικαιώματος στη ίση μεταχείριση των προσώπων που αναζητούν εργασία, επιβάλλεται η ερμηνεία της εν λόγω αρχής βάσει των λοιπών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και, ιδίως, βάσει του άρθρου 12 ΕΚ (σκέψη 60).
43. Βασιζόμενο στις ως άνω σκέψεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η βρετανική νομολογία, εισάγοντας διάκριση αναλόγως του αν πρόκειται ή όχι για πρόσωπο που έχει τη συνήθη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, ευνοούσε τους πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου, καθόσον η προϋπόθεση αυτή «μπορεί ευχερέστερα να πληρούται από τους ημεδαπούς» (σκέψη 65). Στη συνέχεια, προκειμένου να διαπιστώσει αν συνέτρεχε κάποιος λόγος που να δικαιολογεί την άνιση μεταχείριση, παρέθεσε την απόφαση D’Hoop και επιβεβαίωσε ότι η προϋπόθεση της κατοικίας εγγυάται την ύπαρξη πραγματικού δεσμού μεταξύ των αιτούντων εργασία και της αγοράς εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του οικείου σκοπού μέτρο (σκέψεις 67 έως 72) (21).
Β – Εξέταση της κρινομένης υποθέσεως
44. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του Cour du travail de Liège, είναι σκόπιμο η εξέτασή του να διεξαχθεί σε τρία στάδια: εντοπισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας, διαπίστωση της υπάρξεως άνισης μεταχειρίσεως και διερεύνηση της υπάρξεως λόγων που να την δικαιολογούν.
1. Η εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία
α) Το περιεχόμενο των διατάξεων
45. Κατ’ αρχάς, είναι σκόπιμο να προσδιοριστούν εξ αρχής οι εφαρμοστέες διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου, τόσο αυτές που αναφέρονται στην ιθαγένεια της Ενώσεως όσο και οι ισχύουσες στον τομέα της εργασίας.
46. Το άρθρο 17 ΕΚ, αποσκοπώντας στην καθιέρωση ενός status civitatis των Ευρωπαίων, θεσπίζει την «ιθαγένεια της Ένωσης», την οποία έχει κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα κράτους μέλους (παράγραφος 1) και αναγνωρίζει στους πολίτες της Ενώσεως τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τη Συνθήκη (παράγραφος 2).
47. Λαμβανομένου υπόψη ότι το άρθρο 12 ΕΚ απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αυτή η εκδήλωση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συμπεριλαμβάνεται στα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών, τα οποία έχουν διευρυνθεί σημαντικά, δεδομένου ότι το μόνο τους όριο έγκειται στην προϋπόθεση υπάρξεως κοινοτικού συνδέσμου μεταξύ της υποκειμενικής αυτής ιδιότητας και της εξεταζόμενης καταστάσεως (22).
48. Ωστόσο, όπως εξήγησα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Collins, επιβεβαιώνεται, σύμφωνα με πάγια νομολογία, ότι η ίση μεταχείριση που κατοχυρώνεται από το άρθρο 12 ΕΚ, παράγραφος 1, αναπτύσσει τα αποτελέσματά της στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της που αναφέρονται σε συγκεκριμένες ρυθμίσεις (23), γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η διάταξη προορίζεται να εφαρμοστεί κατά τρόπο αυτόνομο μόνον όταν το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικότερο κανόνα (24).
49. Η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και η συνακόλουθη κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγένειας αναπτύχθηκαν κατ’ ουσίαν με τον κανονισμό 1612/68 και τον κανονισμό 1408/71 (25)· ως εκ τούτου, πρέπει να διερευνηθεί αν οι διατάξεις των κανονισμών αυτών έχουν εφαρμογή στην περίπτωση του Ι. Ιωαννίδη.
β) Η μη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων
50. Προκειμένου ο αιτών την προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο ασφάλιση κατά του κινδύνου ανεργίας να μπορεί να επικαλεστεί τους κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας, απαιτείται, σύμφωνα με την απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, να έχει αποκτήσει προηγουμένως πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Όπως αναφέρει η απόφαση Collins, παραθέτοντας προηγούμενη νομολογία, η έννοια του «εργαζομένου» κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ και του κανονισμού 1612/68 έχει κοινοτικό περιεχόμενο και δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
51. Πρέπει να προστεθεί ότι, όπως έχει επανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, η sui generis νομική φύση της σχέσεως εργασίας, η παραγωγικότητα του ενδιαφερομένου, η προέλευση των πόρων για την αμοιβή ή το ύψος της αμοιβής «δεν είναι αποφασιστικ[ά] για την ιδιότητα του εργαζομένου» (26), η οποία διατηρείται ακόμη και όταν οι υπηρεσίες του παρέχονται στο πλαίσιο επαγγελματικής εκπαιδεύσεως υπέρ ενός εργοδότη, υπό τη διεύθυνσή του και έναντι αμοιβής (27), όπως συμβαίνει στην περίπτωση της συμβάσεως που συνήψε ο ενδιαφερόμενος στη Γαλλία (28), όπου, κατά συνέπεια, απέκτησε την ιδιότητα του εργαζομένου.
52. Αντιθέτως, ο ενδιαφερόμενος δεν έχει την ιδιότητα αυτή στο Βέλγιο, όπου βρίσκεται εκτός της αγοράς εργασίας, και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ζητήσει, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, τα ίδια πλεονεκτήματα –μεταξύ των οποίων, από της εκδόσεως της αποφάσεως Deak, συγκαταλέγεται το επίδομα αναμονής– που παρέχονται στους ημεδαπούς εργαζομένους (29), παρότι στο παρελθόν είχε εργασία σε άλλη χώρα (30).
53. Δίδεται έτσι απάντηση σε ένα από τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, καθόσον, αφού αποκλείστηκε η εφαρμογή των ειδικών διατάξεων περί ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα της εργασίας προσώπων που αναζητούν εργασία, παράγει πλήρη αποτελέσματα η απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 12 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 17 ΕΚ.
2. Η ύπαρξη διακρίσεως λόγω ιθαγένειας
54. Η ιδιότητα του πολίτη της Ενώσεως τείνει να αποτελέσει το βασικό καθεστώς των υπηκόων των κρατών μελών, εξασφαλίζοντας στους ευρισκόμενους σε όμοια κατάσταση τη δυνατότητα να απολαύουν της ίδιας νομικής μεταχειρίσεως, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους και υπό την επιφύλαξη των ρητώς προβλεπομένων εξαιρέσεων (31).
55. Στην επίδικη περίπτωση, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως του επιδόματος αναμονής είναι, προφανώς, διατυπωμένες κατά τρόπο αντικειμενικό και αναφέρονται σε παράγοντες που, θεωρητικώς τουλάχιστον, δεν σχετίζονται με την ιθαγένεια.
56. Ωστόσο, η προϋπόθεση της ολοκληρώσεως των σπουδών σε εκπαιδευτικό κέντρο οργανωμένο, επιδοτούμενο ή αναγνωρισμένο από μια εκ των κοινοτήτων του Βελγίου [άρθρο 36, παράγραφος 1, 2, στοιχείο a, του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991] ή αυτή της αποκτήσεως του διπλώματος ή πιστοποιητικού των αντίστοιχων σπουδών [στοιχείο b του ίδιου αριθμού 2] εξαρτάται από την προϋπόθεση προηγούμενης κατοικίας στο Βέλγιο, η οποία πληρούται ευκολότερα από τους πολίτες του εν λόγω κράτους παρά από τρίτους (32).
57. Ειδική μνεία αξίζει η δυνατότητα που περιλαμβάνεται στο στοιχείο h του ως άνω αριθμού 2, η οποία αποτελεί συνέπεια της αποφάσεως Επιτροπή κατά Βελγίου και η οποία, παρότι δέχεται τις σπουδές σε άλλα κράτη μέλη, απαιτεί η εκπαίδευση να είναι ισότιμη με την παρεχόμενη στο Βέλγιο και, σωρευτικώς, ο αιτών να είναι συντηρούμενο τέκνο διακινούμενων εργαζομένων.
58. Σε καμιά από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν δεν αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο ο αιτών, μετά από την ολοκλήρωση των σπουδών του σε άλλο κράτος μέλος, να είναι κάτοχος πιστοποιητικού ισότιμου με αυτό της βελγικής εκπαιδεύσεως που παρέχει δικαίωμα στα επιδόματα, χωρίς, όμως, να είναι εργαζόμενος ούτε τέκνο εργαζόμενων στη χώρα γονέων.
59. Επομένως, διαπιστώνεται διαφορετική μεταχείριση εις βάρος των πολιτών όπως ο Ι. Ιωαννίδης, οι οποίοι βρίσκονται στην ως άνω περιγραφείσα κατάσταση, καθόσον στερούνται των επιδομάτων που χορηγούνται με σκοπό τη διευκόλυνση της προσβάσεως στην αγορά εργασίας αποκλειστικώς και μόνον επειδή πραγματοποίησαν τις δευτεροβάθμιες σπουδές τους σε άλλη κοινοτική χώρα.
60. Η διαπίστωση της διαφορετικής μεταχειρίσεως συνεπάγεται την ανάγκη να διερευνηθεί η ενδεχόμενη ύπαρξη λόγου που να την δικαιολογεί.
3. Η δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχειρίσεως
61. Όπως επεσήμανα ανωτέρω, το βελγικό επίδομα αναμονής αποσκοπεί στη διευκόλυνση της μεταβάσεως των νέων από τις σπουδές στην εργασία και, ως εκ τούτου, είναι θεμιτή η επιθυμία να διασφαλίζεται η ύπαρξη σχέσεως του αιτούντος με την εθνική αγορά εργασίας· ωστόσο, η διασφάλιση αυτή είναι δύσκολο να επιτευχθεί μέσω μιας και μόνης προϋποθέσεως σχετικής με τον τόπο περατώσεως των σπουδών ή εκδόσεως του σχετικού διπλώματος, όπως προβλέπεται στα στοιχεία a και b του άρθρου 36, παράγραφος 1, 2, του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991· η εν λόγω προϋπόθεση, πέραν του ότι παρουσιάζει υπερβολικά γενικό και εξαντλητικό χαρακτήρα, δεν αποδίδει τον πραγματικό βαθμό της σχέσεως αυτής, όπως έκρινε η απόφαση D’Hoop, το σκεπτικό της οποίας είναι απολύτως εφαρμόσιμο στην κρινομένη υπόθεση, παρότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενδιαφερόμενος δεν είναι Βέλγος· η ιθαγένεια του αιτούντος δεν πρέπει να ασκεί καμιά επιρροή, διότι άλλως θα πρόκειται για ευθεία δυσμενή διάκριση.
62. Εξάλλου, η άνιση μεταχείριση δεν δύναται να δικαιολογηθεί ούτε βάσει του στοιχείου h της ίδιας διατάξεως. Παρότι η προβλεπόμενη στο στοιχείο αυτό αναγνώριση των σπουδών σε άλλο κράτος το απαλλάσσει από την αιτίαση που βαρύνει τα στοιχεία a και b, εντούτοις, η σωρευτικώς απαιτούμενη προϋπόθεση της ιδιότητας του συντηρούμενου τέκνου διακινούμενων εργαζομένων που κατοικούν στο Βέλγιο είναι υπέρμετρα περιοριστική, καθόσον δεν περιλαμβάνει την περίπτωση των πολιτών της Ενώσεως που αναζητούν την πρώτη τους εργασία χωρίς να είναι συντηρούμενα τέκνα διακινούμενων εργαζομένων. Ο περιορισμός αυτός υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διαπίστωση της σχέσεως μεταξύ του αιτούντος την ενίσχυση και της αγοράς εργασίας στην οποία επιθυμεί να αποκτήσει πρόσβαση.
63. Κατά συνέπεια, η έλλειψη προβλέψεως στη βελγική νομοθεσία για περιπτώσεις όπως αυτή του Ι. Ιωαννίδη έχει ως αποτέλεσμα άνιση μεταχείριση που έρχεται σε αντίθεση με το κοινοτικό δίκαιο.
VI – Πρόταση
64. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του Cour du travail de Liège (Βέλγιο) ως εξής:
«Η νομοθεσία κράτους μέλους που επιτρέπει την άρνηση της χορηγήσεως του επιδόματος αναμονής σε πολίτη άλλου κράτους μέλους που αναζητεί την πρώτη του εργασία, επειδή έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του στη χώρα καταγωγής του και δεν είναι συντηρούμενο τέκνο διακινούμενων εργαζομένων, είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, προς το άρθρο 12, παράγραφος 1, ΕΚ».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Παράθεση του Μ. Luby, Journaldudroitinternational, 1997, τεύχος 2, σ. 542, κατά τον σχολιασμό της αποφάσεως Επιτροπή κατά Βελγίου, στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια.
3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33.
4 – Moniteurbelge της 31ης Δεκεμβρίου 1991, σ. 29888.
5 – Αναφέρω μόνον όσες ενδιαφέρουν την υπό κρίση υπόθεση.
6 – Το περιεχόμενο του στοιχείου a τροποποιήθηκε από το βασιλικό διάταγμα της 11ης Φεβρουαρίου 2003 (Moniteur Belge της 19ης Φεβρουαρίου 2003, σ. 8026), το οποίο αναφέρεται σε τεχνικές και επαγγελματικές σπουδές.
7 – Η διατύπωση του στοιχείου h διαμορφώθηκε ως έχει από το βασιλικό διάταγμα της 13ης Δεκεμβρίου 1996 (Moniteurbelge της 31ης Δεκεμβρίου 1996, σ. 32265), σύμφωνα με την απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, στην οποία αναφέρομαι λεπτομερώς κατωτέρω. Το βασιλικό διάταγμα της 11ης Φεβρουαρίου 2003 που αναφέρθηκε στην προηγούμενη υποσημείωση αντικατέστησε τις λέξεις «μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως» με τις λέξεις «του Ενιαίου Οικονομικού Χώρου» και προσέθεσε δύο νέα στοιχεία με το εξής περιεχόμενο: «i) είτε να έχει λάβει από εκπαιδευτικό κέντρο οργανωμένο, επιδοτούμενο ή αναγνωρισμένο από μια από τις κοινότητες πιστοποιητικό ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως ή δευτεροβάθμιας τεχνικής, καλλιτεχνικής ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως»· «j) είτε να είναι κάτοχος τίτλου εκδοθέντος από μια από τις κοινότητες, ισότιμου με το πιστοποιητικό που αναφέρεται στο στοιχείο b ή τίτλου που να του παρέχει πρόσβαση στην ανώτερη εκπαίδευση· το παρόν στοιχείο εφαρμόζεται μόνον όταν έχουν προηγηθεί τουλάχιστον έξι έτη σπουδών σε εκπαιδευτικό κέντρο οργανωμένο, αναγνωρισμένο ή επιδοτούμενο από μια από τις κοινότητες». Οι τελευταίες αυτές τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν την παρούσα ανάλυση, καθόσον η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του νέου κειμένου.
8 – Σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, ο προσφεύγων δεν έχει περατώσει τον δεύτερο ανώτερο κύκλο σπουδών επαγγελματικής καταρτίσεως σε ίδρυμα οργανωμένο, αναγνωρισμένο ή επιδοτούμενο από μια από τις κοινότητες του Βελγίου [στοιχείο a, του άρθρου 36, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, 2, του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991]· επίσης, δεν έχει λάβει από την αρμόδια εξεταστική επιτροπή το δίπλωμα ή πιστοποιητικό σπουδών που αντιστοιχεί στις σπουδές αυτές [στοιχείο b]· και, τέλος, παρότι έχει αναγνωριστεί η ισοτιμία της εκπαιδεύσεώς του στην Ελλάδα [στοιχείο h, πρώτο εδάφιο], δεν αποδεικνύει ότι οι γονείς του ήταν διακινούμενοι εργαζόμενοι [στοιχείο h, δεύτερο εδάφιο].
9 – Προηγουμένως, η απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1977, 66/77, Kuyken (Συλλογή τόμος 1977, σ. 743), είχε ασχοληθεί με τη ρύθμιση των παροχών αυτών από το άρθρο 124 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Δεκεμβρίου 1963, προγενέστερου του άρθρου 36 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991 –επί της επιρροής της αποφάσεως Deak στη νομολογία του Δικαστηρίου, βλ. τα σημεία 46 έως 59 των προτάσεών μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Βελγίου–, και η απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1991, C-18/90, Kziber (Συλλογή 1991, σ. I-199), είχε εξετάσει την άρνηση χορηγήσεως των ενισχύσεων σε μαροκινή υπήκοο που συμβίωνε με τον πατέρα της, της ίδιας εθνικότητας, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε στο Βέλγιο αφού είχε απασχοληθεί ως έμμισθος στη χώρα αυτή.
10 – Υπόθεση 94/84, Συλλογή 1984, σ. 1873.
11 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
12 – Υπόθεση C-278/94, Συλλογή 1994, σ. I-4307
13 – Υπόθεση C-224/98, Συλλογή 2002, σ. I-6191. Iliopoulo, A., και Toner, H. «A new approach to discrimination against free movers? D’Hoop v. Office National de l’Emploi», European Law Review, 2003, σ. 389 επ.
14 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed της 21ης Φεβρουαρίου 2002.
15 – Βλ. την υποσημείωση 7 των ανά χείρας προτάσεων.
16 – Υπόθεση C-138/02, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή
17 – Οδηγία 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 13).
18 – Η ίδια έννοια της εργασιακής σχέσεως απαντά στις αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 1986, 66/85, Lawrie-Blum (Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψεις 16 και 17), της 12ης Μαΐου 1998, C-85/96, Martínez Sala (Συλλογή 1998, σ. I-2691, σκέψη 32), και της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-413/01, Ninni-Orasche (Συλλογή 2003, σ. Ι-13187, σκέψη 34).
19 – Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1987 316/85, (Συλλογή 1987, σ. 2811).
20 – Το άρθρο 5 του κανονισμού 1612/68, το οποίο αναγνωρίζει το δικαίωμα λήψεως της ίδιας βοήθειας από τα γραφεία απασχολήσεως εργατικού δυναμικού, αποτελεί συγκεκριμένη εκδήλωση της αρχής αυτής.
21 – Υπ’ αυτή την έννοια, βλ. αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-15/96, Schöning-Κουγεβετοπούλου (Συλλογή 1998, σ. I-47, σκέψη 21), και της 24ης Νοεμβρίου 1998, C-274/96, Bickel και Franz (Συλλογή 1998, σ. I-7637, σκέψη 27). Η απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-413/99, Baumbast και R (Συλλογή 2002, σ. I-7091), δέχεται, όσον αφορά το δικαίωμα κατοικίας των πολιτών της Ενώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 18 ΕΚ, ότι η άσκησή του «δύναται να εξαρτηθεί από τα έννομα συμφέροντα των κρατών μελών» (σκέψη 90), προσθέτοντας ότι, «ωστόσο, η εφαρμογή των εν λόγω περιορισμών και προϋποθέσεων πρέπει να γίνεται τηρουμένων των ορίων που επιβάλλονται από το κοινοτικό δίκαιο και σύμφωνα με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, και ιδίως την αρχή της αναλογικότητας. Τούτο σημαίνει ότι τα εθνικά μέτρα που θεσπίζονται συναφώς πρέπει να είναι κατάλληλα και αναγκαία για να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός» (σκέψη 91).
22 – Requejo Isidro, Μ., «Estrategias para la “comunitarización”: descubriendo el potencial de la ciudadanía europea», La Ley, 2003, τεύχος 5903, σ. 1 επ. Όπως αναφέρεται στις αποφάσεις της 12ης Μαΐου 1998, Martínez Sala, προπαρατεθείσα, σκέψη 63, της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-184/99, Grzelczyk (Συλλογή 2001, σ. I‑6193, σκέψη 32), και της 15ης Μαρτίου 2005, C-209/03, Bidar (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 32), ο πολίτης της Ενώσεως ο οποίος διαμένει νομίμως εντός του εδάφους του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 12 ΕΚ «σε όλες τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου».
23 – Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, C-55/00, Gottardo (Συλλογή 2002, σ. I-413, σκέψη 21).
24 – Αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Σκαναβή και Χρυσανθακόπουλος, C-193/94 (Συλλογή 1996, σ. I-929, σκέψη 20), της 25ης Ιουνίου 1997, C-131/96, Mora Romero (Συλλογή 1997, σ. I-3659, σκέψη 10), και της 26ης Νοεμβρίου 2002, C-100/01, Oteiza Olazábal (Συλλογή 2002, σ. I-10981, σκέψη 25).
25 – Αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 1978, 1/78, Kenny (Συλλογή 1978, σ. 1489, σκέψη 9), και της 12ης Μαΐου 1998, C-336/96, Gilly (Συλλογή 1998, σ. I-2793, σκέψη 38).
26 – Αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1988, 197/86, Brown (Συλλογή 1988, σ. 3205, σκέψη 21), της 31ης Μαΐου 1989, 344/87, Bettray (Συλλογή 1989, σ. 1621, σκέψεις 15 και 16), της 26ης Φεβρουαρίου 1992, C-357/89, Raulin (Συλλογή 1992, σ. I-1027, σκέψη 10), και C-3/90, Bernini (Συλλογή 1992, σ. I-1071, σκέψεις 14 έως 17), και της 19ης Νοεμβρίου 2002, C-188/00, Kurz (Συλλογή 2002, σ. I-10691, σκέψη 32).
27 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Lawrie-Blum, σκέψεις 19 έως 21, Bernini, σκέψεις 15 και 16, και Kurz, σκέψεις 33 και 34.
28 – Όπως ανέφερε η Επιτροπή στις γραπτές της παρατηρήσεις, τα περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν την επέκταση της εξετάσεως του προδικαστικού ερωτήματος σε ζητήματα όπως, για παράδειγμα, η εργασία κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
29 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Lebon, σκέψη 26, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψεις 39 και 40, και Collins, σκέψεις 31 και 58.
30 – Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όπως σπεύδει να επισημάνει το αιτούν Cour du travail, οι ενισχύσεις χορηγούνται στους νέους που αναζητούν την πρώτη τους εργασία και σε αυτούς που, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους, έχουν ασκήσει έμμισθη δραστηριότητα για χρονικό, όμως, διάστημα μικρότερο από αυτό που θα απαιτείτο προκειμένου να θεμελιώσουν δικαίωμα σε επίδομα ανεργίας.
31 – Αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-148/02, García Avello (Συλλογή 2003, σ. I-11613, σκέψεις 22 και 23), Grzelczyk, σκέψη 3, D’Hoop, σκέψη 28, Collins, σκέψη 61, και Bidar, σκέψη 31, εκ των οποίων οι τέσσερις τελευταίες έχουν ήδη παρατεθεί.
32 – Μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Μαΐου 1996, C-237/94, O’Flynn (Συλλογή 1996, σ. I-2617, σκέψη 18), της 16ης Ιανουαρίου 2003, C-388/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I-721, σκέψεις 13 και 14), και Collins, σκέψη 65, που παρατέθηκε ήδη.
Full & Egal Universal Law Academy