ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
SHARPSTON
της 29ης Μαρτίου 2007 1(1)
Υπόθεση C-260/04
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Ελευθερία εγκαταστάσεως και ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Δημόσιες συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών – Ανανέωση 329 συμβάσεων παραχωρήσεως για τη διαχείριση και τη συλλογή στοιχημάτων ιπποδρομιών χωρίς προσφυγή σε διαδικασία διαγωνισμού – Υποχρεώσεις δημοσιότητας και διαφάνειας»
1. Το 1999 οι ιταλικές αρχές ανανέωσαν 329 συμβάσεις παραχωρήσεως για τη διαχείριση και τη συλλογή στοιχημάτων ιπποδρομιών, χωρίς προηγούμενη προκήρυξη διαγωνισμού. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλία, προβαίνοντας στην ενέργεια αυτή, παρέβη τις υποχρεώσεις διαφάνειας και δημοσιότητας, όπως απορρέουν από τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελευθερίας εγκαταστάσεως και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η Ιταλία δεν δέχεται αυτή την παράβαση. Υπέρ της παρεμβαίνουν η Δανία και η Ισπανία, μολονότι η Ιταλία και καθεμία από τις παρεμβαίνουσες προβάλλουν διαφορετικά επιχειρήματα προς απόρριψη της προσφυγής της Επιτροπής.
Κοινοτικό δίκαιο
2. Το άρθρο 43 ΕΚ απαγορεύει τους περιορισμούς της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
3. Το άρθρο 49 ΕΚ απαγορεύει τους περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εντός της Κοινότητας έναντι των υπηκόων των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας, πλην αυτού στο οποίο είναι εγκατεστημένο το πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται οι υπηρεσίες.
4. Κατά τα άρθρα 45 ΕΚ και 46 ΕΚ (σε συνδυασμό, όσον αφορά το άρθρο 49 ΕΚ, με το άρθρο 55 ΕΚ), οι περιορισμοί αυτοί δεν εφαρμόζονται στις δραστηριότητες που εμπίπτουν έστω και περιστασιακά στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας εντός κράτους μέλους και δεν προδικάζουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν ειδικό καθεστώς για τους αλλοδαπούς υπηκόους και δικαιολογούνται από λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας.
5. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι περιορισμοί στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μπορούν να δικαιολογηθούν από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος οι οποίοι δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την εκπλήρωση του σκοπού τους μέτρου και εφαρμόζονται ανεξαρτήτως ιθαγένειας (2).
6. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η σύναψη δημοσίων συμβάσεων ρυθμιζόταν εν γένει σε κοινοτικό επίπεδο από την οδηγία 92/50 του Συμβουλίου (3). Για τις συμβάσεις των οποίων η αξία υπερέβαινε ορισμένο ποσό, η οδηγία προέβλεπε ειδικές υποχρεώσεις οι οποίες περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση εξασφαλίσεως της δημοσιότητας της διαδικασίας που ακολουθείται σε κοινοτικό επίπεδο, πλην ορισμένων περιοριστικώς προβλεπόμενων περιπτώσεων. Ωστόσο, η όγδοη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας επισημαίνει ότι η παροχή υπηρεσιών καλύπτεται από την εν λόγω οδηγία μόνον εφόσον βασίζεται σε συμβάσεις και ότι η παροχή υπηρεσιών επί άλλων βάσεων δεν καλύπτεται από την οδηγία αυτή. Η Επιτροπή είχε προτείνει να συμπεριληφθούν οι παραχωρήσεις δημόσιας υπηρεσίας στο πεδίο εφαρμογής της προαναφερθείσας οδηγίας, αλλά το Συμβούλιο αποφάσισε να τις αποκλείσει από το πεδίο αυτό ιδίως λόγω διαφορών μεταξύ των καθεστώτων που ισχύουν στα διάφορα κράτη μέλη (4).
7. Το Δικαστήριο, πάντως, έχει κρίνει ότι, μολονότι οι συμβάσεις παραχωρήσεως δημοσίων υπηρεσιών εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, οι δημόσιες αρχές που τις συνάπτουν υποχρεούνται, εντούτοις, να τηρούν τους θεμελιώδεις κανόνες της Συνθήκης ΕΚ, εν γένει, και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, ειδικότερα (5). Τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ εφαρμόζονται ειδικώς στις παραχωρήσεις δημόσιας υπηρεσίας (6) και η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλόντων προσφορές τυγχάνει εφαρμογής, ακόμη και αν δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας (7). Οι αρχές αυτές επιβάλλουν υποχρέωση διαφάνειας στη δημόσια αρχή η οποία οφείλει να εξασφαλίσει προσήκοντα βαθμό δημοσιότητας προκειμένου να καταστεί δυνατό το άνοιγμα της παραχωρήσεως υπηρεσιών στον ανταγωνισμό καθώς και ο έλεγχος της διαφάνειας των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων (8).
8. Το 2000 η Επιτροπή δημοσίευσε ερμηνευτική ανακοίνωση περί των παραχωρήσεων στο κοινοτικό δίκαιο (9), με την οποία διατύπωσε την άποψή της επί των αποτελεσμάτων του κοινοτικού δικαίου στη σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεων (10).
Πραγματικά περιστατικά
9. Μέχρι το 1996 αρμόδια για τη διοργάνωση στοιχημάτων ιπποδρομιών στην Ιταλία ήταν η UNIRE, η κρατική ένωση για τη βελτίωση των ιπποδρομιών, η οποία συνήψε προς τούτο ορισμένες συμβάσεις παραχωρήσεως. Από το 1996 και εφεξής (11), η διαχείριση των στοιχημάτων πραγματοποιείται από τα Υπουργεία Οικονομικών και Γεωργίας. Σύμφωνα με προεδρικό διάταγμα του 1998 (12), τα υπουργεία αυτά οφείλουν να συνάπτουν συμβάσεις παραχωρήσεως στο πλαίσιο διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων διεξαγόμενων σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. Κατά το μεταβατικό στάδιο, οι συμβάσεις παραχωρήσεως που συνήφθησαν κατά το προϊσχύον καθεστώς (το οποίο δεν περιελάμβανε την προσφυγή σε διαδικασία διαγωνισμού) ανανεώθηκαν μέχρι το τέλος του 1998 ή, αν οι διαδικασίες διαγωνισμού δεν μπορούσαν να διεξαχθούν πριν την ημερομηνία αυτή, μέχρι το τέλος του 1999.
10. Το 1999 αποφασίστηκε με υπουργική απόφαση (13) η αύξηση του αριθμού των κέντρων διοργανώσεως στοιχημάτων στην Ιταλία από 329 σε 1 000. 671 νέες συμβάσεις παραχωρήσεως συνήφθησαν στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού. Οι 329 υφιστάμενες συμβάσεις παραχωρήσεως απλώς ανανεώθηκαν για έξι έτη από 1ης Ιανουαρίου 2000 (14). Ακολούθως, θεσπίστηκε νόμος ο οποίος προέβλεπε ότι οι εν λόγω 329 συμβάσεις παραχωρήσεως θα συνάπτονταν εκ νέου βάσει του προεδρικού διατάγματος του 1998, αλλά θα εξακολουθούσαν να ισχύουν μέχρι την εκ νέου σύναψή τους (15).
Διαδικασία
11. Τον Ιούλιο του 2001 η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ, έγγραφο οχλήσεως σχετικά με ορισμένα ζητήματα που τίθενται στον τομέα των στοιχημάτων, περιλαμβανομένης της ανανεώσεως των 329 επίμαχων συμβάσεων παραχωρήσεως. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η ανανέωση αυτή ήταν ασυμβίβαστες με τις απορρέουσες από τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ απαιτήσεις διαφάνειας και δημοσιότητας.
12. Με την απάντησή τους, οι ιταλικές αρχές επικαλέστηκαν την έκδοση του προαναφερθέντος νόμου (16).
13. Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι ο νόμος αυτός είχε καταστεί ανενεργός στην πράξη, απηύθυνε στην Ιταλία, στις 18 Οκτωβρίου 2002, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία την κάλεσε να συμμορφωθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών.
14. Στις 10 Δεκεμβρίου 2002 οι ιταλικές αρχές επικαλέστηκαν την ανάγκη πιστοποιήσεως του οικονομικού καθεστώτος των δικαιούχων συμβάσεων παραχωρήσεως που βρίσκονταν ακόμη σε ισχύ πριν από τη διεξαγωγή των διαδικασιών διαγωνισμού.
15. Στις 17 Ιουνίου 2004 η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει καμία ανακοίνωση όσον αφορά την ολοκλήρωση της προαναφερθείσας διαδικασίας και την κίνηση νέων διαδικασιών διαγωνισμού, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή ζητώντας από το Δικαστήριο:
– να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε τη γενική αρχή διαφάνειας και την υποχρέωση δημοσιότητας που υπέχει από τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ και ειδικότερα από τα άρθρα 43 επ. ΕΚ περί ελευθερίας εγκαταστάσεως και 49 επ. ΕΚ περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στο μέτρο που το Υπουργείο Οικονομικών ανανέωσε 329 συμβάσεις παραχωρήσεως για τη διαχείριση στοιχημάτων ιπποδρομιών χωρίς προηγούμενη κίνηση διαδικασίας διαγωνισμού και
– να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
16. Η Ιταλία ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
17. Στη Δανία και την Ισπανία επετράπη να παρέμβουν υπέρ της Ιταλίας και προς τούτο υπέβαλαν υπομνήματα παρεμβάσεως. Παρέμβαση επετράπη επίσης στη Φινλανδία και στις Κάτω Χώρες, αλλά η Φινλανδία παραιτήθηκε στη συνέχεια από τη διαδικασία και οι Κάτω Χώρες δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις.
18. Οι διάδικοι δεν ζήτησαν τη διεξαγωγή επ’ ακρατηρίου συζητήσεως και δεν πραγματοποιήθηκε τέτοια συζήτηση.
Εκτίμηση
19. Οι αιτιάσεις της Επιτροπής μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: οι συμβάσεις παραχωρήσεως για τη διαχείριση στοιχημάτων ιπποδρομιών όπως οι επίμαχες εν προκειμένω αποτελούν παραχωρήσεις δημόσιας υπηρεσίας από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50, αλλά υπόκεινται στις απορρέουσες από τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ γενικές απαιτήσεις απαγορεύσεως των διακρίσεων, διαφάνειας και δημοσιότητας. Η απλή ανανέωση 329 υφιστάμενων συμβάσεων παραχωρήσεως χωρίς διαδικασίες διαγωνισμού δεν συνάδει προς τις απαιτήσεις αυτές. Μόνον οι λόγοι που αριθμούνται στα άρθρα 45 ΕΚ και 46 ΕΚ μπορούν να δικαιολογήσουν παρέκκλιση και, εν προκειμένω, δεν συντρέχει κανένας από τους λόγους αυτούς. Όσον αφορά τις εν λόγω 329 συμβάσεις παραχωρήσεως, οι ιταλικές αρχές δεν εφάρμοσαν πρακτική σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο εντός της δίμηνης προθεσμίας που ετάχθη με την αιτιολογημένη γνώμη της 18ης Οκτωβρίου 2002 ούτε όταν ασκήθηκε η υπό κρίση προσφυγή, ήτοι 18 μήνες αργότερα.
20. Υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών, όπως εκτέθηκαν στα ανωτέρω σημεία 9 και 10, τα οποία δεν αμφισβητούνται, καθώς και της προαναφερθείσας στο σημείο 7 νομολογίας, φρονώ ότι η Επιτροπή απέδειξε, εκ πρώτης όψεως, ότι οι αιτιάσεις της ευσταθούν.
21. Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Ιταλία επικαλείται ορισμένα μέτρα που θέσπισε το 2003 καθώς και τους επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος στα οποία στηρίχθηκε η θέσπισή τους.
22. Η Ισπανία προβάλλει εκτιμήσεις σχετικές με τις ιδιαιτερότητες της εγκρίσεως και της διοργανώσεως στοιχημάτων τις οποίες, κατά την άποψή της, η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη.
23. Η Δανία αμφισβητεί την εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία της αποφάσεως Telaustria του Δικαστηρίου όσον αφορά το περιεχόμενο της υποχρεώσεως διαφάνειας υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπό κρίση υποθέσεως.
24. Λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των τριών σειρών επιχειρημάτων που προέβαλαν τα τρία αυτά κράτη μέλη, θα εξετάσω τα επιχειρήματα αυτά χωριστά.
Ιταλία
25. Η Ιταλία υποστηρίζει ότι τα μέτρα που θέσπισε είναι σύννομα. Παραπέμπει, ειδικότερα, σε ένα νομοθετικό διάταγμα του 2003 και σε μια απόφαση που εκδόθηκε σύμφωνα με τη διάταξη αυτή (17). Κατά το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα, πρέπει να εξακριβωθεί το οικονομικό καθεστώς όλων των δικαιούχων παραχωρήσεων, λαμβανομένων υπόψη των δυσκολιών που ανέκυψαν όσον αφορά την ικανότητά τους να καταβάλουν τα ιδιαιτέρως υψηλά ποσά που τους ζητήθηκαν. Κατά την Ιταλία, σειρά άλλων μέτρων είχαν σκοπό να υπερκεράσουν τις δυσκολίες με διάφορα μέσα, η δε απόφαση παρέτεινε την ισχύ των υφιστάμενων συμβάσεων παραχωρήσεως μέχρι την εκπλήρωση του σκοπού αυτού, αλλά όχι πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2011. Όλα αυτά τα μέτρα δικαιολογούνταν από την ανάγκη να εξασφαλισθεί στους δικαιούχους παραχωρήσεως συνεχής οικονομική σταθερότητα και αποδοτικότητα των επενδύσεών τους, ώστε να αποτραπεί η προσφυγή σε παράνομα στοιχήματα μέχρις ότου οι υφιστάμενες συμβάσεις παραχωρήσεως συναφθούν εκ νέου βάσει διαδικασιών διαγωνισμού.
26. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα μέτρα που θεσπίστηκαν το 2003 δεν έχουν καμία συνέπεια στις διαπραχθείσες παραβάσεις. Το κάτα πόσον ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση που επικρατούσε στο κράτος μέλος κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (18).
27. Συμφωνώ με την άποψη αυτή.
28. Η Επιτροπή δεν εξετάζει ούτε το κατά πόσον οι λόγοι που προβλήθηκαν προς δικαιολόγηση της θεσπίσεως των μέτρων του 2003 δικαιολογούν την κατάσταση που επικρατούσε το 2002 και καταλήγει στο ότι η περίπτωση αυτή δεν συντρέχει.
29. Κατά την άποψή μου, κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύει το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί άλλοι επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, παρά μόνον εκείνοι που προβλέπονται ρητώς στα άρθρα 45 ΕΚ ή 46 ΕΚ. Το Δικαστήριο δέχθηκε επανειλημμένως ότι οι λόγοι αυτοί μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως ή στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (19).
30. Πάντως, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, για να δικαιολογηθούν –είτε βάσει διατάξεως της Συνθήκης είτε βάσει επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος– τα επίμαχα μέτρα, πρέπει να μπορούν να εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού μέτρου (20).
31. Επιπλέον, εκτιμήσεις αμιγώς οικονομικής ή διοικητικής φύσεως δεν μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς των προβλεπόμενων από τη Συνθήκη ελευθεριών (21).
32. Κανένας από τους σκοπούς που επικαλέστηκε η Ιταλία δεν εμπίπτει στις κατηγορίες που προβλέπουν τα άρθρα 45 ΕΚ και 46 ΕΚ. Όσον αφορά άλλους επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος (μη οικονομικής φύσεως), μόνον η πρόληψη των παράνομων στοιχημάτων μπορεί να θεωρηθεί, τουλάχιστον καταρχήν, ως λόγος γενικού συμφέροντος.
33. Πάντως, σύμφωνα με τα μη αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, το 1999 αποφασίστηκε στην Ιταλία η αύξηση του αριθμού των συμβάσεων παραχωρήσεως για τη διαχείριση στοιχημάτων από 329 σε 1 000. Ο σκοπός αυτός εκπληρώθηκε δεόντως με τη σύναψη 671 νέων συμβάσεων παραχωρήσεως κατόπιν διαδικασίας διαγωνισμού και με την απλή ανανέωση των 329 παλαιών συμβάσεων παραχωρήσεως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι δύσκολο να γίνει δεκτό –και η Ιταλία δεν παρέχει σχετικές εξηγήσεις με τα υπομνήματά της– πώς η ανανέωση ή η διατήρηση σε ισχύ 329 παλαιών συμβάσεων παραχωρήσεως χωρίς προσφυγή σε διαδικασία διαγωνισμού θα μπορούσε να αποτρέψει τα παράνομα στοιχήματα, ούτε γιατί θα ήταν αναγκαία προς τούτο η έλλειψη διαφάνειας.
34. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η Ιταλία δεν προέβαλε επιχειρήματα ικανά να αντικρούσουν τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
Ισπανία
35. Η Ισπανία υποστηρίζει ότι η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, διότι δεν λαμβάνει υπόψη ορισμένα ουσιώδη στοιχεία. Πρώτον, όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο (22), οι ηθικής, θρησκευτικής ή πολιτιστικής φύσεως ιδιαιτερότητες, καθώς και οι ηθικώς και οικονομικώς επιζήμιες για το άτομο και την κοινωνία συνέπειες των παιγνίων και των στοιχημάτων μπορούν να δικαιολογήσουν την αναγνώριση υπέρ των εθνικών αρχών επαρκούς εξουσίας εκτιμήσεως, προκειμένου να καθορίζουν τις απαιτήσεις που συνεπάγεται η προστασία των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως. Δεύτερον, μια μεταβατική περίοδος είναι απαραίτητη στις περιπτώσεις αντικαταστάσεως ενός καθεστώτος παραχωρήσεως με άλλο και μπορεί να δικαιολογήσει την παράταση της ισχύος ορισμένων πτυχών του προγενέστερου καθεστώτος. Επί των δύο αυτών σημείων, οι ιταλικές αρχές επιδεικνύουν σαφή πρόθεση να ανταποκριθούν πλήρως στις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου. Τρίτον, εμπλέκονται πολύπλοκα κοινωνικού χαρακτήρα συμφέροντα, ιδίως η χρήση εσόδων από στοιχήματα ως μοναδική πηγή χρηματοδοτήσεως των προσπαθειών βελτιώσεως της εκτροφής αλόγων. Τέταρτον, ο τομέας στοιχημάτων ιπποδρομιών στην Ιταλία αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες, οι οποίες προϋπήρχαν της θεσπίσεως των μέτρων του 2003 στα οποία αναφέρθηκε η Ιταλία με το υπόμνημά της αντικρούσεως.
36. Ωστόσο, καμία από τις εκτιμήσεις αυτές δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παράβαση που προσάπτει η Επιτροπή στην Ιταλία, ήτοι την ανανέωση και τη μεταγενέστερη διατήρηση σε ισχύ, χωρίς διαφάνεια και χωρίς δημοσιότητα, 329 παλαιών συμβάσεων παραχωρήσεως συγχρόνως με τη σύναψη 671 νέων συμβάσεων παραχωρήσεως που συνήφθησαν στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού.
37. Η ιδιαίτερη φύση των στοιχημάτων και των παιγνίων πράγματι αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο, αλλά όχι δυνάμενη να δικαιολογήσει περιορισμούς των αναγνωριζόμενων από τη Συνθήκη ελευθεριών που δεν αποτελούν επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, δεν είναι πρόσφοροι για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρου (23). Εκτιμήσεις κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως όπως αυτές που επικαλέστηκε η Ισπανία με τον τρίτο και τέταρτο λόγο της ή πρακτικές δυσκολίες που απορρέουν από τη μετάβαση από ένα καθεστώς σε άλλο δεν αποτελούν τέτοιους λόγους. Η πρόθεση των ιταλικών αρχών δεν ασκεί επιρροή στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών κατά το πέρας της καθορισθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη περιόδου.
Δανία
38. Η Δανία εγείρει σειρά ζητημάτων που αφορούν ιδίως το περιεχόμενο των απορρεουσών από τη Συνθήκη υποχρεώσεων στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ή των παραχωρήσεων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι μια διαδικασία διαγωνισμού δεν είναι οπωσδήποτε υποχρεωτική και ότι η χρήση του όρου «advertising» στην αγγλική απόδοση της αποφάσεως Telaustria κακώς παραπέμπει σε δεσμευτικότερη υποχρέωση έναντι της αντίστοιχης του όρου «publicity» σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις. Η Δανία ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η απαίτηση αυτή συνεπάγεται ότι η αναθέτουσα αρχή πρέπει να απευθυνθεί ανοικτά στους μελλοντικούς συμβαλλομένους ή δικαιούχους παραχωρήσεως, ότι οι δυνητικοί ανάδοχοι πρέπει να έχουν πρόσβαση στα έγγραφα του διαγωνισμού ή ότι η αναθέτουσα αρχή πρέπει απλώς να ανακοινώσει την πρόθεσή της να συνάψει δημόσια σύμβαση ή να προβεί σε παραχώρηση.
39. Συναφώς, τα επιχειρήματα της Δανίας είναι παρεμφερή με εκείνα που προέβαλε στο πλαίσιο άλλης υποθέσεως, της εκκρεμούς ενώπιον του Δικαστηρίου υποθέσεως Επιτροπή κατά Φινλανδίας (24). Τα ζητήματα που εγείρει είναι σημαντικά και συμφωνώ με την άποψη ότι είναι σκόπιμες ορισμένες διευκρινίσεις επί των νομικών ζητημάτων (25). Ωστόσο, η γενική διευκρίνιση που ζητεί η Δανία σκοπεί κυρίως στη λήψη απαντήσεως σε ορισμένα ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος για τα κράτη μέλη παρά στην επίλυση της υπό κρίση διαφοράς.
40. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι οι 329 επίμαχες συμβάσεις παραχωρήσεως απλώς ανανεώθηκαν. Μολονότι μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι ιταλικές αρχές δημοσιοποίησαν, κατά κάποιον τρόπο, την πρόθεσή τους να κινήσουν νέα διαδικασία, είναι προφανές ότι ο βαθμός της δημοσιότητας της οποίας έτυχαν οι 329 επίμαχες συμβάσεις παραχωρήσεως, έναντι των 671 νέων συμβάσεων παραχωρήσεως που συνήφθησαν στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού, δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, αρκετός για να καταστεί «δυνατό το άνοιγμα της παραχωρήσεως υπηρεσιών στον ανταγωνισμό καθώς και [ο] έλεγχο[ς] της διαφάνειας των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων» (26).
41. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι τα επιχειρήματα της Δανίας δεν είναι ικανά να ασκήσουν επιρροή στην έκβαση της υπό κρίση υποθέσεως.
Καταληκτικές παρατηρήσεις
42. Συνεπώς, φρονώ ότι, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου και των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως τα οποία δεν αμφισβητούνται, η Επιτροπή απέδειξε αρκούντως την παράβαση που επικαλείται και ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν τα κράτη μέλη δεν αντικρούει δεόντως τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
43. Επιτρέψτε μου να διευκρινίσω ότι, με την πρότασή μου, δεν εκφράζω άποψη επί των άλλων περιστάσεων που μπορούν να δικαιολογήσουν την ανανέωση συμβάσεων παραχωρήσεως για τη διαχείριση στοιχημάτων ιπποδρομιών χωρίς προσφυγή σε διαδικασία διαγωνισμού. Επίσης, δεν κρίνω αναγκαίο τον καθορισμό του είδους ή του βαθμού δημοσιότητας που απαιτείται όταν υπάρχει προσφυγή σε διαδικασία διαγωνισμού. Αρκεί να υπομνησθεί ότι, εν προκειμένω, συνήφθησαν 671 συμβάσεις παραχωρήσεως κατόπιν διαδικασίας διαγωνισμού η οποία, κατά την άποψη της Επιτροπής, ήταν σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, ενώ συγχρόνως ανανεώθηκαν 329 άλλες χωρίς οποιαδήποτε μορφή δημοσιότητας ή διαφάνειας που θα παρείχε στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα προσβάσεως στη διαδικασία διαγωνισμού.
Δικαστικά έξοδα
44. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου και, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη διαδικασία φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ιταλίας στα δικαστικά έξοδα.
Πρόταση
45. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε τη γενική αρχή διαφάνειας και την υποχρέωση δημοσιότητας που απορρέουν από τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ και ειδικότερα από τα άρθρα 43 επ. ΕΚ περί ελευθερίας εγκαταστάσεως και 49 επ. ΕΚ περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, στο μέτρο που το Υπουργείο Οικονομικών ανανέωσε 329 συμβάσεις παραχωρήσεως για τη διαχείριση στοιχημάτων ιπποδρομιών, χωρίς προηγούμενη κίνηση διαδικασίας διαγωνισμού, και
– να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα, πλην εκείνων του Βασιλείου της Δανίας και του Βασιλείου της Ισπανίας, που φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-76/90, Säger, Συλλογή 1991, σ. I-4221, σκέψη 15, και C-19/92, Kraus, Συλλογή 1993, σ. I-1663, σκέψη 32.
3 – Οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1), που εν τω μεταξύ καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114). Στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, η κατανομή των αγορών ρυθμιζόταν από την οδηγία 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, η οποία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2004/17/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 1).
4 – Βλ., επιπλέον, σκέψεις 46 επ. της αποφάσεως της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-324/98, Telaustria και Telefonadress (Συλλογή 2000, σ. I-10745).
5 – Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Telaustria, σκέψη 60, καθώς και αποφάσεις της 21ης Ιουλίου 2005, C-231/03, Coname (Συλλογή 2005, σ. I-7287, σκέψη 16), της 13ης Οκτωβρίου 2005, C-458/03, Parking Brixen (Συλλογή 2005, σ. I-8612, σκέψη 46), και της 6ης Απριλίου 2006, C-410/04, ANAV (Συλλογή 2006, σ. I-3303, σκέψη 18).
6 – Βλ. προαναφερθείσες στην υποσημείωση 5 αποφάσεις Parking Brixen, σκέψη 47, και ANAV, σκέψη 19.
7 – Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Parking Brixen, σκέψη 48, και ANAV, σκέψη 20.
8 – Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Telaustria, σκέψεις 61 και 62, Parking Brixen, σκέψη 49, και ANAV, σκέψη 21.
9 – ΕΕ 2000, C 121, σ. 2.
10 – Μια πιο πρόσφατη ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την κοινοτική νομοθεσία που εφαρμόζεται στις συμβάσεις που δεν καλύπτονται ή καλύπτονται εν μέρει από τις οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων (ΕΕ 2006, C 179, σ. 2) σαφώς αποφεύγει να αναφερθεί στις παραχωρήσεις, μολονότι μπορεί να γίνει δεκτό ότι ορισμένες από τις συμβουλές που περιλαμβάνει είναι αρκετά γενικές ώστε καλύπτουν τις εν λόγω παραχωρήσεις.
11 – Σύμφωνα με τον νόμο 662/1996 (GURI αριθ. 303, της 28ης Δεκεμβρίου 1996).
12 – Προεδρικό διάταγμα 169/1998 (GURI αριθ. 125, της 1ης Ιουνίου 1998)
13 – Υπουργική απόφαση της 7ης Απριλίου 1999, GURI αριθ. 86, της 14ης Απριλίου 1999.
14 – Υπουργική οδηγία της 9ης Δεκεμβρίου 1999 και υπουργική απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 1999 (GURI αριθ. 300, της 23ης Δεκεμβρίου 1999).
15 – Νομοθετικό διάταγμα 452/2001 (GURI αριθ. 301, της 29ης Δεκεμβρίου 2001), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 16/2002 (GURI αριθ. 49, της 27ης Φεβρουαρίου 2002).
16 – Βλ. σημείο 10 και υποσημείωση 15.
17 – Νομοθετικό διάταγμα 147/2003 της 24ης Ιουνίου 2003 (GURI αριθ. 145, της 25ης Ιουνίου 2003), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 200/2003, και απόφαση 107/2003 της 14ης Οκτωβρίου 2003, της UNIRE (που αρχικώς συνήψε τις 329 επίμαχες συμβάσεις παραχωρήσεως).
18 – Η Επιτροπή παραθέτει την απόφαση C-299/01, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2002, σ. I-5899, σκέψη 11). Βλ. την πιο πρόσφατη απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2007, C-183/05, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 17).
19 – Βλ., για παράδειγμα, στη συγκεκριμένη περίπτωση των στοιχημάτων, αποφάσεις της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-243/01, Gambelli κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I-13031, σκέψεις 59 και 60), και της 6ης Μαρτίου 2007, C-338/04, C‑359/04 και C-360/04, Placanica κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 45).
20 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Gambelli, σκέψη 65, και απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2007, C-150/04, Επιτροπή κατά Δανίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 46).
21 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2003, C-388/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I-721, σκέψη 22), και απόφαση της 13ης Μαϊου 2003, C-463/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. I-4581, σκέψη 35).
22 – Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Gambelli, σκέψη 63, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, ήτοι τις αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1994, C-275/92, Schindler (Συλλογή 1994, σ. I-1039), της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C-124/97, Läärä κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I-6067) και της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-67/98, Zenatti (Συλλογή 1999, σ. I-7289).
23 – Προαναφερθείσα απόφαση Gambelli, σκέψεις 65 και 67.
24 – Υπόθεση C-195/04, βλ., μεταξύ άλλων, σημεία 79 επ. των προτάσεών μου της 18ης Ιανουαρίου 2007.
25 – Βλ., περαιτέρω, το άρθρο του Adrian Brown «Seeing through transparency: the requirement to advertise public contracts and concessions under the EC Treaty», Public Procurement Law Review 2007, σ. 1. Σημειωτέον, επίσης, ότι η ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής του 2006 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10) αποτελεί σήμερα αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσας από τη Γερμανία ενώπιον του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T-258/06, στην οποία ζήτησαν να παρέμβουν πολλά κράτη μέλη καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
26 – Βλ. ανωτέρω σημείο 7 και υποσημείωση 8.
Full & Egal Universal Law Academy