ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 10ης Νοεμβρίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-294/04
Carmen Sarkatzis Herrero
κατά
Instituto Madrileño de la Salud (Imsalud)
[αίτηση του Juzgado de lo Social n° 30 de Madrid (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 76/207/ΕΟΚ – Ίση μεταχείριση – Άδεια μητρότητας – Έναρξη της σταδιοδρομίας στον δημοσιοϋπαλληλικό κλάδο – Υπολογισμός της υπηρεσιακής αρχαιότητας – Απαίτηση πραγματικής αναλήψεως υπηρεσίας – Δυσμενής μεταχείριση;»
I – Εισαγωγή
1. Αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως είναι κατ’ ουσίαν το αν μία γυναίκα η οποία βρίσκεται σε άδεια μητρότητας υφίσταται –μη ανεκτή υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου– δυσμενή μεταχείριση στην περίπτωση που η εθνική νομοθεσία εξαρτά την απόκτηση της ιδιότητας του δημοσίου υπαλλήλου –και τις εντεύθεν έννομες συνέπειες– από την πραγματική ανάληψη υπηρεσίας.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Εθνική νομοθεσία
2. Το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε το περιεχόμενο των ακολούθων κρισίμων εθνικών νομοθετικών διατάξεων: Σύμφωνα με τις διατάξεις του ισπανικού δικαίου για την πρόσληψη δημοσίων υπαλλήλων, η ανάληψη υπηρεσίας από τον δημόσιο υπάλληλο αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση των δικαιωμάτων του. Το Estatuto de personal no sanitario al servicio de las Instituciones Sanitarias (κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως μη υγειονομικού προσωπικού στην υπηρεσία των υγειονομικών υπηρεσιών) που ψηφίστηκε με πράξη της 5ης Ιουλίου 1971 δεν προβλέπει συναφώς κάποια εξαίρεση.
3. Η ένατη παράγραφος της αποφάσεως του Instituto Nacional de la Salud (στο εξής: Insalud) της 3ης Δεκεμβρίου 1997, με την οποία δημοσιεύθηκε η προκήρυξη γενικού διαγωνισμού και οι κοινές βάσεις των δοκιμασιών επιλογής για την πρόσληψη σε διάφορες κατηγορίες στους οργανισμούς υγείας που εξαρτώνται από το Insalud, ορίζει στο σημείο 2 του τμήματος που αφορά τον διορισμό και την ανάληψη καθηκόντων ότι οι επιτυχόντες πρέπει να αναλάβουν καθήκοντα εντός μηνός από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Στο σημείο 3 ορίζεται ότι οι επιτυχόντες/επιτυχούσες που δεν αναλαμβάνουν καθήκοντα εντός της ως άνω προθεσμίας εκπίπτουν όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συμμετοχή τους στον διαγωνισμό, εκτός εάν συντρέχει σοβαρός λόγος ο οποίος εκτιμάται από το όργανο που διενεργεί τις δοκιμασίες επιλογής.
4. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο, η ρύθμιση αυτή σχετικά με τη διαδικασία επιλογής αποτελεί εφαρμογή των διατάξεων του βασιλικού διατάγματος 118/1991 της 25ης Ιανουαρίου 1991, του οποίου το άρθρο 12, σημείο 5, ορίζει ότι –πλην περιπτώσεων ανωτέρας βίας– όσοι δεν υποβάλλουν τα δικαιολογητικά τους εντός της προβλεπομένης προθεσμίας δεν μπορούν να διοριστούν.
Β – Το κοινοτικό δίκαιο
5. Η οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου (2) (στο εξής: οδηγία 76/207) αποσκοπεί στην εξάλειψη οποιασδήποτε δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου όσον αφορά τους όρους εργασίας και τα κριτήρια προσβάσεως σε θέσεις εργασίας σε όλες τις βαθμίδες της επαγγελματικής ιεραρχίας χωρίς ωστόσο να θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα.
6. Περαιτέρω, η οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου (3) (στο εξής: οδηγία 92/85) θέτει ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις για την προστασία τους.
7. Όσον αφορά την άδεια μητρότητας, το άρθρο 8 της οδηγίας 92/85 διασφαλίζει το δικαίωμα για άδεια μητρότητας διαρκείας τουλάχιστον δεκατεσσάρων συναπτών εβδομάδων, εκ των οποίων τουλάχιστον δύο εβδομάδες είναι υποχρεωτικές. Επιπλέον, το άρθρο 11 της οδηγίας προβλέπει ότι κατά τη διάρκεια της κατά το άρθρο 8 άδειας πρέπει να εξασφαλίζεται η διατήρηση της αμοιβής και/ή το δικαίωμα κατάλληλου επιδόματος καθώς και τα λοιπά δικαιώματα που συνδέονται με τη σύμβαση εργασίας.
III – Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα
8. Η Carmen Sarkatzis Herrero (στο εξής: C. Sarkatzis Herrero ή προσφεύγουσα στην κύρια δίκη) άσκησε στις 12 Σεπτεμβρίου 2003 προσφυγή με αναγνωριστικό και καταψηφιστικό αίτημα κατά του Instituto Madrileño de la Salud (στο εξής: Imsalud) ζητώντας να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της υπηρεσιακής αρχαιότητάς της στον οργανισμό αυτόν η ημερομηνία διορισμού της και όχι η ημερομηνία αναλήψεως καθηκόντων.
9. Η C. Sarkatzis Herrero παρείχε τις υπηρεσίες της ως αναπληρώτρια στον καθού οργανισμό και δη κατ’ αρχάς στην Insalud και στη συνέχεια –κατόπιν μεταβιβάσεως των αρμοδιοτήτων και υπηρεσιών υγείας καθώς και του οικείου προσωπικού από την Administración Central del Estado προς την Comunidad Autónoma Madrid την 1η Ιανουαρίου 2002– στην Imsalud.
10. Με απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1997, και ενώ η C. Sarkatzis Herrero παρείχε ακόμη τις υπηρεσίες της στην Insalud, προκηρύχθηκε από τον εν λόγω οργανισμό διαγωνισμός για την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού.
11. Η C. Sarkatzis Herrero μετέσχε στον διαγωνισμό αυτόν και διορίστηκε με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2002 σε επικουρική διοικητική θέση. Με την ίδια απόφαση τοποθετήθηκε σε συγκεκριμένη θέση και της τάχθηκε προθεσμία ενός μηνός για να αναλάβει καθήκοντα.
12. Στις 27 Νοεμβρίου 2002, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, της οποίας πλησίαζε η ημέρα του τοκετού, απευθύνθηκε στον δημόσιο οργανισμό (ο οποίος ήδη κατά τον χρόνο αυτόν ήταν το Imsalud), στον οποίο εργαζόταν ως αναπληρώτρια, ζητώντας πληροφορίες σχετικά με το διοικητικό καθεστώς της σε σχέση με την ανάληψη καθηκόντων και σχετικά με την επικείμενη άδεια μητρότητας. Το Imsalud την ενημέρωσε στις 9 Δεκεμβρίου 2002 ότι, αν κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως του διορισμού της βρισκόταν σε άδεια μητρότητας, θα έπρεπε να δηλώσει την κατάστασή της προκειμένου να της επιτραπεί να μεταθέσει την ημερομηνία αναλήψεως καθηκόντων κατά το χρονικό διάστημα της άδειας της μητρότητας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στην προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, θα έπρεπε να αναλάβει καθήκοντα μετά το πέρας της άδειας μητρότητας· συναφώς, το Imsalud την παρέπεμψε σε σχετική απόφαση του Insalud της 3ης Δεκεμβρίου 1997 στην οποία προφανώς καθορίζονται τα κριτήρια που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αυτές.
13. Στις 20 Δεκεμβρίου 2002, η C. Sarkatzis Herrero ζήτησε να μετατεθεί η ημερομηνία αναλήψεως καθηκόντων σύμφωνα με τις πληροφορίες που της είχαν παρασχεθεί. Παραλλήλως, ζήτησε να συνυπολογιστούν στον χρόνο υπηρεσίας της οι ημέρες της άδειας μητρότητας επικαλούμενη την ισπανική νομοθεσία για τη σύζευξη της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής των εργαζομένων. Στις 8 Ιανουαρίου 2003, της γνωστοποιήθηκε ότι έγινε δεκτό το αίτημά της για μετάθεση του χρόνου αναλήψεως υπηρεσίας χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στο δεύτερο αίτημά της.
14. Κρίνοντας ότι η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη λόγω της άδειας μητρότητας που ζήτησε υπέστη δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τη σταδιοδρομία της και τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας της, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
1. Έχουν οι κοινοτικές διατάξεις περί αδείας μητρότητας και περί ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών κατά την πρόσβαση στην εργασία την έννοια ότι μία γυναίκα, η οποία βρίσκεται σε άδεια μητρότητας και η οποία κατά το χρονικό αυτό διάστημα διορίζεται στον δημόσιο τομέα, πρέπει να απολαύει των ίδιων δικαιωμάτων με τους λοιπούς επιτυχόντες στον διαγωνισμό προσλήψεως δημοσίων υπαλλήλων;
2. Ανεξαρτήτως των εφαρμοστέων στην περίπτωση εργαζομένης που αναλαμβάνει για πρώτη φορά υπηρεσία, εντάσσεται η απόκτηση της υπαλληλικής ιδιότητας ή της μόνιμης θέσεως, στην περίπτωση υφιστάμενης σχέσεως εργασίας, έστω και ευρισκόμενης σε αναστολή, στα δικαιώματα σταδιοδρομίας, τα οποία παράγουν αποτελέσματα παρά το γεγονός ότι η ενδιαφερομένη βρισκόταν σε άδεια μητρότητας;
3. Συγκεκριμένα, προς εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και ειδικότερα των σχετικών με την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών κατά την πρόσβαση στην εργασία ή μετά από αυτήν, έχει η αναπληρώτρια υπάλληλος, η οποία κατά τον διορισμό της σε μόνιμη θέση βρίσκεται σε άδεια μητρότητας, δικαίωμα να αναλάβει τα διοικητικά καθήκοντά της και να αποκτήσει την ιδιότητα της υπαλλήλου μαζί με τα συνεπακόλουθα αυτής δικαιώματα, όπως η έναρξη της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας και ο υπολογισμός της αρχαιότητάς της από το χρονικό αυτό σημείο και επί ίσοις όροις έναντι των λοιπών διορισθέντων, ανεξαρτήτως του αν, κατά τις εφαρμοστέες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, η άσκηση των δικαιωμάτων που συνδέονται με την πραγματική παροχή εργασίας μπορεί να ανασταλεί μέχρι την πραγματική ανάληψη καθηκόντων;
IV – Νομική εκτίμηση
Α – Εισαγωγικές παρατηρήσεις επί των ερωτημάτων και επί της πορείας της έρευνας
15. Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν από την επιταγή περί ίσης μεταχειρίσεως του κοινοτικού δικαίου, καθώς και από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την άδεια μητρότητας, συνάγεται ότι γυναίκα, η οποία διορίζεται στον δημόσιο τομέα ενώ βρίσκεται σε άδεια μητρότητας, πρέπει να απολαύει των ίδιων δικαιωμάτων με τους λοιπούς επιτυχόντες στον διαγωνισμό προσλήψεως δημοσίων υπαλλήλων.
16. Η διατύπωση του πρώτου ερωτήματος είναι πολύ γενική, η δε απάντηση σ’ αυτό συνάγεται άμεσα από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφασή του της 18ης Νοεμβρίου 2004 επί της υποθέσεως Sass (4) ότι «η εργαζόμενη γυναίκα προστατεύεται, στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσεώς της, έναντι κάθε δυσμενούς μεταχειρίσεως αιτιολογούμενης από το γεγονός ότι βρίσκεται σε άδεια μητρότητας ή είχε λάβει τέτοια άδεια» (5), χωρίς συναφώς να διακρίνει αν η δυσμενής μεταχείριση αφορά υφιστάμενη ή ιδρυόμενη το πρώτον μετά την άδεια μητρότητας σχέση εργασίας.
17. Στη συνάφεια αυτή, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι «η γυναίκα που υφίσταται δυσμενή μεταχείριση λόγω απουσίας ένεκα αδείας μητρότητας υφίσταται δυσμενή διάκριση εξαιτίας της εγκυμοσύνης της και της αδείας αυτής. Τούτο συνιστά δυσμενή διάκριση συνδεόμενη κατά τρόπο άμεσο με το φύλο κατά την έννοια της οδηγίας 76/207» (6).
18. Αν και από τυπικής απόψεως η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη προβάλλει την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως κατά την πρόσβαση στη νέα απασχόλησή της –και όχι σε σχέση με την υφιστάμενη εργασιακή σχέση βάσει της οποίας έλαβε την άδεια μητρότητας όπως στην υπόθεση Sass–, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ότι υπέστη δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με την πρόσβαση στη νέα εργασιακή σχέση της ως δημοσίου υπαλλήλου –«από το γεγονός ότι [βρισκόταν] σε άδεια μητρότητας» σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της– και, ως εκ τούτου, είναι κατ’ αρχήν επιβεβλημένη η εφαρμογή της λύσεως που δόθηκε στο πλαίσιο της αποφάσεως Sass.
19. Πάντως, το πρώτο ερώτημα διευκρινίζεται από το αιτούν δικαστήριο με το τρίτο ερώτημά του σε σχέση με τυχόν συγκεκριμένες αξιώσεις της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν με το τρίτο ερώτημά του αν αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο εθνική νομοθεσία που απαιτεί την πραγματική ανάληψη καθηκόντων ενόψει ενάρξεως σταδιοδρομίας στον δημοσιοϋπαλληλικό κλάδο, δεδομένου ότι συνεπάγεται την –αναλυτικότερα περιγραφόμενη στη διάταξη περί παραπομπής– δυσμενή μεταχείριση γυναικών οι οποίες δεν μπορούν να αναλάβουν καθήκοντα λόγω της άδειας μητρότητας που έχουν λάβει. Προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να αναλυθεί η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων υπό το πρίσμα της –συγκεκριμένης– δυσμενούς μεταχειρίσεως όπως αυτή περιγράφεται από τον εθνικό δικαστή και, για τον λόγο αυτόν, το πρώτο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα μπορούν να εξεταστούν από κοινού.
20. Ωστόσο, θα πρέπει προηγουμένως να διευκρινιστεί βάσει ποιων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου πρέπει να εξεταστούν τα προαναφερθέντα ερωτήματα. Στο πρώτο ερώτημα γίνεται ως προς το σημείο αυτό λόγος μόνο για «κοινοτικές διατάξεις περί άδειας μητρότητας και περί ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών κατά την πρόσβαση στην εργασία», ενώ στο τρίτο ερώτημα τονίζεται η σημασία των τελευταίων διατάξεων. Το δεύτερο ερώτημα αφορά τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου καθό μέτρο το αιτούν δικαστήριο με το ερώτημα αυτό θέτει κατ’ ουσίαν το ζήτημα αν η θέση της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη πρέπει να θεωρηθεί ως πρόσβαση σε νέα απασχόληση ή, αντιθέτως, ως επαγγελματική εξέλιξη εντός υφιστάμενης εργασιακής σχέσεως.
21. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι το δεύτερο ερώτημα έχει υποθετικό χαρακτήρα ως προς αυτήν την πτυχήν, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο θέτει το ερώτημα «ανεξαρτήτως των εφαρμοστέων στην περίπτωση […]». Ωστόσο, το ερώτημα παρουσιάζει στενή συνάφεια με τη διαφορά που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης, δεδομένου ότι σκοπός του ερωτήματος αυτού είναι σε τελευταία ανάλυση –όπως ήδη ελέχθη– να δοθεί απάντηση στο αν η μονιμοποίηση της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη, αφού ήδη εργαζόταν πριν από την άδεια μητρότητας στην ίδια θέση ως υπάλληλος επί συμβάσει, μπορεί να θεωρηθεί σε τελευταία ανάλυση ως εξακολούθηση επαγγελματικής δραστηριότητας στο πλαίσιο υφιστάμενης εργασιακής σχέσεως ή αντιθέτως –ακριβώς λόγω των θεμελιωδών μεταβολών που επήλθαν στη νομική θέση της– ως πρόσβαση σε νέα επαγγελματική δραστηριότητα.
22. Επομένως, δεδομένου ότι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα αποτελεί προϋπόθεση για την απάντηση στο πρώτο και στο τρίτο ερώτημα, είναι σκόπιμο να οριοθετηθεί κατ’ αρχάς το νομικό πλαίσιο και στη συνάφεια αυτή να απαντηθεί το δεύτερο ερώτημα.
Β – Επί των κρίσιμων νομοθετικών διατάξεων
23. Η διάταξη περί παραπομπής αναφέρεται επανειλημμένα στην οδηγία 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και την EGB (7) (στο εξής: οδηγία 96/34). Το αιτούν δικαστήριο τονίζει μεταξύ άλλων ότι βάσει της ανωτέρω οδηγίας υφίσταται κατ’ αρχήν αξίωση αναλήψεως της ίδιας ή ισοδύναμης εργασίας μετά τη λήξη της γονικής άδειας. Το αιτούν δικαστήριο παραθέτει επίσης την παράγραφο 2 της ρήτρας 6 του παραρτήματος ΙΙ της συμφωνίας-πλαίσιο της οδηγίας 96/34 σύμφωνα με την οποία «[τ]α κεκτημένα δικαιώματα ή τα δικαιώματα που είναι υπό κτήση από τον εργαζόμενο […] διατηρούνται ως έχουν μέχρι τέλους της γονικής αδείας. Με τη λήξη της γονικής αδείας, εφαρμόζονται τα δικαιώματα αυτά, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών που προέρχονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την εθνική πρακτική.»
24. Εντούτοις, επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη κατά την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να αναλάβει καθήκοντα βρισκόταν σε άδεια μητρότητας –και όχι σε γονική άδεια– και, ως εκ τούτου, η οδηγία 96/34 –όπως υποστήριξαν και το καθού στην κύρια δίκη, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή– δεν μπορεί να θεωρηθεί κρίσιμη για την έκδοση αποφάσεως.
25. Καθό μέτρο το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στις «κοινοτικές διατάξεις περί άδειας μητρότητας», ζητεί προφανώς την ερμηνεία της οδηγίας 92/85. Το αν η οδηγία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση εξαρτάται από το αν η δυσμενής διάκριση, που προέβαλε ότι υπέστη η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, αφορά δικαιώματα τα οποία εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της οδηγίας 92/85 (8).
26. Στη συνάφεια αυτή έχει σημασία το γεγονός ότι η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη απέκτησε το δικαίωμα άδειας μητρότητας ως υπάλληλος επί συμβάσει. Εντούτοις, δεν προέβαλε ότι παραβιάστηκαν τα απορρέοντα από την οδηγία 92/85 (9) δικαιώματά της σε σχέση με την υφιστάμενη εργασιακή σχέση. Η επανένταξη της νεαρής μητέρας στην υφιστάμενη εργασιακή σχέση της δεν ρυθμίζεται ρητώς από την οδηγία 92/85. Το πρώτον η οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10), η οποία επαναλαμβάνει το ουσιαστικό ρυθμιστικό περιεχόμενο της οδηγίας 92/85 και κωδικοποιεί την οδηγία 76/207, προέβλεψε ότι υπάρχει αξίωση επιστροφής στην προηγούμενη θέση εργασίας ή σε ανάλογη θέση υπό όρους και συνθήκες που δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση της θέσεως της ενδιαφερομένης: το άρθρο 2 της οδηγίας 76/207, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/73, προβλέπει πράγματι μεταξύ άλλων ότι «[η] γυναίκα που έχει λάβει άδεια μητρότητας δικαιούται, μετά το πέρας της άδειας αυτής, να επιστρέψει στην εργασία της ή σε ανάλογη θέση υπό όρους και συνθήκες που δεν είναι δυσμενέστεροι γι’ αυτήν και να επωφεληθεί από οποιαδήποτε βελτίωση των συνθηκών εργασίας την οποία θα εδικαιούτο κατά την απουσία της.
Τυχόν λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης ή αδείας μητρότητας κατά την έννοια της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ συνιστά διάκριση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.»
27. Ωστόσο, ακόμη και χωρίς την ανωτέρω διευκρίνιση της οδηγίας 2002/73 είναι προφανές ότι η επιστροφή νεαρής μητέρας στη θέση της εργασίας μετά την άδεια μητρότητας τελεί σε άμεση ρυθμιστική συνάφεια με την αξίωσή της για χορήγηση άδειας μητρότητας. Άνευ της αξιώσεως επιστροφής χωρίς δυσμενείς επιπτώσεις, η αξίωση για άδεια μητρότητας θα ήταν φενάκη, δεδομένου ότι η δυνατότητα «απουσίας από την εργασία» θα ενείχε τον κίνδυνο χειροτερεύσεως των όρων εργασίας, πράγμα το οποίο θα αποθάρρυνε κατά πάσα πιθανότητα τις γυναίκες από το να κάνουν χρήση της άδειας μητρότητας.
28. Ωστόσο, η ίδρυση νέας εργασιακής σχέσεως, ήτοι, όπως εν προκειμένω, η ίδρυση δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως που τελεί σε στενή χρονική συνάφεια με την άδεια μητρότητας, διαφέρει σαφώς από την επιστροφή στην προηγούμενη –ή σε ανάλογη– θέση εργασίας μετά το πέρας της άδειας μητρότητας: η μονιμοποίηση δημιουργεί μια νέα υπηρεσιακή σχέση. Τόσο το καθού στην κύρια δίκη όσο και η Ισπανική Κυβέρνηση τονίζουν τις σοβαρές διαφορές μεταξύ της νομικής θέσεως ενός υπαλλήλου επί συμβάσει και αυτής ενός δημοσίου υπαλλήλου, οι οποίες υφίστανται κατά την άποψή τους στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας και, ως εκ τούτου, φρονούν ότι η νέα εργασιακή σχέση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εξακολούθηση της παλαιάς (11). Έστω και αν η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να επηρεάζεται από την εθνική νομοθεσία, εν πάση περιπτώσει οι αναπτύξεις αυτές καθιστούν σαφή τη «ρήξη» που πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει μεταξύ της παλαιάς και της νέας απασχολήσεως, αφού μάλιστα η μονιμοποίηση μπορεί να γίνει μόνο μετά τη διεξαγωγή διαδικασίας επιλογής –και μετά τον διορισμό–, ουδέποτε όμως βάσει εξελίξεως από την προηγούμενη υπηρεσιακή σχέση.
29. Το γεγονός ότι εν προκειμένω η ιδρυθείσα δημοσιοϋπαλληλική σχέση αφορούσε την ίδια θέση, στην οποία η προσφεύγουσα εργαζόταν κατά το παρελθόν ως υπάλληλος επί συμβάσει, δεν ασκεί επιρροή: το ζήτημα της υπάρξεως τυχόν δυσμενούς μεταχειρίσεως λόγω της απαιτήσεως πραγματικής αναλήψεως καθηκόντων θα είχε τεθεί εξίσου και στην περίπτωση που η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη είχε αλλάξει θέση, γεγονός το οποίο με τη σειρά του καθιστά σαφές ότι δεν πρόκειται εν προκειμένω για επιστροφή στην προηγούμενη θέση εργασίας, αλλά για πρόσβαση σε νέα απασχόληση.
30. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει περαιτέρω ότι η άρνηση συνάψεως εργασιακής σχέσεως με έγκυο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/85. Με την απόφασή του της 4ης Οκτωβρίου 2001 επί της υποθέσεως Jiménez Melgar (12) το Δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων ότι η άρνηση ανανεώσεως συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως των απολύσεων του άρθρου 10 της οδηγίας 92/85· ωστόσο, κατέστησε σαφές ότι «στο μέτρο που η μη ανανέωση μιας συμβάσεως εργασίας […] αιτιολογείται από την κατάσταση εγκυμοσύνης της εργαζομένης, συνιστά άμεση δυσμενή διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, αντίθετη προς τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207». Με την απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2000 επί της υποθέσεως Mahlburg (13) το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ απαγορεύει την άρνηση προσλήψεως εγκύου γυναίκας για απασχόληση αορίστου χρόνου για τον λόγο ότι η συνδεομένη με την κατάσταση αυτή εκ του νόμου απαγόρευση εργασίας δεν επιτρέπει, εφόσον διαρκεί η εγκυμοσύνη της, να καταλάβει, από την αρχή, την εν λόγω θέση απασχολήσεως». Επομένως, η άρνηση προσλήψεως γυναίκας λόγω της εγκυμοσύνης της (14) πρέπει να κρίνεται βάσει της επιταγής περί ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 76/207.
31. Αν η οδηγία 92/85 δεν έχει εφαρμογή επί της αρνήσεως προσλήψεως γυναίκας η οποία είτε είναι έγκυος είτε βρίσκεται σε άδεια μητρότητας, τούτο θα έπρεπε κατ’ εξοχήν να ισχύσει για την περίπτωση που υπάρχει μεν πρόσληψη, αλλά υπό συνθήκες από τις οποίες συνάγεται η ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως λόγω φύλου. Εν προκειμένω, δεν υπήρξε μεν άρνηση προσλήψεως της C. Sarkatzis Herrero, δεδομένου ότι έγινε δεκτό μεταξύ άλλων το αίτημά της να μετατεθεί ο χρόνος αναλήψεως καθηκόντων (15). Εντούτοις, προβάλλει ότι υπήρξε δυσμενής διάκριση στον βαθμό που η καθυστερημένη λόγω της άδειας μητρότητας ανάληψη καθηκόντων ενδέχεται να αποβεί εις βάρος της σε σχέση με τη μελλοντική σταδιοδρομία της και τον υπολογισμό της υπηρεσιακής αρχαιότητάς της. Επομένως, εν πάση περιπτώσει, η οδηγία 92/85 δεν εφαρμόζεται επ’ αυτού του είδους δυσμενών διακρίσεων στο πλαίσιο νέας απασχολήσεως.
32. Ως εκ τούτου, το ουσιώδες νομικό ζήτημα εν προκειμένω είναι αν το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, και το άρθρο 3 της οδηγίας 76/207 απαγορεύουν να τίθεται ως βάση η πραγματική ανάληψη καθηκόντων σε σχέση με την έναρξη της σταδιοδρομίας στον δημοσιοϋπαλληλικό κλάδο και τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας.
33. Αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως είναι μεν η πρόσβαση στον δημόσιο τομέα, εντούτοις το Δικαστήριο έκρινε ήδη με την απόφασή του της 21ης Μαΐου 1985 επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Γερμανίας (16) υπό το πρίσμα του «γενικού περιεχομένου» των αρχών που κατοχυρώνει η οδηγία 76/207 ότι «η οδηγία 76/207 –όπως άλλωστε και η οδηγία 72/117– ισχύει όσον αφορά τη δημοσιοϋπαλληλική σχέση εργασίας» (17).
Γ – Η κατά το κοινοτικό δίκαιο απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων
34. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 απαγορεύει οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, το δε άρθρο 3 επ. της οδηγίας 76/207 ορίζει τους τομείς στους οποίους απαγορεύονται οι δυσμενείς διακρίσεις. Κατά το άρθρο αυτό, απαγορεύονται οι άμεσες και έμμεσες δυσμενείς διακρίσεις στις ακόλουθες περιπτώσεις: όσον αφορά τους όρους (συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και προσλήψεως) προσβάσεως σε επαγγελματικές δραστηριότητες, όσον αφορά την πρόσβαση σ’ όλες τις μορφές και σ’ όλα τα επίπεδα του επαγγελματικού προσανατολισμού, της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, της επαγγελματικής επιμορφώσεως και μετεκπαιδεύσεως καθώς και της αποκτήσεως πρακτικής εμπειρίας, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως και εργασίας και την εγγραφή των εργαζομένων ως μελών και τη σύμπραξή τους σε συνδικαλιστικές ή παρεμφερείς οργανώσεις.
35. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η μη πρόσληψη γυναίκας λόγω της εγκυμοσύνης της εμπίπτει στην απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 3, και του άρθρου 3 της οδηγίας 76/207 (18). Στην υπόθεση Mahlburg (19) το καθού επιχείρησε να δικαιολογήσει την άρνησή του να προσλάβει την προσφεύγουσα επικαλούμενο μεταξύ άλλων ότι υπήρχε απαγόρευση απασχολήσεως για την προστασία των εγκύων. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι «[…] η εφαρμογή των σχετικών με την προστασία της εγκύου γυναίκας διατάξεων δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τη δυσμενή μεταχείριση όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση εγκύου γυναίκας, οπότε δεν επιτρέπει στον εργοδότη να αρνείται την πρόσληψη εγκύου γυναίκας για τον λόγο ότι απαγόρευση εργασίας λόγω της εγκυμοσύνης αυτής θα τον εμπόδιζε να την τοποθετήσει, από την αρχή και για τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, στην προς κάλυψη θέση αορίστου χρόνου».
36. Επομένως, η ιδιαίτερη προστασία, της οποίας πρέπει να τυγχάνουν οι έγκυες ή νεαρές μητέρες –και της οποίας τη νομιμότητα ρητώς αναγνωρίζει το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207 σε σχέση με την αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων–, δεν πρέπει να αποβαίνει εις βάρος των προσώπων αυτών, πράγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει ήδη τονίσει με την απόφαση Thibault (20) με την οποία έκρινε ότι «η άσκηση δικαιωμάτων απονεμομένων στις γυναίκες σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται δυσμενώς, όσον αφορά την πρόσβαση των γυναικών σε απασχόληση καθώς και τους όρους εργασίας τους. Υπό το πρίσμα αυτό, η οδηγία σκοπεί στην επίτευξη ουσιαστικής και όχι τυπικής ισότητας» (21).
37. Μεταξύ των ειδικών διατάξεων για την προστασία της γυναίκας βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207 περιλαμβάνονται διάφορες νομοθετικές διατάξεις σχετικά με την άδεια μητρότητας (22). Στην απόφασή του επί της υποθέσεως Sass (23) που αφορούσε τον συνυπολογισμό του χρόνου άδειας μητρότητας ενόψει ανόδου σε υψηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στην παλαιότερη νομολογία του και ιδίως στην απόφασή του επί της υποθέσεως Thibault αποφαινόμενο ότι «η εργαζόμενη γυναίκα προστατεύεται, στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσεώς της, έναντι κάθε δυσμενούς μεταχειρίσεως αιτιολογούμενης από το γεγονός ότι βρίσκεται σε άδεια μητρότητας ή είχε λάβει τέτοια άδεια» (24). Χάριν διευκρινίσεως το Δικαστήριο προσέθεσε ότι «η γυναίκα που υφίσταται δυσμενή μεταχείριση λόγω απουσίας ένεκα αδείας μητρότητας υφίσταται δυσμενή διάκριση εξ αιτίας της εγκυμοσύνης της και της αδείας αυτής. Τούτο συνιστά δυσμενή διάκριση συνδεόμενη κατά τρόπο άμεσο με το φύλο κατά την έννοια της οδηγίας 76/207» (25). Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η λήψη άδειας μητρότητας πρέπει «να μη διακόπτει ούτε την εργασιακή σχέση της ενδιαφερομένης γυναίκας ούτε την εφαρμογή των σχετικών δικαιωμάτων, ενώ, αφετέρου, τούτο δεν μπορεί να συνεπάγεται τη δυσμενή μεταχείρισή της» (26).
38. Ωστόσο, η υπόθεση Sass διαφέρει από την υπό κρίση στον βαθμό που στην υπόθεση Sass η άδεια μητρότητας συνεπαγόταν τη δυσμενή μεταχείριση στο πλαίσιο υφιστάμενης εργασιακής σχέσεως, όπως ορθώς τόνισε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
39. Εφόσον όμως σκοπός της οδηγίας 76/207 είναι η επίτευξη «ουσιαστικής, όχι τυπικής ισότητας», το άρθρό της 2, παράγραφοι 1 και 3, και το άρθρο 3 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα άρθρα αυτά απαγορεύουν οποιαδήποτε μορφή δυσμενούς μεταχειρίσεως της ενδιαφερόμενης γυναίκας λόγω ή σε συνάρτηση με την υποβολή αιτήσεως για χορήγηση άδειας μητρότητας ως νομοθετικά προβλεπόμενης άδειας χωρίς να ασκεί επιρροή συναφώς το αν η δυσμενής μεταχείριση αφορά την υφιστάμενη ή μία νέα σχέση εργασίας. Τούτο προκύπτει επίσης από την αρχή που διατυπώνεται στη σκέψη 48 της αποφάσεως Sass στον βαθμό που το Δικαστήριο διέκρινε με την ανωτέρω απόφασή του μεταξύ της διακοπής της υφιστάμενης εργασιακής σχέσεως καθώς και της εφαρμογής των δικαιωμάτων που απορρέουν εντεύθεν, αφενός, και της δυσμενούς μεταχειρίσεως της γυναίκας, αφετέρου.
40. Βάσει των ανωτέρω, το περιεχόμενο των εθνικών νομοθετικών διατάξεων θα πρέπει να είναι τέτοιο ώστε η υποβολή αιτήματος για χορήγηση άδειας μητρότητας να μην επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα της γυναίκας σε σχέση με τη μονιμοποίησή της.
41. Το αιτούν δικαστήριο περιγράφει τη δυσμενή μεταχείριση την οποία υποστηρίζει ότι υπέστη η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη ως εξής: η προσφεύγουσα βρισκόταν σε άδεια μητρότητας κατά τον χρόνο που είχε προβλεφθεί προκειμένου να αναλάβει καθήκοντα (27). Δεδομένου ότι της επετράπη η μετάθεση της ημερομηνίας αναλήψεως καθηκόντων, η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη ανέλαβε στην πραγματικότητα καθήκοντα στις 5 Απριλίου 2003. Εντούτοις, το εθνικό δίκαιο εξαρτά προφανώς (28) από την πραγματική ανάληψη καθηκόντων διαφορετικές έννομες συνέπειες όσον αφορά τη γένεση της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως, αφενός, και τα εντεύθεν απορρέοντα δικαιώματα (29), αφετέρου. Δεδομένου ότι εν προκειμένω η λήψη άδειας μητρότητας είχε ως αποτέλεσμα την ανάληψη καθηκόντων σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, οι έννομες συνέπειες τις οποίες το εθνικό δίκαιο εξαρτά από αυτήν την πραγματική ανάληψη καθηκόντων συνεπάγονται σε τελευταία ανάλυση ότι η σταδιοδρομία άρχεται το πρώτον από αυτό το χρονικό σημείο και ότι η υπηρεσιακή αρχαιότητα –υπό την επιφύλαξη του συνυπολογισμού προγενέστερων περιόδων απασχολήσεως στον δημόσιο τομέα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ισπανικής Κυβερνήσεως (30)– επίσης υπολογίζεται από αυτό το χρονικό σημείο –με τις αντίστοιχες συνέπειες σε σχέση με το ύψος των στοιχείων εκείνων του μισθού που εξαρτώνται από την υπηρεσιακή αρχαιότητα ή σε σχέση με τη δυνατότητα προαγωγής. Επομένως, βάσει των παραδοχών του αιτούντος δικαστηρίου η λήψη άδειας μητρότητας οδηγεί πράγματι σε δυσμενή μεταχείριση της ενδιαφερόμενης γυναίκας.
42. Θα μπορούσε να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η προσφεύγουσα δεν υφίσταται ως προς το σημείο αυτό δυσμενή μεταχείριση λόγω φύλου καθώς δεν τυγχάνει δυσμενέστερης μεταχειρίσεως απ’ ό,τι ένας άνδρας συνάδελφός της ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα την ίδια ημερομηνία που πράγματι ανέλαβε και αυτή (31)· ωστόσο, τούτο παρορά ότι ακριβώς η ημερομηνία της πραγματικής αναλήψεως καθηκόντων εξαρτάται κατ’ ανάγκην από τη λήψη άδειας μητρότητας καθό μέτρο το εθνικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει την «πλασματική» ανάληψη καθηκόντων –π.χ. διά της υπογραφής κάποιου εγγράφου– και, ως εκ τούτου, δεν είναι ως προς το σημείο αυτό σκόπιμη η σύγκριση με τη θέση ενός άνδρα συναδέλφου.
43. Τέλος, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή, μέσω σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας της εθνικής νομοθεσίας, να καθορίσει την ημερομηνία που είναι κρίσιμη για την έναρξη της σταδιοδρομίας στον δημοσιοϋπαλληλικό κλάδο κατά τέτοιο τρόπο ώστε μια γυναίκα που βρίσκεται σε άδεια μητρότητας να μην υφίσταται δυσμενή μεταχείριση έναντι των λοιπών επιτυχόντων στο πλαίσιο διαδικασίας επιλογής σε σχέση με την πρόσβαση στον δημόσιο τομέα.
V – Πρόταση
44. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου:
Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 3, και το άρθρο 3 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι υπάλληλος επί συμβάσει, η οποία κατά τον χρόνο μονιμοποιήσεώς της βρίσκεται σε άδεια μητρότητας, έχει αξίωση να αρχίσει τη σταδιοδρομία της στον δημοσιοϋπαλληλικό κλάδο με όλα τα δικαιώματα που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με αυτήν και δη υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους λοιπούς επιτυχόντες οι οποίοι διορίστηκαν ταυτόχρονα με αυτήν χωρίς να επιτρέπονται διαφοροποιήσεις ανάλογα με την ημερομηνία πραγματικής αναλήψεως καθηκόντων λόγω της άδειας μητρότητας που είχε λάβει.
Εναπόκειται στον εθνικό δικαστή, μέσω σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας της εθνικής νομοθεσίας, να καθορίσει την ημερομηνία που είναι κρίσιμη για την έναρξη της σταδιοδρομίας στον δημοσιοϋπαλληλικό κλάδο κατά τέτοιο τρόπο ώστε γυναίκα που βρίσκεται σε άδεια μητρότητας να μην υφίσταται δυσμενή μεταχείριση έναντι των λοιπών επιτυχόντων στο πλαίσιο διαδικασίας επιλογής σε σχέση με την πρόσβαση στον δημόσιο τομέα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Οδηγία της 9ης Φεβρουαρίου 1976 περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (Ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
3 – Οδηγία της 19ης Οκτωβρίου 1992 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (ΕΕ L 348, σ. 1).
4 – Υπόθεση C-284/02 (Συλλογή 2004, σ. I-11143).
5 – Όπ.π., σκέψη 35.
6 – Όπ.π., σκέψη 36.
7 – ΕΕ L 145, σ. 4.
8 – Στο σημείο αυτό πρέπει να υπομνησθεί ο προστατευτικός σκοπός της άδειας μητρότητας σύμφωνα με την οδηγία 92/85: «[ο σκοπός του δικαιώματος άδειας μητρότητας] αποβλέπει, αφενός, στην προστασία της βιολογικής καταστάσεως της γυναίκας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της και ύστερα από αυτήν και, αφετέρου, στην προστασία των ιδιαιτέρων σχέσεων μεταξύ της γυναίκας και του τέκνου της κατά τη διάρκεια της περιόδου που ακολουθεί την εγκυμοσύνη και τον τοκετό» –όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο με την απόφασή του της 18ης Μαρτίου 2004 επί της υποθέσεως C-342/01, Merino Gómez (Συλλογή 2004, σ. I-2605, σκέψη 32) με περαιτέρω παραπομπές στις αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1984, 184/83, Hofmann (Συλλογή 1984, σ. 3047, σκέψη 25), της 30ής Απριλίου 1998, C-136/95, Thibault (Συλλογή 1998, σ. I-2011, σκέψη 25) και της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-411/96, Boyle κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-6401, σκέψη 41).
9 – Πρόκειται για την αξίωση διατηρήσεως της αμοιβής ή/και του ευεργετήματος κατάλληλου επιδόματος καθώς και για τη διασφάλιση των λοιπών δικαιωμάτων που συνδέονται με τη σύμβαση εργασίας. Περαιτέρω, πρέπει να μνημονευθεί και η απαγόρευση απολύσεως.
10 – Οδηγία της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 για την τροποποίηση της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ L 269, σ. 15). Δεδομένου ότι η προθεσμία για τη μεταφορά της ανωτέρω οδηγίας έληξε μόλις την 1η Οκτωβρίου 2005, η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται απευθείας επί της υπό κρίση υποθέσεως.
11 – Ωστόσο, τούτο δεν θίγει την τυχόν συνεκτίμηση παλαιοτέρων απασχολήσεων με σκοπό τον χαρακτηρισμό της υπηρεσιακής αρχαιότητας ή τον συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας.
12 – Υπόθεση C-438/99 (Συλλογή 2001, σ. I-6915).
13 – Υπόθεση C-207/98 (Συλλογή 2000, σ. I-549).
14 – Είναι προφανές ότι ως προς το σημείο αυτό η άρνηση προσλήψεως γυναίκας που βρίσκεται σε άδεια μητρότητας είναι παρεμφερής προς την άρνηση προσλήψεως λόγω εγκυμοσύνης, δεδομένου ότι η εγκυμοσύνη έχει ως λογικό επακόλουθο την άδεια μητρότητας.
15 – Το γεγονός ότι πρόκειται προφανώς ως προς το σημείο αυτό για απόφαση λαμβανόμενη στο πλαίσιο ασκήσεως διακριτικής εξουσίας δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί, σε περίπτωση απορρίψεως, με την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων της οδηγίας 76/207 και τον προστατευτικό σκοπό της οδηγίας 92/85· εντούτοις, το ζήτημα αυτό δεν τίθεται στην υπό κρίση υπόθεση.
16 – Υπόθεση 248/83 (Συλλογή 1985, σ. 1459).
17 – Όπ.π., σκέψη 16.
18 – Υπόθεση Mahlburg (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13), σκέψη 30.
19 – Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13.
20 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8.
21 – Όπ.π. σκέψη 26.
22 – Βλ. την απόφαση Thibault (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8), σκέψη 24.
23 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
24 – Όπ.π., σκέψη 35.
25 – Όπ.π., σκέψη 36.
26 – Όπ.π., σκέψη 48.
27 – Έναν μήνα από τις 20 Δεκεμβρίου 2002.
28 – Ας τονιστεί στο σημείο αυτό ότι η ερμηνεία του εθνικού δικαίου απόκειται αποκλειστικά στον εθνικό δικαστή (βλ. ήδη την απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1976 επί της υποθέσεως 32/76, Saieva, Συλλογή τόμος 1976, σ. 573, σκέψη 7). Καθό μέτρο η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ερμηνεία που δίδει το αιτούν δικαστήριο στο εθνικό δίκαιο όσον αφορά τη βαρύτητα της αναλήψεως καθηκόντων για τον υπολογισμό της υπηρεσιακής αρχαιότητας –τονίζοντας κατ’ ουσίαν ότι σύμφωνα με τον Ley 70/1978 αναγνωρίζονται στον δημόσιο τομέα όλες οι περίοδοι προϋπηρεσίας ανεξαρτήτως της νομικής βάσεως στην οποία στηριζόταν η απασχόληση–, είναι προφανές ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι άνευ σημασίας, δεδομένου ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη του κατ’ αρχήν τα στοιχεία που παρατίθενται στη διάταξη περί παραπομπής.
29 – Σύμφωνα με τη δικογραφία πρόκειται, αφενός, για μισθολογικές αξιώσεις και για αξιώσεις που αφορούν την καταβολή κοινωνικοασφαλιστικών παροχών και, αφετέρου, για τον συνυπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας ο οποίος σε τελευταία ανάλυση επηρεάζει το ύψος του μισθού λόγω των βαθμίδων υπηρεσιακής αρχαιότητας. Σχετικά με την έννοια των «trienios», βλ. επίσης την εκκρεμή υπόθεση C‑205/04 (Επιτροπή κατά Ισπανίας).
30 – Εν πάση περιπτώσει, από τις γραπτές παρατηρήσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να συναχθεί κατά πόσον στον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο η άδεια μητρότητας (π.χ. διά της αναγνωρίσεώς της ως χρόνου υπηρεσίας).
31 – Βλ. την απόφαση Sass (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4), σκέψη 58: Το Δικαστήριο συγκρίνει τη θέση μιας γυναίκας η οποία έχει λάβει την εν λόγω άδεια με τη θέση ενός άνδρα συναδέλφου της ο οποίος αναλαμβάνει εργασία την ίδια ημερομηνία με αυτήν.
Full & Egal Universal Law Academy