ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 14ης Ιουλίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-316/04
Stichting Zuid-Hollandse Milieufederatie
κατά
College voor de toelating van bestrijdingsmiddelen
1. Στην παρούσα υπόθεση, το College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) ερωτά το Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8 της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων (2) και του άρθρου 16 της οδηγίας περί βιοκτόνων (3).
2. Με τα άρθρα αυτά θεσπίστηκαν μεταβατικά μέτρα για την εφαρμογή των δύο οδηγιών.
3. Η υπόθεση έχει στην ουσία ως εξής. Οι οδηγίες αυτές απαιτούν από τα κράτη μέλη να καθιερώσουν διαδικασίες για την έγκριση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και των βιοκτόνων. Αμφότερες προβλέπουν την εφαρμογή εθνικών συστημάτων εγκρίσεως των προϊόντων αυτών κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, εν αναμονή της σε κοινοτικό επίπεδο αξιολογήσεως των σχετικών δραστικών ουσιών. Κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο, οι Κάτω Χώρες τροποποίησαν το σύστημα της ημεδαπής έτσι ώστε στην ουσία να επιτρέπονται αιτήσεις για την αυτόματη έγκριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων και βιοκτόνων τα οποία i) είχαν προηγουμένως εγκριθεί και ii) περιέχουν δραστικές ουσίες που έχουν αναγγελθεί από τις αρμόδιες ολλανδικές αρχές. Με απόφαση που έλαβαν βάσει της τροποποιημένης νομοθεσίας οι αρμόδιες αρχές ανήγγειλαν εν προκειμένω ορισμένες δραστικές ουσίες. Το κύρος της αποφάσεως αυτής αμφισβητήθηκε μεταξύ άλλων με το επιχείρημα ότι ο τροποποιημένος νόμος δεν είναι συμβατός με τις προαναφερθείσες οδηγίες.
Η σχετική κοινοτική ρύθμιση
Η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων
4. Η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων διέπει τόσο «τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα» όσο και «τις δραστικές ουσίες» των προϊόντων αυτών.
5. Ως φυτοπροστατευτικά προϊόντα ορίζονται «οι δραστικές ουσίες και τα σκευάσματα, τα οποία περιέχουν μία ή περισσότερες δραστικές ουσίες, [που] προσφέρονται με τη μορφή με την οποία παραδίδονται στο χρήστη» και προορίζονται κυρίως για την προστασία των φυτών ή φυτικών προϊόντων από επιβλαβείς οργανισμούς (4). Κατά συνέπεια, η οδηγία αφορά τα φυτοφάρμακα, τα μυκητοκτόνα και τα ζιζανιοκτόνα.
6. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, απαιτεί από τα κράτη μέλη να ορίσουν ότι τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα μπορούν να διατεθούν στην αγορά και να χρησιμοποιηθούν στην ημεδαπή μόνον αν έχουν εγκριθεί σύμφωνα με την οδηγία.
7. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, απαιτεί από τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν θα εγκριθεί μόνον αν, πρώτον, οι δραστικές του ουσίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα I και πληρούται οποιαδήποτε προϋπόθεση που τίθεται από το παράρτημα αυτό (άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄) και, δεύτερον, τηρούνται ορισμένες απαιτήσεις που τάσσει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ έως στ΄. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ έως ε΄, αφορά στην ουσία την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των φυτοπροστατευτικών προϊόντων όταν αυτά χρησιμοποιούνται. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, απαιτεί να καθοριστούν από τα κράτη μέλη, να ανακοινωθούν στην Επιτροπή και να εγκριθούν από αυτήν ανώτατα όρια υπολειμμάτων.
8. Όταν εκδόθηκε η οδηγία, το παράρτημα I ήταν κενό εν αναμονή της ολοκληρώσεως των διαφόρων σταδίων της κοινοτικής διαδικασίας αξιολογήσεως την οποία προέβλεπε η σχετική ρύθμιση. Η πρώτη καταχώριση στο παράρτημα αυτό έγινε την 1η Ιανουαρίου 1999· περαιτέρω καταχωρίσεις έγιναν με σειρά οδηγιών μέχρι το 2003.
9. Το άρθρο 4, παράγραφος 5, ορίζει:
«Οι εγκρίσεις μπορούν να αναθεωρούνται οποτεδήποτε υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στη παράγραφο 1. […]»
10. Το άρθρο 8 επιγράφεται «Μεταβατικά μέτρα και παρεκκλίσεις».
11. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 8, παράγραφος 2, ορίζει ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 και τηρουμένης της παραγράφου 3, «ένα κράτος μέλος μπορεί, επί περίοδο δώδεκα ετών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας οδηγίας, να εγκρίνει τη διάθεση στην αγορά, στην επικράτειά του, φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία περιέχουν δραστικές ουσίες που δεν αναφέρονται στο παράρτημα I και [που] διατίθενται ήδη στην αγορά δύο έτη μετά την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας οδηγίας».
12. Το άρθρο 8, παράγραφος 3, έχει ως εξής:
«Κατά τη διαδικασία [επαν]εξέτασης, σύμφωνα με την παράγραφο 2, φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία περιέχουν μια δραστική ουσία και πριν γίνει η [επαν]εξέταση αυτή, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημεία i έως v, στοιχεία γ΄ έως στ΄, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις όσον αφορά τα δεδομένα που πρέπει να παρασχεθούν.»
13. Η δωδεκαετής περίοδος την οποία αναφέρει το άρθρο 8, παράγραφος 2, παρατάθηκε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005 για ορισμένες δραστικές ουσίες και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008 για άλλες δραστικές ουσίες (5).
14. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, καθορίζει το περιεχόμενο του φακέλου ο οποίος πρέπει να συνοδεύει την αίτηση προς τα κράτη μέλη να εγκρίνουν ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν. Το άρθρο 13, παράγραφος 6, ορίζει:
«Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, για τις δραστικές ουσίες που βρίσκονται ήδη στην αγορά δύο έτη μετά την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν, τηρουμένων των διατάξεων της Συνθήκης, να εφαρμόζουν τους προϋπάρχοντες εθνικούς κανόνες σχετικά με τις απαιτούμενες πληροφορίες, εφόσον οι ουσίες αυτές δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα I.»
15. Το άρθρο 23, παράγραφος 1, απαιτεί από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν τις αναγκαίες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία αυτή εντός δύο ετών από την κοινοποίησή της. Δεν αμφισβητείται ότι η οδηγία κοινοποιήθηκε στις 26 Ιουλίου 1991.
Η οδηγία περί βιοκτόνων
16. Η εικοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί βιοκτόνων εκθέτει ότι πρέπει να εξασφαλιστεί στενός συντονισμός με άλλα κοινοτικά νομοθετήματα και ειδικότερα με την οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
17. Η οδηγία περί βιοκτόνων αφορά την έγκριση βιοκτόνων και τη διάθεσή τους στην αγορά προς χρήση εντός των κρατών μελών (6).
18. Τα «βιοκτόνα» ορίζονται ως «[δ]ραστικές ουσίες και παρασκευάσματα που περιέχουν μία ή περισσότερες δραστικές ουσίες, με τη μορφή με την οποία παραδίδονται στο χρήστη, τα οποία προορίζονται να καταστρέφουν, να αποτρέπουν, να καθιστούν αβλαβή, να προλαμβάνουν τη δράση, ή κατ’ άλλο τρόπο να ασκούν περιοριστική δράση επί κάθε βλαβερού οργανισμού με χημικά ή βιολογικά μέσα» (7). Ως «επιβλαβείς οργανισμοί» ορίζονται οι «[ο]ργανισμοί των οποίων η παρουσία είναι ανεπιθύμητη για τον άνθρωπο ή οι οποίοι έχουν επιβλαβή επίδραση στον άνθρωπο, τις δραστηριότητές του ή τα προϊόντα που χρησιμοποιεί ή παράγει ή για τα ζώα ή το περιβάλλον» (8). Σε παράρτημα της οδηγίας παρατίθεται κατάλογος 23 εξαντλητικώς απαριθμουμένων τύπων βιοκτόνων στον οποίο περιλαμβάνονται ως κύριες ομάδες τα απολυμαντικά και τα γενικά βιοκτόνα προϊόντα, τα συντηρητικά και τα προϊόντα ελέγχου βλαβερών οργανισμών (9).
19. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, απαιτεί από τα κράτη μέλη να «ορίζουν ότι η διάθεση στην αγορά και η χρήση βιοκτόνων στην επικράτειά τους επιτρέπεται μόνον εάν έχει δοθεί σχετική έγκριση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία».
20. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, ορίζει ότι τα κράτη μέλη δύνανται να εγκρίνουν ένα βιοκτόνο μόνον αν, αφενός, «οι δραστικές του ουσίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα I ή IA και πληρούνται οι τυχόν απαιτήσεις του εν λόγω παραρτήματος» και, αφετέρου, πληρούνται ορισμένες άλλες προϋποθέσεις.
21. Όταν εκδόθηκε η οδηγία περί βιοκτόνων, τα παραρτήματα αυτά ήσαν κενά· το ίδιο ισχύει και τώρα. Η οδηγία καθιέρωσε μια διαδικασία για την καταχώριση δραστικών ουσιών στα παραρτήματά της μετά από μια διαδικασία αξιολογήσεως.
22. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν απ’ όσους ζητούν την έγκριση βιοκτόνου να υποβάλουν φάκελο το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται από το άρθρο 8, παράγραφος 4.
23. Το άρθρο 16 επιγράφεται «Μεταβατικά μέτρα». Το άρθρο 16, παράγραφος 1, ορίζει:
«Κατά περαιτέρω παρέκκλιση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του άρθρου 5, παράγραφος 1, του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 4, […] ένα κράτος μέλος μπορεί, για περίοδο 10 ετών από [τις 14 Μαΐου 2000], να συνεχίσει να εφαρμόζει το ισχύον σύστημα ή την πρακτική του για τη διάθεση στην αγορά βιοκτόνων προϊόντων. Μπορεί ειδικότερα, σύμφωνα με τους εθνικούς του κανόνες, να εγκρίνει τη διάθεση στην αγορά, στην επικράτειά του, βιοκτόνου που περιέχει δραστικές ουσίες μη καταχωρημένες στο παράρτημα I ή IA γι’ αυτόν τον τύπο προϊόντος. Οι εν λόγω δραστικές ουσίες πρέπει να διατίθενται στην αγορά [στις 14 Μαΐου 2000] ως δραστικές ουσίες βιοκτόνου […]»
24. Το άρθρο 34 ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή τους προς την οδηγία το αργότερο 24 μήνες μετά την έναρξη της ισχύος της. Το άρθρο 35 ορίζει ότι η οδηγία θα αρχίσει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή της, δηλαδή στις 14 Μαΐου 1998.
Η σχετική εθνική ρύθμιση
Το εθνικό δίκαιο πριν από την τροποποίηση που επήλθε το 2002
25. Ο νόμος Bestrijdingsmiddelenwet 1962 (νόμος του 1962 περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων και βιοκτόνων (10), στο εξής: νόμος BMW) ίδρυσε τον οργανισμό College voor de toelating van bestrijdingsmiddelen (οργανισμό για την έγκριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων και βιοκτόνων, στο εξής: CTB) και όρισε ότι οι αποφάσεις για την έγκριση ή την καταχώριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων ή βιοκτόνων λαμβάνονται από τον CTB κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου. Ο νόμος BMW τροποποιήθηκε το 1994 προκειμένου να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων (11).
26. Το κεφάλαιο 2 του νόμου BMW, το οποίο επιγράφεται «Έγκριση και καταχώριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων και βιοκτόνων», περιέχει τα άρθρα 2 έως 5.
27. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει:
«Απαγορεύονται η παράδοση, η κατοχή ή αποθήκευση, η εισαγωγή ή χρήση στις Κάτω Χώρες φυτοπροστατευτικού προϊόντος ή βιοκτόνου που δεν έχει εγκριθεί σύμφωνα με τον παρόντα νόμο ή, αν πρόκειται για βιοκτόνο περιορισμένου κινδύνου, δεν έχει καταχωριστεί.»
28. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, μεταφέρει στην ουσία στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Ειδικότερα, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο a, σημεία 1 έως 10, θέτει προϋποθέσεις οι οποίες στην ουσία αντικατοπτρίζουν εκείνες που επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημεία i έως v, της οδηγίας και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία b έως d, καθρεφτίζει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία γ΄ έως ε΄, της οδηγίας.
29. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο a, μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
30. Το άρθρο 3a, παράγραφος 1, ορίζει:
«Με κανονιστική πράξη της διοικήσεως μπορούν να τεθούν λεπτομερέστεροι κανόνες σχετικά με τα κριτήρια εγκρίσεως ή καταχωρίσεως κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο a, και παράγραφος 2, στοιχείο c, και να καθοριστούν αρχές για την αξιολόγηση.»
31. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι αποφάσεις για την έγκριση ή καταχώριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων ή βιοκτόνων λαμβάνονται, κατόπιν αιτήσεως, από τον CTB.
32. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, ορίζει ότι η έγκριση ή καταχώριση φυτοπροστατευτικού προϊόντος ή βιοκτόνου ισχύει για ανανεώσιμο χρονικό διάστημα το πολύ δέκα ετών, το οποίο καθορίζεται με την απόφαση εγκρίσεως ή καταχωρίσεως.
Το υπόβαθρο της τροποποιήσεως η οποία επήλθε το 2002
33. Εφόσον το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων θέτει ως προϋπόθεση για την έγκριση ενός τέτοιου προϊόντος από ένα κράτος μέλος το ότι οι δραστικές του ουσίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της οδηγίας αυτής και το ότι τηρείται οποιαδήποτε απαίτηση που τάσσεται από το παράρτημα αυτό, τα εθνικά συστήματα εγκρίσεως δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν πλήρως την οδηγία μέχρις ότου το παράρτημα να περιέχει κάτι. Όπως είπα πιο πάνω (12), τούτο άρχισε να γίνεται το 1999 και ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί. Το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι τη δεκαετία του ’90 η Ολλανδική Κυβέρνηση αποφάσισε να προβαίνει σε αξιολόγηση και επαναξιολόγηση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων πριν από την κοινοτική αξιολόγηση των δραστικών ουσιών. Η απόφαση αυτή ελήφθη λόγω της εντατικής χρήσεως τέτοιων προϊόντων στις Κάτω Χώρες και λόγω των ειδικών συνθηκών που ισχύουν εκεί, όπως είναι η εντατική καλλιέργεια, η υψηλή πυκνότητα του πληθυσμού και η ύπαρξη πολλών επιφανειακών υδάτων.
34. Δεδομένου ότι μέχρι το 2000 είχε σημειωθεί ανεπαρκής πρόοδος, ο CTB αποφάσισε να δίνει προτεραιότητα στην αξιολόγηση των δραστικών ουσιών και κατήρτισε καταλόγους ουσιών οι οποίες κατατάχθηκαν αναλόγως του βαθμού του κινδύνου που δημιουργούν για τους ανθρώπους, τα ζώα και το περιβάλλον. Οι δραστικές ουσίες που δημιουργούν υψηλό κίνδυνο σχετικά με τους παράγοντες αυτούς κατατάχθηκαν στον κατάλογο Α. Οι δραστικές ουσίες που ο CTB έκρινε ότι δεν δημιουργούν σημαντικό κίνδυνο ή ότι δημιουργούν χαμηλό κίνδυνο κατατάχθηκαν αντιστοίχως στον κατάλογο Β ή C.
35. Όσον αφορά τα προϊόντα των οποίων οι δραστικές ουσίες κατατάχθηκαν στον κατάλογο Β ή C, ο CTB λάμβανε τις λεγόμενες «αποφάσεις διαδικαστικής ανανεώσεως», με τις οποίες αποφάσεις, όπως προκύπτει, οι υπάρχουσες εγκρίσεις ανανεώνονταν αυτομάτως με τη λήξη τους, αν είχε υποβληθεί σχετική αίτηση. Με απόφαση της 2ας Ιουλίου 2002, το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι ο CTB δεν είχε την εξουσία να ανανεώνει κατ’ αυτόν τον τρόπο τις εγκρίσεις. Κατόπιν αυτού, στον νόμο BMW προστέθηκε, στις 4 Δεκεμβρίου 2002, το άρθρο 25d προκειμένου να αποκτήσει νομική βάση η πρακτική του CTB.
Η τροποποίηση που επήλθε το 2002 – το άρθρο 25d
36. Το άρθρο 25d προβλέπει στην ουσία την αυτοδίκαιη επανέγκριση –και επομένως χωρίς την πλήρη αξιολόγηση που άλλως θα απαιτείτο κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νόμου BMW– προηγουμένως εγκριθέντων προϊόντων των οποίων οι δραστικές ουσίες έχουν αναγγελθεί από τον CTB. Αντιθέτως, ο CTB, όταν αναγγέλλει μια δραστική ουσία, οφείλει «να λαμβάνει υπόψη» τις συνέπειές της κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο a, σημεία 3 έως 10, του νόμου BMW, το οποίο μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημεία iii έως v, της οδηγίας. Δεν προκύπτει να αμφισβητείται ότι οι δραστικές ουσίες που ο CTB ανήγγειλε κατά το άρθρο 25d (ή εν πάση περιπτώσει οι δραστικές ουσίες τις οποίες αφορά η παρούσα υπόθεση) είναι ουσίες που περιλαμβάνονται στους καταλόγους Β και C.
37. Το άρθρο 25d έχει ως εξής:
«1. Κατά παρέκκλιση από όσα ορίζονται από τα άρθρα 3 και 3a και από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 5, παράγραφος 1, ή κατ’ εφαρμογήν των άρθρων αυτών, φυτοπροστατευτικό προϊόν ή βιοκτόνο του οποίου η δραστική ουσία ή οι δραστικές ουσίες έχουν αναγγελθεί από τον [CTB] εγκρίνεται ή καταχωρίζεται αυτοδικαίως από το χρονικό σημείο που αναφέρει η παράγραφος 3.
2. Για την κατά την παράγραφο 1 αναγγελία μιας δραστικής ουσίας λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες της ουσίας αυτής κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο a, σημεία 3 έως 10.
3. Η κατά την παράγραφο 1 έγκριση ή καταχώριση ισχύει από το χρονικό σημείο της λήξεως της κατά το άρθρο 4 εγκρίσεως ή καταχωρίσεως [και] κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5, παράγραφος 1, ισχύει μέχρι το χρονικό σημείο στο οποίο πρέπει να εκτελεστεί ένα κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο a, κοινοτικό μέτρο που αφορά την περί ης πρόκειται δραστική ουσία, θεωρουμένου ότι σε κάθε περίπτωση συνεχίζει να ισχύει μετά τις 26 Ιουλίου 2003 ή μετά τις 15 Μαΐου 2010 αν μέχρι τη μία ή την άλλη ημερομηνία δεν έχει θεσπιστεί κανένα κοινοτικό μέτρο που να αναφέρει αν η περί ης πρόκειται δραστική ουσία δύναται να χρησιμοποιηθεί ως βάση φυτοπροστατευτικού προϊόντος ή βιοκτόνου.
[…]
6. Η παράγραφος 1:
a. δεν έχει εφαρμογή επί φυτοπροστατευτικού προϊόντος ή βιοκτόνου το οποίο βάσει κοινοτικού μέτρου δεν μπορεί να εγκριθεί ή καταχωριστεί·
b. δεν έχει εφαρμογή επί φυτοπροστατευτικού προϊόντος ή βιοκτόνου για το οποίο βάσει κοινοτικού μέτρου η έγκριση ή καταχώριση πρέπει να ανακληθεί, και τούτο από το χρονικό σημείο μέχρι το οποίο πρέπει να εφαρμοστεί το κοινοτικό μέτρο·
c. έχει εφαρμογή μόνον επί φυτοπροστατευτικού προϊόντος ή βιοκτόνου που περιέχει δραστική ουσία η οποία παραδόθηκε πριν από τις 26 Ιουλίου 1993, αν πρόκειται για φυτοπροστατευτικό προϊόν, ή πριν από τις 15 Μαΐου 2000, αν πρόκειται για βιοκτόνο, και δεν κατονομάζεται σε κοινοτικό μέτρο κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο a·
d. έχει εφαρμογή μόνον επί φυτοπροστατευτικού προϊόντος ή βιοκτόνου που είναι εγκεκριμένο ή που εγκρίθηκε το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2001 ή που είναι καταχωρισμένο·
[…]»
38. Η Ολλανδική Κυβέρνηση εκθέτει με τις παρατηρήσεις της ότι το άρθρο 25d σκοπό έχει να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων και το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκτόνων. Η κυβέρνηση αυτή ανέφερε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η υποβολή νέας αιτήσεως την οποία συνοδεύει πλήρης φάκελος αποτελεί προϋπόθεση για την αυτοδίκαιη έγκριση κατά το άρθρο 25d.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
39. Με απόφαση της 12ης Ιουνίου 2002, ο CTB ανήγγειλε πολλές δραστικές ουσίες κατά το άρθρο 25d του νόμου BMW. Η απόφαση αυτή βασίστηκε στο άρθρο 25d και τέθηκε σε ισχύ την ημέρα που τέθηκε σε ισχύ η διάταξη αυτή, δηλαδή στις 4 Δεκεμβρίου 2002. Δεν προκύπτει να αμφισβητείται ότι φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιείχαν τις δραστικές αυτές ουσίες βρίσκονταν στην αγορά δύο χρόνια μετά την ημερομηνία κοινοποιήσεως της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων, ότι βιοκτόνα που περιείχαν τις δραστικές αυτές ουσίες βρίσκονταν στην αγορά στις 14 Μαΐου 2000 και ότι τα προϊόντα αυτά είχαν προηγουμένως εγκριθεί σύμφωνα με τον νόμο BMW· κατά συνέπεια, τα προϊόντα αυτά εγκρίθηκαν αυτοδικαίως.
40. Με απόφαση της 12ης Μαΐου 2004, ο CTB κήρυξε αβάσιμη τη διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 12ης Ιουνίου 2002 την οποία είχε υποβάλει η ένωση Stichting Zuidhollandse Milieufederatie (στο εξής: Milieufederatie).
41. Η Milieufederatie άσκησε προσφυγή ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven. Ισχυρίστηκε στην ουσία ότι το άρθρο 25d του νόμου BMW είναι ασύμβατο με την οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Η οδηγία αυτή ορίζει ότι φυτοπροστατευτικά προϊόντα μπορούν να εγκριθούν μόνον αν έχει αποδειχθεί ότι πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου της 4. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας ομιλεί περί «εγκρίσεως» και επομένως αναφέρεται σε ολόκληρη τη διαδικασία του άρθρου 4.
42. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι το άρθρο 25d του νόμου BMW διαφέρει, τόσο ως προς τη διαδικασία όσο και ως προς την αξιολόγηση, από το σύστημα αξιολογήσεως που προβλέπεται από το κεφάλαιο 2 του νόμου αυτού. Όσον αφορά τη διαδικασία, το άρθρο 25d εισάγει τον μηχανισμό της αυτοδίκαιης εγκρίσεως φυτοπροστατευτικού προϊόντος ή βιοκτόνου, ενώ το κεφάλαιο 2 του νόμου BMW λαμβάνει ως αφετηρία μια ατομική απόφαση για κάθε έγκριση. Όσον αφορά την αξιολόγηση, το άρθρο 25d ομιλεί περί εξετάσεως της δραστικής ουσίας ενώ το κεφάλαιο 2 επιβάλλει αξιολόγηση του φυτοπροστατευτικού προϊόντος ή βιοκτόνου. Υπάρχει σημαντική διαφορά εντάσεως μεταξύ μιας τέτοιας αξιολογήσεως και μιας τέτοιας εξετάσεως. Στην περίπτωση μιας συνήθους εξετάσεως ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος κατά τα άρθρα 3 και 3a του νόμου BMW, γίνεται ενδελεχής αξιολόγηση της ουσίας και των προϊόντων αποικοδομήσεώς της, αξιολόγηση η οποία στοιχεί με τους κανόνες εγκρίσεως που περιέχονται στην οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων και στην οδηγία περί βιοκτόνων. Αντιθέτως, η αυτοδίκαιη έγκριση ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος ή βιοκτόνου απορρέει από την αναγγελία μιας δραστικής ουσίας, αναγγελία η οποία, όπως προβλέπει το άρθρο 25d, παράγραφος 2, του νόμου BMW, γίνεται λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών της ουσίας αυτής για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων και για το περιβάλλον.
43. Το College van Beroep voor het bedrijfsleven ανέστειλε τη διαδικασία και έθεσε στο Δικαστήριο έξι προδικαστικά ερωτήματα (13).
44. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Milieufederatie, η εταιρία 3Μ Nederland BV και άλλες 81 εταιρίες (14) που άσκησαν παρέμβαση στην κύρια δίκη (στο εξής: 3M Nederland), η Δανική, η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή. Η Ολλανδική Κυβέρνηση εκθέτει ότι οι παρατηρήσεις της υποβλήθηκαν και για λογαριασμό του CTB.
Το πρώτο ερώτημα
45. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 8 της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων ή το άρθρο 16 της οδηγίας περί βιοκτόνων μπορούν να εφαρμοστούν από ένα εθνικό δικαστήριο μετά τη λήξη της περιόδου του άρθρου 23 της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων ή του άρθρου 34 της οδηγίας περί βιοκτόνων. Από την απόφαση περί παραπομπής είναι σαφές ότι το ζήτημα που τίθεται είναι αν τα άρθρα 8 και 16 έχουν άμεσο αποτέλεσμα· το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να είναι της γνώμης ότι μόνον αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορέσει να κρίνει αν το άρθρο 25d του νόμου BMW είναι συμβατό με τις διατάξεις αυτές.
46. Η Milieufederatie και η 3M Nederland ισχυρίζονται ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση και στα δύο σκέλη του πρώτου ερωτήματος. Η Δανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων έχει άμεσο αποτέλεσμα μετά τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο μόνον υπό την έννοια ότι ένα εθνικό δικαστήριο δύναται να εξακριβώσει αν η αρμόδια εθνική αρχή τήρησε τη διαδικασία που προβλέπεται σχετικά. Ωστόσο, ένας παρασκευαστής ή έμπορος ουδέποτε θα έχει το δικαίωμα να λάβει έγκριση βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2 ή 3.
47. Κατά πάγια νομολογία, το εθνικό δικαστήριο που εκδικάζει μια υπόθεση η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής συγκεκριμένης οδηγίας οφείλει, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο, ανεξαρτήτως του αν τούτο θεσπίστηκε πριν ή μετά την οδηγία, υπό το φως του γράμματος και του πνεύματος της οδηγίας προκειμένου να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που επιδιώκεται από την οδηγία αυτή (15). Επομένως, όπως ισχυρίζονται η Επιτροπή και η Ολλανδική Κυβέρνηση, είναι σαφές ότι το αιτούν δικαστήριο θα χρειαστεί την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων και της οδηγίας περί βιοκτόνων ανεξαρτήτως του αν οι διατάξεις αυτές έχουν άμεσο αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ αναγκαίο να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα απάντηση κατά τον τρόπο που διατυπώθηκε το ερώτημα αυτό, καθόσον το εθνικό δικαστήριο θα διαφωτιστεί επαρκώς από τις απαντήσεις στα υπόλοιπα ερωτήματα. Τα πράγματα έχουν έτσι ακόμη πιο πολύ για τον λόγο ότι, σύμφωνα με την Ολλανδική Κυβέρνηση, η εθνική διάταξη που είναι επίμαχη στη παρούσα υπόθεση –δηλαδή το άρθρο 25d του νόμου BMW– σκοπό έχει να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων και το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκτόνων, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος.
Το δεύτερο ερώτημα
48. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 16 της οδηγίας περί βιοκτόνων έχει το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό ανέκυψε λόγω του ότι το άρθρο 25d του νόμου BMW αφορά τόσο τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα όσο και τα βιοκτόνα. Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκτόνων ορίζει ότι ένα κράτος μέλος δύναται να συνεχίσει να εφαρμόζει το ισχύον σύστημά του ή την ισχύουσα πρακτική του για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά κατά τη μεταβατική περίοδο. Στην ουσία, ερωτά αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων πρέπει να ερμηνευθεί κατά τον ίδιο τρόπο με το άρθρο 16, παράγραφος 1, το οποίο, κατά το αιτούν δικαστήριο, επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος να διατηρήσει κατά τη μεταβατική περίοδο «το ισχύον σύστημα ή την πρακτική του» για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά, με όποιον τρόπο και αν λειτουργεί το σύστημα αυτό ή η πρακτική αυτή.
49. Εφόσον με το τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου ζητείται ερμηνεία του άρθρου 16 της οδηγίας περί βιοκτόνων και εφόσον με το τέταρτο ερώτημά του ζητείται ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων, θεωρώ προτιμότερο να εξετάσω πρώτα τα ερωτήματα αυτά· μετά, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα θα είναι φανερή.
Το τρίτο ερώτημα
50. Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά i) αν το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκτόνων πρέπει να ερμηνευθεί ως υποχρέωση «απραξίας», ii) αν, στην αντίθετη περίπτωση, θέτει όρια στις τροποποιήσεις των εθνικών κανόνων για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά και iii) στην περίπτωση που πρόκειται περί αυτού ποια είναι τα όρια αυτά.
51. Από την απόφαση περί παραπομπής είναι σαφές ότι το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν ένα κράτος μέλος δύναται να μεταβάλει το σύστημα που είχε ή την πρακτική που ακολουθούσε όταν τέθηκε σε ισχύ η οδηγία περί βιοκτόνων i) μόνον εφόσον η αξιολόγηση για την έγκριση των βιοκτόνων γίνεται σύμφωνα με την οδηγία ii) μόνον εφόσον οι μεταβολές δεν θίγουν το όλο πνεύμα του ισχύοντος συστήματος ή της ισχύουσας πρακτικής ή iii) μόνον εφόσον, κατά την απόφαση Inter-Environnement Wallonie (16), δεν υφίστανται άλλοι περιορισμοί εκτός από εκείνους οι οποίοι βάσει του άρθρου 10 ΕΚ ισχύουν εντός της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας.
52. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι εντός της προθεσμίας για τη μεταφορά μιας οδηγίας τα κράτη μέλη πρέπει να απέχουν από τη θέσπιση κάθε μέτρου ικανού να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή και ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει αν τούτο συμβαίνει με τις επίμαχες εθνικές διατάξεις.
53. Η Milieufederatie δίνει καταφατική απάντηση στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος του εθνικού δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι το άρθρο 16, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να συνεχίσουν να εφαρμόζουν το ισχύον σύστημά τους, έχει την έννοια ότι το σύστημα αυτό πρέπει κατ’ αρχήν να διατηρηθεί και ότι μεταβολές σε αυτό επιτρέπονται μόνον αν καταλήγουν σε ένα σύστημα που είναι πιο σύμφωνο με την οδηγία.
54. Η ερμηνεία αυτή δεν με πείθει. Το άρθρο 16, παράγραφος 1, εκθέτει ότι έχει εφαρμογή κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 3, παράγραφος 1, 5, παράγραφος 1 και 8, παράγραφοι 2 και 4. Οι διατάξεις αυτές αποτελούν τον πυρήνα της διαδικασίας εγκρίσεως την οποία προβλέπει η οδηγία: το άρθρο 3, παράγραφος 1, εκθέτει ότι τα κράτη μέλη «ορίζουν ότι η διάθεση στην αγορά και η χρήση βιοκτόνων στην επικράτειά τους επιτρέπεται μόνον εάν έχει δοθεί σχετική έγκριση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία», το άρθρο 5, παράγραφος 1, ορίζει ότι κράτη μέλη εγκρίνουν ένα βιοκτόνο μόνον αν «οι δραστικές του ουσίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα I ή IA και πληρούνται οι τυχόν απαιτήσεις του εν λόγω παραρτήματος» και ορισμένες άλλες προϋποθέσεις και το άρθρο 8, παράγραφος 2, ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν από όποιον ζητεί την έγκριση βιοκτόνου να υποβάλει φάκελο το περιεχόμενο του οποίου ορίζεται από το άρθρο 8, παράγραφος 4.
55. Είναι σαφές ότι κανένα μέτρο κράτους μέλους κατά τη μεταβατική περίοδο δεν μπορούσε να στοιχεί πλήρως με τις διατάξεις αυτές όσον αφορά δραστικές ουσίες που ακόμη δεν έχουν περιληφθεί στα παραρτήματα I και IA: πράγματι, το άρθρο 16, παράγραφος 1, σχεδιάστηκε ακριβώς για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση.
56. Επίσης, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, είναι μια μεταβατική διάταξη η οποία σχεδιάστηκε για να εφαρμοστεί επί δέκα έτη σε έναν τομέα όπου οι ανησυχίες σχετικά με το περιβάλλον, την υγεία και την ασφάλεια είναι υψίστης σημασίας. Είναι φανερό ότι ένα σύστημα ή μια πρακτική που ίσχυε στην αρχή του χρονικού αυτού διαστήματος ενδέχεται να χρειαστεί αλλαγές υπό το φως των επιστημονικών εξελίξεων.
57. Ωστόσο, εξ αυτών δεν έπεται ότι ένα κράτος μέλος έχει απεριόριστη εξουσία να τροποποιεί τη νομοθεσία του κατά τη μεταβατική περίοδο που προβλέπει η οδηγία περί βιοκτόνων. Από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Inter-Environnement Wallonie προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να τροποποιήσει τη νομοθεσία του κατά τρόπο που είναι ικανός να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία. Η οδηγία περί βιοκτόνων i) δημιουργεί «ένα πλαίσιο κανόνων για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά» (17), στο κέντρο του οποίου βρίσκεται η διαδικασία εγκρίσεως, ii) καθιερώνει την αμοιβαία αναγνώριση των εγκρίσεων και iii) προβλέπει τη σε κοινοτικό επίπεδο κατάρτιση θετικού καταλόγου των δραστικών ουσιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε βιοκτόνα (18). Επομένως, κατά την άποψή μου, ένα κράτος μέλος δεν δύναται να τροποποιήσει τη νομοθεσία του προκειμένου π.χ. να ορίσει ότι βιοκτόνα που προηγουμένως υπέκειντο σε διαδικασία εγκρίσεως μπορούν να διατεθούν στην αγορά χωρίς τέτοια έγκριση.
58. Στην παρούσα υπόθεση, η επίμαχη νομοθετική μεταβολή ελαφρύνει τη διαδικασία εγκρίσεως βιοκτόνων που περιέχουν δραστικές ουσίες οι οποίες, πρώτον, περιλαμβάνονται σε εθνικούς καταλόγους των δραστικών ουσιών που η αρμόδια εθνική αρχή έκρινε ότι δεν δημιουργούν σημαντικό κίνδυνο ή ότι δημιουργούν χαμηλό κίνδυνο για τους ανθρώπους, τα ζώα και το περιβάλλον και, δεύτερον, είχαν ήδη γίνει το αντικείμενο εγκρίσεως. Κατόπιν αιτήσεως, για τα προϊόντα αυτά χορηγείται αυτοδικαίως έγκριση· η έγκριση αυτή θα λήξει αν πρέπει να εφαρμοστεί ένα κοινοτικό μέτρο που θεσπίστηκε όσον αφορά τη σχετική δραστική ουσία.
59. Δεν νομίζω ότι μια τέτοια διάταξη δύναται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία περί βιοκτόνων. Ωστόσο, όπως το Δικαστήριο κατέστησε σαφές με την απόφασή του Inter-Environnement Wallonie και όπως η Επιτροπή ισχυρίζεται εν προκειμένω, του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να προβεί στην εκτίμηση αυτή κατά το μέρος που η εν λόγω εκτίμηση συνεπάγεται την ερμηνεία της εθνικής διατάξεως.
Το τέταρτο ερώτημα
60. Το εθνικό δικαστήριο θέτει το τέταρτο ερώτημά του μόνον αν η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι αρνητική. Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται αν το άρθρο 16 της οδηγίας περί βιοκτόνων έχει το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Ωστόσο, όπως εξέθεσα, θεωρώ ότι η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα θα βοηθήσει να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, και όχι αντίστροφα· κατά συνέπεια, προτείνω να εξεταστεί το τέταρτο ερώτημα πριν από το δεύτερο.
61. Με το τέταρτο ερώτημα ερωτάται αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων σημαίνει ότι, όταν ένα κράτος μέλος εγκρίνει την εντός της επικρατείας του διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων που περιέχουν δραστικές ουσίες οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της οδηγίας και οι οποίες βρίσκονταν στην αγορά δύο χρόνια μετά την ημερομηνία κοινοποιήσεως της οδηγίας αυτής (στο εξής: υπάρχοντα φυτοπροστατευτικά προϊόντα), πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι διατάξεις του άρθρου 4 και/ή του άρθρου 8, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας.
62. Στην πραγματικότητα, τα δύο σκέλη του ερωτήματος αυτού είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: το επιχείρημα ότι ένα κράτος μέλος, όταν κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, χορηγεί έγκριση για υπάρχοντα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, πρέπει να εφαρμόσει ορισμένες διατάξεις του άρθρου 4 έχει σημασία μόνον αν γίνει δεκτό ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή.
63. Την ερμηνεία αυτή υποστηρίζουν η Milieufederatie καθώς και η Δανική και η Γαλλική Κυβέρνηση με βάση το ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημεία i έως v, και στοιχεία γ΄ έως στ΄, έχει εφαρμογή «[κ]ατά τη διαδικασία [επαν]εξέτασης, σύμφωνα με την παράγραφο 2, φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία περιέχουν μια δραστική ουσία». Κατά συνέπεια, οι προαναφερθέντες ισχυρίζονται ότι από τη διατύπωση αυτή προκύπτει ότι και στα δύο σκέλη του ερωτήματος αυτού πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
64. Στην υπόθεση Monsanto (19) το Δικαστήριο ρωτήθηκε αν το άρθρο 8, παράγραφος 3, έχει εφαρμογή όταν, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, έχει υποβληθεί σε κράτος μέλος αίτηση πρώτης άδειας διαθέσεως στην αγορά υπάρχοντος φυτοπροστατευτικού προϊόντος κοινόχρηστης ονομασίας, με αποτέλεσμα το κράτος αυτό να οφείλει να εξετάσει την αίτηση αυτή σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημεία i έως v, και στοιχεία γ΄ έως στ΄ (20).
65. Η Monsanto ισχυρίστηκε ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 3, ένα κράτος μέλος δεν δύναται να εγκρίνει την εντός της ημεδαπής διάθεση νέου φυτοπροστατευτικού προϊόντος στην αγορά εκτός αν ο αιτών προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το προϊόν πληροί τα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ έως στ΄ (21).
66. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, επανεξέταση «προϋποθέτει ότι το φυτοπροστατευτικό προϊόν έχει ήδη καταστεί το αντικείμενο άδειας διαθέσεως στην αγορά, όπως μπορεί να συναχθεί ιδίως από το άρθρο 4, παράγραφος 5, […] κατά το οποίο οι άδειες των φυτοπροστατευτικών προϊόντων των οποίων οι δραστικές ουσίες απαριθμούνται στο παράρτημα Ι μπορούν να επανεξεταστούν οποτεδήποτε υπάρξουν ενδείξεις ότι δεν πληρούται πλέον μια από τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση των αδειών αυτών». Συνέχισε:
«Όμως, ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν κοινόχρηστης ονομασίας για το οποίο ζητείται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, πρώτη άδεια διαθέσεως στην αγορά δεν είναι φυτοπροστατευτικό προϊόν που έχει ήδη καταστεί το αντικείμενο άδειας διαθέσεως στην αγορά.
Κατά συνέπεια, όταν υποβάλλεται τέτοια αίτηση άδειας διαθέσεως στην αγορά, δεν μπορεί να γίνει λόγος για επανεξέταση του σχετικού φυτοπροστατευτικού προϊόντος υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3 […]
[…]
Επομένως, η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων δεν επιβάλλει να αξιολογηθεί σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημεία i έως v, και στοιχεία γ΄ έως στ΄, της οδηγίας αυτής η αίτηση πρώτης άδειας διαθέσεως στην αγορά [υπάρχοντος] φυτοπροστατευτικού προϊόντος κοινόχρηστης ονομασίας.» (22)
67. Από την απόφαση εκείνη φαίνεται να προκύπτει δίχως άλλο ότι, όταν ένα κράτος μέλος εγκρίνει την εντός της ημεδαπής διάθεση υπαρχόντων φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά, δεν είναι αναγκαίο να λάβει υπόψη το άρθρο 4 ή το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας. Κατά συνέπεια, το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα φαίνεται να χρήζει αρνητικής απαντήσεως, όπως ισχυρίζονται η 3Μ Nederland, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
68. Ωστόσο, η Milieufederatie διατείνεται ότι από τη διατύπωση του άρθρου 8, παράγραφος 3, το οποίο έχει εφαρμογή όταν ένα κράτος μέλος επανεξετάζει «σύμφωνα με την παράγραφο 2» φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν μια δραστική ουσία, προκύπτει ότι η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή κάθε φορά που ένα κράτος μέλος χορηγεί έγκριση σύμφωνα με την παράγραφο 2.
69. Ομολογώ ότι, αν και η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Monsanto δεν είναι διφορούμενη, με προβλημάτισε η φαινομενική σύγκρουση μεταξύ της ερμηνείας την οποία έδωσε το Δικαστήριο και του σαφούς νοήματος των λέξεων τις οποίες επικαλέστηκε η Milieufederatie. Αν το άρθρο 8, παράγραφος 3, έχει εφαρμογή «[κ]ατά τη διαδικασία [επαν]εξέτασης [από τα κράτη μέλη], σύμφωνα με την παράγραφο 2, φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία περιέχουν μια δραστική ουσία», πώς δεν θα μπορούσε να έχει εφαρμογή όταν τα κράτη μέλη χορηγούν εγκρίσεις σύμφωνα με την παράγραφο 2; Με προβλημάτισε και η από το Δικαστήριο παραπομπή στο άρθρο 4, παράγραφος 5, προς στήριξη της από το Δικαστήριο ερμηνείας του άρθρου 8, παράγραφος 3: πώς το άρθρο 4, παράγραφος 5, το οποίο αφορά τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν δραστικές ουσίες οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα I, θα μπορούσε να έχει σημασία για την ερμηνεία μιας μεταβατικής διατάξεως η οποία θεσπίστηκε ακριβώς για να έχει εφαρμογή όταν οι περί ων πρόκειται δραστικές ουσίες ακόμη δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα I;
70. Νομίζω ότι η απάντηση είναι η εξής. Το άρθρο 8, παράγραφος 3, σκοπό έχει να δώσει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εφαρμόζουν για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν δραστικές ουσίες οι οποίες ακόμη δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα I, αλλά προηγουμένως είχαν εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, μια όμοια διαδικασία με εκείνη που προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 5, όσον αφορά τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν δραστικές ουσίες οι οποίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι. Η ερμηνεία αυτή εξηγεί τις λέξεις «σύμφωνα με την παράγραφο 2» – μολονότι θα μπορούσε να υπάρξει σαφέστερη διατύπωση για να δηλωθεί ότι νοείται η χορήγηση προηγούμενης εγκρίσεως και όχι η «επανεξέταση» την οποία αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 3 (23)· εξηγεί και την από το Δικαστήριο παραπομπή στο άρθρο 4, παράγραφος 5, προς στήριξη της από το Δικαστήριο ερμηνείας του άρθρου 8, παράγραφος 3.
71. Θα μπορούσε να σημειωθεί ότι ούτε το άρθρο 4, παράγραφος 5, ούτε το άρθρο 8, παράγραφος 3, περιλαμβάνονταν στην κατατεθείσα από την Επιτροπή πρόταση της οδηγίας αυτής (24), στην τροποποιημένη πρόταση (25) ή στη δεύτερη τροποποίηση της προτάσεως αυτής (26). Εφόσον το τελευταίο έγγραφο παρουσιάστηκε από την Επιτροπή στις 21 Μαρτίου 1991 και εφόσον η οδηγία εκδόθηκε λιγότερο από τέσσερις μήνες μετά, είναι φανερό ότι και οι δύο διατάξεις προστέθηκαν σε πολύ ύστερο στάδιο των προπαρασκευαστικών εργασιών και πιθανότατα προστέθηκαν μαζί. Τούτο ενισχύει την άποψη ότι συνδέονται μεταξύ τους (και ενδεχομένως εξηγεί, αν και δεν δικαιολογεί, την όχι και τόσο τέλεια διατύπωση του άρθρου 8, παράγραφος 3).
72. Η ερμηνεία την οποία προτείνω εξηγεί και τις λέξεις «με την επιφύλαξη της παραγράφου 3» οι οποίες περιλαμβάνονται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, και από τις οποίες η Γαλλική Κυβέρνηση συνάγει ότι οι απαιτήσεις του άρθρου 8, παράγραφος 3, ισχύουν για τη χορήγηση εγκρίσεως σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2. Κατά την άποψή μου, η έκφραση αυτή σημαίνει απλώς ότι αυτή καθ’ εαυτήν η χορήγηση εγκρίσεως κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, δεν εξασφαλίζει ασυλία από μια μεταγενέστερη επανεξέταση κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3.
73. Η Milieufederatie και η Γαλλική Κυβέρνηση προσπαθούν να διαφοροποιήσουν την απόφαση Monsanto με βάση το ότι το επίμαχο στην υπόθεση εκείνη φυτοπροστατευτικό προϊόν ήταν προϊόν κοινόχρηστης ονομασίας. Η Milieufederatie συνάγει ότι στην πραγματικότητα η απόφαση εκείνη στηρίχθηκε στο ότι εφαρμογή είχε όχι το άρθρο 8, παράγραφος 2, ούτε το άρθρο 8, παράγραφος 3, αλλά μόνο το άρθρο 13, παράγραφος 6, το οποίο εισάγει μια περαιτέρω παρέκκλιση από το άρθρο 4. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται (μολονότι προβάλλει το επιχείρημα αυτό στο πλαίσιο του πέμπτου ερωτήματος) ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου –ότι η κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, επανεξέταση δεν αφορά ένα υπάρχον φυτοπροστατευτικό προϊόν– οφείλεται στο γεγονός ότι το επίμαχο προϊόν, ως προϊόν κοινόχρηστης ονομασίας, δεν μπορούσε να θεωρηθεί κατά κυριολεξία νέο.
74. Θεωρώ αδύνατον να συμβιβαστούν οι απόψεις αυτές με την απόφαση Monsanto. Είναι αλήθεια ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η σχετική αίτηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 6 (27). Ωστόσο, στην αμέσως επόμενη σκέψη έκρινε:
«Έτσι, κατά τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414 τα κράτη μέλη συνεχίζουν να εφαρμόζουν το σύστημά τους ή τις πρακτικές τους για τη διάθεση στην αγορά, εντός της επικράτειάς τους, φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία περιέχουν δραστικές ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής και που ήδη υπάρχουν στην αγορά δύο χρόνια μετά την κοινοποίηση της εν λόγω οδηγίας.»
75. Νομίζω ότι είναι σαφές ότι, αν και κρίθηκε ότι το άρθρο 13, παράγραφος 6 –το οποίο αφορά μόνο τις απαιτήσεις σχετικά με τα δεδομένα που πρέπει να γνωστοποιήσει ο αιτών–, έχει εφαρμογή επί των αιτήσεων που υποβάλλονται κατά τη μεταβατική περίοδο και με τις οποίες ζητείται η έγκριση υπάρχοντος φυτοπροστατευτικού προϊόντος κοινόχρηστης ονομασίας, η διάταξη αυτή εφαρμόστηκε παραπλεύρως, και όχι αντί, του άρθρου 8, παράγραφος 2, το οποίο αφορά τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται πριν χορηγηθεί έγκριση. Οι δύο διατάξεις ασφαλώς συνδέονται μεταξύ τους: το άρθρο 8, παράγραφος 2, όπως το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Monsanto, επιτρέπει στα κράτη μέλη να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τα συστήματα ή τις πρακτικές τους για την εντός της ημεδαπής διάθεση υπαρχόντων φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά, ενώ το άρθρο 13, παράγραφος 6, επιτρέπει στα κράτη μέλη να συνεχίσουν να εφαρμόζουν προγενέστερους εθνικούς κανόνες σχετικά με τις απαιτήσεις ως προς τα δεδομένα, όσο οι δραστικές ουσίες δεν έχουν περιληφθεί στο παράρτημα Ι.
76. Όσο για το επιχείρημα της Γαλλικής Κυβερνήσεως, στην απόφαση Monsanto δεν υπάρχει τίποτα που να υπονοεί ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία προβλέπει διαφορετική μεταχείριση της πρώτης αιτήσεως εγκρίσεως για τη διάθεση στην αγορά υπάρχοντος φυτοπροστατευτικού προϊόντος αναλόγως του αν πρόκειται για προϊόν κοινόχρηστης ή μη κοινόχρηστης ονομασίας.
77. Κατά συνέπεια, εμμένω στην άποψη ότι και στα δύο σκέλη του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
Συμπέρασμα επί του δευτέρου ερωτήματος
78. Αφού πρότεινα απαντήσεις στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, μπορώ τώρα να επανέλθω στο δεύτερο ερώτημα, με το οποίο το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 16 της οδηγίας περί βιοκτόνων έχει το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
79. Το άρθρο 16 επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος «να συνεχίσει να εφαρμόζει το ισχύον σύστημα ή την πρακτική του για τη διάθεση στην αγορά βιοκτόνων προϊόντων» και προβλέπει ότι «[μ]πορεί, ειδικότερα, σύμφωνα με τους εθνικούς του κανόνες, να εγκρίνει τη διάθεση στην αγορά, στην επικράτειά του, βιοκτόνου» το οποίο πληροί ορισμένα κριτήρια. Κατά συνέπεια, ένα σύστημα ή μια πρακτική που στηρίζεται σε έγκριση είναι ένα από τα συστήματα ή τις πρακτικές, αλλά όχι αναγκαστικά το μόνο που η οδηγία ορίζει ότι ένα κράτος μέλος δύναται να διατηρήσει κατά τη μεταβατική περίοδο.
80. Ωστόσο, όπως είπα στο πλαίσιο του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος (28), ένα κράτος μέλος δεν έχει απεριόριστη εξουσία να τροποποιεί τη νομοθεσία του κατά τη μεταβατική περίοδο που προβλέπει η οδηγία περί βιοκτόνων. Από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Inter-Environnement Wallonie (29) προκύπτει ότι κατά την περίοδο αυτή ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να τροποποιήσει τη νομοθεσία του κατά τρόπο ικανό να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία.
81. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος «να εγκρίνει τη διάθεση στην αγορά, στην επικράτειά του, φυτοπροστατευτικών προϊόντων» τα οποία πληρούν ανάλογα κριτήρια. Κατά συνέπεια, ένα σύστημα ή μια πρακτική που στηρίζεται σε έγκριση είναι το μοναδικό σύστημα ή η μοναδική πρακτική που η οδηγία ορίζει ότι ένα κράτος μέλος δύναται να εφαρμόσει κατά τη μεταβατική περίοδο.
82. Μολονότι στην απόφαση Monsanto (30) το Δικαστήριο έκρινε ότι κατά τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 8, παράγραφος 2, «τα κράτη μέλη συνεχίζουν να εφαρμόζουν το σύστημά τους ή τις πρακτικές τους για τη διάθεση στην αγορά, εντός της επικράτειάς τους, φυτοπροστατευτικών προϊόντων», δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο προσπάθησε να αναδιατυπώσει τη διάταξη αυτή –ούτε φυσικά μπορούσε να το κάνει. Αντιθέτως, θεωρώ ότι το Δικαστήριο είχε λάβει ως αφετηρία ότι το ισχύον σύστημα ή η ισχύουσα πρακτική ενός κράτους μέλους για τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά στηρίζεται σε έγκριση. Τούτο φαίνεται να προκύπτει από τις προηγούμενες σκέψεις της αποφάσεως εκείνης, και μάλιστα αυτό συνέβαινε με το τότε επίμαχο εθνικό σύστημα.
83. Κατά συνέπεια, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων περιορίζει τα κράτη μέλη σε ένα σύστημα ή σε μια πρακτική εγκρίσεως για τη διάθεση τέτοιων προϊόντων στην αγορά, ενώ το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί βιοκτόνων δεν προβλέπει τέτοιον περιορισμό. Ωστόσο, είναι απίθανο η διαφορά αυτή να έχει μεγάλη σημασία στην πράξη, καθόσον όταν εκδόθηκε η οδηγία περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων «στα περισσότερα κράτη μέλη [υπήρχαν] κανόνες που διέπουν την έγκριση των φυτοπροστατευτικών προϊόντων» (31).
Το πέμπτο ερώτημα
84. Με το πέμπτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν η «[επαν]εξέταση» υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας περί φυτοπροστατευτικών προϊόντων περιλαμβάνει μια όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 25d του νόμου BMW εξέταση, βάσει της οποίας μια δραστική ουσία αναγγέλλεται με αποτέλεσμα τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που περιέχουν τη δραστική αυτή ουσία να εγκρίνονται ή καταχωρίζονται αυτοδικαίως.
85. Εξήγησα πιο πάνω, στο πλαίσιο της εξετάσεως του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος, γιατί θεωρώ ότι η «[επαν]εξέταση» υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, σημαίνει επανεξέταση των εγκρίσεων που χορηγήθηκαν από τα κράτη μέλη κατά τη μεταβατική περίοδο, επανεξέταση η οποία έχει ως σκοπό να είναι κατά την περίοδο αυτή το αντίστοιχο της κατά το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας επανεξετάσεως των εγκρίσεων που χορηγούνται μετά τη λήξη της περιόδου αυτής. Το άρθρο 4, παράγραφος 5, ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επανεξετάζουν τις εγκρίσεις αυτές «οποτεδήποτε υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις που αναφέρονται [στο άρθρο 4, παράγραφος 1]». Το άρθρο 8, παράγραφος 3, παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επανεξετάζουν τις εγκρίσεις που χορηγήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2: πριν από την επανεξέταση αυτή, το άρθρο 8, παράγραφος 3, απαιτεί από τα κράτη μέλη να «εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημεία i έως v, στοιχεία γ΄ έως στ΄, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις όσον αφορά τα δεδομένα που πρέπει να παρασχεθούν», προκειμένου να αποφασίσουν αν θα προχωρήσουν στην επανεξέταση φυτοπροστατευτικών προϊόντων (32).
86. Του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να καθορίσει αν η προβλεπόμενη από το άρθρο 25d του νόμου BMW εξέταση αποτελεί μια τέτοια επανεξέταση, όπως στην ουσία ισχυρίζονται η Milieufederatie και η Γαλλική Κυβέρνηση. Θα πω μόνον ότι τα παρασχεθέντα από το αιτούν δικαστήριο και την Ολλανδική Κυβέρνηση πληροφοριακά στοιχεία ως προς τη διάταξη αυτή και τα αποτελέσματά της αφήνουν να νοηθεί ότι το επίμαχο εθνικό νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει αντιθέτως μια διαδικασία όπου υποβάλλεται αίτηση εγκρίσεως για τη διάθεση υπαρχόντων φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά, οπότε φαίνεται να εφαρμόζει το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας και όχι το άρθρο 8, παράγραφος 3.
Το έκτο ερώτημα
87. Με το έκτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν οι κανόνες που περιέχονται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, εφαρμόζονται μόνο για την παροχή δεδομένων πριν από μια επανεξέταση ή αν διέπουν και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να οργανωθεί και να διενεργηθεί η επανεξέταση αυτή.
88. Κατά την άποψή μου, στο άρθρο 8, παράγραφος 3, δεν υπάρχει τίποτα που να αφήνει να νοηθεί ότι η διάταξη αυτή διέπει τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και διενεργείται η επανεξέταση. Πράγματι, δεν μπορώ να δω κατά ποιον τρόπο στη διάταξη αυτή, η οποία απλώς απαιτεί από τα κράτη μέλη να «εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημεία i έως v, στοιχεία γ΄ έως στ΄, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις όσον αφορά τα δεδομένα που πρέπει να παρασχεθούν», θα μπορούσε να σταχυολογηθεί οποιοσδήποτε κανόνας για την οργάνωση και τη διενέργεια της επανεξετάσεως. Οι απαιτήσεις του άρθρου 4 , παράγραφος 1, στοιχεία β΄ έως ε΄, αφορούν στην ουσία την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των σχετικών προϊόντων όταν αυτά χρησιμοποιούνται. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, απαιτεί να καθοριστούν από ένα κράτος μέλος ανώτατα όρια υπολειμμάτων, να ανακοινωθούν τα όρια αυτά στην Επιτροπή και να εγκριθούν από την τελευταία. Όπως το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση Monsanto, οι απαιτήσεις αυτές αποτελούν τα κριτήρια βάσει των οποίων τα κράτη μέλη οφείλουν να αποφασίσουν αν θα προχωρήσουν στην επανεξέταση φυτοπροστατευτικών προϊόντων (33). Έτσι, οι απαιτήσεις αυτές δεν έχουν τίποτα να κάνουν με την οργάνωση και τη διενέργεια μιας τέτοιας επανεξετάσεως.
Συμπέρασμα
89. Κατά συνέπεια, είμαι της γνώμης ότι τα ερωτήματα που έθεσε το College van Beroep voor het bedrijfsleven πρέπει να απαντηθούν ως εξής:
«1) Κατά την περίοδο του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να τροποποιήσουν τη ρύθμιση της ημεδαπής για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά κατά τέτοιον τρόπο ώστε οι τροποποιημένες διατάξεις να μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία· του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να εκτιμήσει αν τούτο συμβαίνει όσον αφορά τις επίμαχες εθνικές διατάξεις.
2) Όταν ένα κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, για τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων, εγκρίνει την εντός της ημεδαπής διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία περιέχουν δραστικές ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής και που βρίσκονται στην αγορά δύο χρόνια μετά την κοινοποίηση της εν λόγω οδηγίας, δεν είναι αναγκαίο να λάβει υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 4 ή του άρθρου 8, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας.
3) Του εθνικού δικαστηρίου έργο είναι να καθορίσει αν η εξέταση την οποία προβλέπει το άρθρο 25d του νόμου Bestrijdingsmiddelenwet 1962, όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε, αποτελεί “επανεξέταση” υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ.
4) Το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ δεν διέπει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να οργανωθεί και να διενεργηθεί η “επανεξέταση” υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (ΕΕ L 230, σ. 1).
3 – Οδηγία 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (ΕΕ L 123, σ. 1).
4 – Άρθρο 2, σημείο 1.
5 – Κανονισμός (ΕΚ) 2076/2002 της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 2002 (ΕΕ L 319, σ. 3).
6 – Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄.
7 – Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄.
8 – Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄.
9 – Βλ. το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και το παράρτημα V.
10 – Ο νόμος χρησιμοποιεί τον όρο «bestrijdingsmiddelen», ο οποίος περιλαμβάνει τόσο τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα («gewasbeschermingsmiddelen») όσο και τα βιοκτόνα («biociden»).
11 – Με νόμο της 15ης Δεκεμβρίου 1994 (Staatsblad 1995, 4).
12 – Βλ. το σημείο 8 των προτάσεών μου.
13 – Στις 25 Μαρτίου 2005, σε χωριστή δίκη την οποία η Milieufederatie κίνησε κατά του Υπουργού Γεωργίας, Φυσικού Περιβάλλοντος και Ποιότητας των Τροφίμων σχετικά με μια απόφαση που ελήφθη βάσει άλλης διατάξεως του νόμου BMW (υπόθεση C-138/05), το ίδιο δικαστήριο έθεσε άλλα οκτώ προδικαστικά ερωτήματα, μερικά από τα οποία είναι εν μέρει πανομοιότυπα με το πρώτο, το δεύτερο, το τέταρτο και το έκτο ερώτημα της παρούσας υποθέσεως.
14 – Επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ολλανδικό τομέα των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και των βιοκτόνων.
15 – Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing κατά Comercial Internacional de Alimentación (Συλλογή 1990, σ. I-4135, σκέψεις 7 και 8), την οποία επιβεβαίωσαν πολλές μεταγενέστερες αποφάσεις και όλως προσφάτως η απόφαση της 10ης Μαρτίου 2005, C-196/02, Νικολούδη (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 73).
16 – Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-129/96 (Συλλογή 1997, σ. I-7411, σκέψεις 45 και 46).
17 – Βλ. την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
18 – Άρθρο 1, παράγραφος 1.
19 – Απόφαση της 3ης Μαΐου 2001, C-306/98 (Συλλογή 2001, I-3279, σκέψη 43).
20 – Σκέψη 29.
21 – Σκέψη 21.
22 – Σκέψεις 34 έως 36 και 41.
23 – Η ερμηνεία αυτή φαίνεται να στηρίζεται από την ολλανδική («Wanneer Lid-Staten een nieuw onderzoek instellen naar gewasbeschermingsmiddelen die een overeenkomstig lid 2 te onderzoeken werkzame stof bevatten […]») και τη γερμανική έκδοση της οδηγίας («Bei der Überprüfung von Pflanzenschutzmitteln, die einen Wirkstoff gemäß Absatz 2 enthalten […]»).
24 – COM(76) 437 τελικό· ΕΕ (ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1976, C 212, σ. 3.
25 – COM(89) 34 τελικό· ΕΕ 1989, C 89, σ. 22.
26 – COM(91) 87 τελικό· ΕΕ 1991, C 93, σ. 7.
27 – Σκέψη 42.
28 – Βλ. το σημείο 57 των προτάσεών μου.
29 – Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 16.
30 – Προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 19, σκέψη 43.
31 – Πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
32 – Βλ. την απόφαση Monsanto, σκέψη 39.
33 – Σκέψη 39.
Full & Egal Universal Law Academy