ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 14ης Σεπτεμβρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-334/04
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας
«Διατήρηση των αγρίων πτηνών – Ζώνες ειδικής προστασίας – IBA 2000»
I – Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή στρέφεται κατά ενός ακόμη κράτους μέλους λόγω ανεπαρκούς καθορισμού ζωνών ειδικής προστασίας για πτηνά (στο εξής: ΖΕΠ) σύμφωνα με την οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (2) (στο εξής: οδηγία για την προστασία των πτηνών). Καταδικαστικές αποφάσεις έχουν ήδη εκδοθεί κατά των Κάτω Χωρών (3), της Γαλλίας (4), της Φινλανδίας (5) και της Ιταλίας (6) για παρόμοιες παραβάσεις. Εκκρεμούν επίσης δίκες κατά της Ισπανίας (7) και της Ιρλανδίας (8). Η Επιτροπή έχει ήδη κινήσει την προπαρασκευαστική διαδικασία και κατά της Πορτογαλίας (9).
2. Το κεντρικό ζήτημα καθεμίας εκ των διαδικασιών αυτών είναι η απόδειξη ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει ακόμη χαρακτηρίσει ως ζώνες ειδικής προστασίας όλες τις εδαφικές περιοχές που χρήζουν τέτοιου χαρακτηρισμού. Εν προκειμένω, η Επιτροπή στηρίζεται στα σχετικά με την Ελληνική Δημοκρατία στοιχεία ενός καταλόγου εδαφικών περιοχών της Ευρώπης με ορνιθολογική σημασία, τον οποίο δημοσίευσε το 2000 η μη κυβερνητική οργάνωση BirdLife International, ένας διεθνής σύνδεσμος εθνικών οργανώσεων προστασίας πτηνών [στο εξής: IBA 2000. Τα αρχικά IBA σημαίνουν Important Bird Area (σημαντική ζώνη για πτηνά) ή Important Bird Areas (σημαντικές ζώνες για πτηνά)]. (10) Η Ελληνική Δημοκρατία αντιτάσσει κατ’ ουσία τον ισχυρισμό ότι απαιτείται έλεγχος του καταλόγου αυτού, πράγμα που προϋποθέτει περισσότερο χρόνο.
II – Νομικό πλαίσιο
3. Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών ρυθμίζει το ζήτημα ποιες εκτάσεις πρέπει να χαρακτηριστούν από τα κράτη μέλη ως ΖΕΠ, ενώ η παράγραφος 3 την ενημέρωση της Επιτροπής σχετικά με τον χαρακτηρισμό αυτόν:
«1) Για τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα Ι προβλέπονται μέτρα ειδικής διατηρήσεως, που αφορούν τον οικότοπό τους, για να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή των ειδών αυτών στη ζώνη εξαπλώσεώς τους.
Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη:
α) τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση·
β) τα είδη που είναι ευπαθή σε ορισμένες μεταβολές των οικοτόπων τους·
γ) τα είδη που θεωρούνται σπάνια διότι οι πληθυσμοί τους είναι μικροί ή η τοπική τους εξάπλωση περιορισμένη·
δ) άλλα είδη που έχουν ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής, λόγω ιδιοτυπίας του οικοτόπου τους.
Για να πραγματοποιηθούν οι εκτιμήσεις θα ληφθούν υπόψη οι τάσεις και οι μεταβολές των επιπέδων του πληθυσμού.
Τα κράτη μέλη κατατάσσουν κυρίως σε ζώνες ειδικής προστασίας τα εδάφη τα πιο κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των ειδών αυτών στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία έχει εφαρμογή η παρούσα οδηγία.
2) Ανάλογα μέτρα υιοθετούνται από τα κράτη μέλη για τα αποδημητικά είδη που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα I, των οποίων η έλευση είναι τακτική, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες προστασίας στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία, όσον αφορά τις περιοχές αναπαραγωγής, αλλαγής φτερώματος και διαχειμάσεως, και τις ζώνες όπου βρίσκονται οι σταθμοί κατά μήκος των οδών αποδημίας. Για το σκοπό αυτό τα κράτη μέλη αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην προστασία των υγροτόπων, και ιδίως όσων έχουν διεθνή σπουδαιότητα.
3) Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να μπορεί αυτή να παίρνει τις κατάλληλες πρωτοβουλίες για τον αναγκαίο συντονισμό ώστε οι αναφερόμενες στις παραγράφους 1, αφ’ ενός, και 2, αφ’ ετέρου, του παρόντος άρθρου ζώνες να αποτελούν ένα συναφές δίκτυο, που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προστασίας των ειδών στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία.»
4. Η ανωτέρω ρύθμιση αποσαφηνίζεται με την ένατη αιτιολογική σκέψη:
«[…] η διαφύλαξη, η διατήρηση ή η αποκατάσταση μιας επαρκούς ποικιλίας και εκτάσεως οικοτόπων είναι απαραίτητες για τη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών· ότι ορισμένα είδη πτηνών πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο μέτρων ειδικής διατηρήσεως σχετικά με τον οικότοπό τους, ώστε να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή τους στην περιοχή εξαπλώσεώς τους· […] αυτά τα μέτρα πρέπει ομοίως να λάβουν υπόψη τα αποδημητικά είδη και να συντονισθούν με σκοπό τη δημιουργία ενός συναφούς δικτύου».
5. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (11) (στο εξής: οδηγία για τους οικοτόπους), το δίκτυο Natura 2000 που δημιουργείται με την εν λόγω οδηγία περιλαμβάνει και τις ζώνες ειδικής προστασίας που έχουν ταξινομηθεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
III – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και τα αιτήματα
6. Η Επιτροπή απηύθυνε προς την Ελληνική Δημοκρατία πρόσκληση με ημερομηνία 21 Δεκεμβρίου 2001 προκειμένου να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σύμφωνα με το άρθρο 226 της Συνθήκης (έγγραφο οχλήσεως). Η Επιτροπή προσήψε στην Ελληνική Δημοκρατία ότι είχε προβεί σε καθορισμό υπερβολικά λίγων ΖΕΠ δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών. Προκειμένου να αποδείξει τον μη επαρκή καθορισμό ΖΕΠ, η Επιτροπή βασίστηκε στο IBA 2000. Στον κατάλογο αυτόν αναφέρονται, ως προς την Ελλάδα, 186 ζώνες που επιβάλλεται να χαρακτηρισθούν ως ΖΕΠ, οι οποίες έχουν έκταση περί τα 33 200 km2, ήτοι περί το 25,2 % του ελληνικής επικράτειας.
7. Ακολούθως η Ελληνική Δημοκρατία παρέσχε στην Επιτροπή επιπλέον πληροφορίες σε σχέση με τις ήδη καθορισθείσες ΖΕΠ. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή είχε στοιχεία για 110 καθορισθείσες ΖΕΠ στην Ελλάδα. Οι ελληνικές αρχές προανήγγειλαν επίσης τον καθορισμό περίπου 40 ακόμη ΖΕΠ.
8. Η Επιτροπή απέστειλε στην Ελληνική Κυβέρνηση, με ημερομηνία 19 Δεκεμβρίου 2002, αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία επαναλάμβανε την αιτίασή της.
9. Η μόνιμη αντιπροσωπεία της Ελληνικής Δημοκρατίας διαβίβασε στην Επιτροπή, με ημερομηνία 20 Φεβρουαρίου 2003, πληροφορίες για 40 ακόμη ΖΕΠ και για τη μεταβολή των ορίων 10 υφισταμένων ΖΕΠ. Οι 151 πλέον ΖΕΠ έχουν έκταση 13 703 km2, που διαιρούνται σε 13 136 km2 χερσαίων εκτάσεων, ήτοι το 10 % της ελληνικής επικράτειας, και σε 567 km2 θαλάσσιων εκτάσεων (12).
10. Η Επιτροπή, μη κρίνοντας ικανοποιητικές αυτές τις προόδους, άσκησε στις 2 Αυγούστου 2004 προσφυγή.
11. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«1. να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία,
– χαρακτηρίζοντας ως ζώνες ειδικής προστασίας (ΖΕΠ) εδάφη των οποίων ο αριθμός και η συνολική επιφάνεια υπολείπονται σαφώς του αριθμού και της συνολικής επιφάνειας των εδαφών που πληρούν τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού τους ως ΖΕΠ κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας,
– καθορίζοντας ΖΕΠ επιφάνειας σαφώς υπολειπόμενης της επιφάνειας των αντιστοίχων εδαφών ΙΒΑ 2000 που πληρούν τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού τους ως ΖΕΠ,
– μη καθορίζοντας ΖΕΠ για πολλά είδη πτηνών εγγεγραμμένων στο παράρτημα Ι της οδηγίας 79/409 ή έχοντας χαρακτηρίσει ως ΖΕΠ ζώνες όπου τα εν λόγω είδη αντιπροσωπεύονται ανεπαρκώς,
– μη καθορίζοντας ΖΕΠ για πολλά αποδημητικά είδη ή έχοντας χαρακτηρίσει ως ΖΕΠ ζώνες όπου τα επίμαχα είδη αντιπροσωπεύονται ανεπαρκώς,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών·
2. να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
12. Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο,
«1. να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής και
2. να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.»
13. Υπέρ της Ελληνικής Δημοκρατίας παρενέβησαν το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Φινλανδίας.
IV – Νομική ανάλυση
14. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
Α – Επί της εκτάσεως του ελέγχου
15. Η προσφυγή στηρίζεται σε τέσσερις λόγους: Ότι η Ελληνική Δημοκρατία καθόρισε προφανώς δυσανάλογα λίγες ΖΕΠ, ότι οι χαρακτηρισθείσες ΖΕΠ υπολείπονται σαφώς της εκτάσεως που θα έπρεπε να χαρακτηρισθεί, ότι για πολλά είδη πτηνών του παραρτήματος Ι δεν έχουν καθοριστεί καθόλου ή έχουν καθοριστεί ανεπαρκείς ΖΕΠ και ότι το ίδιο ισχύει για πολλά αποδημητικά είδη πτηνών των οποίων η έλευση είναι τακτική. Εντούτοις, όλοι αυτοί οι λόγοι δεν χρειάζεται να εξεταστούν λεπτομερώς.
16. Τα αιτήματα της Επιτροπής πρέπει οπωσδήποτε να απορριφθούν καθόσον αυτή ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν καθόρισε ΖΕΠ για πολλά είδη πτηνών του παραρτήματος Ι και για πολλά αποδημητικά είδη που δεν αναφέρονται στο παράρτημα αυτό. Ειδικότερα, η Επιτροπή κατονομάζει μόνο ένα είδος του παραρτήματος Ι, τον τουρκοτσομπανάκο (Sitta krueperi), ούτε ένα δε αποδημητικό είδος, για τα οποία δεν έχει καθοριστεί καμία ΖΕΠ (13). Ως προς αυτό όμως το ένα είδος η Ελληνική Δημοκρατία έχει ρητώς αποδεχθεί την αιτίαση της Επιτροπής.
17. Αντιθέτως προς πολλές άλλες διαδικασίες (14), εν προκειμένω δεν μπορεί να συναχθεί αποδοχή των λοιπών αιτιάσεων λόγω του καθορισμού νέων ΖΕΠ. Ένας τέτοιος καθορισμός πραγματοποιούμενος μετά την παρέλευση της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αποδοχή των αιτιάσεων, δεδομένου ότι για να είναι βάσιμη η προσφυγή, η παράβαση πρέπει να υφίσταται κατ’ αυτό το χρονικό σημείο. (15) Αν υποτεθεί ότι η ημερομηνία επιδόσεως στη μόνιμη αντιπροσωπεία είναι η ίδια με την αναγραφόμενη στο συνημμένο στην αιτιολογημένη γνώμη έγγραφο, η προθεσμία που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη έληξε δύο μήνες μετά τις 19 Δεκεμβρίου 2002, ήτοι στις 19 Φεβρουαρίου 2003. Οι τελευταίες ΖΕΠ καθορίστηκαν, βάσει των μη αμφισβητηθέντων στοιχείων που παρέσχε η Ελληνική Δημοκρατία, με το υπ’ αριθ. 125310/578 έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων της 11ης Φεβρουαρίου 2003, ήτοι εντός της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή.
18. Η Ελληνική Δημοκρατία αναγνώρισε ρητώς κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας ότι δεν είχαν καθοριστεί επαρκείς ΖΕΠ και για άλλα είδη αναφερόμενα στο παράρτημα I, ήτοι για την αετοβαρβακίνα (Buteo rufinus), το κιρκινέζι (Falco naumanni) και το σμυρνοστίχλονο (Emberiza cineracea), και ισχυρίστηκε ότι προετοιμάζεται ο καθορισμός δέκα νέων ΖΕΠ για τα συγκεκριμένα είδη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Ελληνική Δημοκρατία αποδέχθηκε εν μέρει τον πρώτο (μη επαρκής καθορισμός ΖΕΠ) και τον τρίτο (μη επαρκής καθορισμός ΖΕΠ για ορισμένα είδη του παραρτήματος I) από τους λόγους της προσφυγής.
19. Ωστόσο, η Επιτροπή προφανώς αξιώνει τον καθορισμό περισσότερων ΖΕΠ και κατονομάζει άλλα οχτώ είδη του παραρτήματος Ι για τα οποία δεν έχουν καθοριστεί επαρκείς ΖΕΠ. Κατά συνέπεια πρέπει να εξεταστούν και οι λόγοι αυτοί. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο για τον δεύτερο (την ελλιπή οριοθέτηση ΖΕΠ εντός IBA) και τον τέταρτο (τη μη επαρκή κάλυψη ορισμένων αποδημητικών πτηνών από τις ΖΕΠ) από τους λόγους της προσφυγής.
20. Εντός αυτών των ορίων πρέπει να εξεταστούν και οι τέσσερις λόγοι της προσφυγής. Η εξέταση αυτή μπορεί να γίνει από κοινού. Οι λόγοι αυτοί θεμελιώνονται μεν σε δύο διαφορετικές διατάξεις της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, ήτοι στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4, πλην όμως το αντικείμενο των διατάξεων αυτών συνίσταται σε μια ομοειδή υποχρέωση, ήτοι τον καθορισμό BSG. Ως προς την ουσία τους, η Επιτροπή βασίζει και τους τέσσερις λόγους στο ελληνικό τμήμα του καταλόγου εδαφικών περιοχών IBA 2000 και, τελικώς, αρκείται στο να εκθέσει το κατά πόσον οι χαρακτηρισμοί εδαφικών περιοχών ως ΖΕΠ στην Ελλάδα υπολείπονται του καταλόγου αυτού.
Β – Επί της νομικής θεμελιώσεως της υποχρεώσεως χαρακτηρισμού εδαφικών περιοχών ως ΖΕΠ
21. Ως προς τη νομική θεμελίωση της υποχρεώσεως χαρακτηρισμού εδαφικών περιοχών ως ΖΕΠ δεν υφίσταται διαφωνία μεταξύ των διαδίκων.
22. Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, εδάφιο 4, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, τα κράτη μέλη κατατάσσουν σε ζώνες ειδικής προστασίας (ΖΕΠ) τα εδάφη που είναι πιο κατάλληλα, σε αριθμό και σε επιφάνεια, για τη διατήρηση των ειδών του παραρτήματος Ι στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία έχει εφαρμογή η οδηγία αυτή. Η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να αποφευχθεί διά της λήψεως άλλων μέτρων ειδικής διατηρήσεως (16).
23. Τα κράτη μέλη υιοθετούν, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, ανάλογα μέτρα για τα αποδημητικά είδη που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα Ι, των οποίων η έλευση είναι τακτική, όσον αφορά τις περιοχές αναπαραγωγής, αλλαγής φτερώματος και διαχειμάσεως, και τις ζώνες όπου βρίσκονται οι σταθμοί κατά μήκος των οδών αποδημίας, Για τον σκοπό αυτόν τα κράτη μέλη αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην προστασία των υγροτόπων, και ιδίως όσων έχουν διεθνή σπουδαιότητα.
24. Από το άρθρο 4, παράγραφος 3, και την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας για την προστασία των πτηνών συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι οι ΖΕΠ πρέπει να αποτελούν ένα συνεκτικό δίκτυο ανταποκρινόμενο στις απαιτήσεις προστασίας των ειδών στη γεωγραφική, θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία εφαρμόζεται η οδηγία.
25. Κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη έχουν μεν περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των ζωνών ειδικής προστασίας, όμως ο χαρακτηρισμός και η οριοθέτηση των περιοχών αυτών πρέπει να αποφασίζονται βάσει των ορνιθολογικών κριτηρίων που καθορίζει η οδηγία. Ο καθορισμός των ΖΕΠ δεν επιτρέπεται να επηρεάζεται από άλλες εκτιμήσεις, ιδίως οικονομικής και κοινωνικής φύσεως (17).
26. Επειδή κατά την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν συμφωνήθηκε να της παραχωρηθεί ιδιαίτερη μεταβατική προθεσμία για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, από το χρονικό σημείο της προσχωρήσεως, ήτοι από την 1η Ιανουαρίου 1981, η οδηγία αυτή έχει για την Ελλάδα την ίδια ισχύ με αυτήν που έχει για τα παλαιά κράτη μέλη. Επειδή κατά το χρονικό εκείνο σημείο έτρεχε ακόμη η διετής προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, η Ελληνική Δημοκρατία υποχρεούνταν να ανταποκριθεί στην υποχρέωση χαρακτηρισμού εδαφικών περιοχών ως ΖΕΠ κατά τον χρόνο της λήξεως της προθεσμίας αυτής, ήτοι στις 6 Απριλίου 1981 (18).
Γ – Επί της αποδείξεως του μη επαρκούς καθορισμού ΖΕΠ
27. Η Επιτροπή θεμελιώνει τις σχετικές με τις εδαφικές περιοχές αιτιάσεις της στο ότι ο IBA 2000 απαριθμεί ως προς την Ελλάδα 186 ζώνες, από τις οποίες μόνον 141 έχουν χαρακτηρισθεί πλήρως ή μερικώς ως ΖΕΠ. Συνολικά έχει χαρακτηριστεί ΖΕΠ μόνον το 40 % των αναφερόμενων στον IBA 2000 εδαφών. 67 από τις απαριθμούμενες στον IBA ζώνες έχουν χαρακτηριστεί σε ποσοστό της εκτάσεώς τους ανώτερο του 75 % και 90 σε ποσοστό χαμηλότερο του 50 %. 45 από τις ζώνες αυτές δεν έχουν καταταγεί καθόλου σε ΖΕΠ. Κατά συνέπεια, η Ελληνική Δημοκρατία προφανώς δεν τήρησε την υποχρέωσή της να προβεί σε καθορισμό ΖΕΠ.
28. Ο αριθμητικός αυτός υπολογισμός των διαφορών μεταξύ του IBA 2000 και του καθορισμού ΖΕΠ στην Ελλάδα είναι, ως προς κάποια σημεία του, δύσκολο να γίνει κατανοητός. Αν προστεθούν οι ζώνες IBA που καλύπτονται, σύμφωνα με την Επιτροπή, κατά ποσοστό 75 % και 50 % σε αυτές για τις οποίες δεν έχει γίνει κανένας καθορισμός ΖΕΠ, προκύπτει άθροισμα 202 ζωνών, μολονότι ο IBA 2000 αναφέρει ως προς την Ελλάδα 186 μόνο ζώνες. Φαίνεται επομένως ότι κάποιες ζώνες υπολογίστηκαν διπλά.
29. Παρά τις ασάφειες αυτές, η βασική επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι σαφής: Ο καθορισμός ΖΕΠ εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας καλύπτει τον κατάλογο ζωνών του IBA 2000 μόνον εν μέρει.45 ζώνες IBA δεν έχουν καταταγεί σε ΖΕΠ, ενώ συνολικά οι ελληνικές ΖΕΠ καλύπτουν το 40 % της εδαφικής εκτάσεως των ζωνών IBA. Ταυτοχρόνως, η πλειοψηφία των ζωνών IBA καλύπτεται, κατά τα φαινόμενα, σε ποσοστό κατώτερο του 75 %. Προφανώς, μόνον ως προς τις λοιπές 67 ζώνες, οι οποίες καλύπτονται σε ποσοστό άνω του 75 %, κρίνεται από την Επιτροπή ότι υπάρχει επαρκής κάλυψη.
30. Περαιτέρω, η Επιτροπή απαριθμεί δώδεκα είδη πτηνών του παραρτήματος I, ως προς τα οποία σημαντικές περιοχές αναφερόμενες στον IBA 2000 δεν χαρακτηρίστηκαν ή χαρακτηρίστηκαν ελλιπώς μόνον ως ΖΕΠ. Επιπλέον, πολλές από τις ζώνες IBA παρουσιάζουν ιδιαίτερη σημασία για αποδημητικά είδη πτηνών που δεν αναφέρονται μεν στο παράρτημα I, αλλά επιβάλλεται ο καθορισμός ΖΕΠ ως προς αυτά βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
31. Και ως προς αυτό το σημείο οι ισχυρισμοί της Επιτροπής δεν είναι απαλλαγμένοι από αντιφάσεις και ασάφειες. Όπως ορθώς υπογραμμίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή κατονομάζει ως προς τον σπιζαετό (Hieraaetus fasciatus) δύο από τις σημαντικότερες, αλλά μη καλυπτόμενες επαρκώς από ΖΕΠ ζώνες IBA, οι οποίες, σύμφωνα με τον IBA 2000, δεν συμπεριλήφθησαν στον κατάλογο σε σχέση με το είδος αυτό βάσει των κριτηρίων για τον χαρακτηρισμό εδαφικών περιοχών ως ΖΕΠ. Ναι μεν δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να προέκυψαν εν τω μεταξύ νέα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία οι περιοχές αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία για το είδος αυτό και κατά συνέπεια είναι επιβεβλημένος ο χαρακτηρισμός τους ως ΖΕΠ(19), ωστόσο η Επιτροπή δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά.
32. Τα ελαττώματα αυτά όμως δεν καθιστούν την προσφυγή αβάσιμη ούτε ως προς το σημείο αυτό. Κατ’ ουσία, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής στηρίζεται, και ως προς τα είδη αυτά, στις αποκλίσεις μεταξύ του IBA 2000 και των καθορισθεισών ελληνικών ΖΕΠ.
33. Επομένως, η ευδοκίμηση της προσφυγής εξαρτάται από το αν η διαφορά μεταξύ του IBA 2000 και των ελληνικών ΖΕΠ συνιστά απόδειξη για το ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν εκπλήρωσε σε επαρκή βαθμό την υποχρέωσή της να καθορίσει ΖΕΠ.
34. Ένας κατάλογος εδαφικών περιοχών όπως ο IBA 2000 μπορεί να αποτελέσει σημαντικό στοιχείο αποδεικνύον ότι κράτος μέλος δεν εκπλήρωσε σε επαρκή βαθμό την υποχρέωσή του να καθορίσει ΖΕΠ. Το Δικαστήριο έκρινε, λαμβάνοντας υπόψη την επιστημονική αξία του IBA 89 και εφόσον δεν είχε προσκομισθεί επιστημονικού χαρακτήρα απόδειξη περί του ότι οι υποχρεώσεις βάσει του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας μπορούσαν να εκπληρωθούν διά του χαρακτηρισμού ως ΖΕΠ εδαφικών περιοχών διαφορετικών από τις περιλαμβανόμενες στον εν λόγω κατάλογο και με μικρότερη συνολική έκταση από εκείνες, ότι ο κατάλογος αυτός, αν και νομικώς μη δεσμευτικός για το οικείο κράτος μέλος, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο ως σημείο αναφοράς προκειμένου να εκτιμηθεί αν το κράτος μέλος αυτό έχει κατατάξει σε ΖΕΠ αρκετά, σε αριθμό και επιφάνεια, εδάφη, κατά την έννοια των προμνημονευθεισών διατάξεων της οδηγίας (20).
35. Ο IBA 89 είναι ο υποβληθείς το 1989 κατάλογος των ζωνών μεγάλου ενδιαφέροντος για τη διατήρηση των αγρίων πτηνών εντός της Κοινότητας, ο οποίος καταρτίστηκε για την αρμόδια γενική διεύθυνση της Επιτροπής από την Ευρωπαϊκή Ομάδα για τη Διατήρηση των Πτηνών και των Οικοτόπων, μαζί με το Διεθνές Συμβούλιο για τη διαφύλαξη των πτηνών και σε συνεργασία με τους εμπειρογνώμονες της Επιτροπής (21).
36. Ο IBA 2000 είναι πιο πρόσφατος κατάλογος και απαριθμεί, ως προς την Ελλάδα, σημαντικά περισσότερες σε αριθμό και επιφάνεια ζώνες IBA σε σύγκριση με τον IBA 89. Το αν ο νέος κατάλογος συνιστά πρόσφορο αποδεικτικό μέσο υπό την προαναφερθείσα έννοια εξαρτάται από το αν διαθέτει επιστημονική αξία συγκρίσιμη με αυτήν του προγενέστερου καταλόγου.
37. Οι ζώνες που περιλαμβάνονται και στους δύο καταλόγους προκύπτουν από την εξέταση βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων των πληροφοριών των σχετικών με την παρουσία πτηνών. Τα κριτήρια του IBA 2000 είναι αντίστοιχα, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, προς αυτά του IBA 89. Η αύξηση των ζωνών σε αριθμό και σε επιφάνεια οφείλεται κατά κύριο λόγο στη βελτίωση των γνώσεων των σχετικών με την παρουσία πτηνών.
38. Η συμμετοχή της Επιτροπής στον IBA 89 συνίστατο σχεδόν αποκλειστικά στην παρακολούθηση των εργασιών των ορνιθολόγων επί των ανωτέρω κριτηρίων. Δεδομένου ότι τα κριτήρια αυτά επαναχρησιμοποιούνται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, η Επιτροπή ευθύνεται, εμμέσως τουλάχιστον, και για τον IBA 2000. Αντιθέτως, ήδη στον IBA 89 η Επιτροπή δεν είχε σχεδόν καμία δυνατότητα να επιβλέψει τη συλλογή των δεδομένων, διότι δεν μπορούσε να επαληθεύσει την ύπαρξη και το μέγεθος του κάθε αναφερόμενου πληθυσμού πτηνών. Η Επιτροπή προφανώς είναι βέβαιη για την επιστημονική αξία του καταλόγου, διότι βάσει αυτού διεξάγει μεγάλο αριθμό διαδικασιών με αντικείμενο τον μη επαρκή καθορισμό ΖΕΠ. Και ως προς αυτό το σημείο δεν υπάρχει συνεπώς ουσιώδης διαφορά μεταξύ των IBA 89 και IBA 2000.
39. Το Βασίλειο της Ισπανίας που παρενέβη υπέρ της Ελληνικής Δημοκρατίας προσάπτει στον IBA 2000 το γεγονός ότι καταρτίσθηκε από μη κυβερνητικές οργανώσεις. Τούτο ισχύει μεν, αλλά δεν θέτει την επιστημονική αξία του υπό αμφισβήτηση (22). Ο κατάλογος συντάχθηκε από τον BirdLife International, έναν σύνδεσμο εθνικών οργανώσεων προστασίας πτηνών, ο οποίος, υπό την ονομασία Διεθνές Συμβούλιο για τη Διαφύλαξη των Πτηνών, είχε συμμετάσχει και στην κατάρτιση του IBA 89. Η Ευρωπαϊκή Ομάδα για τη Διατήρηση των Πτηνών, η οποία είχε επίσης συμμετάσχει στον IBA 89, ήταν μια ad hoc ομάδα ειδικών του συμβουλίου αυτού. Η συλλογή δεδομένων για το ελληνικό τμήμα του IBA 2000 βασίζεται στις εργασίες μεγάλου αριθμού ορνιθολόγων. Πολλοί από αυτούς είναι μέλη της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρίας (ΕΟΕ), η οποία παρέχει βοήθεια προς την Ελληνική Κυβέρνηση κατά την εξακρίβωση και την οριοθέτηση πιθανών ΖΕΠ. Η αναγνώριση της οποίας χαίρουν οι συντάκτες του σχετικού με την Ελλάδα μέρους καταδεικνύεται ιδίως από το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος υποστήριξε, μέσω του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, την κατάρτιση του καταλόγου (23). Υποστήριξη στις εργασίες παρέσχον και οι Κάτω Χώρες μέσω της πρεσβείας τους στην Ελλάδα, καθώς και μια βρετανική οργάνωση προστασίας πτηνών, η Royal Society for the Protection of Birds.
40. Ως εκ τούτου οι δύο κατάλογοι IBA 89 και IBA 2000 είναι συγκρίσιμοι μεταξύ τους όσον αφορά την επιστημονική αξία τους. Ο IBA 2000, καθόσον βασίζεται σε πιο πρόσφατα δεδομένα, συνιστά καλύτερη επιστημονική πηγή και πρέπει, κατά συνέπεια, να προτιμηθεί.
41. Όπως τονίζουν ιδίως η Επιτροπή, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, η Γαλλική Δημοκρατία και η Πορτογαλική Δημοκρατία, ο κατάλογος, αυτός καθαυτός, δεν είναι δεσμευτικός και το περιεχόμενό του μπορεί να αμφισβητηθεί εφόσον προκύψουν πληρέστερα επιστημονικά δεδομένα. Ωστόσο, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την επιστημονική αξία του IBA 2000 εν γένει ούτε προσκομίζει κάποιο επιστημονικού χαρακτήρα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι είναι δυνατή η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών μέσω του χαρακτηρισμού λιγότερων ή/και μικρότερων ζωνών.
42. Η Δημοκρατία της Φινλανδίας προβάλλει, υπέρ της Ελληνικής Δημοκρατίας, ότι, προκειμένου να αντικρούσουν την αιτίαση περί ανεπαρκούς χαρακτηρισμού ΖΕΠ, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να αποδείξουν για καθεμία από τις μη χαρακτηρισθείσες ζώνες IBA ότι δεν συγκαταλέγεται στις πιο κατάλληλες εδαφικές περιοχές. Τούτο θα συνιστούσε δυσανάλογη επιβάρυνση. Αντιθέτως, αρκεί η γενική, επιστημονικού χαρακτήρα απόδειξη ότι έχει καταταγεί επαρκής αριθμός εδαφικών περιοχών. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται εν προκειμένω αλυσιτελώς, διότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν παρέχει καμία γενική ή αναφερόμενη σε κάθε συγκεκριμένη περιοχή απόδειξη περί επαρκούς καθορισμού ΖΕΠ.
43. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έχει αποδείξει καταρχήν την αιτίαση αυτή.
44. Εντούτοις, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι απαριθμούμενες στον IBA 2000 ζώνες πρέπει να υποβληθούν εκ νέου σε επιστημονικό έλεγχο πριν καταστεί δυνατός ο χαρακτηρισμός τους ως ΖΕΠ. Ο IBA 2000 συνιστά χρήσιμο κείμενο αναφοράς, παρουσιάζει όμως κάποια ελαττώματα, ιδίως όσον αφορά την οριοθέτηση των ζωνών. Ο επανέλεγχος αυτός έχει ολοκληρωθεί ως προς δέκα περιοχές. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως η Ελληνική Δημοκρατία δήλωσε ότι, σύμφωνα με το εξαχθέν πόρισμα, έπρεπε να καταταγεί το 62,96 % των αντίστοιχων ζωνών IBA, συνολικής εκτάσεως 305 146 εκταρίων (αναλόγως με τη ζώνη το ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 37 % και 111,49 %). Ως προς 69 ζώνες IBA ο έλεγχος εκκρεμούσε ακόμη. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελληνική Δημοκρατία έχει αρχίσει την τροποποίηση των κριτηρίων εξακριβώσεως και οριοθετήσεως πιθανών ΖΕΠ.
45. Δεν αποκλείεται οι προσπάθειες αυτές να καταλήξουν σε κατάλογο καθορισθεισών ΖΕΠ ισάξιο επιστημονικά με τον IBA 2000 ή και υψηλότερης ακόμη, από ορνιθολογικής απόψεως, αξίας. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η αξία του IBA 2000 ως αποδεικτικού μέσου για τον μη επαρκή καθορισμό ΖΕΠ. Κατά τον παρόντα χρόνο και βάσει του ισχυρισμού που προέβαλε η Ελληνική Κυβέρνηση τέτοια δυνατότητα δεν υφίσταται, διότι οι επιστημονικές εργασίες δεν έχουν ολοκληρωθεί ούτε έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο.
46. Με τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία η Ελληνική Δημοκρατία δεν μπορεί, επίσης, να θέσει υπό αμφισβήτηση την ουσιαστική αξία του IBA 2000, ιδίως όσον αφορά την οριοθέτηση των ζωνών. Και ως προς το ζήτημα αυτό ο ισχυρισμός δεν θεμελιώνεται επαρκώς ώστε να παράσχει στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου.
47. Με τον ισχυρισμό αυτόν, η Ελληνική Δημοκρατία επιδιώκει να καταδείξει ότι, σε περίπτωση δημοσιεύσεως νέων επιστημονικών δεδομένων ως προς τις ζώνες που πρέπει να χαρακτηρισθούν, η Επιτροπή οφείλει να παραχωρεί στα κράτη μέλη επαρκή προθεσμία προκειμένου να ελέγξουν τα στοιχεία αυτά και, μόνο κατόπιν του ελέγχου αυτού, να συναγάγουν τα επιβαλλόμενα συμπεράσματα. Ως προς τον ισχυρισμό αυτόν υποστηρίζεται από τη Γαλλική Δημοκρατία, την Πορτογαλική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Ισπανίας.
48. Το συγκεκριμένο επιχείρημα θεμελιώνεται σε έναν ορθό συλλογισμό: Τα κράτη μέλη ευθύνονται αποκλειστικά για τον καθορισμό ΖΕΠ. Δεν μπορούν να αποποιηθούν την ευθύνη τους με το να αποδεχθούν απλώς και να εφαρμόσουν στοιχεία προερχόμενα από άλλους φορείς, ακόμα και από οργανώσεις προστασίας πτηνών. Αντιθέτως, κάθε χαρακτηρισμός ΖΕΠ προϋποθέτει ότι η οικεία περιοχή, κατά την πεποίθηση των αρμόδιων αρχών, η οποία βασίζεται στα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα (24), ανήκει στα πιο κατάλληλα για την προστασία των πτηνών εδάφη.
49. Από τα ανωτέρω όμως δεν συνάγεται ότι η υποχρέωση κατατάξεως αναστέλλεται κατά κανόνα για όσο διάστημα οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν ελέγξει και επαληθεύσει πλήρως τα νέα επιστημονικά δεδομένα. Αντιθέτως, πρέπει να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση αυτή υφίσταται από τον χρόνο κατά τον οποίο εξέπνευσε η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας για την προστασία των πτηνών στο εσωτερικό δίκαιο, ήτοι, στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, από τις 6 Απριλίου 1981 (25). Εξάλλου, η υποχρέωση κατατάξεως δεν περιορίζεται από το επίπεδο των επιστημονικών γνώσεων σε ορισμένο χρονικό σημείο (26).
50. Η ανωτέρω υποχρέωση συνέχεται με ένα ακόμη καθήκον, ήτοι το καθήκον εξακριβώσεως των πλέον κατάλληλων περιοχών. Το άρθρο 10 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, σε συνδυασμό με το παράρτημα V, υποχρεώνει τα κράτη μέλη σε υποστήριξη των αναγκαίων ερευνών και εργασιών. Ως εκ τούτου, η Ελληνική Δημοκρατία όφειλε να έχει προβεί η ίδια, μέχρι το 1981, σε μια γενική επιστημονική καταγραφή των πληθυσμών πτηνών που απαντούν στην επικράτειά της και να έχει καθορίσει τις ΖΕΠ που προκύπτουν από την καταγραφή αυτή. Αν η Ελληνική Δημοκρατία είχε τηρήσει πλήρως την υποχρέωσή της αυτή, είτε ο IBA 2000 θα περιείχε μόνον ΖΕΠ είτε το κράτος μέλος αυτό θα μπορούσε εύκολα να αντικρούσει οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση για καθορισμό ΖΕΠ. Επιπλέον υποχρεώσεις κατατάξεως θα μπορούσαν να προκύψουν μόνο σε περίπτωση μεταβολής των εμφανιζόμενων πληθυσμών πτηνών, τέτοιον ισχυρισμό όμως δεν προβάλλει κανείς από τους διαδίκους.
51. Το να χορηγηθεί τώρα στην Ελληνική Δημοκρατία επιπλέον προθεσμία προκειμένου να επανελέγξει την καλύτερη διαθέσιμη επιστημονική πηγή θα είχε ως αποτέλεσμα να συνοδεύεται η υποχρέωση χαρακτηρισμού ΖΕΠ από έναν μη προβλεπόμενο στο άρθρο 4 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών όρο, ήτοι την απόδειξη από τρίτους ότι υπάρχουν ακόμη μη προστατευόμενες ζώνες οι οποίες θα έπρεπε να χαρακτηρισθούν. Ένας τέτοιος όρος θα αντέβαινε όχι μόνο προς το γράμμα των σχετικών διατάξεων, αλλά και προς τους σκοπούς της οδηγίας για την προστασία των πτηνών και την εκεί προβλεπόμενη ευθύνη των κρατών μελών –και όχι τρίτων– για την κοινή (φυσική) κληρονομιά στο έδαφός τους (27). Κατά συνέπεια, η ανάγκη επανελέγχου του IBA 2000 δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη κατάταξη ΖΕΠ.
52. Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει επίσης ότι το πρόγραμμα επανεξετάσεως των ζωνών εκτελείται βάσει συμφωνίας με την Επιτροπή. Αν με τούτο σκοπείται η προβολή ενστάσεως αποκλείουσας την άσκηση προσφυγής, η Ελληνική Δημοκρατία θα όφειλε τουλάχιστον να εκθέσει λεπτομερώς ποιες συμφωνίες έγιναν με την Επιτροπή και κατά πόσον αυτές αντιτίθενται στην προσφυγή. Το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή και ένα κράτος μέλος διαπραγματεύονται μέτρα προκειμένου να αρθεί αιτίαση περί παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί πάντως να εμποδίσει την Επιτροπή από το να ασκήσει την προσφυγή. Αντιθέτως, η αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας επιτάσσει ότι η Επιτροπή σε κάθε χρονικό σημείο, ήτοι πριν κατά τη διάρκεια και μετά την ολοκλήρωση ενδίκων διαδικασιών, παρέχει στα κράτη μέλη κάθε δυνατή βοήθεια προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου.
53. Προς απόδειξη της ανεπαρκούς κατατάξεως, η Επιτροπή απαριθμεί μη καταταγέντες υγροτόπους οι οποίοι θεωρούνται ως υγρότοποι διεθνούς σημασίας, δυνάμει της συμβάσεως Ramsar και περιλαμβάνονται στον IBA 2000 (28). Εν μέρει, η Ελληνική Δημοκρατία ανακοίνωσε επανεκτίμηση αυτών των ζωνών, μη αντικρούοντας, κατά συνέπεια, την αιτίαση της Επιτροπής. Πάντως, όσον αφορά πέντε ειδικές ζώνες, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει αντιρρήσεις.
54. Ειδικότερα, όσον αφορά την περιοχή IBA 45 «Λίμνη Βεγορίτιδα και Λίμνη Πετρών» μόνο το χαρακτηρισμένο τμήμα έχει σημασία για τη λαγγόνα (Phalacrocorax pygmeus), και για τον λόγο αυτό επιβάλλεται ο χαρακτηρισμός της ζώνης. Το ίδιο ισχύει και για την περιοχή IBA 91 «Λίμνες Τριχωνίδα και Λυσιμαχεία», όπου πρόκειται για την προστασία της βαλτόπαπιας (Aythya nyroca). Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι οι σημαντικοί υγρότοποι δεν προστατεύονται μόνο για ορισμένα μεμονωμένα είδη, αλλά στο σύνολό τους. Η Επιτροπή όμως δεν λαμβάνει σχετικώς υπόψη ότι οι δύο αυτές ζώνες επελέγησαν βάσει του κριτηρίου Ramsar αριθ. 2 (29), ακριβώς λόγω της σημασίας τους για τα δύο αυτά είδη (30). Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τη στηριζόμενη σε ορνιθολογικά δεδομένα δικαιολόγηση –το γεγονός ότι οι μη καλυπτόμενες από τα δύο αυτά είδη επιφάνειες δεν έχουν σημασία– το επιχείρημα αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως μη αντικρουσθέν και, κατά συνέπεια, να γίνει δεκτό.
55. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, εντός της περιοχής IBA 166 «Βουνό Δίκιος, Ακρωτήρι Λούρος, Λίμνη Ψαλίδι και Αλυκή», χαρακτηρίστηκαν οι δύο λίμνες. Το υπόλοιπο της περιοχής δεν συνιστά υγρότοπο αλλά ορεινή ζώνη. Το επιχείρημα αυτό είναι βάσιμο. Η IBA 2000 περιγράφει την περιοχή ως ορεινή δασώδη ζώνη με δύο λίμνες (31). Επομένως, ο χαρακτηρισμός της ζώνης οφείλεται όχι μόνο στην ύπαρξη του υγροτόπου, αλλά στη σημασία της ζώνης αυτής ως τόπος επωάσεως και διελεύσεως αρπακτικών. Επομένως –κατ’ αντίθεση προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή– η BirdLife δεν μνημονεύει την περιοχή αυτή ως ενδεχόμενη περιοχή Ramsar (32). Πάντως, τούτο δεν σημαίνει ότι η περιοχή αυτή δεν πρέπει να χαρακτηριστεί ΖΕΠ.
56. Ως προς τις δύο άλλες περιοχές, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι εκτάσεις που εξαιρέθηκαν δεν παρουσιάζουν ορνιθολογικό ενδιαφέρον. Η Επιτροπή αμφισβητεί αυτόν τον ισχυρισμό, δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκε σχετικώς κανένα επιστημονικό στοιχείο. Επειδή, εξάλλου, η Ελληνική Δημοκρατία δεν προέβαλε κατά την ένδικη διαδικασία βάσιμα επιχειρήματα ως προς το ζήτημα αυτό, το αντεπιχείρημα που προβάλλει πρέπει να απορριφθεί ως μη συγκεκριμενοποιηθέν.
57. Δεδομένου ότι τα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι βάσιμα μόνον όσον αφορά τρεις περιοχές επί συνόλου έντεκα και ότι μία από τις περιοχές αυτές λαμβάνεται υπόψη ως κανονική ΖΕΠ, σύμφωνα με την IBA 2000, δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση το βάσιμο αυτού του επιχειρήματος, το οποίο η Επιτροπή διατύπωσε εν είδει παραδείγματος.
58. Περαιτέρω, η Επιτροπή απαριθμεί πολλά είδη πτηνών τα οποία, κατά τη γνώμη της, δεν καλύπτονται επαρκώς. Καίτοι η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί το επιχείρημα αυτό ως προς τα επιμέρους του στοιχεία, εντούτοις, υπογραμμίζει ότι για όλα αυτά τα είδη προβλέπεται ή ελήφθη υπόψη στο πλαίσιο της επανεξετάσεως του IBA 2000 κατάταξη νέων ζωνών. Επομένως, δεν αντικρούεται ούτε αυτό το επιχείρημα της Επιτροπής.
59. Τέλος, η Ελληνική Δημοκρατία, υποστηριζόμενη σχετικώς από τη Γαλλική Δημοκρατία, αμφισβητεί το βάσιμο της αιτιάσεως ότι η κατάταξη υπολείπεται προφανώς της IBA 2000. Επισημαίνει ότι στην προαναφερθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, το Δικαστήριο αποφάνθηκε υπό αυτή την έννοια, λαμβάνοντας υπόψη ότι, στην υπόθεση εκείνη, είχαν χαρακτηριστεί λιγότερο από τις μισές ζώνες IBA (33). Αντιθέτως, η Ελληνική Δημοκρατία έχει χαρακτηρίσει, πλήρως ή μερικώς, 141 από τις 186 ζώνες IBA.
60. Εντούτοις, η Ελληνική Δημοκρατία πλανάται ως προς τη σημασία που απέδωσε το Δικαστήριο, στο πλαίσιο αυτό, στον όρο «προφανώς». Ο όρος αυτός διευκρινίζεται περαιτέρω στην υπόθεση που αφορά την Ιταλική Δημοκρατία, στην οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «μεγάλος αριθμός και σημαντική επιφάνεια των απαριθμουμένων στον κατάλογο IBA 89 τοποθεσιών δεν έχουν χαρακτηριστεί ως ΖΕΠ» (34).
61. Επιβάλλεται ο χαρακτηρισμός αυτός των παραλείψεων κατατάξεως επειδή η Επιτροπή δεν περιορίζεται να καυτηριάσει κάποιες ειδικές περιπτώσεις, αλλά αιτιάται στο σύνολό της τη διοικητική πρακτική που ακολουθεί η Ελληνική Κυβέρνηση. Όσον αφορά όμως τη διαπίστωση μιας αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο διοικητικής πρακτικής, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η διοικητική αυτή πρακτική πρέπει να εμφανίζει κάποιο βαθμό επαναληπτικότητας και γενικότητας (35). Εξάλλου, η διαπίστωση ότι κράτος μέλος αθέτησε συνολικώς, και όχι μόνο όσον αφορά ορισμένες τοποθεσίες, την υποχρέωσή του να προβεί σε κατάταξή τους σε ΖΕΠ, δεν μπορεί να στηριχθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
62. Η Επιτροπή υποστηρίζει, σχετικώς, ότι η Ελληνική Δημοκρατία κατέταξε σε ΖΕΠ μόνο το 40 % των εκτάσεων που πρέπει να τύχουν προστασίας. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αντέκρουσε την αιτίαση αυτή. Βεβαίως, από τις 186 τοποθεσίες του IBA 141 χαρακτηρίστηκαν ως ΖΕΠ, η Ελληνική Δημοκρατία, όμως, εκτιμά ότι επιβάλλεται επανεκτίμηση 69 τοποθεσιών και χαρακτηρισμός 10 ΖΕΠ. Επομένως, η έλλειψη χαρακτηρισμού δεν αφορά μόνο μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά ένα αρκούντως σημαντικό αριθμό τοποθεσιών και εκτάσεων δυναμένων να θεμελιώσουν τη διαπίστωση παραβάσεως, κατά το αίτημα της προσφυγής.
63. Επομένως, η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
64. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Ελληνική Δημοκρατία, αυτή δε ουσιαστικώς ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
65. Το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρουν, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα έξοδα τα σχετικά με την παρέμβασή τους.
VI – Πρόταση
66. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, χαρακτηρίζοντας
– ως ζώνες ειδικής προστασίας (ΖΕΠ) εδάφη των οποίων ο αριθμός και η συνολική επιφάνεια υπολείπονται σαφώς του αριθμού και της συνολικής επιφάνειας των εδαφών που πληρούν τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού τους ως ΖΕΠ κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας,
– καθορίζοντας ΖΕΠ επιφάνειας σαφώς υπολειπόμενης της επιφάνειας των αντιστοίχων εδαφών ΙΒΑ 2000 που πληρούν τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού τους ως ΖΕΠ,
– μη καθορίζοντας ΖΕΠ για τον τουρκοτσομπανάκο (Sitta krueperi),
– χαρακτηρίζοντας για τα είδη φαλακροκόρακας (Phalacrocorax aristotelis), γυπαετός (Gypaetus barbatus), μαυρόγυπας (Aegypius monachus), κραυγαετός (Aquila pomarina), βασιλαετός (Aquila heliaca), αετοβαρβακίνα (Buteo rufinus), σπιζαετός (Hieraaetus fasciatus), κιρκινέζι (Falco naumanni), μαυροπετρίτης (Falco eleonora), χρυσογέρακο (Falco biarmicus) και σμυρνοτσίχλονο (Emberiza cineracea) στις οποίες τα είδη αυτά δεν απαντώνται επαρκώς,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Η Ελληνική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά έξοδα.
4) Το Βασίλειο της Ισπανίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Γαλλική Δημοκρατία και η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202.
3 – Απόφαση της 19ης Μαΐου 1998, C‑3/96 (Συλλογή 1998, σ. I‑3031).
4 – Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2002, C‑202/01 (Συλλογή 2002, σ. I‑11019).
5 – Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, C‑240/00 (Συλλογή 2003, σ. I‑2187).
6 – Απόφαση της 20ής Μαρτίου 2003, C‑378/01 (Συλλογή 2003, σ. I-2857).
7 – Βλ. προτάσεις μου της σημερινής ημέρας στην υπόθεση C‑235/04.
8 – Βλ. προτάσεις μου της σημερινής ημέρας στην υπόθεση C‑418/04.
9 – Ανακοινωθέν Τύπου της Επιτροπής IP/05/45 της 14ης Ιανουαρίου 2005.
10 – Heath, M. F. και M. I. Evans, Important Bird Areas in Europe. Priority sites for conservation. Volume 2: Southern Europe, BirdLife Conservation Series Nr. 8, τόμος II, Cambridge (2000), σ. 261 επ.
11 – ΕΕ L 206, σ. 7.
12 – Στοιχεία του Natura Barometer της Επιτροπής, ως είχε τον Ιούνιο του 2006, /comm/environment/nature/nature_conservation/useful_info/barometer/barometer.htm.
13 – Η Επιτροπή υποστήριξε μεν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι ούτε για το κιρκινέζι έχει καθοριστεί ΖΕΠ, όμως το είδος αυτό απαντά «συχνά», παραδείγματος χάριν, στη ΖΕΠ «Διονυσιάδες Νήσοι», η οποία συμπίπτει κατά 100 % με την αντίστοιχη IBA 192, βλ. IBA 2000, τόμος. II, σ. 329.
14 – Βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (προμνημονευθείσα σε υποσημείωση 4, σκέψη 19 επ.), Επιτροπή κατά Φινλανδίας (προμνημονευθείσα σε υποσημείωση 5, σκέψη 28 επ.), και Επιτροπή κατά Ιταλίας (προμνημονευθείσα σε υποσημείωση 6, σκέψη 16) καθώς και τις προτάσεις μου της σημερινής ημέρας στην υπόθεση C-235/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας (δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 26 επ).
15 – Αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2002, C‑173/01, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2002, σ. I-6129, σκέψη 7), της 10ης Απριλίου 2003, C‑114/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2003, σ. I‑3783, σκέψη 9), και της 18ης Μαΐου 2006, C‑221/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 23).
16 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προαναφερθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψεις 55 επ.).
17 – Αποφάσεις της 2ας Αυγούστου 1993, C‑355/90, Επιτροπή κατά Ισπανίας (έλη Santoña) (Συλλογή 1993, σ. I-4221, σκέψη 26), της 11ης Ιουλίου 1996, C‑44/95, Royal Society for the Protection of Birds (Lappel Bank) (Συλλογή 1996, σ. I-3805, σκέψη 26), και Επιτροπή κατά Ολλανδίας (προαναφερθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψεις 59 επ.).
18 – Βλ. απόφαση Santoña (προαναφερθείσα σε υποσημείωση 17, σκέψη 11).
19 – Βλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006 C-209/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Lauteracher Ried) (Συλλογή 2006, σ. Ι-2755, σκέψη 44).
20 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προμνημονευθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψεις 68 έως 70) και Επιτροπή κατά Ιταλίας (προμνημονευθείσα σε υποσημείωση 6, σκέψη 18).
21 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προμνημονευθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψη 68).
22 – Συναφώς, και ειδικότερα όσον αφορά το ισπανικό μέρος του IBA 2000, βλ. αναλυτικότερα τις προτάσεις μου της σημερινής ημέρας στην υπόθεση C‑235/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σημεία 46 επ.).
23 – IBA 2000, τόμος II, σ. 274.
24 – Βλ. αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 1991, C‑157/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (περίοδοι θήρας) (Συλλογή 1991, σ. I‑57, σκέψη 15), και της 8ης Ιουνίου 2006, C‑60/05, WWF Italia κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 27).
25 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 26.
26 – Απόφαση Lauteracher Ried (προαναφερθείσα σε υποσημείωση 19, σκέψη 44).
27 – Αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1987, 262/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 3073, σκέψη 9), και της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑38/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. I‑10941, σκέψη 53).
28 – Βλ., σχετικώς, BirdLife International (2001) Important Bird Areas and potential Ramsar Sites in Europe. BirdLife International, Wageningen, The Netherlands.
29 – BirdLife International (2001) (προαναφερθέν στην υποσημείωση 28, σ. 50).
30 – Ένας υγρότοπος είναι διεθνούς σημασίας όταν σ’ αυτόν διαβιούν ευαίσθητα είδη, απειλούμενα με εξαφάνιση ή σοβαρώς απειλούμενα με εξαφάνιση ή απειλούμενες οικολογικές κοινότητες, βλ. BirdLifeInternational (2001) (προαναφερθέν στην υποσημείωση 28, σ. 2).
31 – IBA 2000, τόμος II, σ. 323.
32 – BirdLife International (2001) (προαναφερθέν στην υποσημείωση 28, σ. 50).
33 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προαναφερθείσα στην υποσημείωση, σκέψεις 63 και 72, σε συνδυασμό με τις σκέψεις 40 επ.).
34 – Απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 18).
35 – Αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, C-387/99, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2004, σ. I-3751, σκέψη 42), της 26ης Απριλίου 2005, C-494/01, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2005, σ. I-3331, σκέψη 28), της 12ης Μαΐου 2005, C-287/03, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2005, σ. I-3761, σκέψη 29), και της 27ης Απριλίου 2006, C-441/02, Επιτροπή κατά Γερμανίας (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 50).
Full & Egal Universal Law Academy