ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 27ης Οκτωβρίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-339/04
Nuova società di telecomunicazioni SpA
κατά
Ministero delle Comunicazioni
και
ENI SpA
(αίτηση του Consiglio di Stato της Ιταλικής Δημοκρατίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Τηλεπικοινωνίες – Οδηγία 97/13/EΚ – Πεδίο εφαρμογής – Δίκτυα ιδιωτικής χρήσεως ως προς τα οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ελεύθερου ανταγωνισμού – Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας»
1. Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Consiglio di Stato της Ιταλικής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, αναφέρονται στη διαδικασία σταδιακής ελευθερώσεως των τηλεπικοινωνιών στην Κοινότητα, η οποία αποσκοπεί στην κατάργηση των εθνικών συνόρων και την άρση των κωλυμάτων στην ελεύθερη εγκατάσταση και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
2. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η οδηγία 97/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (2), εφαρμόζεται και επί επιχειρήσεων οι οποίες εκμεταλλεύονται ένα δίκτυο για ιδιωτική τους χρήση και αν, κατά συνέπεια, μπορούν και οι επιχειρήσεις αυτές να επωφεληθούν των περιορισμών που επιβάλλει η οδηγία στα κράτη μέλη, όσον αφορά την εξουσία επιβολής εισφορών για τη χορήγηση των σχετικών αδειών εκμεταλλεύσεως.
I – Το κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο
Α – Η ελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα
3. Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του παρελθόντος αιώνος, οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες αποτέλεσαν έναν από τους μοχλούς της οικονομικής αναπτύξεως· τα κοινοτικά όργανα αποφάσισαν την ενίσχυση της αναπτυξιακής πορείας του τομέα αυτού προωθώντας την ελευθέρωσή τους (3).
4. Προς επίτευξη αυτού του σκοπού τα κοινοτικά όργανα ακολούθησαν μία διπλή μέθοδο. Περισσότερο εύκαμπτες αγορές και συμβατές μεταξύ τους εθνικές νομοθεσίες.
5. Στο πλαίσιο της πρώτης μεθόδου, εκδόθηκε, αρχικώς, η οδηγία 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (4), η οποία, έκτοτε, τροποποιήθηκε επανειλημμένως (5). Το νομικό αυτό κεκτημένο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με την οδηγία 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002 (6).
6. Στο πλαίσιο της δεύτερης μεθόδου, η άρση των κωλυμάτων απαιτούσε την εναρμόνιση των προϋποθέσεων προσβάσεως και χρησιμοποιήσεως των δικτύων. Προς επίτευξη αυτού του σκοπού εκδόθηκε η οδηγία 90/287/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990 (7), τροποποιηθείσα, προκειμένου να προσαρμοστεί σε ανταγωνιστικό περιβάλλον, με την οδηγία 97/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997 (8). Η οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002 (9), η οποία αντικατέστησε τις προγενέστερες οδηγίες, προωθεί, περαιτέρω, τη νομοθετική και τεχνική εναρμόνιση.
Β – Η οδηγία 97/13
1. Οι σχετικές με τις «άδειες» διατάξεις της
7. Όπως υπογράμμισα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως ISIS Multimedia και Firma 02 (σημείο 5) (10), η επιδιωκόμενη ελευθέρωση δεν συνεπαγόταν την αφαίρεση από τα κράτη μέλη των εξουσιών ελέγχου που ασκούσαν στο πλαίσιο των σχετικών διαδικασιών αδειοδοτήσεως. Η ίδια η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι διαδικασίες αυτές συνιστούν αποτελεσματική μέθοδο δημιουργίας ευνοϊκών συνθηκών για την ανάπτυξη του ανταγωνισμού, λόγω της εφαρμογής κοινών αρχών ως προς τη χορήγηση αδειών (11).
8. Στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Albacom και Infostrada (12), υπογράμμισα ότι η οδηγία 97/13 ανταποκρίνεται στην επιταγή αυτή, προτείνουσα μια ενιαία λύση, βάσει των αρχών της αναλογικότητας, της διαφάνειας και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, με σκοπό τη δημιουργία ενός συνόλου συμβατού με την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (πρώτη, δεύτερη, τέταρτη και ενδέκατη αιτιολογική σκέψη· άρθρο 3, παράγραφος 2).
9. Σύμφωνα με τον σκοπό αυτόν, η ελεύθερη παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και η φιλελευθεροποίηση της εκμεταλλεύσεως των δικτύων αποτελούν τις δύο κύριες επιδιώξεις της οδηγίας. Πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη είναι να διασφαλίσει την παροχή και τη χρήση αυτών των υπηρεσιών χωρίς κανένα εμπόδιο ή, εφόσον παρίσταται ανάγκη, δυνάμει «ειδικών αδειών» (13), ενώ η χορήγηση «ειδικών αδειών» (14) προβλέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, προς συμπλήρωση των γενικών αδειών (έβδομη και δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη· άρθρα 3, παράγραφος 3, και 7). Οι δύο αυτές μορφές άδειας περιλαμβάνονται στην έννοια της «άδειας» (15).
10. Προς εφαρμογήν αυτής της βασικής για τη φιλελευθεροποίηση αρχής, η οδηγία δεν περιορίζει τον αριθμό των ειδικών αδειών που έχουν τη δυνατότητα να χορηγούν τα κράτη μέλη, εκτός αν παρίσταται ανάγκη διασφαλίσεως της αποτελεσματικής χρήσεως του φάσματος ραδιοσυχνοτήτων ή προκειμένου να καταστεί δυνατή η επαρκής αριθμοδότηση. Στο πλαίσιο αυτό, οποιαδήποτε επιχείρηση τηρεί τις προϋποθέσεις που καθορίζουν τα κράτη μέλη έχει το δικαίωμα να λάβει ειδική άδεια (άρθρα 10, παράγραφος 1, και 9, παράγραφος 3).
2. Δημοσιονομικής φύσεως διατάξεις
11. Τα άρθρα 6 και 11 της οδηγίας εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο και σκοπούν στη διασφάλιση ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά τηλεπικοινωνιών και στη μη επιβολή επί των επιχειρήσεων περιορισμών ή επιβαρύνσεων που δεν είναι αναγκαίοι (16), εφαρμοζομένης σχετικώς της αρχής της αναλογικότητας. Φέρουν, αντιστοίχως, τους τίτλους «Τέλη και επιβαρύνσεις διαδικασιών γενικών αδειών» και «Τέλη και επιβαρύνσεις ειδικών αδειών».
12. «Άρθρο 6
[…]
Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί χρηματοδοτικών συνεισφορών στην παροχή καθολικής υπηρεσίας σύμφωνα με το παράρτημα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα τέλη που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις στα πλαίσια των διαδικασιών χορήγησης αδειών αποσκοπούν αποκλειστικά στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών, χορήγησης, διαχείρισης, ελέγχου και εκτέλεσης του εφαρμοστέου συστήματος γενικών αδειών. Τα τέλη αυτά δημοσιεύονται κατά ενδεδειγμένο και επαρκώς λεπτομερή τρόπο, ώστε να είναι ευχερώς προσιτά.»
13. «Άρθρο 11
[…]
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα τέλη που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις ως μέρος των διαδικασιών χορήγησης αδειών αποσκοπούν αποκλειστικά στην κάλυψη των διοικητικών δαπανών που συνεπάγεται η έκδοση, διαχείριση, έλεγχος και εκτέλεση της εκάστοτε ειδικής αδείας. Τα τέλη των ειδικών αδειών είναι ανάλογα προς τις σχετικές εργασίες και δημοσιεύονται κατά ενδεδειγμένο και επαρκώς λεπτομερή τρόπο ώστε οι εν λόγω πληροφορίες να είναι ευχερώς προσιτές.
2. Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 1, όταν χρησιμοποιούνται πόροι εν ανεπαρκεία, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στις εθνικές κανονιστικές αρχές τους να επιβάλλουν πρόσθετα τέλη που αντανακλούν την ανάγκη βελτίστης χρήσης των πόρων αυτών. Τα τέλη δεν εισάγουν διακρίσεις ενώ δι’ αυτών λαμβάνεται ιδίως υπόψιν η ανάγκη παροχής κινήτρων ανάπτυξης καινοτόμων υπηρεσιών και του ανταγωνισμού.»
II – Η ιταλική νομοθεσία
Α – Η κατάσταση πριν από την ελευθέρωση των αγορών
14. Ο Codice postale e delle telecomunicazioni (κώδικας ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών, στο εξής: τηλεπικοινωνιακός κώδικας) του 1973 (17) προέβλεπε ότι οι τηλεπικοινωνίες ανήκουν στον δημόσιο τομέα, αλλ’ ότι η διαχείριση αυτών των υπηρεσιών μπορεί να γίνεται κατά τρόπο έμμεσο, μέσω αδειών παραχωρήσεως (άρθρα 1, 4 και 183).
15. Η ρύθμιση αυτή προέβλεπε, πέραν των εκμεταλλεύσεων κοινής χρήσεως, τις εκμεταλλεύσεις που προορίζονται για αποκλειστική χρήση του δικαιούχου και για τις οποίες προβλεπόταν, επίσης, σύστημα παραχωρήσεων (άρθρα 183 και 213), ειδικότερα δε το άρθρο 214 περιελάμβανε στην κατηγορία αυτή τις εκμεταλλεύσεις που αποσκοπούσαν στην επικουρία των εταιριών παροχής δημοσίων υπηρεσιών.
Β – Η νομοθεσία μετά την ελευθέρωση του τομέα
16. Μετά την έναρξη, εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της διαδικασίας ελευθερώσεως στην οποία αναφέρθηκα ανωτέρω, το διάταγμα 545, της 23ης Οκτωβρίου 1996 (18), προσάρμοσε την ιταλική νομοθεσία στο κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, στις διατάξεις της οδηγίας 96/19, κατόπιν δε σειράς τροποποιήσεων έλαβε τελικώς τη μορφή του νόμου 650, της 23ης Δεκεμβρίου 1996 (19).
17. Η νέα ρύθμιση κατήργησε τα αποκλειστικά και ειδικά δικαιώματα παρέχοντας σε κάθε επιχείρηση το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών και εγκαταστάσεως τηλεπικοινωνιακών δικτύων υπό την προϋπόθεση όμως διοικητικής άδειας. Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου 249, της 31ης Ιουλίου 1997 (20), με το οποίο ιδρύθηκε εποπτική αρχή στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και τέθηκαν οι κανόνες οι σχετικοί με τα ραδιοτηλεοπτικά συστήματα και τις τηλεπικοινωνίες, επιβεβαίωσε τις ως άνω ρυθμίσεις.
18. Το υπ’ αριθ. 318 διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 19ης Σεπτεμβρίου 1997 (21), προώθησε περαιτέρω την προσαρμογή της ιταλικής νομοθεσίας στις απαιτήσεις της κοινοτικής εννόμου τάξεως, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1999.
1. Οι άδειες και οι δημοσιονομικές τους συνέπειες
19. Οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση γενικών και ειδικών αδειών τίθενται με το άρθρο 6 του προαναφερθέντος διατάγματος του 1997, οι παράγραφοι 5, 20 και 21 του οποίου θέτουν τους κανόνες τους σχετικούς με την εκ μέρους του Δημοσίου είσπραξη των τελών και επιβαρύνσεων:
«5. Η εισφορά που οφείλουν να καταβάλουν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως γενικής άδειας καλύπτει αποκλειστικώς τις διοικητικές δαπάνες που συνδέονται με τη μελέτη των φακέλων, τον έλεγχο διαχειρίσεως της παρεχομένης υπηρεσίας καθώς και τον έλεγχο τηρήσεως των προϋποθέσεων που προβλέπουν οι ίδιες οι άδειες […]
[…]
20. Υπό την επιφύλαξη των οικονομικής φύσεως εισφορών για την παροχή καθολικής υπηρεσίας, δυνάμει του άρθρου 3, η εισφορά που οφείλουν να καταβάλουν οι επιχειρήσεις στο πλαίσιο των διαδικασιών χορηγήσεως ατομικών αδειών προορίζεται αποκλειστικώς για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών που συνδέονται με τη μελέτη των φακέλων, τον έλεγχο διαχειρίσεως της παρεχόμενης υπηρεσίας και τον έλεγχο τηρήσεως των προϋποθέσεων που προβλέπουν οι ίδιες οι άδειες […]
[…]
21. Αν πρόκειται για χρησιμοποίηση πόρων εν ανεπαρκεία, η εποπτεύουσα αρχή έχει τη δυνατότητα να επιβάλει εισφορές που αποσκοπούν, επίσης, στη διασφάλιση της αποτελεσματικότερης κατά το δυνατόν χρησιμοποιήσεως των εν λόγω πόρων, λαμβάνοντας υπόψη της εμπορικής φύσεως πτυχές. Οι εισφορές αυτές δεν πρέπει να εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις και πρέπει, ειδικότερα, να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη ενισχύσεως της προσφοράς καινοτόμων υπηρεσιών, καθώς και την ανάγκη ενισχύσεως του ανταγωνισμού […]»
20. Και στις τρεις περιπτώσεις, το ύψος της εισφοράς καθορίζεται με ειδική απόφαση της αρχής που συνεστήθη με τον νόμο 249 του 1977, η οποία δημοσιεύεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τις διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του διατάγματος 318 του 1997 (22).
2. Η εφαρμογή επί ιδιωτικών παραχωρήσεων
21. Το άρθρο 21 του τελευταίου αυτού διατάγματος επεξέτεινε το νέο σύστημα στα δίκτυα ιδιωτικής χρήσεως. Εντούτοις, το άρθρο 20 του νόμου 448 του 1998 το κατήργησε (παράγραφος 4), και προέβλεψε την έκδοση κανονιστικής αποφάσεως εφαρμοστέας στον τομέα αυτόν, καθώς και τη θέσπιση άλλων ρυθμίσεων για τα σχετικά τέλη, τα οποία πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 6, παράγραφοι 20 και 21, του διατάγματος 318 του 1997 και των οποίων το ύψος δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υπολείπεται εκείνου που ορίζεται για το έτος 1998, προσαυξημένο κατά ποσοστό ίσο προς το υπολογιζόμενο ποσοστό πληθωρισμού (παράγραφοι 5 έως 6). Μέχρι θεσπίσεως των νέων αυτών ρυθμίσεων εξακολουθεί να εφαρμόζεται ο ταχυδρομικός κώδικας (παράγραφος 7).
22. Το άρθρο 4, παράγραφος 6, του νόμου 249 του 1997 προέβλεπε ότι οι εταιρίες παροχής δημοσίων υπηρεσιών οι οποίες εγκατέστησαν, προς κάλυψη ιδίων αναγκών, τα ιδιωτικά αυτά δίκτυα είχαν την υποχρέωση να ιδρύσουν αυτοτελή εταιρία για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στον τομέα αυτόν και ότι όφειλαν να καταβάλουν σχετικώς υποχρεωτικά τέλη, σύμφωνα με το άρθρο 20 του νόμου 448 του 1998.
III – Τα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
23. Στην Ente Nazionale Idrocarburi (στο εξής: ENI), εταιρία παρέχουσα δημόσιες υπηρεσίες στον τομέα της παραγωγής και της διανομής ενέργειας παραγόμενης από υγρά καύσιμα και φυσικό αέριο, είχαν από καιρού παραχωρηθεί για ιδιωτική χρήση, κατά την έννοια των άρθρων 213 και 214 του ταχυδρομικού κώδικα, πολλές ραδιοφωνικές συχνότητες που τις χρησιμοποιούσε για την οργάνωση της ασφαλείας και της διαχειρίσεως των εγκαταστάσεών της και του εργαζόμενου σ’ αυτές προσωπικού, προς τούτο δε είχε εγκαταστήσει πυκνό δίκτυο κινητών μονάδων, αναμεταδοτών και σταθερών σταθμών.
24. Η ετήσια εισφορά για την παραχώρηση αυτή ανερχόταν σε 26 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες (ITL).
25. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 6, του νόμου 249 του 1997, η ENI συνέστησε, τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, μέσω μιας θυγατρικής της, την Nuova Società di Telecomunicazioni Spa (στο εξής: NST), στην οποία ανέθεσε τη διαχείριση του δικτύου επικοινωνιών του συνδεόμενου με τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες.
26. Με πράξη της 12ης Ιουνίου 1998, εκδοθείσα δυνάμει του διατάγματος του Προέδρου της Δημοκρατίας αριθ. 318 του 1997, ο Υπουργός Επικοινωνιών χορήγησε στην εταιρία NST ειδική άδεια για την παροχή υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών ανοιχτών στο κοινό, σε εθνικό επίπεδο, η οποία κάλυπτε το δίκτυο των σταθερών αναμεταδοτών που είχε παραχωρηθεί στην ENI, πλην των κινητών μονάδων. Όσον αφορά τις τελευταίες αυτές συνδέσεις, η SΝT κατέβαλε εισφορά αντιστοιχούσα σε παραχώρηση για ιδιωτική χρήση (2 107 190 398 ITL), ενώ για τη χρήση του σταθερού δικτύου κατέβαλε το τέλος ειδικής άδειας υπολογιζόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Φεβρουαρίου 1998 (1 328 838 000 ITL).
27. Η εταιρία Albacom, της οποίας η ENI κατείχε το 35 % του εταιρικού κεφαλαίου, εξαγόρασε την NST στις 30 Ιουνίου 1998.
28. Στις 26 Φεβρουαρίου 1999, ο ως άνω υπουργός ζήτησε από τις NST και ENI, πέραν των οφειλομένων για την ειδική άδεια ποσών, την καταβλητέα για το έτος εκείνο εισφορά, λόγω της ως άνω παραχωρήσεως για ιδιωτική χρήση, περιλαμβανομένων των σταθερών συνδέσεων, δηλαδή των συχνοτήτων του δικτύου που προοριζόταν γενικώς για τους καταναλωτές. Κατά τις αρμόδιες ιταλικές διοικητικές αρχές, η δραστηριότητα της NST υποστηρίζει τη δραστηριότητα της ENI και, κατά συνέπεια, οι συνδέσεις της, που εμπίπτουν στον δημόσιο τομέα, χρησιμοποιούνται για ιδιωτικούς και περιορισμένους σκοπούς, καθόσον στη σφαίρα των δραστηριοτήτων της συνυπάρχουν μια δημόσια υπηρεσία και μια ιδιωτικής χρήσεως υπηρεσία (23).
29. Η NST αμφισβήτησε τη νομιμότητα της πράξεως επιβολής αυτής της εισφοράς ενώπιον του Tribunale Amministrativo Regionale per il Lazio, το οποίο απέρριψε την προσφυγή της με απόφαση της 26ης Αυγούστου 2002.
30. Επιληφθέν της εφέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής, το Consiglio di Stato ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Συμβιβάζεται με τις γενικές αρχές στις οποίες στηρίζεται η οδηγία 97/13/ΕΚ εθνική ρύθμιση η οποία –αφού έχει επιβάλει στις εταιρίες που παρέχουν υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και έχουν δημιουργήσει τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, για την εξυπηρέτηση των δικών τους αναγκών και υπό καθεστώς παραχωρήσεως εξ επαχθούς αιτίας, την υποχρέωση να ιδρύουν αυτοτελείς εταιρίες για την άσκηση οποιασδήποτε δραστηριότητας στον τομέα των τηλεπικοινωνιών– προβλέπει ότι η αυτοτελής εταιρία, έστω και αν της έχει χορηγηθεί άδεια για την παροχή της υπηρεσίας στο κοινό, οφείλει, κατά μία μεταβατική έστω περίοδο, να καταβάλει πρόσθετη εισφορά για τη χρησιμοποίηση του τηλεπικοινωνιακού δικτύου από τη μητρική εταιρία;»
31. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν:
«Συμβιβάζεται με την κοινοτική νομοθεσία και με την ερμηνεία που έδωσε στην κοινοτική αυτή νομοθεσία το πέμπτο τμήμα του Δικαστηρίου με την απόφασή [του] της 18ης Σεπτεμβρίου 2003 [C-292/01 και C-293/01, Albacom και Infostrada (Συλλογή 2003, σ. I-9449)] εθνική ρύθμιση που [για μεταβατική περίοδο] προσδιορίζει το ύψος της δεύτερης και πρόσθετης εισφοράς, το οποίο οφείλεται για τη δραστηριότητα που ασκείται υπέρ της μητρικής εταιρίας, βάσει του ποσού που κατέβαλλε στο παρελθόν η ίδια αυτή μητρική εταιρία ενόσω ίσχυε το προηγούμενο καθεστώς της αποκλειστικής παραχωρήσεως, χαρακτηριστικό του οποίου ήταν η διάκριση μεταξύ παραχωρήσεως των τηλεπικοινωνιακών συστημάτων για δημόσια χρήση και των παραχωρήσεων που αφορούσαν τα συστήματα για ιδιωτική χρήση;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
32. Στο πλαίσιο της παρούσας προδικαστικής διαδικασίας, η εφεσείουσα εταιρία της κύριας δίκης, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και οι εκπρόσωποί τους αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Σεπτεμβρίου 2005.
V – Εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων
Α – Καθορισμός του αντικειμένου της διαφοράς
33. Προκειμένου να παρασχεθεί στο Consiglio di Stato η δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς, επιβάλλεται να αρθούν από το πεδίο της προβληματικής όλα εκείνα τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που εμποδίζουν την ορθή κατανόηση του ζητήματος που έχει τεθεί.
34. Το αιτούν δικαστήριο προσδιορίζει, στη διάταξή του, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ενώπιόν του δίκη, χωρίς να έχουν προβληθεί σχετικώς αντιρρήσεις. Κατά την περιγραφή στην οποία προβαίνει, κατά το μεταβατικό στάδιο μεταβάσεως από την κλειστή αγορά τηλεπικοινωνιών προς μια αγορά ελεύθερου ανταγωνισμού, υπό την αιγίδα του κοινοτικού δικαίου, η ENI, η οποία είχε το μονοπώλιο παραγωγής και προμήθειας υγρών καυσίμων και διαχειριζόταν, για δικό της λογαριασμό, δίκτυο το οποίο της ανήκε, συνέστησε, για να μπορεί να συνεχίσει την εκμετάλλευσή του σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, μια θυγατρική (την NST)· η εταιρία αυτή, η οποία παραλλήλως ανέπτυσσε δραστηριότητα στην ανοιχτή για το κοινό αγορά, εξαγοράστηκε, λίγο αργότερα, από μια τρίτη εταιρία (την Albacom), η οποία παρείχε στην ENI τηλεματικές υπηρεσίες που ενέπιπταν, κατά το παρελθόν, στο αντικείμενο της παραχώρησης για ιδιωτική χρήση.
35. Η έκθεση αυτή του προβλήματος, η οποία συνιστά σύνοψη των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στη διάταξη παραπομπής, εξηγεί τον λόγο για τον οποίο, στο πρώτο ερώτημα, το Consiglio di Stato περιορίζεται να θέσει ερώτημα σχετικό με το αν συμβιβάζεται με την οδηγία 97/13 εθνική ή νομοθετική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στη χωριστή εταιρία, η οποία παραλλήλως κατέχει άδεια παροχής δημόσιας υπηρεσίας τηλεπικοινωνιών, την καταβολή, κατά το μεταβατικό στάδιο, πρόσθετου τέλους λόγω της παραχωρήσεως του δικτύου στη μητρική εταιρία, χωρίς να προσδιορίζει τη φύση αυτής της σχέσεως ούτε να διευκρινίζει τις υφιστάμενες μεταξύ των εταιριών σχέσεις. Επομένως, οι παρατηρήσεις που διατυπώνουν η Ιταλική Κυβέρνηση και η NST στα υπομνήματά τους αναφορικά με τις δύο αυτές πτυχές στερούνται λυσιτέλειας.
36. Κατά την Επιτροπή, το ζήτημα που τίθεται είναι αν η οδηγία έχει επίσης εφαρμογή επί ειδικών αδειών που εκδόθηκαν για ιδιωτική χρήση δικτύων. Η προσέγγιση αυτή του πυρήνα του ζητήματος, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τις ιδιομορφίες της διαφοράς της κύριας δίκης, ταιριάζει καλύτερα με το αντικείμενο της υπό κρίση προδικαστικής παραπομπής. Το αντικείμενο, όμως, αυτό θα μπορούσε να προσδιοριστεί με ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια, διότι ο χαρακτηρισμός ως «ειδικής άδειας» της χορηγηθείσας άδειας (της οποία κάτοχος κατά το παρελθόν ήταν η ΕΝΙ και η οποία της παρείχε τη δυνατότητα να προβαίνει σε μια τέτοιου είδους εκμετάλλευση και η οποία παρείχε, επίσης, στην NST και στην Albacom, διαδοχικώς, τη δυνατότητα συνεχίσεως μιας τέτοιας εκμεταλλεύσεως, υπέρ της ΕΝΙ) προϋποθέτει εξέταση της ιταλικής νομοθεσίας, στην οποία δεν απόκειται στο Δικαστήριο να προβεί.
37. Ειδικότερα, εκείνο που χρειάζεται να διευκρινιστεί στο αιτούν δικαστήριο είναι αν η ιδιωτική χρήση τηλεπικοινωνιακού δικτύου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 97/13, ανεξαρτήτως της βάσεως επί της οποίας στηρίζεται. Απαιτείται σχετικώς να γίνεται αυστηρή χρήση των χρησιμοποιούμενων όρων.
Β – Ορολογικές διευκρινίσεις
38. Από τα υπομνήματα που κατέθεσαν οι μετέχοντες στη διαδικασία προκύπτει κάποια σύγχυση ως προς το χρησιμοποιούμενο λεξιλόγιο. Γίνεται λόγος για δίκτυα και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, για εγκατάστασή τους και για πρόσβαση των μεν στα δε χαρακτηρίζοντάς τα αδιακρίτως ως «δημόσια» ή ως «ιδιωτικά», ως εάν αυτοί οι χαρακτηρισμοί ταίριαζαν απολύτως σε όλα.
39. Επιβάλλεται να προσδιοριστεί το περιεχόμενο αυτών των εννοιών ώστε να διευκολυνθεί η επίλυση των προδικαστικών ερωτημάτων.
40. Τηλεπικοινωνιακό δίκτυο είναι σύστημα μετάδοσης και, ανάλογα με την περίπτωση, εξοπλισμός μεταγωγής και άλλοι πόροι που επιτρέπουν τη μεταφορά σημάτων μεταξύ καθορισμένων τερματικών σημείων, με τη χρήση καλωδίου, ραδιοσημάτων, οπτικού ή άλλου ηλεκτρομαγνητικού μέσου (24).
41. Τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες είναι οι υπηρεσίες των οποίων η παροχή συνίσταται, εν όλω ή εν μέρει, στη μετάδοση και δρομολόγηση σημάτων σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα (25).
42. Το δίκτυο αυτό μπορεί να χαρακτηρισθεί ως δημόσιο ή ιδιωτικό, αναλόγως του τομέα της προσφοράς (26), εκ των οποίων ο πρώτος χαρακτηρισμός αφορά δίκτυα τα οποία παρέχουν υπηρεσίες στους χρήστες χωρίς διάκριση (27). Η οδηγία 97/33 προβαίνει σε ορισμένες διευκρινίσεις, καθόσον στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη, in fine, υπογραμμίζει ότι «η λέξη “δημόσιος” δεν αναφέρεται στην ιδιοκτησία ούτε σε περιορισμένο σύνολο προσφορών που χαρακτηρίζονται ως “δημόσια δίκτυα” ή “δημόσιες υπηρεσίες”, αλλά χαρακτηρίζει οποιοδήποτε δίκτυο ή υπηρεσία που είναι προσιτή στο κοινό για να χρησιμοποιηθεί από τρίτους».
43. Επομένως, δίκτυο το οποίο ανήκει στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να έχει δημόσιο χαρακτήρα όταν προσφέρει τέτοιου είδους υπηρεσίες, στις οποίες έχουν πρόσβαση όλοι οι καταναλωτές.
44. Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα αν η οδηγία 97/13 αφορά μόνο αυτό το είδος δικτύων ή αν εφαρμόζεται, επίσης, επί δικτύων ιδιωτικής χρήσεως προϋποθέτει την εξέταση του σκοπού που επιδιώκει ο κοινοτικός νομοθέτης θεσπίζοντας ρυθμίσεις στον τομέα αυτόν.
Γ – Τελολογική ερμηνεία των οδηγιών περί τηλεπικοινωνιών
45. Ο σκοπός για τον οποίον εκδόθηκαν οι οδηγίες 90/387 και 90/388 ήταν η δημιουργία μιας κοινής αγοράς τηλεπικοινωνιών που να διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των σχετικών υπηρεσιών, χωρίς να επιβάλλει περιορισμούς περισσότερους από εκείνους που απαιτούνται για τη διασφάλιση του γενικού συμφέροντος. Ο σκοπός ήταν η δημιουργία μιας ανταγωνιστικής αγοράς τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους πελάτες (28).
46. Εντούτοις, καθόσον στην αρχή αυτής της προσπάθειας η κατάσταση που επικρατούσε παρουσίαζε μεγάλες διαφορές, λόγω της υπάρξεως πληθώρας αποκλειστικών και ειδικών δικαιωμάτων υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων (29), κρίθηκε σκόπιμο να εφαρμοστεί μια διαδικασία σταδιακής ελευθερώσεως, η οποία, μετά από σειρά μεταβατικών περιόδων, ολοκληρώθηκε την 1η Ιανουαρίου 1998, όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών και υποδομών (30).
47. Αυτό το πέλαγος των διαφορετικών ρυθμίσεων επιχειρεί να συγκεράσει η οδηγία 97/13, η οποία, κατά την προαναφερθείσα απόφαση Albacom και Infostrada, αποσκοπεί στη διευκόλυνση της εισόδου νέων επιχειρήσεων στην αγορά, μέσω του περιορισμού της εξουσίας των κρατών μελών να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις οικονομικές επιβαρύνσεις για τη χορήγηση των αντιστοίχων αδειών (σημεία 35 και 36).
48. Ειδικότερα, όταν τα κράτη χορηγούν γενική άδεια ή ειδική άδεια δεν έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις εισφορές άλλες πέραν εκείνων που προβλέπει η οδηγία (σημεία 28, 47 και 50 των προτάσεων επί των προαναφερθεισών υποθέσεων Albacom και Infostrada).
49. Αυτό ακριβώς υπογραμμίστηκε με την απόφαση Albacom και Infostrada, στην οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η οδηγία 97/13 αποκλείει οποιαδήποτε εθνική νομοθετική διάταξη η οποία επιβάλλει στους κατόχους αδειών, απλώς και μόνο επειδή κατέχουν τέτοιες άδειες, χρηματικές επιβαρύνσεις, διαφορετικές από εκείνες που προβλέπουν τα άρθρα 6 και 11 της οδηγίας (31) και προσθέτως προς τις επιβαρύνσεις αυτές.
50. Όταν η γενική άδεια αφορά την ιδιωτική χρήση ενός δικτύου τηλεπικοινωνιών, εν όλω ή εν μέρει, στο οποίο, εξ ορισμού, δεν υφίστανται ανταγωνιστές ούτε επικρατεί ελεύθερος ανταγωνισμός και στο οποίο ο κάτοχος ενεργεί κατά τρόπο αποκλειστικό, καθόσον οι υπηρεσίες του, υπό καθεστώς «αυτο-παροχής» ή «ετερότροφης παροχής», περιλαμβάνουν έναν μόνον παρέχοντα την υπηρεσία και έναν μόνο χρήστη, οι λόγοι περιορισμού της φορολογικής εξουσίας του κράτους δεν συντρέχουν πλέον. Κατά συνέπεια, η οδηγία 97/13 δεν ρυθμίζει αυτήν την περίπτωση, η οποία βαίνει πέραν των σκοπών που η οδηγία επιδιώκει· η εφαρμογή της θα έθιγε την αρχή της επικουρικότητας που η ίδια η Κοινότητα εφαρμόζει στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, όπως προκύπτει από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της ίδιας της οδηγίας.
51. Ας μου επιτραπεί να υπομνήσω τα όσα τόνισα στο σημείο 51 των προτάσεών μου επί της υποθέσεως Albacom και Infostrada: ο εναρμονιστικός σκοπός που διώκεται με την οδηγία 97/13 στηρίζεται στο άρθρο 2 ΕΚ, καθόσον οι υφιστάμενες μεταξύ των φορολογικών νομοθεσιών διαφορές παρεμποδίζουν την επίτευξη των επιδιωκομένων με τη διάταξη αυτή σκοπών. Η φορολογική εναρμόνιση δεν αποτελεί έναν από τους σκοπούς της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αλλά ένα από τα μέσα οικοδόμησής της. Η διαφορετική φορολογική μεταχείριση της αυτής φορολογητέας πράξεως είναι δυνατόν να προκαλέσει σημαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να επηρεάσει την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των κεφαλαίων και των εμπορευμάτων, καθώς και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
52. Συμπερασματικώς καταλήγω ότι η οδηγία 97/13 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να απαιτούν την καταβολή τέλους εκ μέρους εταιρίας κατόχου αδείας δικτύου, εντός του οποίου, κατ’ εξαίρεση, δεν συντρέχουν προϋποθέσεις ελεύθερης και ανοιχτής αγοράς, ώστε το δίκτυο αυτό να χρησιμοποιείται από έναν μόνο χρήστη. Στο Consiglio di Stato εναπόκειται να εξετάσει αν αυτό συμβαίνει στη διαφορά της κύριας δίκης. Λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων επί των οποίων στηρίζεται η λύση αυτή, δεν εναπόκειται στο κοινοτικό δίκαιο να επηρεάσει τις παραμέτρους βάσει των οποίων, κατά την εθνική νομοθεσία, πραγματοποιείται ο υπολογισμός της εισφοράς.
53. Η αντίθετη λύση που προτείνουν η Επιτροπή και η εφεσείουσα εταιρία της κύριας δίκης θα κατέληγε στο παράδοξο συμπέρασμα ότι διατάξεις οι οποίες θεσπίστηκαν προς προστασία των νέων επιχειρήσεων που επιδιώκουν να εισέλθουν στον τομέα αυτόν αποβαίνουν προς όφελος εκείνης της επιχειρήσεως η οποία κατέχει ειδική ή ακόμα αποκλειστική θέση σε ένα μέρος του εν λόγω δικτύου, στο οποίο δεν έχουν πρόσβαση ανταγωνιστές και το οποίο περιορίζει τη διάθεση σε όλους δυνητικώς εν ανεπαρκεία πόρων, όπως είναι οι ραδιοσυχνότητες και οι αριθμοί κλήσεως.
54. Ένα τέτοιο παρά φύσιν συμπέρασμα θα ερχόταν σε αντίθεση με τους σκοπούς των εναρμονιστικών ρυθμίσεων και θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου όλους τους διαλεκτικούς ισχυρισμούς που προέβαλαν οι ως άνω μετέχοντες στη διαδικασία προκειμένου να δικαιολογήσουν την πρότασή τους για μια ερμηνεία της οδηγίας η οποία, επιπλέον, αποδεικνύεται εσφαλμένη.
Δ – Ερμηνεία συστηματικής ή γραμματικής φύσεως δεν κρίνεται ενδεδειγμένη
55. Από τη διατύπωση που χρησιμοποιεί ο κοινοτικός νομοθέτης δεν δύνανται να συναχθούν βέβαιοι κανόνες δεδομένου ότι, όπως υπογράμμισα στην υποσημείωση 26 των προτάσεών μου, δεν είναι ιδιαιτέρως σαφής.
56. Επίσης, η εξέταση του περιεχομένου ορισμένων διατάξεων αυτών των οδηγιών, οι οποίες, ακριβώς, κατέστησαν δυνατή την επίτευξη της ελευθερώσεως της αγοράς από 1ης Ιανουαρίου 1998, δεν πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι του ρητώς διατυπωμένου σκοπού που είναι η ελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών (32).
57. Τέλος, δεν είναι ενδεδειγμένο να ληφθεί ως βάση ένα νομοθετικό πλαίσιο το οποίο θεσπίστηκε με σκοπό να λειτουργήσει σε περιβάλλον ελεύθερου ανταγωνισμού, ως κριτήριο για την ερμηνεία κανόνων οι οποίοι θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας σταδιακής ελευθερώσεως των αγορών, στο οποίο εντάσσεται η ιταλική νομοθετική ρύθμιση που καλείται να ερμηνεύσει το Consiglio di Stato στην κύρια δίκη (33). Στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/21 τονίζεται ότι «το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο για τις τηλεπικοινωνίες επέτυχε να δημιουργήσει συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών κατά τη μετάβαση από μονοπωλιακό περιβάλλον σε περιβάλλον πλήρους ανταγωνισμού». Οι ιδιομορφίες που εδικαιολογούντο κατά το παρελθόν επειδή εξακολουθούσαν τότε να υφίστανται αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα δεν έχουν πλέον νόημα σε ένα πλαίσιο εντός του οποίου δεν υφίστανται εξαιρούμενοι τομείς διότι, πέραν του ότι προορίζονται για το κοινό γενικώς (34), διασφαλίζεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός και η υλοποίηση της βασικής αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας.
VI – Πρόταση
58. Έχοντας υπόψη τις ανωτέρω σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο Consiglio di Stato:
«Η οδηγία 97/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να απαιτούν, κατά τη μεταβατική περίοδο, από επιχείρηση που είναι κάτοχος αδείας την καταβολή τέλους διαφορετικού εκείνων που προβλέπει η οδηγία, με το αιτιολογικό ότι η εταιρία εκμεταλλεύεται δίκτυο για ιδιωτική χρήση, στο πλαίσιο του οποίου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ελεύθερης και ανοιχτής αγοράς, δεν έχει δε σημασία, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, ο τρόπος που ο εθνικός νομοθέτης υπολογίζει το ύψος της εισφοράς αυτής.»
1 – Γλώσσα πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – ΕΕ L 117, σ. 15.
3 – Στην «Πράσινη βίβλο σχετικά με την ανάπτυξη της κοινής αγοράς των υπηρεσιών και του εξοπλισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών» [Βρυξέλλες, 16 Δεκεμβρίου 1987, COM (87) 290 τελικό], η Επιτροπή θέτει ως στόχο μια ενιαία μελλοντική αγορά, καλώντας όλους τους εμπλεκόμενους σε σχετικό διάλογο και προτείνοντας τη σταδιακή ελευθέρωση του τομέα αυτού, με παράλληλη διασφάλιση του δικαιώματος των πολιτών για ένα σύγχρονο σύστημα τηλεπικοινωνιών (σ. 6, 16 επ.).
4 – ΕΕ L 192, σ. 10.
5 – Η πρώτη τροποποίηση έγινε με την οδηγία 94/46/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 1994, η οποία αφορά, ειδικότερα, τις μέσω δορυφόρου επικοινωνίες (ΕΕ L 268, σ. 15). Η οδηγία 95/51/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Οκτωβρίου 1995 (ΕΕ L 256, σ. 49), κατήργησε τους περιορισμούς στη χρήση των καλωδιακών τηλεοπτικών δικτύων για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που έχουν ήδη ελευθερωθεί. Το ίδιο έτος εκδόθηκε η οδηγία 95/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1995 (ΕΕ L 321, σ. 6), η οποία έθεσε τις προϋποθέσεις για την ελευθέρωση της σταθερής φωνητικής τηλεφωνίας. Η οδηγία 90/388/ΕΟΚ τροποποιήθηκε, εκ νέου, με την οδηγία 96/2/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 1996 (ΕΕ L 20, σ. 59), προκειμένου να περιλάβει την προσωπική κινητή τηλεφωνία. Η οδηγία 96/19/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1996 (ΕΕ L 74, σ. 13), εισήγαγε εξαιρέσεις από τις ρυθμίσεις της οδηγίας του 1990, προς επίτευξη του πλήρους ανταγωνισμού στον τομέα αυτόν. Η τελευταία τροποποίηση έγινε με την οδηγία 1999/64/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1999 (ΕΕ L 175, σ. 38), προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και τα τηλεοπτικά καλωδιακά δίκτυα που ανήκουν στην ίδια επιχείρηση αποτελούν ανεξάρτητες νομικές οντότητες.
6 – Οδηγία σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ L 249, σ. 21).
7 – Οδηγία για τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μέσω της εφαρμογής της παροχής ανοικτού δικτύου (ΕΕ L 192, σ. 1).
8 – ΕΕ L 295, σ. 23. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η οδηγία 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλιστεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΕΕ L 199, σ. 32). Στην ίδια επίσης κατηγορία εντάσσονται οι οδηγίες 92/44/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1992 (ΕΕ L 165, σ. 27), και 98/10/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998 (ΕΕ L 101, σ. 24), η οποία εκτείνει την παροχή αυτή στις μισθωμένες γραμμές, όσον αφορά την πρώτη οδηγία, και στη φωνητική τηλεφωνία, όσον αφορά τη δεύτερη.
9 – Οδηγία σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ L 108, σ. 33). Το νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει σήμερα συμπληρώνεται με δύο άλλες οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τις οδηγίες 2002/19/ΕΚ, της 7ης Μαρτίου 2002 (ΕΕ L 108, σ. 7), σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση), και 2002/22/ΕΚ, της αυτής ημερομηνίας (ΕΕ L 108, σ. 51), για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας).
10 – Προτάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 2004 (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-327/03 και C‑328/03, επί των οποίων η απόφαση εκδόθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2005 και δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
11 – «Πράσινη βίβλος για την ελευθέρωση της τηλεπικοινωνιακής υποδομής και των δικτύων καλωδιακής τηλεόρασης», μέρος ΙΙ, Βρυξέλλες, 25 Ιανουαρίου 1995, COM (94) 682 τελικό, σ. 61 επ. Βλ., επίσης, την ανακοίνωση της Επιτροπής «Προς ένα νέο πλαίσιο για την υποδομή των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις σχετιζόμενες υπηρεσίες – Ανασκόπηση των επικοινωνιών για το 1999», Βρυξέλλες, 10 Νοεμβρίου 1999, COM (1999) 539 τελικό, σ. 25.
12 – Προτάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C‑292/01 και C‑203/01, Albacom και Infostrada (απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, Συλλογή 2003, σ. I‑9449), των οποίων τα σημεία 2 έως 7 επαναλαμβάνονται σχεδόν χωρίς αλλαγές στα σημεία 8 έως 13 των προτάσεών μου επί της υπό κρίση υποθέσεως· περιλαμβάνονται, επίσης, στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως ISIS Multimedia και Firma 02.
13 – Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, ως γενική άδεια νοείται «κάθε άδεια, ανεξάρτητα από το αν διέπεται από ρυθμίσεις “αδείας κατά κατηγορίες” ή από γενική νομοθετική ρύθμιση και ανεξάρτητα από το αν οι ρυθμίσεις αυτές απαιτούν εγγραφή σε μητρώο, η οποία δεν επιβάλλει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση την υποχρέωση να προκαλέσει ρητή απόφαση της εθνικής κανονιστικής αρχής προκειμένου να ασκήσει τα εκ της αδείας δικαιώματα».
14 – Ως ειδική άδεια νοείται «κάθε χορηγούμενη από εθνική κανονιστική αρχή άδεια με την οποία παρέχονται ειδικά δικαιώματα σε επιχείρηση ή η οποία εξαρτά την άσκηση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης από ειδικές υποχρεώσεις που συμπληρώνουν τη γενική άδεια, ανάλογα με την περίπτωση, χωρίς η επιχείρηση να δικαιούται να ασκεί τα συναφή δικαιώματα πριν εκδοθεί η απόφαση της εθνικής κανονιστικής αρχής» (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας).
15 – Η οδηγία ορίζει την έννοια αυτή ως «κάθε άδεια διαλαμβάνουσα δικαιώματα και υποχρεώσεις που άπτονται των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, βάσει της οποίας οι επιχειρήσεις επιτρέπεται να παρέχουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες και, ενδεχομένως, να εγκαθιστούν ή/και να εκμεταλλεύονται τηλεπικοινωνιακά δίκτυα παροχής τέτοιων υπηρεσιών» (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, πρώτο εδάφιο).
16 – Οι προϋποθέσεις χορηγήσεως αδείας απαριθμούνται στο παράρτημα της οδηγίας.
17 – Ο οποίος εγκρίθηκε με το διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας αριθ. 156, της 29ης Μαρτίου 1973 [GazzetaUfficialedellaRepubblicaItaliana (στο εξής: GURI) αριθ. 13, της 3ης Μαΐου 1973, τακτικό συμπλήρωμα, σ. 2].
18 – GURI αριθ. 249, της 23ης Οκτωβρίου 1996, σ. 33.
19 – GURI αριθ. 300, της 23ης Δεκεμβρίου 1996, σ. 16.
20 – GURI αριθ. 177, της 31ης Ιουλίου 1997, τακτικό συμπλήρωμα, σ. 5.
21 – GURI αριθ. 221, της 22ας Σεπτεμβρίου 1997, τακτικό συμπλήρωμα, σ. 5.
22 – Δυνάμει της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Φεβρουαρίου 1998 του Υπουργού Οικονομικών, Προϋπολογισμού και Οικονομικού Σχεδιασμού (GURI αριθ. 63, της 17ης Μαρτίου 1998, σ. 27), το οποίο εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 6 του διατάγματος του Προέδρου της Δημοκρατίας αριθ. 318 του 1997, ο κάτοχος ατομικής άδειας υποχρεούται να καταβάλει στο Δημόσιο: α) εισφορά καλύπτουσα τις δαπάνες χορηγήσεως της άδειας, κατά την κατάθεση της αιτήσεως (άρθρο 3)· β) ετήσια τέλη για τους ελέγχους και τις επαληθεύσεις (άρθρο 4)· γ) ένα άλλο ετήσιο τέλος για τη χρήση πόρων εν ανεπαρκεία (άρθρο 5), και δ) ετήσια εισφορά «για τη χορήγηση, εκ μέρους της εποπτικής αρχής, αριθμών κλήσεως» (άρθρο 6). Ο νόμος 448, της 23ης Δεκεμβρίου 1998, περί δημοσιονομικών μέτρων για τη σταθεροποίηση και την ανάπτυξη –Δημοσιονομικός νόμος έτους 1999– (GURI αριθ. 302, της 29ης Δεκεμβρίου 1998, τακτικό συμπλήρωμα, σ. 5), επιβεβαιώνει, με το άρθρο 20, παράγραφος 3, αυτού ότι, από 1ης Ιανουαρίου 1999 το άρθρο 188 του τηλεπικοινωνιακού κώδικα δεν έχει πλέον εφαρμογή επί επιχειρήσεων οι οποίες παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες στην εν λόγω αγορά. Εντούτοις, επιβλήθηκε, με τη δεύτερη παράγραφο της ως άνω διατάξεως, «εισφορά για την εγκατάσταση και παροχή δημοσίων τηλεπικοινωνιακών δικτύων, για την παροχή στο κοινό υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας ή κινητής και προσωπικής επικοινωνίας», το ύψος της οποίας υπολογίζεται βάσει ποσοστού (3 % για το έτος 1999, 2,7 % για το έτος 2000, 2,5 % για το έτος 2001, 2 % για το έτος 2002 και 1,5 % για το έτος 2003) του κύκλου εργασιών του προηγουμένου έτους.
23 – Το Consiglio di Stato τονίζει στη διάταξη παραπομπής ότι, «όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, κατόπιν της διεξαγωγής αποδείξεων που διατάχθηκε από τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τη δομή του δικτύου που διαχειριζόταν η προσφεύγουσα και κάτοχος της άδειας NST (η οποία το μεταβίβασε στη συνέχεια στην Albacom), προέκυψε ότι η αρχική μορφή του δικτύου υπέστη, λόγω των τεχνολογικών και εμπορικών εξελίξεων, διάφορες τροποποιήσεις, και συγκεκριμένα προσθήκες, αφαιρέσεις και μεταβολές των ραδιοφωνικών συνδέσεων, ενώ επιπλέον υπάρχει διασύνδεσή του και ένταξή του στο δίκτυο της Albacom, το οποίο συνίσταται όχι μόνο σε ραδιοφωνικές συνδέσεις, αλλά και σε καλωδιακές συνδέσεις και σε συνδέσεις με οπτικές ίνες. Όσον αφορά, πάντοτε, τα πραγματικά περιστατικά, επισημαίνεται ότι η ENI είχε την υποχρέωση να δηλώσει ότι η χρήση του δικτύου για λογαριασμό τρίτων δεν θα επηρέαζε αρνητικά τις ασκούμενες ήδη δραστηριότητες και ότι όλες οι εγκαταστάσεις που είχαν ήδη δημιουργηθεί για την εξυπηρέτηση των θεσμικών σκοπών, και ειδικότερα για την επιτέλεση των λειτουργιών που αφορούν την ασφάλεια της ζωής των ανθρώπων, είναι συμβατές, τόσο από λειτουργική όσο και από διαρθρωτική άποψη, με τις νέες αιτούμενες χρήσεις».
24 – Ο ορισμός αυτός δίδεται στο άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας 90/387, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/51. Προκειμένου να περιλάβει τις τεχνολογικές εξελίξεις, προσέθεσε μεταξύ των ηλεκτρομαγνητικών μέσων τους δορυφόρους και μεταξύ των επίγειων συστημάτων τα κινητά δίκτυα (άρθρο 2, στοιχείο α΄).
25 – Άρθρο 2, σημείο 3, της οδηγίας 90/387, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/51· άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 97/33· άρθρο 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2002/21· και άρθρο 1, σημείο 3, της οδηγίας 2002/77.
26 – Ο ασαφής προσδιορισμός των εννοιών οφείλεται στις ίδιες τις οδηγίες 90/387 και 90/388 οι οποίες, αρχικώς, είχαν ορίσει ως «δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο», τη «δημόσια υποδομή τηλεπικοινωνιών η οποία επιτρέπει τη μεταβίβαση σημάτων [...]» (άρθρα 2, σημείο 3, και 1, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, αντιστοίχως), χρησιμοποιώντας κριτήριο σχετικό με την κυριότητα. Εντούτοις, μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν με τις οδηγίες 97/51 και 96/19, τα δίκτυα αυτά (άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, αντιστοίχως) ορίζονται ως «τηλεπικοινωνιακά δίκτυα τα οποία χρησιμοποιούνται, εν όλω ή εν μέρει, για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιώνπροσιτών στο κοινό». Τον ίδιο ορισμό δίνουν οι οδηγίες 97/33 (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄), 2002/21 (άρθρο 2, στοιχείο β΄), και 2002/77 (άρθρο 1, στοιχείο 2).
27 – Ένα δίκτυο είναι δημόσιο αν παρέχει υπηρεσίες που διατίθενται στο κοινό (άρθρο 1, παράγραφος 1, τρίτη και τέταρτη περίπτωση, της οδηγίας 90/388, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/19). Κατά την οδηγία 2002/77 ως «διαθέσιμες στο κοινό υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών» νοούνται οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που «παρέχονται στο κοινό» (άρθρο 1, σημείο 4). Ο όρος «χρήστης» χρησιμοποιείται στα άρθρα 2, σημείο 1, της οδηγίας 90/387 (όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/51)· 2, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 97/33· και 2, στοιχείο η΄, της οδηγίας 2002/01, κατά την οποία είναι κάθε φυσικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που χρησιμοποιεί ή ζητά διαθέσιμη στο κοινό υπηρεσία ηλεκτρονικών επικοινωνιών.
28 – Αυτό ακριβώς προκύπτει από την πρώτη, τέταρτη και έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/387, καθώς και από την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/388.
29 – Στη δεύτερη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/388 περιγράφεται η κατάσταση που επικρατούσε τότε.
30 – Πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/33.
31 – Η απόφαση αφορά μόνο τις ειδικές άδειες και το άρθρο 11 της οδηγίας 97/13, το σκεπτικό του όμως ισχύει και για τις γενικές άδειες και το άρθρο 6.
32 – Το γεγονός ότι η οδηγία 90/387, στην οποία παραπέμπει η οδηγία 97/13, προβαίνει, στο άρθρο 2, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/51, σε διάκριση μεταξύ των δικτύων τηλεπικοινωνιών, γενικώς, και των δημοσίων δικτύων, ειδικότερα, ενώ αρχικώς εμνημονεύοντο μόνον τα πρώτα, δεν επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος που προτείνει η Επιτροπή ότι μετά την τροποποίηση αυτή η οδηγία εφαρμόζεται επί όλων των δικτύων τηλεπικοινωνιών χωρίς διάκριση. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/387, όπου τονίζεται ότι η οδηγία αυτή αφορά «την εναρμόνιση των προϋποθέσεων ανοικτής και αποτελεσματικής προσπέλασης και χρήσης δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων», δεν τροποποιήθηκε. Ομοίως, στερείται σημασίας το γεγονός ότι η δεύτερη αιτιολογική σκέψη, in fine, της οδηγίας 97/13 παραπέμπει στις κοινές αρχές που «καλύπτουν όλες τις άδειες που απαιτούνται για την παροχή οποιωνδήποτε τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και για την εγκατάσταση ή/και την εκμετάλλευση οποιασδήποτε υποδομής για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών». Ο σκοπός αυτός πρέπει να ληφθεί υπόψη σε συνδυασμό με τους σκοπούς της οδηγίας εφόσον πρόκειται για ανταγωνιστική αγορά και όχι για κλειστή ιδιωτικής χρήσεως αγορά που χρησιμοποιείται, ιδίως, από μία μόνο επιχείρηση.
33 – Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει στα δύο ερωτήματα που υπέβαλε τον προσωρινό χαρακτήρα της εισφοράς.
34 – Η οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002 (ΕΕ L 108, σ. 21), καλύπτει τις άδειες για όλα τα δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, «ανεξαρτήτως του αν παρέχονται ή όχι στο κοινό» (τέταρτη αιτιολογική σκέψη).
Full & Egal Universal Law Academy