ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 23ης Φεβρουαρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-353/04
Nowaco Germany
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
[αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Επιστροφές λόγω εξαγωγής – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Ποιότητα ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη – Κρέας πουλερικών – Εφαρμογή των προδιαγραφών για την εμπορία του κρέατος των πουλερικών εντός της Κοινότητας – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 – Περιθώρια ανοχής όσον αφορά τον αριθμό των ελαττωματικών προϊόντων – Κανόνες σχετικοί με το μέγεθος των δειγμάτων που λαμβάνονται για τον έλεγχο της τηρήσεως αυτών των περιθωρίων ανοχής – Παράβαση – Συνέπειες»
1. Η παρούσα προδικαστική διαδικασία κινήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με τις επιστροφές λόγω εξαγωγής που οφείλονταν για την αποστολή δύο παρτίδων κατεψυγμένων κοτόπουλων. Επί των επιμάχων εξαγωγών πραγματοποιήθηκε δειγματοληψία και εφεδρική δειγματοληψία από τις τελωνειακές αρχές του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, από την εξέταση δε διαπιστώθηκε ότι σε αμφότερα τα δείγματα υπήρχαν οστά σπασμένα και χωρίς ιστό.
2. Το Bundesfinanzhof (Γερμανία) ερωτά το Δικαστήριο ως προς το αν οι κανόνες που διέπουν την εμπορία αυτού του είδους προϊόντος εντός της Κοινότητας μπορούν να εφαρμοστούν προκειμένου να κριθεί αν τα επίδικα κοτόπουλα είχαν ποιότητα ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη και παρέχουσα, ως εκ τούτου, δικαίωμα σε επιστροφές λόγω εξαγωγής.
3. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο αυτό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί επίσης να πληροφορηθεί ποιες συνέπειες επιβάλλεται να αντληθούν από το γεγονός ότι και τα δύο ληφθέντα δείγματα ή το ένα μόνον από αυτά κατέδειξαν την ύπαρξη ελαττωματικών προϊόντων, ενώ ο αριθμός των δειγμάτων αυτών δεν επιτρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσον υπάρχει υπέρβαση των περιθωρίων ανοχής που ισχύουν για την εμπορία αυτού του προϊόντος εντός της Κοινότητας.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Οι διατάξεις περί χορηγήσεως επιστροφών λόγω εξαγωγής
4. Οι επιστροφές λόγω εξαγωγής έχουν ως σκοπό να καλύψουν τη διαφορά μεταξύ των τιμών του συγκεκριμένου προϊόντος στην παγκόσμια αγορά και των υψηλότερων τιμών του προϊόντος αυτού εντός της Κοινότητας. Χρηματοδοτούνται από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, ειδικότερα δε από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ).
5. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, το καθεστώς των επιστροφών λόγω εξαγωγής διεπόταν από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής (2). Το κεφάλαιο 1 του κανονισμού αυτού, που τιτλοφορείται «[δ]ικαίωμα επιστροφής», του τίτλου II που αφορά τις «[ε]ξαγωγές προς τρίτες χώρες», περιέχει τις διατάξεις επί των οποίων θεμελιώνεται το δικαίωμα επιστροφής. Το άρθρο 13 του κανονισμού αυτού, που περιέχεται στο εν λόγω κεφάλαιο 1, ορίζει τα ακόλουθα:
«Καμία επιστροφή δεν χορηγείται όταν τα προϊόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη και, αν τα προϊόντα αυτά προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή, όταν η χρησιμοποίησή τους γι’ αυτόν τον σκοπό αποκλείεται ή μειώνεται αισθητά λόγω των χαρακτηριστικών ή της καταστάσεώς τους.»
6. Σε χρόνο μεταγενέστερο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, ο κανονισμός 3665/87 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής (3). Το άρθρο 21, παράγραφος 1, του τελευταίου αυτού κανονισμού έχει ως εξής:
«Καμία επιστροφή δεν χορηγείται όταν τα προϊόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη κατά την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής.
Τα προϊόντα πληρούν την απαίτηση του πρώτου εδαφίου, εφόσον μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο στην Κοινότητα υπό κανονικές συνθήκες και με την ονομασία που εμφαίνεται στην αίτηση χορήγησης της επιστροφής και εφόσον τα προϊόντα αυτά προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση και η χρησιμοποίησή τους για τον σκοπό αυτό δεν αποκλείεται ή μειώνεται αισθητά λόγω των χαρακτηριστικών τους ή της κατάστασής τους.
Η συμφωνία των προϊόντων με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο πρέπει να εξετάζεται με βάση τις ισχύουσες προδιαγραφές ή συνήθεις μεθόδους στα πλαίσια της Κοινότητας.
[…]»
7. Με την απόφαση της 26ης Μαΐου 2005, SEPA (4), το Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω άρθρο 21, στο μέτρο που προβλέπει ότι τα προϊόντα πρέπει να είναι υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας «εφόσον μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο στην Κοινότητα υπό κανονικές συνθήκες», δεν συνιστά τροποποίηση της νομικής καταστάσεως που δημιουργήθηκε με το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87, αλλά επιβεβαίωση της καταστάσεως αυτής (5).
Β – Οι κανόνες που ισχύουν για την εμπορία του κρέατος πουλερικών εντός της Κοινότητας
8. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1906/90 του Συμβουλίου (6) καθορίζει τους γενικούς κανόνες της εμπορίας του κρέατος πουλερικών εντός της Κοινότητας. Ως «κρέας πουλερικών», κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, νοείται το κρέας πουλερικών που είναι κατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση (7).
9. Ο κανονισμός αυτός προβλέπει ότι το κρέας αυτό κατατάσσεται, ανάλογα με τη διάπλαση και την όψη των σφαγίων ή των τεμαχίων τους, είτε ως κατηγορίας «Α» είτε ως κατηγορίας «Β».
10. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, του εν λόγω κανονισμού ορίζει επίσης ότι οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται στο κρέας πουλερικών που προορίζεται για εξαγωγή από την Κοινότητα.
11. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 1906/90 καθορίζονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1538/91 της Επιτροπής (8).
12. Κατά το άρθρο 6 αυτού του κανονισμού, για να καταταγούν στην κατηγορία Α ή Β, τα σφάγια πουλερικών και τα τεμάχια πουλερικών πρέπει να ανταποκρίνονται σε διάφορες ελάχιστες απαιτήσεις. Συγκεκριμένα, πρέπει να είναι ανέπαφα, λαμβανομένης υπόψη της παρουσιάσεως, να είναι καθαρά, χωρίς κανένα ορατό ξένο σώμα, ακαθαρσία ή αίμα, να μην έχουν οποιαδήποτε ξένη οσμή, να μην έχουν ορατές κηλίδες αίματος εκτός από όσες είναι μικρού μεγέθους και διακριτικές, καθώς και να μην έχουν σοβαρούς μώλωπες. Πρέπει επίσης να μην έχουν εξέχοντα σπασμένα κόκαλα (9).
13. ΩΩΩΩστόσο, όταν το κρέας πουλερικών πωλείται σε παρτίδες, δηλαδή ως ένα σύνολο του ίδιου ζωικού είδους και τύπου προερχόμενο από το ίδιο σφαγείο ή την ίδια μονάδα τεμαχισμού (10), προβλέπονται, όσον αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, ορισμένα περιθώρια ανοχής. Τα περιθώρια αυτά καθορίζονται στο άρθρο 7 του κανονισμού 1538/91, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Οι αποφάσεις που αποτελούν συνέπεια μη συμμόρφωσης με τα άρθρα 1, 2 και 6 είναι δυνατόν να λαμβάνονται μόνον εφόσον αφορούν ολόκληρη την παρτίδα η οποία έχει ελεγχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
[…]
3. Ένα δείγμα που θα αποτελείται από τους ακόλουθους αριθμούς ξεχωριστών προϊόντων όπως ορίζονται στο άρθρο 1, θα επιλέγεται τυχαία από κάθε παρτίδα για να ελεγχθεί στα σφαγεία, στις εγκαταστάσεις κοπής, στις αποθήκες χονδρικής και λιανικής πώλησης ή, στην περίπτωση εισαγωγών από τρίτες χώρες, κατά την στιγμή της τελωνειακής εκκαθάρισης.
[…]»
14. Στον πίνακα της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου αναφέρεται το μέγεθος που πρέπει να έχει το δείγμα αναλόγως του μεγέθους της παρτίδας. Έτσι, για παρτίδα 100 έως 500 μονάδων, το μέγεθος του δείγματος είναι 30 μονάδες. Για παρτίδα 501 έως 3 200 μονάδων το μέγεθος του δείγματος είναι 50 μονάδες, ενώ για παρτίδα άνω των 3 200 μονάδων το μέγεθος του δείγματος είναι 80 μονάδες.
15. Ο πίνακας αυτός προβλέπει επίσης τον ανεκτό αριθμό ελαττωματικών μονάδων αναλόγως του μεγέθους του δείγματος. Για παρτίδα 100 έως 500 μονάδων, επί των 30 μονάδων του δείγματος ο ανεκτός αριθμός ελαττωματικών μονάδων είναι 5 συνολικώς, συμπεριλαμβανομένων 2 μονάδων μη ανταποκρινομένων στις απαιτήσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1538/91. Για παρτίδα 501 έως 3 200 μονάδων, επί των 50 μονάδων του δείγματος, ο ανεκτός αριθμός ελαττωματικών μονάδων είναι 7 συνολικώς, συμπεριλαμβανομένων 3 μονάδων μη ανταποκρινομένων στις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου 6. Για παρτίδα άνω των 3 200 μονάδων, επί των 80 μονάδων του δείγματος, ο ανεκτός αριθμός ελαττωματικών μονάδων είναι 10 συνολικώς, συμπεριλαμβανομένων 4 μονάδων μη ανταποκρινομένων στις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου 6.
16. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 5, του ίδιου κανονισμού, αυτά τα περιθώρια ανοχής διπλασιάζονται όταν πρόκειται για παρτίδα κρέατος της κατηγορίας Β.
17. Το άρθρο 7, παράγραφος 6, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι, όταν η ελεγχθείσα παρτίδα κρίνεται ακατάλληλη, ο ελεγκτικός φορέας πρέπει να απαγορεύει τη διάθεσή της στο εμπόριο ή την εισαγωγή της, αν η παρτίδα αυτή προέρχεται από τρίτη χώρα, μέχρις ότου αποδειχθεί ότι έχει καταστεί κατάλληλη σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 6.
Γ – Οι κανόνες όσον αφορά τον έλεγχο
18. Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου (11), που διέπει το σύνολο των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ, αφενός, των κρατών μελών της Κοινότητας και, αφετέρου, των τρίτων χωρών. Ο τελωνειακός κώδικας έχει συνεπώς εφαρμογή στις εξαγωγές από την Κοινότητα προς τρίτη χώρα.
19. Τα άρθρα 70 και 71 του τελωνειακού κώδικα προβλέπουν πλάσμα δικαίου, δυνάμει του οποίου τα αποτελέσματα του ελέγχου επί ενός μέρους του εμπορεύματος λογίζονται ως ισχύοντα για το σύνολο του εμπορεύματος. Τα άρθρα αυτά έχουν ως εξής:
«Άρθρο 70
1. Όταν η εξέταση πραγματοποιείται σε ένα μέρος των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της αυτής διασάφησης, τα αποτελέσματα της μερικής εξέτασης ισχύουν για όλα τα εμπορεύματα της διασάφησης αυτής.
Ωστόσο, ο διασαφιστής μπορεί να ζητήσει πρόσθετη εξέταση των εμπορευμάτων, εφόσον κρίνει ότι τα αποτελέσματα της μερικής εξέτασης δεν ισχύουν για τα υπόλοιπα εμπορεύματα που διασαφήθηκαν.
2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1, όταν ένα έντυπο διασάφησης περιέχει πολλά είδη, θεωρείται ότι τα στοιχεία για το κάθε είδος αποτελούν ξεχωριστή διασάφηση.
Άρθρο 71
1. Τα αποτελέσματα της επαλήθευσης της διασάφησης αποτελούν αποτελούν τη βάση για την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο έχουν υπαχθεί τα εμπορεύματα.
2. Όταν δεν πραγματοποιείται η επαλήθευση της διασάφησης, η εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρει η παράγραφος 1 βασίζεται στα στοιχεία της διασάφησης.»
20. Το κοινοτικό δίκαιο έχει επίσης ειδικές διατάξεις όσον αφορά τον έλεγχο, κατά την εξαγωγή τους, των γεωργικών προϊόντων για τα οποία προβλέπονται επιστροφές λόγω εξαγωγής. Οι διατάξεις αυτές προβλέπονται, όσον αφορά το γενικό τους πλαίσιο, από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 386/90 του Συμβουλίου (12). Ο κανονισμός αυτός ορίζει ότι τα κράτη μέλη προβαίνουν σε φυσικό έλεγχο των εμπορευμάτων κατά τη συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής και πριν από τη χορήγηση της άδειας εξαγωγής των εμπορευμάτων, που εκδίδεται βάσει των παραστατικών που υποβάλλονται με τη διασάφηση εξαγωγής (13). Ο φυσικός αυτός έλεγχος πρέπει να πραγματοποιείται δειγματοληπτικά και με συχνό και αιφνίδιο τρόπο (14).
21. Οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του φυσικού αυτού ελέγχου των προϊόντων για τα οποία μπορούν να υπάρξουν επιστροφές λόγω εξαγωγής καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2221/95 της Επιτροπής (15).
22. Το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού ορίζει τα ακόλουθα:
«1 Με τον όρο “φυσικός έλεγχος” κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 386/90, νοείται η επιβεβαίωση της αντιστοιχίας μεταξύ διασάφησης εξαγωγής, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων τα οποία προσκομίζονται κατά την υποβολή της, και εμπορεύματος, όσον αφορά την ποσότητα, τη φύση και τα χαρακτηριστικά του.
Στην περίπτωση που παρουσιάζεται η κατάσταση που περιγράφεται στο παράρτημα, πρέπει να εφαρμόζονται οι μέθοδοι που αναφέρονται σ’ αυτό.
Το τελωνείο εξαγωγής φροντίζει ώστε να τηρείται το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87.
[…]»
II – Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης
23. Η Nowaco Germany (στο εξής: Nowaco) διασάφησε προς εξαγωγή δύο αποστολές κατεψυγμένων κοτόπουλων που πραγματοποιήθηκαν τον Δεκέμβριο του 1997 και τον Φεβρουάριο του 1998 και αποτελούνταν από 2 647 και 2 750 χαρτοκιβώτια. Για καθεμία από τις αποστολές αυτές, η αρμόδια γερμανική υπηρεσία ελέγχου προέβη στη λήψη δείγματος και εφεδρικού δείγματος. Από την εξέταση των δύο δειγμάτων που αντιστοιχούσαν στην αποστολή του Δεκεμβρίου 1997 διαπιστώθηκε η ύπαρξη σπασμένων κοκάλων και χωρίς ιστό. Όσον αφορά την αποστολή του Φεβρουαρίου 1998, μόνο στο πρώτο δείγμα διαπιστώθηκαν εξέχοντα σπασμένα κόκαλα της αριστερής φτερούγας, ενώ το δεύτερο δείγμα δεν εμφάνιζε ελαττώματα.
24. Το Hauptzollamt θεώρησε ότι δεν οφείλονταν επιστροφές λόγω εξαγωγής για καμία από τις δύο αποστολές.
25. Το Finanzgericht, στο οποίο προσέφυγε η Nowaco κατά της αποφάσεως αυτής, έκρινε ότι η προσφεύγουσα είχε δικαίωμα στο ήμισυ των επιστροφών λόγω εξαγωγής για την αποστολή του Φεβρουαρίου 1998 και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.
26. Το δικαστήριο αυτό θεώρησε, συνεπώς, ότι τα εμπορεύματα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας, δεδομένου ότι δεν τηρούσαν τους κανόνες του κανονισμού 1538/91, για την εμπορία των πουλερικών εντός της Κοινότητας. Έκρινε, ωστόσο, ότι η Nowaco μπορούσε βασίμως να απαιτήσει το ήμισυ των επιστροφών λόγω εξαγωγής για την αποστολή του Φεβρουαρίου 1998 διότι, σύμφωνα με το πλάσμα δικαίου που θεσπίζει το άρθρο 70 του τελωνειακού κώδικα, η αποστολή αυτή έπρεπε να θεωρηθεί ως συντιθέμενη κατά 50 % από προϊόντα υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας.
27. Τόσο η Nowaco όσο και το Hauptzollamt άσκησαν Revision κατά της αποφάσεως αυτής. Η Nowaco υποστηρίζει ότι δικαιούται το σύνολο των επιστροφών λόγω εξαγωγής τόσο για την αποστολή κατεψυγμένων κοτόπουλων του Δεκεμβρίου 1997 όσο και για την αποστολή του Φεβρουαρίου 1998. Το Hauptzollamt υποστηρίζει ότι επιστροφή δασμών οφείλεται μόνον όσον αφορά την αποστολή του Φεβρουαρίου 1998 και τούτο σε ποσοστό 48,1 %, αναλόγως του βάρους του πρώτου δείγματος, που περιείχε εξέχοντα σπασμένα κόκαλα, σε σχέση προς το βάρος του δευτέρου δείγματος, το οποίο δεν εμφάνιζε ελαττώματα.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
28. Το Bundesfinanzhof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Προκειμένου να διαπιστωθεί αν η ποιότητα ενός εμπορεύματος για το οποίο έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής λόγω εξαγωγής είναι ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη, μπορεί να τύχει εφαρμογής ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1538/91 της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 1991, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων ενόψει της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1906/90 του Συμβουλίου, σχετικά με ορισμένους κανόνες εμπορίας για το κρέας πουλερικών;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
α) Εφαρμόζεται το άρθρο 70 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ένα εμπόρευμα, για το οποίο έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής λόγω εξαγωγής, έχει ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα;
β) Εφαρμόζεται το πλάσμα δικαίου σχετικά με την ομοιόμορφη ποιότητα των εμπορευμάτων που θεσπίζει το άρθρο 70, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 και στην περίπτωση που το εμπόρευμα έχει εξεταστεί με έναν μόνο δειγματοληπτικό έλεγχο, μολονότι οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ανέχονται εντός ορισμένων ποσοτικών ορίων την ύπαρξη ελαττωμάτων στο εμπόρευμα και, ως εκ τούτου, απαιτούν και, επίσης, ρητώς επιτάσσουν τη διενέργεια ενός ορισμένου ελάχιστου αριθμού δειγματοληπτικών ελέγχων προς διαπίστωση της τηρήσεως αυτών των ορίων ανοχής;
3 Σε περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση στα υποερωτήματα α΄ και β΄ του δευτέρου ερωτήματος:
Ποιες συνέπειες παράγει το προαναφερθέν πλάσμα δικαίου ως προς την ποιότητα του εμπορεύματος στην περίπτωση που ελήφθησαν πλείονα δείγματα από την ενιαίως διασαφηθείσα εξαγωγή και κατά τον έλεγχο ενός τμήματος των δειγμάτων διαπιστώθηκε ότι το εμπόρευμα έχει ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα, ενώ σε άλλο τμήμα των δειγμάτων διαπιστώθηκε ότι το εμπόρευμα δεν έχει ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα;»
IV – Ανάλυση
Α – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
29. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημά του, το Bundesfinanzhof ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 έχει την έννοια ότι το κρέας πουλερικών, για να αναγνωριστεί ως ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας κατά τη διάταξη αυτή και να παρέχει δικαίωμα σε επιστροφές λόγω εξαγωγής, πρέπει να ανταποκρίνεται στα ποιοτικά πρότυπα και να τηρεί τα περιθώρια ανοχής που προβλέπονται στα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού 1538/91.
30. Το Bundesfinanzhof αναφέρει στην απόφαση περί παραπομπής ότι υποβάλλει αυτό το ερώτημα, αφενός, διότι ο κανονισμός 1538/91 καθορίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού 1906/90, ο δε τελευταίος αυτός κανονισμός προβλέπει ρητώς ότι δεν έχει εφαρμογή στις εξαγωγές κρέατος πουλερικών προς τρίτες χώρες, και, αφετέρου, διότι ο κανονισμός 1538/91, όπως αυτός έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση, προβλέπει περιθώρια ανοχής όσον αφορά την τήρηση των επιταγών του άρθρου 6 μόνο για τις «προσυσκευασίες», και όχι για τα μη προσυσκευασμένα κατεψυγμένα κοτόπουλα.
31. Λαμβανομένης υπόψη της θέσεως που υιοθέτησε το Δικαστήριο με την προμνησθείσα απόφαση SEPA, είμαι της γνώμης ότι στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο προσήκει καταφατική απάντηση.
32. Συγκεκριμένα, στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 έχει την έννοια ότι ένα εξαγόμενο από την Κοινότητα προς τρίτη χώρα προϊόν, για να θεωρηθεί ότι είναι «υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας» και να παρέχει έτσι δικαίωμα σε επιστροφές λόγω εξαγωγής, πρέπει να μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο στο έδαφος της Κοινότητας υπό κανονικές συνθήκες (16). Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι το βόειο κρέας του οποίου η διάθεση για ανθρώπινη κατανάλωση στην αγορά εντός της Κοινότητας υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, συνιστάμενους ιδίως στο ότι μπορεί να πωληθεί μόνο στην τοπική αγορά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας κατά το εν λόγω άρθρο 13 (17).
33. Συνεπώς, από την προμνησθείσα απόφαση SEPA μπορεί να συναχθεί ότι ένα προϊόν, για να μπορεί να θεωρηθεί ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87, πρέπει να ανταποκρίνεται στα ποιοτικά πρότυπα που ισχύουν για την διάθεσή του, για ανθρώπινη κατανάλωση, στην αγορά εντός της Κοινότητας.
34. Στο μέτρο που η διάθεση, για ανθρώπινη κατανάλωση, του κρέατος πουλερικών στην αγορά εντός της Κοινότητας υπέκειτο, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, στις ποιοτικές επιταγές του κανονισμού 1538/91, οι επιταγές αυτές μπορούν να ληφθούν υπόψη και προς καθορισμού του αν η εξαγωγή μιας παρτίδας κρέατος πουλερικών προς τρίτη χώρα γεννά δικαίωμα σε επιστροφές.
35. Λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας που προκρίθηκε με την προμνησθείσα απόφαση SEPA, το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1906/90, σύμφωνα με το οποίο ο κανονισμός αυτός δεν εφαρμόζεται στις εξαγωγές προς εξωκοινοτικές χώρες, δεν πρέπει να νοηθεί, κατά τη γνώμη μου, ως αποκλείον αυτή την ανάλυση. Η διάταξη αυτή πρέπει να εκληφθεί υπό την έννοια ότι οι εξαγωγές κρέατος πουλερικών προς εξωκοινοτικές χώρες δεν υπόκεινται στο σύνολο των γενικών κανόνων περί της εμπορίας του προϊόντος αυτού εντός της Κοινότητας, τους οποίους προβλέπει ο κανονισμός 1906/90 και οι οποίοι αφορούν την κατάταξη του εν λόγω προϊόντος σε δύο κατηγορίες και τις ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά την επισήμανση.
36. Το περιεχόμενο της εν λόγω διατάξεως, η οποία αφορά μόνο τον κανονισμό 1906/90, δεν μπορεί να διευρυνθεί ώστε να καλύπτει και τις ποιοτικές επιταγές του κανονισμού 1538/91. Οι επιταγές αυτές μπορούν, επομένως, να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί αν το κρέας πουλερικών για το οποίο ζητούνται επιστροφές λόγω εξαγωγής είναι ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87.
37. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 1538/91, για να μπορούν να καταταγούν στις κατηγορίες Α ή Β και, ως εκ τούτου, να διατεθούν για ανθρώπινη κατανάλωση στην αγορά εντός της Κοινότητας, τα σφάγια και τα τεμάχια πουλερικών πρέπει να ανταποκρίνονται σε διάφορες ποιοτικές προδιαγραφές και, μεταξύ άλλων, πρέπει να μην έχουν εξέχοντα σπασμένα κόκαλα. Ωστόσο, η ύπαρξη τέτοιων σπασμένων κοκάλων δεν αποτελεί ελάττωμα μη δυνάμενο να παρακαμφθεί, το οποίο θα εμπόδιζε απολύτως τη διάθεση του συγκεκριμένου σφαγίου ή τεμαχίου στην αγορά εντός της Κοινότητας.
38. Πράγματι, ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε, στο άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού, ότι η ύπαρξη, σε μια παρτίδα κρέατος πουλερικών, προϊόντων με τέτοια εξέχοντα σπασμένα κόκαλα δεν εμποδίζει τη διάθεση της παρτίδας αυτής στην αγορά αν ο αριθμός των ελαττωματικών προϊόντων δεν υπερβαίνει ένα ανώτατο όριο, το οποίο καθορίζεται αναλόγως του μεγέθους της εν λόγω παρτίδας και της συγκεκριμένης κατηγορίας. Έτσι, για παρτίδα 100 έως 500 μονάδων, ο ανεκτός αριθμός μονάδων που περιέχουν εξέχοντα σπασμένα κόκαλα δεν πρέπει, επί δείγματος 30 μονάδων, να υπερβαίνει τις 2 μονάδες προκειμένου για παρτίδα της κατηγορίας Α και τις 4 μονάδες προκειμένου για παρτίδα της κατηγορίας Β. Για παρτίδα 501 έως 3 200 μονάδων, ο ανεκτός αριθμός μονάδων που περιέχουν εξέχοντα σπασμένα κόκαλα δεν πρέπει, επί δείγματος 50 μονάδων, να υπερβαίνει τις 3 μονάδες προκειμένου για παρτίδα της κατηγορίας Α και τις 6 μονάδες προκειμένου για παρτίδα της κατηγορίας Β. Για παρτίδα άνω των 3 200 μονάδων, ο ανεκτός αριθμός μονάδων μη συμφώνων προς τις επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1538/91 δεν πρέπει, επί δείγματος 80 μονάδων, να υπερβαίνει τις 4 μονάδες προκειμένου για παρτίδα της κατηγορίας Α και τις 8 μονάδες προκειμένου για παρτίδα της κατηγορίας Β.
39. Εξάλλου, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1538/91 ορίζει ότι κάθε απόφαση που λαμβάνεται λόγω μη συμμορφώσεως προς τις ποιοτικές επιταγές του άρθρου 6 του ίδιου κανονισμού λαμβάνεται για ολόκληρη την παρτίδα που έχει ελεγχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου 7. Συνεπώς, η διάθεση μιας παρτίδας κρέατος πουλερικών εντός της Κοινότητας δεν μπορεί να απαγορευθεί παρά μόνον αν έχει ληφθεί δείγμα περιλαμβάνον αριθμό μονάδων σύμφωνο προς τις επιταγές του άρθρου 7 και αν έχει διαπιστωθεί ότι ο αριθμός των ελαττωματικών προϊόντων στο δείγμα αυτό υπερβαίνει τα περιθώρια ανοχής που προβλέπει το εν λόγω άρθρο.
40. Επομένως, μπορεί να διατεθεί χωρίς περιορισμούς στην αγορά εντός της Κοινότητας μια παρτίδα κρέατος πουλερικών που περιλαμβάνει περιέχοντα εξέχοντα σπασμένα κόκαλα προϊόντα των οποίων ο αριθμός δεν υπερβαίνει το περιθώριο ανοχής που προβλέπει ο κανονισμός 1538/91 σε σχέση προς το δείγμα που καθορίζει ο κανονισμός αυτός.
41. Λαμβανομένης υπόψη της θέσεως που υιοθέτησε το Δικαστήριο με την προμνησθείσα απόφαση SEPA, τέτοιες παρτίδες, οι οποίες μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο εντός της Κοινότητας υπό κανονικές συνθήκες, πρέπει να θεωρούνται ως ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87 και να παρέχουν δικαίωμα σε επιστροφές λόγω εξαγωγής. Με άλλες λέξεις, προκειμένου να εκτιμήσουν κατά πόσον μια παρτίδα κρέατος πουλερικών πρέπει να θεωρηθεί ως ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, οι αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους τις ποιοτικές επιταγές του άρθρου 6 του κανονισμού 1538/91 και τα περιθώρια ανοχής που προβλέπει το άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού.
42. Δεν βλέπω, στους κανόνες περί χορηγήσεως των επιστροφών λόγω εξαγωγής, λόγους ώστε να μην εφαρμοστούν αυτά τα περιθώρια ανοχής και να εξαρτηθεί η χορήγηση αυτής της κοινοτικής ενισχύσεως από προϋποθέσεις αυστηρότερες από εκείνες που προβλέπονται για την εμπορία των εν λόγω προϊόντων σε ολόκληρη την Κοινότητα.
43. Εξάλλου, στο μέτρο που, όπως αναφέρει η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, το ποσό των επιστροφών λόγω εξαγωγής ήταν ίδιο για το κρέας πουλερικών της κατηγορίας Α και για το κρέας πουλερικών της κατηγορίας Β, είμαι της γνώμης ότι η διάκριση αυτή δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της χορηγήσεως αυτών των επιστροφών. Αρκεί, συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, να μην υπάρχει υπέρβαση των περιθωρίων ανοχής που προβλέπονται για τα προϊόντα της κατηγορίας Β ώστε να παρέχει η εξαγωγή μιας παρτίδας κρέατος πουλερικών δικαίωμα στις επιστροφές αυτές. Πράγματι, αυτά τα προϊόντα, που ανταποκρίνονται στις ελάχιστες αυτές απαιτήσεις, μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας υπό κανονικές συνθήκες.
44. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επίσης ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής των περιθωρίων ανοχής που προβλέπει το άρθρο 7 του κανονισμού 1538/91, καθόσον τα περιθώρια αυτά προβλέπονται όσον αφορά τις προσυσκευασίες και δεδομένου ότι, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για προσυσκευασμένο κρέας, δηλαδή κρέας προοριζόμενο για τον τελικό καταναλωτή.
45. Καίτοι πρέπει να γίνει δεκτή η ερμηνεία του αιτούντος δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία τα περιθώρια ανοχής που καθορίζει ο κανονισμός 1538/91 προβλέπονται για τις προσυσκευασίες, συμμερίζομαι την ανάλυση αυτού του δικαστηρίου, το οποίο θεωρεί ότι αυτά τα περιθώρια ανοχής πρέπει να ισχύσουν κατ’ αναλογίαν και για τα μη προσυσκευασμένα προϊόντα.
46. Πράγματι, από τον ορισμό που περιέχει το άρθρο 2, σημείο 4, του κανονισμού 1906/90 προκύπτει ότι προσυσκευασμένο κρέας είναι εκείνο που παρουσιάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου (18). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ως προσυσκευασμένο τρόφιμο νοείται η μονάδα πωλήσεως που προορίζεται να παρουσιαστεί ως έχει στον τελικό καταναλωτή και στους συλλογικούς φορείς. Κατά συνέπεια, αν προβλέπονται τέτοια περιθώρια ανοχής όταν το προϊόν προορίζεται για αγοραστές που χρειάζονται μεγαλύτερη προστασία, φαίνεται λογικό να ισχύουν τα περιθώρια αυτά και όταν το ίδιο αυτό προϊόν πωλείται σε ενδιάμεσους αγοραστές.
47. Βάσει όλων αυτών των στοιχείων, προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 έχει την έννοια ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ως ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας κατά τη διάταξη αυτή και να παρέχει δικαίωμα σε επιστροφές λόγω εξαγωγής, το κρέας πουλερικών πρέπει να πληροί τις ποιοτικές προδιαγραφές και να τηρεί τα περιθώρια ανοχής που προβλέπουν τα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού 1538/91.
Β – Επί του υποερωτήματος α΄ δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
48. Με το υποερώτημα α΄ του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματός του, το Bundesfinanzhof ερωτά αν το πλάσμα δικαίου ως προς την ομοιόμορφη ποιότητα, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 70, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα, έχει εφαρμογή προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσον ένα εμπόρευμα για το οποίο ζητείται επιστροφή λόγω εξαγωγής πρέπει να θεωρηθεί ως ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας.
49. Όπως ελέχθη, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι τα αποτελέσματα της εξετάσεως ενός μέρους μόνον των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της αυτής τελωνειακής διασαφήσεως λογίζονται ως ισχύοντα για το σύνολο των εμπορευμάτων τα οποία αφορά η διασάφηση αυτή.
50. Είμαι της γνώμης ότι και στο ερώτημα αυτό προσήκει καταφατική απάντηση. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το οικείο άρθρο 1, ο τελωνειακός κώδικας εφαρμόζεται στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών και, όπως επιβεβαιώνεται στην όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2221/95, ο οποίος προβλέπει τις πρακτικές λεπτομέρειες του φυσικού ελέγχου των γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφής λόγω εξαγωγής, ο εν λόγω κώδικας καλύπτει κυρίως εκείνες τις εξαγωγές αυτών των προϊόντων που παρέχουν δικαίωμα σε τέτοιες επιστροφές.
51. Το γεγονός –που, κατά το αιτούν δικαστήριο, το οδήγησε να υποβάλει αυτό το προδικαστικό ερώτημα– ότι ο εξαγωγέας δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει, με τη δήλωση διασαφήσεως που χρησιμεύει ως βάση για τον φυσικό έλεγχο των προϊόντων, στοιχεία ως προς την ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα των επίμαχων προϊόντων δεν πρέπει να οδηγήσει σε αντίθετη απάντηση.
52. Όπως το Δικαστήριο έκρινε πρόσφατα με την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2005, Fleisch-Winter (19), η υγιής, ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα του εξαγομένου προϊόντος αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση των επιστροφών στον εξαγωγέα και ότι ένας εξαγωγέας, δηλώνοντας ένα εμπόρευμα στο πλαίσιο της διαδικασίας εισπράξεως αυτής της κοινοτικής ενισχύσεως, υπονοεί ότι το εμπόρευμα αυτό πληροί όντως την προϋπόθεση αυτή (20).
53. Συνεπώς, ο φυσικός έλεγχος των εξαγομένων προϊόντων δεν αποσκοπεί μόνο στο να εξακριβωθεί αν τα προϊόντα αυτά ανταποκρίνονται στην περιγραφή τους που περιέχεται στη διασάφηση εξαγωγής. Αποσκοπεί επίσης στο να ελεγχθεί αν τα προϊόντα αυτά είναι υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας, όπως ρητώς επιβεβαιώνει ο κανονισμός 2221/95, το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του οποίου προβλέπει ότι το τελωνείο εξαγωγής φροντίζει ώστε να τηρείται το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87.
54. Επομένως, το πλάσμα δικαίου που καθιερώνει το άρθρο 70 του τελωνειακού κώδικα μπορεί να εφαρμοστεί προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον το συγκεκριμένο εμπόρευμα είναι ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας. Η ανάλυση αυτή ανταποκρίνεται στον διττό σκοπό της κοινοτικής τελωνειακής ρυθμίσεως ο οποίος έγκειται, αφενός, στην εξασφάλιση του ότι οι ενισχύσεις κατά την εξαγωγή χορηγούνται μόνον για προϊόντα που ανταποκρίνονται στις ποιοτικές επιταγές της κοινοτικής νομοθεσίας και, αφετέρου, στην εξασφάλιση ταχειών και αποτελεσματικών διαδικασιών. Ο τελευταίος αυτός σκοπός θα διακυβευόταν αν, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον τα επίμαχα εμπορεύματα είναι όντως ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας, το τελωνείο του κράτους μέλους εξαγωγής όφειλε να εξετάζει το σύνολο της παρτίδας που αποτελεί αντικείμενο μιας και της αυτής διασαφήσεως.
55. Προτείνω, συνεπώς, να δοθεί στο υποερώτημα α΄ του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος η απάντηση ότι το πλάσμα δικαίου ως προς την ομοιόμορφη ποιότητα, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 70, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα μπορεί να τύχει εφαρμογής προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσον ένα εμπόρευμα για το οποίο ζητείται επιστροφή λόγω εξαγωγής πρέπει να θεωρηθεί ως ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας κατά το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87.
Γ – Επί του υποερωτήματος β΄ του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
56. Με το υποερώτημα β΄ του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματός του, το Bundesfinanzhof ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το πλάσμα δικαίου ως προς την ομοιόμορφη ποιότητα, το οποίο καθιερώνεται από το άρθρο 70, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2913/92, έχει εφαρμογή όταν οι ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις προβλέπουν περιθώριο ανοχής ως προς τον αριθμό των ελαττωματικών προϊόντων και όταν ο αριθμός των μονάδων που εξετάζονται κατά τον φυσικό έλεγχο των προς εξαγωγή προϊόντων είναι κατώτερος του ελαχίστου αριθμού μονάδων που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον τηρείται αυτό το περιθώριο ανοχής.
57. Το Bunbesfinanzhof αναφέρει ότι υποβάλλει το ερώτημα αυτό διότι, σε καμία από τις δύο επίδικες υποθέσεις, οι τελωνειακές αρχές δεν εξέτασαν ικανό αριθμό μονάδων προκειμένου να καθορίσουν κατά πόσον υπήρχε υπέρβαση του περιθωρίου ανοχής που προβλέπει το άρθρο 7 του κανονισμού 1538/91, όσον αφορά τον αριθμό των προϊόντων που περιέχουν εξέχοντα σπασμένα κόκαλα.
58. Είμαι της γνώμης ότι, σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, το πλάσμα δικαίου το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 70, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής.
59. Πράγματι, όπως ελέχθη ανωτέρω, προκειμένου να εκτιμήσουν κατά πόσον το κρέας πουλερικών για το οποίο ζητείται επιστροφή λόγω εξαγωγής πρέπει να θεωρηθεί ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας κατά το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87, οι αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής οφείλουν να λάβουν υπόψη τους τόσο τις ποιοτικές επιταγές του άρθρου 6 του κανονισμού 1538/91 όσο και τα περιθώρια ανοχής που προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού. Τα περιθώρια αυτά καθορίζονται σε συνάρτηση προς το μέγεθος της παρτίδας και το μέγεθος του δείγματος.
60. Εξ αυτού συνήγαγα, στο πλαίσιο της αναλύσεως της απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί το κρέας πουλερικών ως ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας και να παρέχει δικαίωμα επιστροφών λόγω εξαγωγής, ο ανεκτός αριθμός σφαγίων ή τεμαχίων με εξέχοντα σπασμένα κόκαλα δεν πρέπει να υπερβαίνει, για παρτίδα 100 έως 500 μονάδων, τις 4 μονάδες επί δείγματος 30 μονάδων, για παρτίδα 501 έως 3 200 μονάδων, τις 6 μονάδες επί δείγματος 50 μονάδων και, για παρτίδα πλέον των 3 200 μονάδων, τις 8 μονάδες επί δείγματος 80 μονάδων.
61. Επομένως, η εξακρίβωση της τηρήσεως αυτών των περιθωρίων ανοχής συνεπάγεται ότι, κατά τον φυσικό έλεγχο των προς εξαγωγή προϊόντων, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής εξετάζουν αριθμό μονάδων σύμφωνο προς τα οριζόμενα στο άρθρο 7 του κανονισμού 1538/91. Η εφαρμογή του πλάσματος δικαίου ως προς την ομοιόμορφη ποιότητα, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 70, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα προς καθορισμό του αν το κρέας πουλερικών που πρόκειται να εξαχθεί προς τρίτη χώρα είναι όντως ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας, προϋποθέτει, κατά συνέπεια, ότι το δείγμα που λαμβάνεται κατά τον φυσικό έλεγχο είναι σύμφωνο προς τα οριζόμενα στο άρθρο 7 του κανονισμού 1538/91, δηλαδή ότι περιλαμβάνει 30, 50 ή 80 μονάδες αναλόγως του αν η ελεγχόμενη παρτίδα περιλαμβάνει, αντιστοίχως, 100 έως 500 μονάδες, 501 έως 3 200 μονάδες ή περισσότερες των 3 200 μονάδες.
62. Προτείνω, συνεπώς, να δοθεί στο υποερώτημα β΄ του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος η απάντηση ότι το πλάσμα δικαίου ως προς την ομοιόμορφη ποιότητα, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 70, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2913/92, δεν εφαρμόζεται όταν οι ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις προβλέπουν περιθώριο ανοχής ως προς τον αριθμό των ελαττωματικών προϊόντων και όταν ο αριθμός των μονάδων που εξετάζονται κατά τον φυσικό έλεγχο των προς εξαγωγή προϊόντων είναι κατώτερος του ελαχίστου αριθμού μονάδων που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον τηρείται αυτό το περιθώριο ανοχής.
Δ – Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
63. Υπενθυμίζω ότι το Bundesfinanzhof ερωτά, για την περίπτωση που δοθεί επίσης καταφατική απάντηση στα υποερωτήματα α΄ και β΄ του δευτέρου ερωτήματος, ποιες είναι οι συνέπειες του προμνησθέντος πλάσματος δικαίου ως προς την ομοιόμορφη ποιότητα όταν έχουν ληφθεί πλείονα δείγματα επί των εξαγωγών που αποτελούν αντικείμενο μιας και της αυτής διασαφήσεως από δε την εξέταση ενός τμήματος των δειγμάτων προκύπτει ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα, ενώ από την εξέταση άλλου τμήματος των δειγμάτων διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει ανόθευτη και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητα.
64. Καίτοι το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε το ερώτημα αυτό μόνο για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα υποερωτήματα α΄ και β΄ του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, η απάντηση στο ερώτημα αυτό φαίνεται απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης έστω και αν, όπως πρότεινα προηγουμένως, το Δικαστήριο αποφασίσει να δώσει αρνητική απάντηση στο υποερώτημα β΄ του δευτέρου ερωτήματος. Κατά συνέπεια, καλώ το Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο αυτό προδικαστικό ερώτημα.
65. Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της διαφοράς της κύριας δίκης, προτείνω επίσης στο Δικαστήριο να μην περιορίσει την εξέταση του εν λόγω ερωτήματος μόνο στις περιπτώσεις όπου ο φυσικός έλεγχος των ληφθέντων δειγμάτων καταλήγει σε αντιφατικά αποτελέσματα, όπως συνέβη στην περίπτωση της αποστολής του Φεβρουαρίου 1998. Προτείνω στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι με το τελευταίο αυτό ερώτημα ερωτάται ποιες συνέπειες οφείλουν οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής να συνάγουν όταν ο αριθμός των μονάδων που εξετάστηκαν κατά τον φυσικό έλεγχο των προς εξαγωγή προϊόντων είναι κατώτερος από τον αριθμό μονάδων που καθορίζει η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία προς διαπίστωση της τηρήσεως του περιθωρίου ανοχής το οποίο προβλέπει η νομοθεσία αυτή και όταν από την εξέταση των μονάδων αυτών προκύπτει ότι δεν ήταν, στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος τους, σύμφωνες με την εν λόγω νομοθεσία.
66. Εν προκειμένω, το Finanzgericht έκρινε, βάσει των αποτελεσμάτων της εξετάσεως των δειγμάτων που είχαν ληφθεί από τις αποστολές κατεψυγμένων κοτόπουλων του Δεκεμβρίου 1997 και του Φεβρουαρίου 1998, ότι δεν οφειλόταν καμία επιστροφή για την αποστολή του Δεκεμβρίου 1997, διότι σε αμφότερα τα ληφθέντα δείγματα είχαν εντοπιστεί εξέχοντα σπασμένα κόκαλα, και ότι οφειλόταν το ήμισυ των δασμών για την αποστολή του 1998, διότι σε ένα μόνο από τα δύο δείγματα είχαν ευρεθεί ελαττωματικά προϊόντα.
67. Ενώπιον του Bundesfinanzhof, το Hauptzollamt ζήτησε να επικυρωθεί αυτή η απόφαση όσον αφορά την αποστολή του Δεκεμβρίου 1997 και, για την αποστολή του Φεβρουαρίου 1998, να χορηγηθούν επιστροφές λόγω εξαγωγής σε ποσοστό 48,1 %, δηλαδή αναλογικά με το βάρος του μη ελαττωματικού δείγματος σε σχέση προς το βάρος του δείγματος στο οποίο είχαν εντοπιστεί εξέχοντα σπασμένα κόκαλα.
68. Όπως και το αιτούν δικαστήριο, είμαι της γνώμης ότι οι λύσεις αυτές δεν μπορούν να γίνουν δεκτές ούτε όσον αφορά την αποστολή του Δεκεμβρίου 1997 ούτε όσον αφορά την αποστολή του Φεβρουαρίου 1998, βάσει αποκλειστικώς και μόνον των αποτελεσμάτων της εξετάσεως των ληφθέντων δειγμάτων.
69. Συγκεκριμένα, όπως ήδη ελέχθη, εφόσον τα ληφθέντα δείγματα δεν περιλαμβάνουν αριθμό μονάδων σύμφωνο προς τα οριζόμενα από το άρθρο 7 του κανονισμού 1538/91, το πλάσμα δικαίου ως προς την ομοιόμορφη ποιότητα, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 70, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα δεν μπορεί να λειτουργήσει. Τα αποτελέσματα της εξετάσεως των δειγμάτων που ελήφθησαν στην υπό κρίση περίπτωση δεν μπορούν, συνεπώς, να επεκταθούν στο σύνολο των προϊόντων τα οποία αφορούσε η διασάφηση καθεμιάς από τις αποστολές αυτές.
70. Κατά τη γνώμη μου, προς καθορισμό των συνεπειών που πρέπει να συναχθούν, εν προκειμένω, από τα αποτελέσματα της εξετάσεως των δειγμάτων αυτών, πρέπει να ληφθεί ως βάση το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87, σύμφωνα με το οποίο καμία επιστροφή δεν χορηγείται όταν τα προϊόντα δεν είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη.
71. Λαμβανομένης υπόψη αυτής της απαιτήσεως, το γεγονός απλώς και μόνον ότι τα δείγματα ελήφθησαν, εν προκειμένω, χωρίς να τηρηθούν τα οριζόμενα από το άρθρο 7 του κανονισμού 1538/91 δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, ώστε να αναγνωριστεί στον εξαγωγέα δικαίωμα εισπράξεως των εν λόγω επιστροφών. Το γεγονός ότι η εξέταση των δειγμάτων αυτών αποκάλυψε την ύπαρξη ελαττωματικών προϊόντων συνιστά στοιχείο που δημιουργεί αμφιβολία ως προς το κατά πόσον τα εξαγόμενα προϊόντα ανταποκρίνονταν στις επιταγές του άρθρου 13 του κανονισμού 3665/87.
72. Στον βαθμό που δεν υπάρχει κοινός κανόνας για τη ρύθμιση αυτής της περιπτώσεως και εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΕΚ, στα κράτη μέλη εναπόκειται να διασφαλίζουν στο έδαφός τους την εκτέλεση των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων, ιδίως στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής (21), στις εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των δικαιοδοτικών αρχών, εναπόκειται να εξετάζουν, σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού τους δικαίου, αν, στη συγκεκριμένη αποστολή, ο αριθμός ελαττωματικών προϊόντων δεν υπερβαίνει τα περιθώρια ανοχής που προβλέπει η εφαρμοστέα νομοθεσία. Συνεπώς, θα πρέπει να επιτρέπεται στις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής να αποδεικνύουν, με άλλα μέσα πλην των κατά παράβαση της ισχύουσας κοινοτικής ρυθμίσεως ληφθέντων δειγμάτων, ότι υπήρξε υπέρβαση των περιθωρίων ανοχής που προβλέπει η ρύθμιση αυτή.
73. Ωστόσο, αν αυτό δεν μπορεί να αποδειχθεί, είμαι της γνώμης ότι ο εξαγωγέας δεν μπορεί, τελικά, να στερηθεί τις επιστροφές λόγω εξαγωγής βάσει δειγμάτων τα οποία δεν καθιστούν δυνατόν να εξακριβωθεί ότι υπήρξε υπέρβαση των περιθωρίων ανοχής που προβλέπονται από την ισχύουσα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, η λύση που προκρίθηκε στην υπόθεση Derudder (22) δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε μια τέτοια περίπτωση.
74. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο αντιμετώπισε μια περίπτωση στην οποία ο διασαφητής αμφισβήτησε την καταλογιστική πράξη που εξέδωσαν κατ’ αυτού οι τελωνειακές αρχές κράτους μέλους λόγω εισαγωγής ρυζιού στην Κοινότητα, προβάλλοντας ως λόγο, μεταξύ άλλων, ότι τα δείγματα του εμπορεύματος τα οποία έλαβαν οι αρχές αυτές δεν ήταν αντιπροσωπευτικά (23). Ετέθη το ζήτημα αν η κοινοτική ρύθμιση πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπεται στον διασαφητή ή στον εκπρόσωπό του, που παρέστη στην εκ μέρους των τελωνειακών αρχών λήψη δείγματος επί των εισαχθέντων εμπορευμάτων χωρίς να αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος αυτού, να το πράξει σε περίπτωση που οι εν λόγω αρχές τον καλέσουν να εξοφλήσει πρόσθετες εισφορές λόγω εισαγωγής κατόπιν αναλύσεων του εν λόγω δείγματος.
75. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο διασαφητής ή ο εκπρόσωπός του έχει το δικαίωμα, σε μια τέτοια περίπτωση, να αμφισβητήσει την αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος. Ωστόσο, το Δικαστήριο περιόρισε την άσκηση αυτού του δικαιώματος. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού είναι δυνατό μόνον αν τα οικεία εμπορεύματα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αδείας παραλαβής ή, εφόσον αυτή χορηγήθηκε, δεν αλλοιώθηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο, πράγμα που εναπόκειται στον διασαφητή να αποδείξει (24).
76. Επομένως, αν δεν πληρούται καμία από προϋποθέσεις αυτές, ο διασαφητής οφείλει να υποστεί τις συνέπειες του γεγονότος ότι η ανάλυση του ληφθέντος δείγματος κατέδειξε ότι το εμπόρευμα που περιείχε το δείγμα αυτό δεν αντιστοιχούσε σε εκείνο που δηλώθηκε με τη διασάφηση.
77. Δεν θεωρώ ότι η λύση αυτή μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν όταν η ισχύουσα κοινοτική ρύθμιση προβλέπει ρητώς περιθώρια ανοχής ως προς τον αριθμό ελαττωματικών προϊόντων και καθορίζει επακριβώς ποιο θα πρέπει να είναι το μέγεθος του δείγματος που πρέπει να ληφθεί κατά τον φυσικό έλεγχο του επιμάχου εμπορεύματος ώστε να εξακριβωθεί ότι δεν υπάρχει υπέρβαση αυτών των περιθωρίων ανοχής. Σε μια τέτοια περίπτωση, θεωρώ δικαιολογημένο να ληφθεί ως βάση η αρχή ότι εναπόκειται στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές να γνωρίζουν το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο και να εξασφαλίζουν την εφαρμογή του. Η ανάλυση αυτή μπορεί να βρει έρεισμα στο άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2221/95, ο οποίος προβλέπει, όπως ελέχθη, ότι το τελωνείο εξαγωγής φροντίζει ώστε να τηρείται το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87.
78. Η εξακρίβωση της τηρήσεως αυτών των περιθωρίων ανοχής επιβάλλει, κατά συνέπεια, να λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές δείγμα σύμφωνο προς τις διατάξεις της εφαρμοστέας κοινοτικής νομοθεσίας περί εμπορίας του κρέατος πουλερικών, ήτοι δείγμα 30, 50 ή 80 μονάδων αναλόγως του αριθμού των μονάδων που περιέχονται στην εξαγόμενη παρτίδα. Το να γίνει δεκτό ότι οι αρχές αυτές μπορούν να περιοριστούν σε δείγμα λιγότερων από τις καθορισμένες μονάδων θα είχε ως συνέπεια τη σημαντική μείωση της αποτελεσματικότητας του φυσικού ελέγχου του εξαγομένου εμπορεύματος, καθόσον η πιθανότητα ανευρέσεως ελαττωματικών προϊόντων αυξάνει με τον αριθμό των μονάδων που λαμβάνονται ως δείγμα. Ένας τέτοιος φυσικός έλεγχος, περιοριζόμενος στην εξέταση ενός αριθμού μονάδων κατώτερου από τον καθορισμένο θα μπορούσε να οδηγήσει, συνεπώς, στη χορήγηση επιστροφών για παρτίδες οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στις απαιτούμενες ποιοτικές προδιαγραφές.
79. Ομοίως, αν, στην υπό κρίση περίπτωση, εθεωρείτο ότι οι αποστολές του Δεκεμβρίου 1997 και του Φεβρουαρίου 1998 δεν είναι ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας βάσει αποκλειστικώς και μόνον των δειγμάτων που ελήφθησαν κατά παράβαση των κανόνων του άρθρου 7 του κανονισμού 1538/91, αυτό θα είχε ως συνέπεια να παρέχεται στις εθνικές αρχές η δυνατότητα να παραβαίνουν τη ρύθμιση αυτή και να στερούν τους επιχειρηματίες από δικαιώματα τα οποία ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να τους απονείμει.
80. Η ανάλυση αυτή δεν είναι, κατά την άποψή μου, αντίθετη προς τη λύση που υιοθετήθηκε πρόσφατα με την προμνησθείσα απόφαση Fleisch-Winter. Στην υπόθεση αυτή, η διαφορά της κύριας δίκης αφορούσε αίτηση επιστροφών για εξαγωγή προς τρίτη χώρα παρτίδων βοείου κρέατος, ως προς τις οποίες έρευνα την οποία διεξήγαγαν οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής κατέδειξε ότι ήταν δυνατόν να προέρχονται από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και να εμπίπτουν, ως εκ τούτου, στην απαγόρευση αποστολής εκτός του κράτους μέλους αυτού, η οποία είχε επιβληθεί στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών.
81. Ετίθετο θέμα κατά πόσον το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87 έχει την έννοια ότι, για τη χορήγηση των επιστροφών, απαιτεί από τον εξαγωγέα να αποδείξει ότι το εξαγόμενο προϊόν δεν προέρχεται από κράτος μέλος από το οποίο απαγορεύονται οι εξαγωγές, στην περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια εθνική υπηρεσία διαθέτει ενδείξεις περί του ότι το προϊόν εμπίπτει σε απαγόρευση εξαγωγής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, στην περίπτωση που η εν λόγω εθνική αρχή διαθέτει τέτοιες ενδείξεις, στον εξαγωγέα εναπόκειται να αποδείξει ότι το εξαγόμενο προϊόν δεν προέρχεται από κράτος μέλος από το οποίο απαγορεύονται οι εξαγωγές (25).
82. Συνεπώς, στον εξαγωγέα εναπόκειται, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την καταγωγή του εμπορεύματος, να αποδείξει ότι το εμπόρευμα δεν προέρχεται από κράτος μέλος από το οποίο απαγορεύονται οι αποστολές προς άλλο κράτος. Παρατηρώ, ωστόσο, ότι, για να καταλήξει στη λύση αυτή, το Δικαστήριο ανέφερε ότι η προέλευση του επίμαχου προϊόντος μπορεί να θεωρηθεί ως νομικό χαρακτηριστικό το οποίο δεν μπορεί να διαπιστωθεί με τον φυσικό έλεγχο τον οποίο οφείλουν να διενεργούν οι τελωνειακές αρχές δυνάμει του κανονισμού 386/90 και του άρθρου 5 του κανονισμού 2221/95 (26).
83. Αυτή η διάκριση στην οποία προέβη το Δικαστήριο μεταξύ της καταγωγής του προϊόντος και των άλλων χαρακτηριστικών του των οποίων την εξακρίβωση επιτρέπει ο φυσικός έλεγχος με οδηγεί να θεωρήσω ότι η λύση που προκρίθηκε όσον αφορά την καταγωγή δεν μπορεί να εφαρμοστεί όσον αφορά τα λοιπά αυτά χαρακτηριστικά. Εξ αυτού συνάγω ότι η λύση την οποία υιοθέτησε η προμνησθείσα απόφαση Fleisch-Winter δεν μπορεί να εφαρμοστεί όταν η αμφιβολία αφορά την τήρηση των ποιοτικών επιταγών του άρθρου 6 του κανονισμού 1538/91, ιδίως εκείνης που επιβάλλει να μην υπάρχουν στα σφάγια και τα τεμάχια πουλερικών εξέχοντα σπασμένα κόκαλα.
84. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα ως εξής: όταν από την εξέταση των δειγμάτων που ελήφθησαν κατά τον φυσικό έλεγχο προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο ενιαίας τελωνειακής διασαφήσεως διαπιστώνεται η ύπαρξη προϊόντων μη σύμφωνων προς την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία, ο αριθμός όμως των μονάδων που ελήφθησαν ως δείγμα είναι κατώτερος του αριθμού μονάδων που έχει καθοριστεί προς απόδειξη της τηρήσεως των περιθωρίων ανοχής τα οποία προβλέπει η νομοθεσία αυτή, στις εθνικές αρχές εναπόκειται να εξετάσουν, σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού τους δικαίου, μήπως, στη συγκεκριμένη αποστολή, ο αριθμός των ελαττωματικών προϊόντων δεν υπερβαίνει αυτά τα περιθώρια ανοχής. Ωστόσο, αν δεν αποδειχθεί υπέρβαση αυτών των περιθωρίων ανοχής, δεν επιτρέπεται να μη καταβληθούν στον εξαγωγέα οι επιστροφές λόγω εξαγωγής.
V – Πρόταση
85. Κατόπιν των σκέψεων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesfinanzhof:
«1) Το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών λόγω εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα, έχει την έννοια ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ως ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας κατά τη διάταξη αυτή και να παρέχει δικαίωμα σε επιστροφές λόγω εξαγωγής, το κρέας πουλερικών πρέπει να πληροί τις ποιοτικές προδιαγραφές και να τηρεί τα περιθώρια ανοχής που προβλέπουν τα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1538/91 της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 1991, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων ενόψει της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1906/90 του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένους κανόνες εμπορίας για το κρέας πουλερικών, όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) 1000/96 της Επιτροπής, της 4ης Ιουνίου 1996.
2) Το πλάσμα δικαίου ως προς την ομοιόμορφη ποιότητα, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 70, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, μπορεί να τύχει εφαρμογής προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσον ένα εμπόρευμα για το οποίο ζητείται επιστροφή λόγω εξαγωγής πρέπει να θεωρηθεί ως ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας κατά το άρθρο 13 του κανονισμού 3665/87.
3) Το εν λόγω πλάσμα δικαίου δεν εφαρμόζεται όταν οι ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις προβλέπουν περιθώριο ανοχής ως προς τον αριθμό των ελαττωματικών προϊόντων και όταν ο αριθμός των μονάδων που εξετάζονται κατά τον φυσικό έλεγχο των προς εξαγωγή προϊόντων είναι κατώτερος του ελαχίστου αριθμού μονάδων που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον τηρείται αυτό το περιθώριο ανοχής.
4) Όταν από την εξέταση των δειγμάτων που ελήφθησαν κατά τον φυσικό έλεγχο προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο ενιαίας τελωνειακής διασαφήσεως διαπιστώνεται η ύπαρξη προϊόντων μη σύμφωνων προς την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία, ο αριθμός όμως των μονάδων που ελήφθησαν ως δείγμα είναι κατώτερος του αριθμού μονάδων που έχει καθοριστεί προς απόδειξη της τηρήσεως των περιθωρίων ανοχής τα οποία προβλέπει η νομοθεσία αυτή, στις εθνικές αρχές εναπόκειται να εξετάσουν, σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού τους δικαίου, μήπως, στη συγκεκριμένη αποστολή, ο αριθμός των ελαττωματικών προϊόντων δεν υπερβαίνει αυτά τα περιθώρια ανοχής. Ωστόσο, αν δεν αποδειχθεί υπέρβαση αυτών των περιθωρίων ανοχής, δεν επιτρέπεται να μη καταβληθούν στον εξαγωγέα οι επιστροφές λόγω εξαγωγής.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Κανονισμός της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1).
3 – Κανονισμός της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 102, σ. 11).
4 – Υπόθεση C-409/03, Συλλογή 2005, σ. I-4321.
5 – Όπ. αν., σκέψη 27.
6 – Κανονισμός της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με ορισμένους κανόνες εμπορίας για το κρέας πουλερικών (ΕΕ L 173, σ. 1).
7 – Άρθρο 2, σημείο 1, του κανονισμού 1906/90. Τα μέτρα υγειονομικού ελέγχου προς εξασφάλιση της καταλληλότητας του νωπού κρέατος πουλερικών για ανθρώπινη κατανάλωση εναρμονίστηκαν με την οδηγία 71/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1971, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των συναλλαγών νωπών κρεάτων πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 116).
8 – Κανονισμός της 5ης Ιουνίου 1991, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων ενόψει της εφαρμογής του κανονισμού 1906/90 (ΕΕ L 143, σ. 11), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) 1000/96 της Επιτροπής, της 4ης Ιουνίου 1996 (ΕΕ L 134, σ. 9, στο εξής: κανονισμός 1538/91).
9 – Άρθρο 6, παράγραφος 1, πέμπτη παύλα, του κανονισμού 1538/91.
10 – Ο ορισμός της «παρτίδας» περιέχεται στο άρθρο 1α του κανονισμού 1538/91.
11 – Κανονισμός της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
12 – Κανονισμός της 12ης Φεβρουαρίου 1990, για τον έλεγχο κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφών ή άλλων ποσών (ΕΕ L 42, σ. 6).
13 – Άρθρο 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 386/90.
14 – Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 386/90.
15 – Κανονισμός της 20ής Σεπτεμβρίου 1995, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 386/90 όσον αφορά το φυσικό έλεγχο κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων που τυγχάνουν επιστροφής (ΕΕ L 224, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) 1167/97 της Επιτροπής, της 26ης Ιουνίου 1997 (ΕΕ L 169, σ. 12, στο εξής: κανονισμός 2221/95).
16 – Προμνησθείσα απόφαση SEPA, σκέψεις 22 έως 32.
17 – Όπ. αν., σκέψη 32.
18 – Οδηγία της 18ης Δεκεμβρίου 1978 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (Εε ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 89/395/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989 (ΕΕ L 186, σ. 17).
19 – Υπόθεση C-309/04, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή.
20 – Σκέψεις 28 και 32.
21 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 17)
22 – Απόφαση της 4ης Μαρτίου 2004, C‑290/01 (Συλλογή 2004, σ. I-2041).
23 – Η διαφορά είχε ανακύψει κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα μιας παρτίδας ρυζιού που διασαφήθηκε ως «θραύσματα ρυζιού». Το τελωνείο έλαβε ορισμένα δείγματα του εμπορεύματος αυτού, από την ανάλυση των οποίων προέκυψε ότι το εμπόρευμα δεν περιελάμβανε τουλάχιστον 90 % θραύσματα ρυζιού και, συνεπώς, έπρεπε να επιβληθεί υψηλότερος εισαγωγικός δασμός.
24 – Προμνησθείσα απόφαση Derudder, σκέψη 47.
25 – Προμνησθείσα απόφαση Fleisch-Winter, σκέψη 37.
26 – Όπ. αν., σκέψη 34.
Full & Egal Universal Law Academy