ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 1ης Ιουνίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-371/04
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας
1. Η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή κατόπιν σειράς καταγγελιών που έλαβε για τη μη αναγνώριση από την Ιταλία της προηγούμενης επαγγελματικής πείρας που έχουν αποκτήσει σε ανάλογη δημόσια υπηρεσία άλλου κράτους μέλους οι Ιταλοί δημόσιοι υπάλληλοι. Με τα έγγραφα που αντάλλαξε κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και με το ενώπιον του Πρωτοδικείου υπόμνημά της, η Ιταλία επικεντρώνεται σε μία μόνον από τις καταγγελίες αυτές (που αφορά εκπαιδευτικό της πρωτοβάθμιας εκπαιδεύσεως). Είναι πάντως σαφές ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής είναι γενικού χαρακτήρα.
2. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 39 ΕΚ και από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 (2) (στο εξής: κανονισμός) με τον οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 39. Θεωρεί επίσης ότι η Ιταλία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 ΕΚ, διότι είτε δεν απάντησε καθόλου είτε απάντησε καθυστερημένα και ανεπαρκώς στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη που της απηύθυνε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 226 ΕΚ καθώς και στα προηγούμενα έγγραφα με τα οποία η Επιτροπή την καλούσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της για τη νομοθεσία της σχετικά με την αναγνώριση της επαγγελματικής πείρας στη δημόσια διοίκηση που έχουν αποκτήσει οι εργαζόμενοι σε άλλο κράτος μέλος.
Η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία
3. Το άρθρο 10 ΕΚ προβλέπει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα Συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας. Διευκολύνουν την Κοινότητα στην εκτέλεση της αποστολής της.
Απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της παρούσας Συνθήκης.»
4. Το άρθρο 39 ΕΚ εξασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας.
5. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού προβλέπει:
«Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
6. Η Επιτροπή εξηγεί ότι δέχθηκε σειρά καταγγελιών όσον αφορά την άρνηση της Ιταλίας να λάβει υπόψη την επαγγελματική πείρα ή την προϋπηρεσία που αποκτήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος. Η άρνηση αυτή επηρέασε αρνητικά την αμοιβή, τον βαθμό και τη σταδιοδρομία των καταγγελλόντων.
7. Ένας από τους καταγγέλλοντες ήταν δάσκαλος της πρωτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στην Ιταλία ο οποίος, πριν επιτύχει στον γενικό διαγωνισμό του δημόσιου τομέα στην Ιταλία, εργαζόταν ως εκπαιδευτικός στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα της Γαλλίας δυνάμει συμβάσεως με το Comitato d’assistenza scolastica italiana (στο εξής: Coascit ). Το Coascit είναι οργανισμός που δρα υπό την αιγίδα της Ιταλικής Πρεσβείας. Σκοπός του είναι η προώθηση της πολιτιστικής και εκπαιδευτικής αρωγής για τους Ιταλούς που εργάζονται στην αλλοδαπή. Με έγγραφο της 18ης Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή ζήτησε από την Ιταλία να εξηγήσει τη θέση της στο ζήτημα αυτό και να της γνωστοποιήσει την ισχύουσα νομοθεσία. Η Ιταλία δεν απάντησε, παρά το από 25ης Μαρτίου 2002 έγγραφο υπομνήσεως της Επιτροπής.
8. Στις 12 Αυγούστου 2002 η Επιτροπή απέστειλε επιστολή προς την Ιταλία αναφερόμενη εκ νέου στην καταγγελία αυτή και σε δύο άλλες καταγγελίες. Εξέφερε την άποψη ότι η προσέγγιση της Ιταλίας αντέβαινε στο άρθρο 39 ΕΚ και στο άρθρο 7, παράγραφος 1 του κανονισμού. Η Επιτροπή επανέλαβε το αίτημά της για λεπτομέρειες επί της ισχύουσας νομολογίας. Εκ νέου, δεν υπήρξε απάντηση.
9. Η Επιτροπή αποφάσισε επομένως να κινήσει την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ. Με έγγραφο οχλήσεως της 19ης Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή εξήγησε εκ νέου τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι η Ιταλία είχε παραβεί το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού και κάλεσε την Ιταλία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Και πάλι η Ιταλία δεν απάντησε.
10. Στις 15 Μαΐου 2003, η Επιτροπή απηύθυνε προς την Ιταλία αιτιολογημένη γνώμη με την οποία εξέθετε ότι είχε λάβει σειρά καταγγελιών, έκανε μνεία της συγκεκριμένης περίπτωσης του εκπαιδευτικού που είχε εργαστεί στο Coascit και αναφέρθηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου. (3) Η Επιτροπή κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Ιταλία είχε παραβεί το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού. Πρόσθετε ότι η μη απάντηση της Ιταλίας στις προηγούμενες ερωτήσεις της και στην επιστολή της είχε δυσχεράνει την Επιτροπή στην άσκηση των καθηκόντων της, κατά παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ. Η Επιτροπή κάλεσε την Ιταλία να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί εντός δύο μηνών.
11. Στις 13 Οκτωβρίου 2003, η Ιταλία ζήτησε πρόσθετη προθεσμία ενός μηνός για να απαντήσει στην αιτιολογημένη γνώμη. Απάντησε τελικώς με έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 2004, επισυνάπτοντας σημείωμα, της 3ης Δεκεμβρίου 2003, του Υπουργείου Εξωτερικών. Η επικεφαλίδα του σημειώματος (μήκους πέντε γραμμών) διευκρίνιζε ότι αφορούσε τη νομική φύση του Coascit. Το σημείωμα αυτό ήταν, στην πραγματικότητα, απλώς σημείωμα για την αποστολή άλλου σημειώματος του Υπουργείου Εξωτερικών της 20ής Νοεμβρίου 2003, το οποίο επίσης διευκρίνιζε ότι αφορούσε τη νομική φύση του Coascit. Στο τελευταίο αυτό σημείωμα επισυνάπτονταν 44 σελίδες παραρτημάτων χωρίς εμφανή σειρά. Περιελάμβαναν i) πέντε τέλεξ με ημερομηνίες από το 1982, 1986, 1991 και 2003 και ii) 11 νομοθετικά κείμενα, αποσπάσματα νομολογίας και γνώμες του Consiglio di Stato, και διοικητικές εγκυκλίους. Όλα τα επισυναπτόμενα έγγραφα φαίνεται ότι αφορούσαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το Coascit και παρόμοιους οργανισμούς, μολονότι η σχέση τους δεν διευκρινιζόταν ούτε με το έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 2004 ούτε με το σημείωμα της 20ής Νοεμβρίου 2003.
12. Επειδή η Επιτροπή δεν θεώρησε ικανοποιητική την από 3 Φεβρουαρίου 2004 απάντηση της Ιταλίας, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 7, παράγραφος 1 του κανονισμού
Το αντικείμενο της προσφυγής
13. Η Επιτροπή προβάλλει με το δικόγραφο της προσφυγής της ότι, κατά πάγια νομολογία (4), τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά τον καθορισμό της αμοιβής, να λαμβάνουν υπόψη την επαγγελματική πείρα και την προϋπηρεσία που αποκτήθηκαν στη δημόσια διοίκηση άλλου κράτους μέλους. Στη βάση αυτή, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των κοινοτικών εργαζομένων, την οποία καθιερώνουν το άρθρο 39 ΕΚ και το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού, επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη από το Ιταλικό Δημόσιο οι περίοδοι απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν σε παρόμοιο τομέα δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος για τον καθορισμό των επαγγελματικών απολαβών όπως η αμοιβή, ο βαθμός και οι πιθανότητες προαγωγής κατά τον ίδιο τρόπο όπως και η επαγγελματική πείρα που αποκτήθηκε στην ιταλική δημόσια διοίκηση.
14. Η Ιταλία, με την απάντηση που έδωσε στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και με το υπόμνημα αντικρούσεως που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην νομική κατάσταση του Coascit. Για τον σκοπό αυτό, αναφέρεται με το υπόμνημα αντικρούσεώς της σε πολυάριθμες νομοθετικές διατάξεις, αποφάσεις δικαστηρίων κ.λπ. (5) Μόνο μία από αυτές περιλαμβάνεται στα πολυάριθμα παραρτήματα της απαντήσεώς της στην αιτιολογημένη γνώμη. Καμία δεν επισυνάφθηκε στο υπόμνημα αντικρούσεως. Η Ιταλία υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι, εφόσον η καταγγέλλουσα στην υπόθεση που αφορά το Coascit είχε διοριστεί από το Coascit στο δημόσιο γαλλικό σχολείο πριν, και όχι μετά, την επιτυχία της στον γενικό διαγωνισμό βάσει του οποίου μπορούσε να διδάξει στο γαλλικό δημόσιο σύστημα, η επαγγελματική πείρα της δεν ισοδυναμούσε με την πείρα που αποκτάται σε ιταλικό δημόσιο σχολείο, η οποία δεν μπορεί να αποκτηθεί χωρίς να έχει προηγηθεί επιτυχία σε γενικό διαγωνισμό. Επομένως, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν επιβάλλει στην Ιταλία να λάβει υπόψη την επαγγελματική πείρα της καταγγέλλουσας κατά τον καθορισμό του μισθού, της αρχαιότητας και/ή των προοπτικών προαγωγής της μετά την επιτυχία της σε γενικό διαγωνισμό που της επιτρέπει να διδάσκει στο ιταλικό δημόσιο σύστημα.
15. Με την απάντησή της, η Επιτροπή τόνισε ότι η Ιταλία συνέχισε να αναφέρεται μόνο στην ατομική περίπτωση που αφορούσε το Coascit. Αφού διατύπωσε διάφορες παρατηρήσεις για την υπόθεση αυτή, η Επιτροπή κατέληξε υπογραμμίζοντας τον γενικό χαρακτήρα της προσφυγής της.
16. Η υπόμνηση αυτή προκάλεσε νέο καταιγισμό νομοθετικών παραπομπών στις οποίες προέβη η Ιταλία με το υπόμνημα ανταπαντήσεως (6). Και πάλι, οι παραπομπές αυτές δεν συνοδεύονταν από κανένα κείμενο ή επεξηγηματικό σημείωμα.
17. Η Ιταλία προσκόμισε στη συνέχεια στο Δικαστήριο μία δέσμη αποτελούμενη από περισσότερες από 100 σελίδες αναμεμειγμένων εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνονταν μερικά αλλά όχι όλα τα ανωτέρω, καθώς και δύο αποφάσεις (7) και δύο νομοθετικά διατάγματα (8) που δεν μνημονεύονταν σε κανένα έγγραφό της. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση για τη σχέση που έχουν τα κείμενα αυτά.
18. Όσον αφορά το ευρύτερο αντικείμενο της ασκηθείσας από την Επιτροπή προσφυγής, η Ιταλία διευκρινίζει ότι δεν υπάρχει στην Ιταλία γενική νομοθεσία σχετική με την αναγνώριση της επαγγελματικής πείρας, αλλά μόνον ειδικές διατάξεις που αφορούν διάφορους τομείς της δημόσιας διοίκησης. Η Ιταλία παραπέμπει στον τομέα της δημόσιας εκπαίδευσης, παραθέτοντας νομοθεσία με την οποία οι αλλοδαποί υπήκοοι τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως με τους Ιταλούς: σε αμφότερες τις περιπτώσεις η προηγούμενη επαγγελματική πείρα λαμβάνεται υπόψη μόνον εφόσον αποκτήθηκε στον δημόσιο τομέα.
19. Κατά την επ’ ακροατηρίου συνεδρίαση, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι το αντικείμενο της προσφυγής της ήταν γενικό, και αναφέρθηκε σε έξι ατομικές περιπτώσεις τις οποίες γνώριζε μέχρι το στάδιο εκείνο (9). Όλες αυτές οι υποθέσεις αφορούσαν πρόσωπα που είχαν εργασθεί στον δημόσιο τομέα σε άλλο εκτός της Ιταλίας κράτος μέλος πριν εργασθούν σε ιταλική δημόσια υπηρεσία. Όλοι κατήγγειλαν ότι οι ιταλικές αρχές αρνήθηκαν να λάβουν υπόψη τους την προηγούμενη απασχόληση κατά τον καθορισμό του μισθού, της αρχαιότητας ή των προοπτικών προαγωγής. Ο καταγγέλλων είχε τοποθετηθεί στην προηγούμενη θέση μέσω του Coascit ή παρόμοιας οργάνωσης μόνο σε μία από τις υποθέσεις αυτές.
20. Στο πλαίσιο αυτό, δεν θεωρώ σκόπιμο να επιχειρηματολογήσω λεπτομερώς για την ακριβή νομική φύση του Coascit και των παρόμοιων οργανισμών. Δεν αμφισβητείται ότι το πρόσωπο το οποίο αφορά η μοναδική περίπτωση στην οποία εμπλέκεται το Coascit είχε εργασθεί σε δημόσιο σχολείο στη Γαλλία. Όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, το κρίσιμο στοιχείο είναι κατά τη γνώμη μου αυτό και όχι οι ειδικές περιστάσεις που οδήγησαν στην απασχόληση στη θέση αυτή.
Επί της ουσίας
21. Στις προσφυγές λόγω παραβάσεως κράτους μέλους αποτελεί σύνηθες φαινόμενο το οικείο κράτος μέλος να παρέχει στο Δικαστήριο κατανοητές πληροφορίες σχετικά με την ισχύουσα νομοθεσία του. Στην υπό κρίση υπόθεση, η κατάσταση στην Ιταλία δεν αποσαφηνίστηκε εξ ολοκλήρου ακόμη και μετά την επ’ ακροατηρίου συνεδρίαση.
22. Όσον αφορά τα πρόσωπα που απέκτησαν προηγούμενη επαγγελματική πείρα στον δημόσιο τομέα σε άλλο κράτος μέλος έχοντας συνάψει σύμβαση με οργανισμό όπως το Coascit, η Ιταλία επιμένει ότι δεν είναι υποχρεωμένη να αναγνωρίσει την πείρα αυτή. Όσον αφορά τα πρόσωπα που απέκτησαν την επαγγελματική πείρα κατά το διάστημα που απασχολούνταν ευθέως στον δημόσιο τομέα άλλου κράτους μέλους αφού είχαν προσληφθεί σύμφωνα με τους τοπικούς κανόνες που ίσχυαν για τις προσλήψεις στον δημόσιο τομέα, η νομική κατάσταση δεν διευκρινίσθηκε πλήρως. Αφενός, η Ιταλία τόνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συνεδρίαση ότι δυνάμει ενός νόμου του 2004 (10), τα πρόσωπα αυτά δεν είχαν διαφορετική μεταχείριση (γεγονός που φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι στο παρελθόν υφίσταντο διαφορετική μεταχείριση). Αφετέρου, η προηγούμενη δήλωσή της (επίσης κατά την επ’ ακροατηρίου συνεδρίαση) ότι «δεν απορρίπτει a priori τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη της την απασχόληση» στη Γαλλία δεν είναι καθόλου ενθαρρυντική.
23. Είναι προδήλως απογοητευτικό για το Δικαστήριο να έχει τόσο κακή πληροφόρηση σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Θεωρώ εν τούτοις ότι είναι δυνατό να λάβω θέση επί του ζητήματος στην υπόθεση αυτή. Φρονώ ότι μπορούμε να υποθέσουμε ότι η άποψη της Ιταλίας έχει κατ’ ουσίαν ως εξής: το να επιβάλει ένα κράτος μέλος Α, ως προϋπόθεση για την αναγνώριση προηγούμενης επαγγελματικής πείρας σε δημόσια υπηρεσία κράτους μέλους Β, να απασχολήθηκε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο κατόπιν επιτυχίας του σε γενικό διαγωνισμό στο κράτος μέλος Β δεν συνιστά διάκριση, κατά μείζονα λόγο μάλιστα όταν το κράτος μέλος Α (όπως φαίνεται να είναι η περίπτωση της Ιταλίας) δεν αναγνωρίζει την πείρα που αποκτήθηκε στον δικό του δημόσιο τομέα πριν από την επιτυχία σε γενικό διαγωνισμό κατόπιν του οποίου παρέχεται δικαίωμα εργασίας στον τομέα αυτό.
24. Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 39 ΕΚ (και κατά συνέπεια το άρθρο 7, παράγραφος 1) απαγορεύουν όχι μόνον τις προφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, αλλά και κάθε μορφή συγκεκαλυμμένης διακρίσεως η οποία, διά της εφαρμογής διαφορετικών κριτηρίων διαχωρισμού, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα. Μια διάταξη του εθνικού δικαίου πρέπει να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται εμμέσως δυσμενείς διακρίσεις, εφόσον μπορεί, από τη φύση της, να θίξει περισσότερο τους διακινούμενους εργαζομένους απ’ ό,τι τους ημεδαπούς εργαζομένους (και ενέχει, συνεπώς, τον κίνδυνο να θέσει σε δυσμενέστερη μοίρα ειδικά τους διακινούμενους εργαζομένους) και εφόσον δεν δικαιολογείται με αντικειμενικές εκτιμήσεις, ανεξάρτητες από την ιθαγένεια των ενδιαφερομένων και ανάλογες προς τον θεμιτώς επιδιωκόμενο από το εθνικό δίκαιο σκοπό (11).
25. Η άρνηση εκ μέρους ενός κράτους μέλους να αναγνωρίσει την απασχόληση στον δημόσιο τομέα άλλου κράτους μέλους μπορεί προδήλως να θίξει περισσότερο τους διακινούμενους εργαζομένους απ’ ό,τι τους ημεδαπούς εργαζομένους. Το μόνο ερώτημα που απομένει είναι αν η μη αναγνώριση είναι δικαιολογημένη.
26. Μολονότι η Ιταλία δεν θέτει το θέμα ειδικώς για να δικαιολογηθεί (όπως και δεν παραδέχεται –έστω και επικουρικώς– την παράβαση των υποχρεώσεών της), αναφέρεται όμως ειδικότερα στη σημασία που έχει να εξασφαλιστεί ότι η προηγούμενη επαγγελματική πείρα στον δημόσιο τομέα άλλου κράτους μέλους πρέπει να αναγνωρίζεται μόνον όταν το οικείο πρόσωπο απασχολήθηκε μετά την επιτυχία του σε γενικό διαγωνισμό. Για τον λόγο αυτό η Ιταλία αρνείται να λάβει υπόψη την πείρα που αποκτήθηκε από εργασία που πραγματοποιήθηκε κατόπιν συμβάσεως με το Coascit, δηλώνοντας κατά την επ’ ακροατηρίου συνεδρίαση ότι η πείρα αυτή δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τη διδασκαλία σε δημόσιο σχολείο διότι τα κριτήρια επιλογής ενδέχεται να είναι λιγότερο αυστηρά. Η πρόταση διατυπώθηκε με γενικούς όρους· ελάχιστες εξηγήσεις δόθηκαν όσον αφορά το ζήτημα γιατί θεωρείται, ή πρέπει να θεωρηθεί, ως ιδιαίτερα σημαντική η πλήρωση του κριτηρίου που έθεσα ανωτέρω ή γιατί η πλήρης μη αναγνώριση του χρόνου που συμπληρώθηκε ήταν εν πάση περιπτώσει σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
27. Δεν θεωρώ ότι ο παράγοντας αυτός αποτελεί παραδεκτό λόγο που δικαιολογεί τις διακρίσεις.
28. Γενικότερα, όλα τα κράτη μέλη δεν διενεργούν προσλήψεις στον δημόσιο τομέα μέσω γενικού διαγωνισμού. Οι διακρίσεις στο πλαίσιο αυτό μπορούν να αποφευχθούν μόνον αν λαμβάνονται προσηκόντως υπόψη οι περίοδοι απασχόλησης στον δημόσιο τομέα άλλου κράτους μέλους του προσώπου που προσλήφθηκε σύμφωνα με τις τοπικές προϋποθέσεις (όποιες κι αν είναι αυτές).
29. Ειδικότερα, ακόμη και αν (όπως προφανώς συμβαίνει στην υπόθεση Coascit) ένα πρόσωπο απασχολείται στον δημόσιο τομέα άλλου κράτους μέλους υπό προϋποθέσεις διαφορετικές από εκείνες που ισχύουν σε άλλη περίπτωση (π.χ., με σύμβαση που συνήφθη με εξωτερικό οργανισμό και όχι μετά από επιτυχία σε γενικό διαγωνισμό), η απόλυτη άρνηση συνεκτιμήσεως αυτής της επαγγελματικής πείρας σημαίνει ότι η Ιταλία θεωρεί ότι η πείρα αυτή που αποκτήθηκε στον δημόσιο τομέα άλλου κράτους μέλους πριν την επιτυχία σε γενικό διαγωνισμό για τον ιταλικό δημόσιο τομέα δεν έχει καμία αξία όποια σχέση και αν έχει με τη μεταγενέστερη απασχόληση. Δεν αντιλαμβάνομαι με ποιον τρόπο η προσέγγιση αυτή μπορεί να αποτελέσει νόμιμη δικαιολογία της δυσμενούς μεταχειρίσεως.
30. Σε προηγούμενες υποθέσεις, οι προσπάθειες που έγιναν από κράτη μέλη να προβάλουν παρόμοιες διαφορές μεταξύ του δικού τους «πολιτισμού» και του «πολιτισμού» άλλου κράτους μέλους δεν ευδοκίμησαν.
31. Έτσι, στην υπόθεση Österreichischer Gewerkschaftsbund (12) το Δικαστήριο εξέτασε αν η διαφορετική μεταχείριση που εφάρμοζε η Αυστρία όσον αφορά τις προγενέστερες περιόδους εργασίας που συμπληρώθηκαν στον δημόσιο τομέα άλλου κράτους μέλους μπορούσε να δικαιολογηθεί από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος. Η Αυστρία είχε υποστηρίξει ότι οι δημόσιες υπηρεσίες των κρατών μελών δεν έχουν αναπτύξει μεταξύ τους τόσο στενούς δεσμούς, όπως οι δεσμοί που έχουν δημιουργηθεί μεταξύ των αυστριακών οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, και παρουσιάζουν τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«[…] οι διαφορές μεταξύ των δημοσίων υπηρεσιών της Αυστρίας και των δημοσίων υπηρεσιών των άλλων κρατών μελών δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη διαφορετικών προϋποθέσεων συνυπολογισμού των περιόδων προϋπηρεσίας. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να εξηγηθεί, ενόψει των διαφορών αυτών, για ποιο λόγο οι περίοδοι που έχουν συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος και όχι στη Δημοκρατία της Αυστρίας πρέπει να έχουν ιδιαίτερη σημασία για την άσκηση των καθηκόντων του ενδιαφερομένου, ενώ η προϋπόθεση αυτή δεν απαιτείται σχετικά με τις περιόδους απασχολήσεως που έχουν συμπληρωθεί στην Αυστρία» (13).
32. Ομοίως, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδας (14), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, αν το κράτος μέλος θεωρεί ότι υπάρχουν πρακτικές δυσχέρειες προκειμένου να καθοριστεί αν μία θέση σε άλλο κράτος μέλος ισοδυναμεί με θέση στην ελληνική δημόσια διοίκηση, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη μισθολογική εξέλιξη του εργαζομένου και τη χορήγηση χρονοεπιδόματος, αυτό δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την άρνησή του να προβεί στον καθορισμό αυτό. Στο οικείο κράτος μέλος εναπόκειται να προβεί στη σύγκριση αυτή (15).
33. Τέλος, στην υπόθεση C-278/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας (16) η Επιτροπή τόνισε την ύπαρξη διακρίσεων στις προϋποθέσεις προσλήψεως στις ιταλικές δημόσιες υπηρεσίες, ειδικότερα δε στην περίπτωση εκείνη της δημόσιας εκπαίδευσης. Προκειμένου για την πρόσληψη εκπαιδευτικών από διαρκούς ισχύος εφεδρικό πίνακα, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αρνείται ότι υφίσταται διαφορά μεταχειρίσεως αναλόγως του αν η εκπαιδευτική δραστηριότητα είχε ασκηθεί στην Ιταλία ή σε άλλα κράτη μέλη. Υποστήριξε εντούτοις ότι αυτή η διαφορά είναι δικαιολογημένη καθόσον η διδασκαλία στην αλλοδαπή γίνεται βάσει διαφορετικών κειμένων και προγραμμάτων και έχει διαφορετικό περιεχόμενο από αυτά που προβλέπονται στην Ιταλία και, συνεπώς, δεν πληροί την προϋπόθεση της «ειδικότητας» που προβλέπει η ιταλική νομοθεσία και η οποία παρέχει δικαίωμα στη χορήγηση προσθέτων μορίων στο πλαίσιο της διαδικασίας προσλήψεως (17).
34. Το Δικαστήριο έκρινε ότι «η απόλυτη άρνηση λήψεως υπόψη της πείρας που έχει αποκτηθεί χάρη σε δραστηριότητες διδασκαλίας ασκηθείσες εντός άλλων κρατών μελών, άρνηση η οποία στηρίζεται στην ύπαρξη διαφορών μεταξύ των εκπαιδευτικών προγραμμάτων των εν λόγω κρατών, δεν δικαιολογείται. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μια ειδική διδακτική πείρα όπως αυτή την οποία απαιτεί η ιταλική νομοθεσία […] να μπορεί να αποκτηθεί και εντός άλλων κρατών μελών» (18).
35. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να μην γίνει δεκτή η ίδια άποψη όσον αφορά την απόλυτη άρνηση της Ιταλίας να λάβει υπόψη την πείρα που αποκτήθηκε στον δημόσιο τομέα άλλων κρατών μελών από πρόσωπο που δεν προσελήφθη κατόπιν επιτυχίας σε γενικό διαγωνισμό που θα του επέτρεπε να εργαστεί στον τομέα αυτό.
36. Άμεση συνέπεια αυτού αποτελεί, σαφώς, το ότι ένα κράτος μέλος που μπορεί να αποδείξει ότι υφίστανται πράγματι σημαντικές διαφορές μεταξύ της εμφανώς ισοδύναμης πείρας που αποκτήθηκε στον δημόσιο τομέα άλλου κράτους μέλους –είτε επειδή το οικείο πρόσωπο απασχολήθηκε έμμεσα στον τομέα αυτό είτε επειδή δεν είχε προσληφθεί κατόπιν γενικού διαγωνισμού ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο– θα μπορούσε δικαιολογημένα να συνεκτιμήσει κατ’ αναλογία σε μικρότερο βαθμό την πείρα αυτή κατά τον καθορισμό της αμοιβής, του βαθμού ή των προοπτικών προαγωγής (19).
37. Κατόπιν τούτου, η Ιταλία δεν φαίνεται να υιοθετεί την άποψη αυτή. Εξάλλου δεν προέβαλε καμία άλλη δικαιολογία.
38. Επομένως, προτείνω να γίνουν δεκτά τα αιτήματα της Επιτροπής όσον αφορά την ουσία της προσφυγής της.
Άρθρο 10 ΕΚ
39. Έχει γίνει δεκτό κατά πάγια νομολογία ότι ενώ, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, εναπόκειται στην Επιτροπή να προσκομίσει στο Δικαστήριο τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για να μπορέσει το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η υποχρέωση δεν εκπληρώθηκε, εντούτοις τα κράτη μέλη υποχρεούνται, επίσης, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκτέλεση της αποστολής της. Η αποστολή αυτή συνίσταται ιδίως, σύμφωνα με το άρθρο 211 ΕΚ, στη μέριμνα για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα κοινοτικά όργανα. Η ενημέρωση της Επιτροπής στην οποία οφείλουν να προβαίνουν τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σαφής και επακριβής. Πρέπει να απαριθμούνται με σαφήνεια τα νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα μέσω των οποίων το κράτος μέλος θεωρεί ότι εκπλήρωσε τις ποικίλες υποχρεώσεις που του επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία. Ελλείψει μιας τέτοιας ενημερώσεως, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να εξετάσει αν το οικείο κράτος μέλος εφάρμοσε πράγματι και πλήρως την κοινοτική νομοθεσία. Η εκ μέρους κράτους μέλους παράλειψη εκπληρώσεως αυτής της υποχρεώσεως, είτε ελλείψει κάθε ενημερώσεως ή διά της παροχής ενημερώσεως που δεν είναι αρκούντως σαφής και ακριβής, μπορεί να δικαιολογήσει, αυτή καθεαυτή, την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 226 EΚ για τη διαπίστωση της συγκεκριμένης παραβάσεως (20).
40. Εξέθεσα ανωτέρω στις προτάσεις μου το ιστορικό της (σχεδόν εξ ολοκλήρου μονομερούς) αλληλογραφίας μεταξύ της Επιτροπής και της Ιταλίας που κατέληξε στην παρούσα διαδικασία, και την επακόλουθη πορεία της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου (21). Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί περιπτώσεις στις οποίες η έλλειψη της αρμόζουσας συνεργασίας εκ μέρους κράτους μέλους έχει αποδειχθεί σαφέστερα. Κατά συνέπεια, είμαι πεπεισμένος ότι το αίτημα της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ είναι βάσιμο (22).
Πρόταση
41. Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ως εξής:
«1) Η Ιταλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας υπόψη την επαγγελματική πείρα και την αρχαιότητα που έχει αποκτήσει εργαζόμενος στον δημόσιο τομέα άλλου κράτους μέλους ο οποίος απασχολήθηκε στη συνέχεια στον ιταλικό δημόσιο τομέα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 39 ΕΚ και από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
2) Η Ιταλική Δημοκρατία, αρνούμενη επιμόνως να συνεργαστεί με την Επιτροπή τόσο κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία όσο και κατά τη διαδικασία δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 ΕΚ.
3) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ, αγγλική ειδική έκδοση, 1968(II), σ. 475).
3 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 1998, C-15/96, Schöning-Κουγεβετοπούλου (Συλλογή 1998, σ. I-47), της 12ης Μαρτίου 1998, C-187/96, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1998, σ. I-1095), και της 30ής Νοεμβρίου 2000, C-195/98, Österreichischer Gewerkschaftsbund (Συλλογή 2000, σ. I-10497).
4 – Η Επιτροπή παραπέμπει στις αποφάσεις που παρατίθενται στην υποσημείωση 3 των προτάσεών μου.
5 – Προεδρικό διάταγμα 18 της 5ης Ιανουαρίου 1967· νόμοι 153/1971, 70/1975 της 20ής Μαρτίου 1975, 232/1980 της 22ας Μαΐου 1980, 205/1985 και 286/2003 της 23ης Οκτωβρίου 2003· νομοθετικά διατάγματα 300 της 30ής Ιουλίου 1999 και 165 της 30ής Μαρτίου 2001· γνώμη του Consiglio di Stato 651/78 της 20ής Φεβρουαρίου 1980· απόφαση του Consiglio di Stato 411 της 22ας Απριλίου 1980 και απόφαση του Corte di Cassazione 5716 της 12ης Ιουνίου 1990
6 – Προεδρικά διατάγματα 370/1970 της 19ης Ιουνίου 1970, 1092/1973 της 29ης Δεκεμβρίου 1973, 417/1974 της 31ης Μαΐου 1974 και 133/1988 της 11ης Μαρτίου 1988, μαζί με την εθνική συλλογική σύμβαση της 24ης Ιουλίου 2003.
7 – Αποφάσεις 233/1988 της 24ης Φεβρουαρίου 1988 και 973/1988 της 11ης Οκτωβρίου 1988, αμφότερες του Corte Costituzionale.
8 – Αποφάσεις 297 της 16ης Απριλίου 1994 και 97 της 7ης Απριλίου 2004.
9 – Οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν: δύο Γερμανούς που είχαν διδάξει σε δημόσια σχολεία στη Γερμανία, έναν Ιταλό που είχε διδάξει σε δημόσιο σχολείο στη Γαλλία δυνάμει συμβάσεως με το Coascit, έναν Έλληνα που είχε διδάξει σε δημόσιο σχολείο στην Ελλάδα, έναν Ιταλό ιατρό που είχε εργαστεί σε δημόσια νοσοκομεία της Γερμανίας και της Γαλλίας και έναν Ιταλό που είχε διδάξει σε πανεπιστήμιο και σε δημόσιο σχολείο της Γαλλίας.
10 – Νόμος 143/2004 της 4ης Ιουνίου 2004 ή πιθανόν νομοθετικό διάταγμα 97/2004, της 7ης Απριλίου 2004.
11 – Απόφαση της 23ης Μαΐου 1996, C-237/94, O’Flynn (Συλλογή 1996, σ. I-2617, σκέψεις 17, 19 και 20).
12 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 3.
13 – Σκέψη 48.
14 – Παρατίθεται στην υποσημείωση 3.
15 – Σκέψη 22. Βλ. επίσης το σημείο 27 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo, ο οποίος παραθέτει το σημείο 30 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1994, C-419/92, Scholz (Συλλογή 1994, σ. I-505): «Όσο για τις δυσχέρειες συγκρίσεως μεταξύ του καθεστώτος υπό το οποίο παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες στην αλλοδαπή και του καθεστώτος υπό το οποίο οι ίδιες ή παρόμοιες υπηρεσίες παρέχονται στην Ελλάδα, πρόκειται για πρακτικό ζήτημα, που δεν μπορεί να επηρεάσει την εφαρμογή της αρχής ότι οι κοινοτικοί υπήκοοι δεν πρέπει να υφίστανται διακρίσεις λόγω ιθαγενείας στον τομέα της απασχολήσεως. Ενδεχόμενη αμφιβολία ως προς την αντιστοιχία μεταξύ του ενός και του άλλου καθεστώτος μπορεί ευχερώς να αρθεί βάσει πιστοποιητικών χορηγουμένων από τον εργοδότη ή από τις οικείες προξενικές αρχές.»
16 – Συλλογή 2005, σ. I-3747.
17 – Βλ. σκέψη 12 της αποφάσεως.
18 – Σκέψη 18. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ιταλία, λαμβάνοντας υπόψη ή, τουλάχιστον, μη λαμβάνοντας υπόψη κατά τον ίδιο τρόπο, προκειμένου να επιτρέψει τη συμμετοχή κοινοτικών υπηκόων στους διαγωνισμούς για την πρόσληψη διδακτικού προσωπικού στα σχολεία αυτά, την επαγγελματική πείρα την οποία οι εν λόγω κοινοτικοί υπήκοοι έχουν αποκτήσει στο πλαίσιο δραστηριοτήτων διδασκαλίας αναλόγως του αν οι δραστηριότητες αυτές είχαν ασκηθεί εντός της ιταλικής επικράτειας ή εντός άλλων κρατών μελών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 39 ΕΚ.
19 – Ο γενικός εισαγγελέας Jacobs εξέφρασε την ίδια άποψη με το σημείο 25 των προτάσεών του στην υπόθεση Scholz, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15.
20 – Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2005, C-456/03 Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2005, σ. I-5335, σκέψεις 26 και 27, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
21 – Βλ. σημεία 5 έως 10. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η έλλειψη συνεργασίας ενός κράτους μέλους η οποία συνεχίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελεί ιδιαιτέρως σοβαρή παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ: απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1998, C-272/86, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1988, σ. Ι-4875, σκέψη 31).
22 – Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή δεν διατύπωσε χωριστό αίτημα περί καταδίκης της Ιταλίας για παράβαση του άρθρου 10 ΕΚ ούτε περιέλαβε στο δικόγραφο της προσφυγής της διευκρινίσεις όσον αφορά τη συμπεριφορά που θεμελιώνει την παράβαση αυτή. Δεν είναι αναγκαίο όμως –αν και ευκταίο– να το πράξει αυτό η Επιτροπή: βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-35/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1990, σ. I-3125), όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ (όπως είχε τότε) παρά την ύπαρξη παρόμοιων ελλείψεων στο δικόγραφο της Επιτροπής (βλ. σημεία 56 έως 58 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Mischo) καθώς και την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991, C-33/90, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1991, σ. I-5989) (βλ. σημείο 26 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Darmon).
Full & Egal Universal Law Academy