ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 2ας Φεβρουαρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-406/04
Gérald De Cuyper
κατά
Office national de l’emploi
[αίτηση του Tribunal du Travail de Bruxelles (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ερμηνεία των άρθρων 17 ΕΚ και 18 ΕΚ, περί ιθαγένειας της Ένωσης, λαμβανομένης υπόψη εθνικής διατάξεως η οποία εξαρτά τη χορήγηση επιδομάτων ανεργίας από την προϋπόθεση κατοικίας και πραγματικής διαμονής του δικαιούχου στο έδαφος του κράτους μέλους»
I – Εισαγωγή
1. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, το Tribunal du Travail de Bruxelles υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 EΚ, με την οποία ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν εθνική κανονιστική ρύθμιση επιβάλλουσα ως προϋπόθεση για τη χορήγηση επιδομάτων την κατοικία εντός του οικείου κράτους συνιστά εμπόδιο στην άσκηση των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής εντός των κρατών μελών, τα οποία απονέμουν στους πολίτες της Ένωσης τα άρθρα 17 ΕΚ και 18 ΕΚ, όταν ο αιτών είναι άνεργος ο οποίος έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση να είναι διαθέσιμος προς εργασία.
2. Στο πλαίσιο του ερωτήματος αυτού ανακύπτει καταρχάς το ζήτημα του χαρακτηρισμού των επιδομάτων από πλευράς κοινοτικού δικαίου.
3. Κατόπιν του χαρακτηρισμού αυτού, το κύριο ζήτημα που απομένει προς εξέταση είναι η δυνατότητα λήψεως του επιδόματος στην αλλοδαπή κατ’ εφαρμογήν των κοινοτικών κανόνων περί κοινωνικής ασφαλίσεως.
II – Η κανονιστική ρύθμιση
4. Τα άρθρα 17 ΕΚ και 18 ΕΚ ορίζουν τα εξής:
«Άρθρο 17
1. Θεσπίζεται ιθαγένεια της Ένωσης. Πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους. [...]
2. Οι πολίτες της Ένωσης έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από την παρούσα Συνθήκη.
Άρθρο 18
1. Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της.
[...]»
5. Το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 (2) ορίζει τα εξής:
«1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται, στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση, αν έχει καταστεί άνεργος.
2. Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους».
6. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 αφορά την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων που διακινούνται εντός της Κοινότητας (3).
7. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, περίπτωση i, του εν λόγω κανονισμού, ως «εργαζόμενος» νοείται κάθε πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο, σε υποχρεωτική ή προαιρετική βάση, κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που καλύπτονται από τους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως μισθωτών ή αυτοαπασχολουμένων.
8. Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά το άρθρο 1, στοιχείο ιε΄, του εν λόγω κανονισμού, ως «αρμόδιος φορέας» νοείται ο φορέας στον οποίο είναι ασφαλισμένος ο εργαζόμενος κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως χορηγήσεως επιδόματος.
9. Ως «αρμόδιο κράτος» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα του ο αρμόδιος φορέας (4).
10. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής:
«Εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, οι συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθενείας και τα επιδόματα θανάτου που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο, όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης.
[...]»
11. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408//71 ορίζει τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
[...]
γ) παροχές γήρατος·
[...]
ζ) παροχές ανεργίας·
[...]».
12. Το κεφάλαιο 6 του τίτλου III του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για τα επιδόματα ανεργίας.
13. Το τμήμα 2 του κεφαλαίου 6 περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τους ανέργους που μεταβαίνουν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος. Το άρθρο 69 του τμήματος 2 απονέμει στους ανέργους που μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος προς αναζήτηση εργασίας περιορισμένο δικαίωμα προς λήψη παροχών ανεργίας.
14. Το τμήμα 3 του κεφαλαίου 6 περιλαμβάνει κανόνες για τους ανέργους οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της τελευταίας τους απασχολήσεως, κατοικούσαν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος. Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του τμήματος 3 αφορά το δικαίωμα λήψεως παροχών που χορηγείται σε μεθοριακούς εργαζομένους οι οποίοι είναι προσωρινώς, εν μέρει ή πλήρως άνεργοι. Το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του τμήματος 3 αφορά το αντίστοιχο δικαίωμα ανέργων, πλην των μεθοριακών εργαζομένων, οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της τελευταίας τους απασχολήσεως, κατοικούσαν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος.
III – Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
15. Το άρθρο 66, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991 (5), το οποίο περιλαμβάνει διατάξεις για την ανεργία, ορίζει τα εξής:
«Προκειμένου να του αναγνωρισθεί δικαίωμα προς λήψη παροχών, ο άνεργος πρέπει να έχει την κατοικία του στο Βέλγιο και να διαμένει πραγματικά στο Βέλγιο.
Ο υπουργός ορίζει, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της επιτροπής διαχειρίσεως, τις περιπτώσεις και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα επιδόματα ανεργίας χορηγούνται σε άνεργο που δεν διαμένει πραγματικά στο Βέλγιο.»
16. Οι εξαιρέσεις από τον όρο περί κατοικίας και πραγματικής διαμονής στο Βέλγιο, τις οποίες μπορεί να καθορίζει ο υπουργός, ορίζονται στο άρθρο 39 της υπουργικής αποφάσεως της 26ης Νοεμβρίου 1991, περί εφαρμογής των κανονιστικών ρυθμίσεων περί ανεργίας, το οποίο προβλέπει τέσσερις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες η προσωρινή διαμονή σύντομης διάρκειας, ήτοι διάρκειας που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις εβδομάδες, δεν αποκλείει τη χορήγηση επιδομάτων.
17. Το άρθρο 89, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991, όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 22ας Νοεμβρίου 1995 (6), ορίζει ότι ο πλήρως άνεργος που έχει συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας του μπορεί να απαλλαγεί, κατόπιν αιτήσεώς του, από ορισμένες υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι διατάξεις του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991, εάν κατά τα δύο τελευταία έτη που προηγούνται της υποβολής της αιτήσεως έχει λάβει τουλάχιστον 312 φορές επιδόματα πλήρους ανεργίας. Μεταξύ των υποχρεώσεων αυτών περιλαμβάνεται η υποχρέωση να είναι διαθέσιμος προς εργασία και να αποδέχεται κάθε κατάλληλη θέση εργασίας, η υποχρέωση αυτοπρόσωπης εμφανίσεως στην οικεία υπηρεσία απασχολήσεως ή η υποχρέωση υποβολής σε σύστημα ελέγχου, καθώς και η υποχρέωση εγγραφής στους πίνακες ανέργων.
18. Το άρθρο 89 τροποποιήθηκε προσφάτως με το βασιλικό διάταγμα της 27ης Μαΐου 2002 (7), το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2002. Κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, η απαλλαγή των ηλικιωμένων ανέργων από τις υποχρεώσεις που προβλέπει το βασιλικό διάταγμα της 25ης Νοεμβρίου 1991 διαβαθμίζεται αναλόγως της συμπληρώσεως του πεντηκοστού ή του πεντηκοστού όγδοου έτους ηλικίας. Συγκεκριμένα, οι άνεργοι μεταξύ πενήντα και πενήντα οκτώ ετών μπορούν να απαλλάσσονται από ορισμένες υποχρεώσεις, όχι όμως από την υποχρέωση να είναι διαθέσιμοι προς εργασία και να αποδέχονται κάθε κατάλληλη θέση εργασίας, από την υποχρέωση αυτοπρόσωπης εμφανίσεως στην οικεία υπηρεσία απασχολήσεως ή την υποχρέωση υποβολής σε σύστημα ελέγχου, καθώς και από την υποχρέωση εγγραφής στους πίνακες ανέργων. Αντιθέτως, οι άνεργοι άνω των πενήντα ετών απαλλάσσονται, πέραν άλλων υποχρεώσεων, και από τις ανωτέρω τρεις υποχρεώσεις.
IV – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου
19. Ο G. De Cuyper είναι Βέλγος υπήκοος, γεννηθείς το 1942. Το 1997 του αναγνωρίστηκε το δικαίωμα επιδόματος ανεργίας βάσει της εργασίας που είχε προηγουμένως παράσχει εντός του Βελγίου.
20. Το 1998, δυνάμει του άρθρου 89, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991, ο G. De Cuyper απαλλάχθηκε από την υποχρέωση υποβολής του στις διαδικασίες έλεγχου των δημοτικών αρχών. Η απαλλαγή αυτή είχε για τον G. De Cuyper τις ακόλουθες συνέπειες:
– σε περίπτωση ασκήσεως δευτερεύουσας δραστηριότητας, δεν ήταν υποχρεωμένος να αποδείξει ότι είχε ασκήσει ήδη τη δραστηριότητα αυτή κατά το διάστημα των τριών μηνών προ της υποβολής της αιτήσεως χορηγήσεως των επιδομάτων, όταν εργαζόταν ως μισθωτός·
– δεν είχε πλέον την υποχρέωση να είναι διαθέσιμος προς εργασία και να αποδέχεται κάθε κατάλληλη θέση εργασίας, ούτε να εμφανίζεται στην υπηρεσία απασχολήσεως ή να υποβάλλεται σε διαδικασίες ελέγχου·
– μπορούσε να ασκεί για λογαριασμό του και χωρίς να σκοπεί στο κέρδος κάθε δραστηριότητα σχετική με ίδια περιουσιακά στοιχεία·
– απαλλασσόταν από την υποχρέωση να δηλώνεται ως αναζητών εργασία.
21. Σε δήλωση της προσωπικής και οικογενειακής καταστάσεώς του την οποία υπέβαλε τον Δεκέμβριο του 1999, ο G. De Cuyper δήλωσε ότι ήταν άγαμος και ότι κατοικούσε στις Βρυξέλλες.
22. Κατόπιν του συνήθους ελέγχου που διενήργησε τον Απρίλιο του 2000 προς επαλήθευση της ακρίβειας των δηλώσεων του αιτούντος, το National Employment Office [εθνική υπηρεσία απασχολήσεως] (στο εξής: ΟΝΕΜ) κάλεσε τον G. De Cuyper σε προσωπική ακρόαση στις Βρυξέλλες, προκειμένου να εξακριβώσει την οικογενειακή του κατάσταση, πρόσκληση στην οποία ο G. De Cuyper ανταποκρίθηκε. Ενώπιον των υπηρεσιών του ΟΝΕΜ ο G. De Cuyper δήλωσε ότι από τον Ιανουάριο του 1999 κατοικούσε στη νότια Γαλλία. Συγκεκριμένα, είχε αγοράσει εκεί ένα πλοίο, το οποίο είχε μετατρέψει σε κατοικία.
23. Ο G. De Cuyper αναγνώρισε ότι επέστρεφε στο Βέλγιο, όπου διέμενε σε επιπλωμένο δωμάτιο, περίπου κάθε τρεις μήνες και ότι δεν είχε ενημερώσει το ONEM για τη μεταβολή των συνθηκών ζωής του.
24. Κατόπιν των ελέγχων του, το ΟΝΕΜ κατέληξε ότι ο G. De Cuyper διέμενε στη Γαλλία με φιλικό του πρόσωπο το οποίο είχε συνταξιοδοτηθεί.
25. Ο G. De Cuyper δεν παρέστη σε ακρόαση τον Ιούλιο του 2000, στην οποία κλήθηκε προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του προς υπεράσπιση της θέσεώς του.
26. Τον Σεπτέμβριο του 2000 το ΟΝΕΜ κοινοποίησε στον G. De Cuyper την απόφασή του περί παύσεως χορηγήσεως των επιδομάτων ανεργίας, με αναδρομική ισχύ από το 1999, για τον λόγο ότι αυτός δεν πληρούσε την προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής στο Βέλγιο, την πλήρωση της οποίας επιβάλλει το άρθρο 66 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991 (στο εξής: προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής).
27. Ο G. De Cuyper προσέβαλε στην απόφαση αυτή ενώπιον του Tribunal du Travail de Bruxelles.
28. Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, από τα προσκομισθέντα ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στοιχεία προκύπτει με σαφήνεια ότι ο G. De Cuyper δεν δύναται να επικαλείται τις εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 39 της υπουργικής αποφάσεως της 26ης Νοεμβρίου 1991 και, συνεπώς, οφείλει να πληροί την προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής.
29. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunal du Travail υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Συνιστά εμπόδιο στην άσκηση των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, που απονέμουν σε κάθε Ευρωπαίο πολίτη τα άρθρα 17 και 18 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η υποχρέωση κατοικίας και πραγματικής διαμονής στο Βέλγιο, η εκπλήρωση της οποίας αποτελεί, κατά το άρθρο 66 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991, περί ρυθμίσεως των ζητημάτων ανεργίας, προϋπόθεση για τη χορήγηση των επιδομάτων και την οποία υπέχει άνεργος άνω των 50 ετών, ο οποίος έχει απαλλαγεί, δυνάμει του άρθρου 89 του ως άνω διατάγματος, από την υποχρέωση να εμφανίζεται στην αρμόδια υπηρεσία και, ως εκ τούτου, από την υποχρέωση να είναι διαθέσιμος προς εργασία;
Είναι η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής εντός του αρμόδιου για τη χορήγηση των επιδομάτων ανεργίας κράτους, την οποία επιβάλλει το εθνικό δίκαιο για τις ανάγκες του ελέγχου τηρήσεως των νομίμων προϋποθέσεων χορηγήσεως παροχών ανεργίας, σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία πρέπει να τηρείται υποχρεωτικά κατά την επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος, καθόσον η προϋπόθεση αυτή συνιστά περιορισμό στην άσκηση των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής που απονέμουν σε κάθε Ευρωπαίο πολίτη τα άρθρα 17 και 18 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας;
Έχει η προϋπόθεση αυτή ως συνέπεια την εισαγωγή διακρίσεων μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών υπηκόων του αρμόδιου για τη χορήγηση των επιδομάτων ανεργίας κράτους, δεδομένου ότι αφενός επιτρέπει τη χορήγηση των επιδομάτων σε όσους δεν ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, το οποίο απονέμουν σε όλους τους πολίτες της Ένωσης τα άρθρα 17 και 18 της Συνθήκης, και αφετέρου δεν επιτρέπει τη χορήγησή τους σε όσους ασκούν το δικαίωμα αυτό, με το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που συνεπάγεται ο περιορισμός αυτός;
30. Ο G. De Cuyper, το ONEM, η Επιτροπή, το Βέλγιο, η Γαλλία και η Γερμανία υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις και παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Η Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο υπέβαλαν παρατηρήσεις μόνον κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
V – Τα υποβληθέντα ερωτήματα
31. Το Tribunal du Travail ερωτά κατ’ ουσίαν αν η προϋπόθεση κατοικίας και πραγματικής διαμονής, ο οποίος επιβάλλεται ως προϋπόθεση για τη χορήγηση επιδόματος ανεργίας σε ανέργους άνω των 50 ετών που έχουν απαλλαγεί, μεταξύ άλλων, από την υποχρέωση να είναι διαθέσιμοι προς εργασία, συνιστά αντίθετο προς τα άρθρα 17 ΕΚ και 18 ΕΚ περιορισμό του δικαιώματος των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα εντός της Κοινότητας.
32. Προκειμένου να καθοριστούν οι εφαρμοστέοι εν προκειμένω κανόνες του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να εξετασθεί το ζήτημα του χαρακτηρισμού του επιδόματος που χορηγείται σε ανέργους άνω των 50 ετών οι οποίοι, δυνάμει εθνικών διατάξεων περί χορηγήσεως επιδομάτων ανεργίας, έχουν απαλλαγεί, μεταξύ άλλων, από την υποχρέωση να είναι διαθέσιμοι προς εργασία (στο εξής: επίδομα ή επίδικο επίδομα).
Χαρακτήρας του επιδόματος
33. Ο G. De Cuyper, το ONEM, το Βέλγιο, η Γαλλία και η Γερμανία υποστηρίζουν ότι το επίδικο επίδομα αποτελεί παροχή ανεργίας κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Η Επιτροπή υποστηρίζει την αντίθετη άποψη.
34. Όπως μπορεί να συναχθεί με σαφήνεια, εν αντιθέσει προς την άποψη της Επιτροπής, το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση.
35. Όπως υποστήριξε το Ηνωμένο Βασίλειο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η διάταξη αυτή απονέμει στον εργαζόμενο υπήκοο κράτους μέλους το δικαίωμα να απολαύει εντός άλλου κράτους μέλους των ίδιων κοινωνικών παροχών και φορολογικών ελαφρύνσεων που απολαύουν οι υπήκοοι του εν λόγω κράτους μέλους.
36. Αντιθέτως, ο G. De Cuyper επιδιώκει μεταχείριση όμοια με αυτήν των υπηκόων που κατοικούν στο κράτος μέλος του οποίου είναι και ο ίδιος υπήκοος.
37. Το επίδικο επίδομα δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
38. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η αναγνώριση του δικαιώματος επιδόματος ανεργίας προϋποθέτει ότι ο άνεργος τίθεται στη διάθεση της υπηρεσίας απασχολήσεως στην οποία έχει δηλωθεί. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο G. De Cuyper έχει απαλλαγεί από την εν λόγω υποχρέωση βάσει του άρθρου 89 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991.
39. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της η Επιτροπή υποστήριξε ότι το επίδομα που ζητεί ο G. De Cuyper θα μπορούσε να θεωρηθεί παροχή «πρόωρης συνταξιοδοτήσεως». Εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε ότι το επίδικο επίδομα μπορούσε να μη θεωρηθεί κατ’ ανάγκη παροχή πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, αλλά παροχή sui generis. Κατά την Επιτροπή, εν πάση περιπτώσει, το επίδομα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
40. Προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση Otte (8), με την οποία το Δικαστήριο διέκρινε τις παροχές ανεργίας κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71 από τα βοηθήματα λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων, τα οποία χορηγούνταν υπό τη μορφή μη υποχρεωτικών ενισχύσεων σε ηλικιωμένους εργαζομένους ορυχείων –οι οποίοι κατέστησαν άνεργοι λόγω της αναδιαρθρώσεως της γερμανικής βιομηχανίας ανθρακωρυχείων– (9) από τον χρόνο απολύσεώς τους έως τον χρόνο κατά τον οποίο θα συμπλήρωναν το έτος της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Η Επιτροπή τονίζει ότι οι δικαιούχοι των εν λόγω βοηθημάτων δεν υποχρεούνταν να δηλώνονται ως αναζητούντες εργασία ή να παραμένουν διαθέσιμοι προς εργασία –υποχρεώσεις από τις οποίες έχει απαλλαγεί και ο G. De Cuyper δυνάμει του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι με την απόφαση Otte το Δικαστήριο έκρινε ότι οι όροι χορηγήσεως τέτοιων βοηθημάτων, οι οποίοι απορρέουν από τον συνδεόμενο με την πολιτική απασχολήσεως σκοπό, ιδίως δε η εξαίρεση των απολυθέντων εργαζομένων από τον τομέα της ασφαλίσεως ανεργίας, διαφέρουν σαφώς από εκείνους που χαρακτηρίζουν μια παροχή ανεργίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, του κανονισμού 1408/71 (10).
41. Είναι αληθές ότι το βοήθημα που αφορά η υπόθεση Otte παρουσιάζει ομοιότητες με το χορηγούμενο στον G. De Cuyper επίδομα, καθόσον ο αιτών έχει απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις να δηλώνεται ως αναζητών εργασία και να είναι διαθέσιμος προς εργασία.
42. Το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων της υποθέσεως Otte πρέπει να αντιμετωπίζεται εντός του πλαισίου των συγκεκριμένων περιστάσεων ως επίδομα χορηγούμενο στους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρακωρύχους, οι οποίοι οδηγήθηκαν σε ανεργία λόγω αναδιαρθρώσεως της γερμανικής βιομηχανίας ανθρακωρυχείων. Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρωταρχικός σκοπός του βοηθήματος αυτού ήταν η εξασφάλιση ορισμένου εισοδήματος στους ανθρακωρύχους που είχαν απολυθεί κατόπιν μέτρου ορθολογικής οργανώσεως της παραγωγής και «η εξαίρεσή τους από τον τομέα της ασφαλίσεως ανεργίας» (11).
43. Οι περιστάσεις της ως άνω υποθέσεως είναι σαφώς διαφορετικές από τις συνθήκες υπό τις οποίες ζήτησε τη χορήγηση επιδόματος ο G. De Cuyper.
44. Το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων διακρίνεται από το επίδομα της υπό κρίση υποθέσεως και για άλλους λόγους. Το εν λόγω βοήθημα χορηγούνταν σε άνεργο που θα πληρούσε εντός ολίγου χρόνου τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος (12). Ο δικαιούχος του βοηθήματος αυτού δεν είχε την υποχρέωση να απέχει από την άσκηση δραστηριότητας μισθωτού ή αυτοαπασχολούμενου αποφέρουσας εισόδημα που υπερέβαινε ένα συγκεκριμένο όριο, ενώ στην υπό κρίση υπόθεση ο άνεργος δύναται να ασκεί μόνο δραστηριότητα που σχετίζεται με ιδία περιουσία, για δικό του λογαριασμό και χωρίς να επιδιώκει το κέρδος, σύμφωνα με το άρθρο 25, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991.
45. Eπιπλέον, το γεγονός ότι το επίδικο επίδομα παρουσιάζει ελάχιστες ομοιότητες με παροχή γήρατος ενισχύει την άποψη ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί επίδομα πρόωρης συνταξιοδοτήσεως.
46. Ως παροχές γήρατος έχουν θεωρηθεί παροχές με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: παροχές χορηγούμενες σε ηλικιωμένους υπηκόους του κράτους μέλους, για την εξασφάλιση των στοιχειωδών μέσων συντηρήσεώς τους (13) καθώς και παροχές εξαρτώμενες από την ύπαρξη συνταξιοδοτικού δικαιώματος· παροχές καταβαλλόμενες από τον φορέα της συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως· παροχές το ύψος των οποίων υπολογίζεται βάσει κριτηρίων σχετικών με τη σύνταξη και παροχές οι οποίες λειτουργούν ως συμπλήρωμα της συντάξεως γήρατος (14).
47. Κανένα από τα ανωτέρω χαρακτηριστικά δεν ομοιάζει με τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του επίδικου επιδόματος. Πέραν του γεγονότος ότι χορηγείται σε ανέργους άνω των 50 ετών που έχουν απαλλαγεί από την υποχρέωση να είναι διαθέσιμοι προς εργασία, το επίδομα αυτό δεν παρουσιάζει κανένα άλλο κοινό στοιχείο με παροχή γήρατος.
48. Επομένως, ο ισχυρισμός της Επιτροπής κατά τον οποίο το επίδομα που ζητεί ο G. De Cuyper αποτελεί παροχή πρόωρης συνταξιοδοτήσεως πρέπει να απορριφθεί.
49. Πέραν της υποχρεώσεως κατοικίας και πραγματικής διαμονής στο Βέλγιο, σύμφωνα με τις λοιπές προϋποθέσεις για τη χορήγηση του επιδόματος του άρθρου 89, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991, ο δικαιούχος πρέπει να είναι άνεργος, να έχει συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος ηλικίας και να έχει λάβει, κατά τα δύο τελευταία έτη που προηγούνται της υποβολής της σχετικής αιτήσεως, περισσότερες από 312 φορές επίδομα ανεργίας.
50. Οι προϋποθέσεις αυτές συνδέονται σαφώς με τον κίνδυνο ανεργίας. Εκτιμώ ότι οι προϋποθέσεις αυτές, ως ενδείξεις του χαρακτήρα της παροχής ως επιδόματος ανεργίας, δεν υποσκελίζονται από το γεγονός ότι ο άνεργος έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση να δηλώνεται ως αναζητών εργασία και να είναι διαθέσιμος προς εργασία –προϋποθέσεις που κανονικά συνδέονται με το δικαίωμα επιδόματος ανεργίας.
51. Ομοίως, εκτιμώ ότι η απαλλαγή αυτή δεν μεταβάλλει το καθεστώς του G. De Cuyper ως ανέργου. Όπως επισήμανε το ONEM κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η βελγική νομοθεσία αντιμετωπίζει κατά τρόπο όμοιο τους μεγαλύτερους σε ηλικία ανέργους και τους νεότερους ανέργους. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνεργοι, εν αντιθέσει προς τους πρόωρα συνταξιοδοτούμενους, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως οριστικώς αποχωρήσαντες από την αγορά εργασίας, παρά την απαλλαγή τους από την υποχρέωση να δηλώνονται ως αναζητούντες εργασία και να είναι διαθέσιμοι προς εργασία. Οι άνεργοι αυτοί δύνανται, επομένως, να επιστρέψουν στην αγορά εργασίας.
52. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα της 27ης Μαΐου 2002, από τον Ιούλιο του 2002 οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνεργοι που δεν έχουν συμπληρώσει το πεντηκοστό όγδοο έτος ηλικίας δεν δύνανται πλέον να ζητούν απαλλαγή από την υποχρέωση να δηλώνονται ως αναζητούντες εργασία και να είναι διαθέσιμοι προς εργασία.
53. Από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι το επίδομα που ζητεί ο G. De Cuyper διαφέρει σε κάποιο σημείο από τα επιδόματα που χορηγούνται σε περίπτωση ακούσιας ανεργίας και, συνεπώς, εκτιμώ ότι αποτελεί παροχή ανεργίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, του κανονισμού 1408/71.
Θεώρηση της παροχής ανεργίας εντός του οικείου πλαισίου
54. Η κανονιστική ρύθμιση περί επιδομάτων ακούσιας ανεργίας καταλαμβάνει ιδιαίτερη θέση εντός των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως.
55. Τα επιδόματα αυτά έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν οικονομική στήριξη στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους σε περίπτωση προσωρινής και ακούσιας ανεργίας.
56. Οι δικαιούχοι αυτών των παροχών αποτελούν, επομένως, τμήμα του ενεργού πληθυσμού της νόμιμης αγοράς εργασίας. Τα επιδόματα αυτά έχουν, συνήθως, τον χαρακτήρα καταβολής η οποία σχετίζεται, έως ένα ανώτατο όριο, με τον τελευταίο μισθό που ελάμβανε ο εργαζόμενος.
57. Τα επιδόματα αυτά χρηματοδοτούνται είτε από γενικούς φόρους είτε από ειδικότερες συλλογικές εισφορές που σχετίζονται με το κύριο εισόδημα εργασίας.
58. Λόγω των ως άνω χαρακτηριστικών, όσοι λαμβάνουν επίδομα ανεργίας πρέπει να παραμένουν στη διάθεση της αγοράς εργασίας· ήτοι, πρέπει να εγγράφονται στα μητρώα φορέα που συνδράμει στην ανεύρεση νέας θέσεως εργασίας. Οι δικαιούχοι των επιδομάτων αυτών πρέπει, επιπλέον, να δέχονται κάθε προσφορά κατάλληλης θέσεως εργασίας και να μην ασκούν δραστηριότητες από τις οποίες να λαμβάνουν εισόδημα υπερβαίνον το ύψος του επιδόματος ανεργίας.
59. Σκοπός των προϋποθέσεων αυτών –οι οποίες πρέπει καταρχήν να τηρούνται αυστηρά– είναι η πρόληψη της παράτυπης ή καταχρηστικής λήψεως επιδομάτων, καθώς και του αθέμιτου ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας εκ μέρους των δικαιούχων των επιδομάτων ανεργίας.
60. Οι παροχές ανεργίας, ως κλάδος της κοινωνικής ασφαλίσεως ο οποίος δημιουργήθηκε ειδικά για τον εργαζόμενο πληθυσμό, χρησιμοποιείται από τη δεκαετία του ’80, με διαρκώς εντεινόμενο ρυθμό, ως όργανο της πολιτικής για την αγορά εργασίας και την ανεργία.
61. Σε ορισμένα κράτη (της ηπειρωτικής κυρίως Ευρώπης), η εν λόγω νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως αποτέλεσε μέσο για την προώθηση μιας πολιτικής κατά την οποία οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι θα αποσύρονταν από την αγορά εργασίας παραχωρώντας θέσεις σε νέους που αναζητούν εργασία. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας πολιτικής, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι οι οποίοι περιήλθαν σε ανεργία απαλλάχθηκαν πλήρως ή εν μέρει από την υποχρέωση να παραμένουν στη διάθεση της αγοράς εργασίας. Αυτή είναι, όπως προκύπτει, η ratio των βελγικών κανονιστικών ρυθμίσεων του 1991 οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση.
62. Σε άλλα, σκανδιναβικά ιδίως, κράτη, η νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως ανέργων χρησιμοποιείται ως μέσο εφαρμογής μιας πολιτικής για την αγορά εργασίας στοχεύουσας στην «ενεργοποίηση», μέσω της εξαρτήσεως του δικαιώματος επιδόματος, αλλά και του ύψους αυτού από την ενεργό συμμετοχή σε επιμορφωτικά προγράμματα που σκοπούν στη διατήρηση ή τη βελτίωση της βιοποριστικής ικανότητας των οικείων ανέργων στην αγορά εργασίας.
63. Πιο πρόσφατα, στόχο της πολιτικής για την αγορά εργασίας στην πλειονότητα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτέλεσε η ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων στην αγορά εργασίας. Ο στόχος αυτός δεν είναι προφανώς άσχετος με προβλήματα συνδεόμενα με τη γήρανση του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Η πολιτική αυτή οδήγησε σε αυστηρότερη από τη μέχρι τούδε εφαρμογή του κριτηρίου περί διαθεσιμότητας προς εργασία για τους μεγαλύτερους σε ηλικία ανέργους. Η μεταβολή αυτή αποτυπώνεται και στο βασιλικό διάταγμα της 27ης Μαΐου 2002 (15).
64. Πέραν των γνωστών επιχειρημάτων κατά της δυνατότητας λήψεως παροχών ανεργίας στην αλλοδαπή –πρόληψη των καταχρήσεων και του αθέμιτου ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας–, σημασία παρουσιάζει, εν προκειμένω, το επιχείρημα ότι τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν το επίδομα αυτό ως όργανο της πολιτικής τους για την αγορά εργασίας και την απασχόληση.
65. Η χρησιμοποίηση, εκ μέρους των κρατών μελών, του κριτηρίου περί διαθεσιμότητας προς εργασία ως οργάνου της πολιτικής για την «ενεργοποίηση» της αγοράς εργασίας είναι σαφώς σύμφωνη με τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων κατά τις διατάξεις της Συνθήκης περί κοινωνικής πολιτικής και ανεργίας.
66. Το άρθρο 125 ΕΚ ορίζει ότι τα κράτη μέλη και η Κοινότητα εργάζονται για την ανάπτυξη συντονισμένης στρατηγικής για την απασχόληση και, ιδίως, για τη δημιουργία εξειδικευμένου, εκπαιδευμένου και ευέλικτου εργατικού δυναμικού, καθώς και για τη δημιουργία αγοράς εργασίας η οποία να ανταποκρίνεται στις εξελίξεις της οικονομίας, προκειμένου να επιτευχθούν οι σκοποί που ορίζονται στο άρθρο 2 ΕΕ και στο άρθρο 2 ΕΚ. Μεταξύ των σκοπών αυτών περιλαμβάνεται και η προαγωγή της απασχολήσεως και της κοινωνικής προστασίας σε υψηλό επίπεδο εντός της Κοινότητας.
67. Κατά το άρθρο 126, παράγραφος 1, ΕΚ, τα κράτη μέλη συμβάλλουν, μέσω των πολιτικών τους για την απασχόληση, στην επίτευξη αυτών των σκοπών.
68. Τα άρθρα 125, 127, παράγραφος 1, και 129 ΕΚ αναφέρονται στον συντονιστικό και συμπληρωματικό ρόλο που καλείται να αναλάβει η Κοινότητα όσον αφορά την πολιτική των κρατών μελών για την απασχόληση, καθώς και για την προαγωγή της απασχολήσεως σε υψηλό επίπεδο. Εντούτοις, κατά το άρθρο 127, παράγραφος 1, ΕΚ, δεν πρέπει να παραβιάζεται η αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα αυτό. Κατά το άρθρο 129, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, τα μέτρα στηρίξεως που λαμβάνει η Κοινότητα δεν περιλαμβάνουν εναρμόνιση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών.
69. Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, το άρθρο 136 EΚ, το οποίο συγκαταλέγεται μεταξύ των κοινωνικών διατάξεων, ορίζει ότι η Κοινότητα και τα κράτη μέλη θέτουν ως στόχο την προώθηση της απασχολήσεως, τη βελτίωση των συνθηκών διαβιώσεως και εργασίας και την κατάλληλη κοινωνική προστασία, για την επίτευξη ενός σταθερά υψηλού επιπέδου απασχολήσεως και την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, και ότι, προς τούτο, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη εφαρμόζουν μέτρα τα οποία λαμβάνουν υπόψη την ποικιλομορφία των εθνικών πρακτικών.
70. Το άρθρο 137, παράγραφος 1, ΕΚ ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η Κοινότητα στηρίζει και συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών στους τομείς της κοινωνικής ασφαλίσεως και της κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων και της προστασίας των εργαζομένων των οποίων οι συμβάσεις εργασίας έχουν λήξει.
71. Κατά το άρθρο 137, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, οι διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 137 δεν πρέπει να θίγουν το δικαίωμα των κρατών μελών να καθορίζουν τις θεμελιώδεις αρχές των συστημάτων τους κοινωνικής ασφαλίσεως και δεν πρέπει να επηρεάζουν σημαντικά την οικονομική τους ισορροπία.
72. Είναι, εν κατακλείδι, σαφές ότι αρμόδια για τον καθορισμό της πολιτικής απασχολήσεως και κοινωνικής προστασίας παραμένουν να κράτη μέλη, ενώ ο ρόλος της Κοινότητας είναι συντονιστικός και συμπληρωματικός.
73. Όπως προκύπτει από την τροποποίηση του κανονισμού 1408/71, το νέο κείμενο του οποίου [κανονισμός (ΕΚ) 883/2004] (16) εξακολουθεί να αποκλείει ρητώς τη δυνατότητα λήψεως παροχών ανεργίας στην αλλοδαπή, πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να επιτρέψει στα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν το επίδομα ανεργίας ως όργανο της πολιτικής τους για την αγορά εργασίας και την απασχόληση.
Δυνατότητα λήψεως του επιδόματος ανεργίας στην αλλοδαπή κατά τον κανονισμό 1408/71
74. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων τα οποία εξηγούν τους λόγους περιορισμού της δυνατότητας λήψεως του επιδόματος ανεργίας στην αλλοδαπή, πρέπει να εξετασθεί πώς η αρχή αυτή αποτυπώνεται στις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 και με ποιον τρόπο οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στην υπό κρίση υπόθεση.
75. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 αφορά την άρση των ρητρών περί κατοικίας που περιλαμβάνουν οι εθνικές νομοθεσίες περί συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Το εν λόγω άρθρο απαγορεύει τη μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση ή κατάσχεση ορισμένων παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως για τον λόγο ότι ο δικαιούχος κατοικεί σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο έχει την έδρα του ο υπεύθυνος για την καταβολή φορέας. Μεταξύ των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως του άρθρου 10, παράγραφος 1, για τις οποίες ισχύει η απαγόρευση αυτή δεν περιλαμβάνεται το επίδομα ανεργίας.
76. Επομένως, όπως επισημαίνει το ONEM, ο κανονισμός 1408/71 δεν απαγορεύει γενικώς ούτε την επιβολή της υποχρεώσεως περί κατοικίας ούτε την αναστολή χορηγήσεως της παροχής για τον λόγο ότι ο δικαιούχος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, στην περίπτωση κατά την οποία το επίδομα ανεργίας διέπεται από κανόνες του εθνικού δικαίου.
77. Ο κανονισμός 1408/71 προβλέπει δύο εξαιρέσεις από τον κανόνα της μη απαγορεύσεως των περιορισμών της δυνατότητας λήψεως παροχών ανεργίας στην αλλοδαπή.
78. Το άρθρο 69 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τη δυνατότητα του ανέργου ο οποίος μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος για να αναζητήσει εργασία, έχοντας εγγραφεί ως αναζητών εργασία, να διατηρήσει το δικαίωμα προς λήψη των παροχών αυτών επί τρεις, κατ’ ανώτατο όριο, μήνες. Το άρθρο 71, παράγραφος 1, προβλέπει το αντίστοιχο δικαίωμα των ανέργων οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της τελευταίας τους απασχολήσεως, κατοικούσαν σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο είναι ασφαλισμένοι στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως.
79. Η περίπτωση του G. De Cuyper δεν σχετίζεται με τις περιπτώσεις που διέπονται από τα άρθρα 69 και 71 του κανονισμού 1408/71. Επομένως, εν προκειμένω εφαρμόζεται ο κανόνας κατά τον οποίο δεν απαγορεύεται η εξάρτηση του δικαιώματος επιδόματος ανεργίας από την προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής.
80. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η διάθεση του ανέργου στην αγορά εργασίας και η εγγραφή του στα μητρώα των αναζητούντων εργασία αποτελούν αναπόσπαστους όρους του καθεστώτος του ανέργου και ότι δικαιολογούν περιορισμό της δυνατότητας λήψεως επιδόματος ανεργίας στην αλλοδαπή. Κατά την Επιτροπή, εφόσον η βελγική νομοθεσία έχει καταργήσει τις υποχρεώσεις αυτές για ανέργους άνω των 50 ετών, ο περιορισμός της δυνατότητας λήψεως επιδόματος ανεργίας στην αλλοδαπή εμφανίζεται πλέον αδικαιολόγητος.
81. Το επιχείρημα αυτό θα μπορούσε να ευσταθεί στην περίπτωση κατά την οποία ο κανονισμός 1408/71 επέβαλλε στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μην περιορίζουν το δικαίωμα αυτό για λόγους σχετικούς με επαναπασχόληση.
82. Εντούτοις, από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 και των κανόνων που διέπουν το δικαίωμα επιδόματος ανεργίας προκύπτει προδήλως το αντίθετο: δεν απαγορεύεται ο εκ μέρους των κρατών μελών περιορισμός της δυνατότητας λήψεως του εν λόγω επιδόματος στην αλλοδαπή. Θα ήταν παράδοξη μια ερμηνεία των διατάξεων αυτών επιβάλλουσα στα κράτη μέλη την υποχρέωση να δικαιολογούν ένα κανόνα όπως ο επίμαχος, ο οποίος περιορίζει τη δυνατότητα λήψεως παροχών ανεργίας στην αλλοδαπή.
83. Για τους ανωτέρω λόγους, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν χορηγούν σε άνεργο ο οποίος δεν υποχρεούται να παραμένει στη διάθεση της αγοράς εργασίας δικαίωμα επιδόματος όταν αυτός διαμένει σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος.
84. Επιπροσθέτως, συντρέχουν σημαντικοί πρακτικοί λόγοι για την απαγόρευση της δυνατότητας λήψεως επιδόματος ανεργίας στην αλλοδαπή, οι οποίοι εκτέθηκαν ανωτέρω (17) και στους οποίους αναφέρθηκαν οι διάδικοι με τα υπομνήματά τους.
85. Πρώτον, τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν τις παροχές ανεργίας ως όργανα της πολιτικής τους για την αγορά εργασίας και την απασχόληση, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της αυστηρότερης, κατά τελευταία έτη, εφαρμογής του κριτηρίου περί διαθεσιμότητας προς εργασία για τους μεγαλύτερους σε ηλικία ανέργους. Η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής είναι προφανώς αναγκαία για την αποτελεσματική εφαρμογή της πολιτικής αυτής.
86. Δεύτερον, όπως υποστηρίζει η Γαλλία, ο άνεργος έχει σημαντικότερες πιθανότητες ευρέσεως εργασίας στο κράτος της τελευταίας απασχολήσεώς του. Επομένως, η εξάρτηση του δικαιώματος επιδόματος ανεργίας από την προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής εντός του οικείου κράτος άπτεται της πολιτικής για την απασχόληση.
87. Τρίτον, όπως υποστηρίζουν το ONEM, η Γαλλία και η Γερμανία, η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής είναι αναγκαία προκειμένου να καθίσταται δυνατή η διενέργεια ελέγχων σχετικών με την οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος καθώς και με οποιαδήποτε αμειβόμενη δραστηριότητα δυνάμενη να επηρεάσει τη χορήγηση του δικαιώματος επιδόματος ανεργίας. Οι έλεγχοι αυτοί είναι απαραίτητοι για την αποφυγή των καταχρήσεων. Πέραν των εξαιρετικών περιπτώσεων που προβλέπονται στα άρθρα 69 και 71 του κανονισμού 1408/71, οι οποίες δεν συντρέχουν εν προκειμένω, δεν υφίσταται οργανωμένη συνεργασία μεταξύ των αρχών των κρατών μελών για τον έλεγχο της καταστάσεως ανέργου που λαμβάνει επίδομα και μεταβαίνει από το αρμόδιο κράτος σε άλλο κράτος μέλος.
88. Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υφίσταται σύστημα εποπτείας για τη διενέργεια ελέγχων σχετικών με την οικογενειακή κατάσταση του G. De Cuyper καθώς και με οποιαδήποτε αμειβόμενη δραστηριότητα που ο ίδιος ενδέχεται να ασκεί όσο διαμένει στη Γαλλία. Ελλείψει συστήματος συνεργασίας μεταξύ των βελγικών και των γαλλικών αρχών για την εποπτεία της νομότυπης χορηγήσεως δικαιώματος επιδόματος ανεργίας, αρμόδιες για τον έλεγχο αυτών των ζητημάτων δεν είναι ούτε οι βελγικές ούτε οι γαλλικές αρχές.
89. Επομένως, η επιβολή της υποχρεώσεως κατοικίας και πραγματικής διαμονής ενδείκνυται για την εξασφάλιση αποτελεσματικών ελέγχων όσον αφορά την οικογενειακή κατάσταση του ανέργου, καθώς και την αμειβόμενη δραστηριότητα που ο ίδιος ενδέχεται να ασκεί.
90. Τέταρτον, η αναγνώριση της δυνατότητας λήψεως επιδόματος ανεργίας στην αλλοδαπή θα σήμαινε αποδοχή του αθέμιτου ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους στο οποίο μεταβαίνει ο άνεργος. Τούτο θα συνέβαινε αναμφίβολα εάν οι υπήκοοι κράτους μέλους που απολαύουν του δικαιώματος αυτού μπορούσαν να εισέλθουν στην αγορά εργασίας άλλου κράτους μέλους: θα μπορούσαν να απολαύουν αδικαιολογήτως ενός οικονομικού ευεργετήματος σε σχέση με τους υπηκόους του άλλου κράτους μέλους οι οποίοι επιδιώκουν είσοδο στην αγορά εργασίας χωρίς βεβαίως να λαμβάνουν εν γένει καμία ενίσχυση.
91. Πέμπτον, όπως επισήμανε η Ολλανδία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επιβάλλεται η διατήρηση του δεσμού μεταξύ της χρηματοδοτήσεως και της χορηγήσεως των επιδομάτων. Η χορήγηση επιδομάτων από τον προϋπολογισμό κράτους μέλους αποτελεί έκφραση αλληλεγγύης μεταξύ των κατοίκων του. Συνιστά μέσο προαγωγής της κοινωνικής συνοχής και αποφυγής του κοινωνικού αποκλεισμού και των προβλημάτων που αυτός συνεπάγεται. Η δυνατότητα λήψεως παροχών στην αλλοδαπή δύναται να υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή και να οδηγήσει σε δυσανάλογο οικονομικό βάρος για τους κατοίκους του ενός εκ των δύο κρατών μελών.
Εφαρμογή των άρθρων 17 EΚ και 18 EΚ σε περίπτωση εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
92. Στην περίπτωση κατά την οποία τυγχάνει εφαρμογής ο κανονισμός 1408/71, επιβάλλεται η εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων υπό το πρίσμα των άρθρων 17 ΕΚ και 18 ΕΚ.
Επιχειρήματα των διαδίκων
93. Ο G. De Cuyper υποστηρίζει ότι η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής στο Βέλγιο, την οποία επιβάλλει το άρθρο 66 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991 θίγει το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα εντός της Κοινότητας. Παρεμφερής είναι η άποψη της Επιτροπής, η οποία θέτει το ζήτημα αν το επίδικο επίδομα πρέπει να θεωρηθεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ή παροχή ανεργίας κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
94. Ο G. De Cuyper υποστηρίζει ότι η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής αποθαρρύνει έναν πολίτη της Ένωσης από την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, καθώς του στερεί το δικαίωμα να λαμβάνει επίδομα ανεργίας όταν μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος. Ισχυρίζεται ότι εμποδίζεται στην πραγματικότητα να ασκήσει το δικαίωμα αυτό, καθόσον, αν δεν λαμβάνει το εν λόγω επίδομα, οι πόροι του δεν επαρκούν ώστε να μην επιβαρύνει οικονομικώς το κράτος μέλος στο οποίο μεταβαίνει και, συνεπώς, κινδυνεύει να απολέσει το δικαίωμα να διαμένει στη Γαλλία δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας 90/364/EOK (18). Ο G. De Cuyper υποστηρίζει ότι η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής είναι δυσανάλογη προς τον σκοπό ελέγχου της τηρήσεως των όρων για τη χορήγηση του επίδικου επιδόματος, ιδίως όταν χορηγείται απαλλαγή του ανέργου από την υποχρέωση να εμφανίζεται στις υπηρεσίες απασχολήσεως και να είναι διαθέσιμος προς εργασία. Επιπροσθέτως, ο G. De Guyper υποστηρίζει ότι από τη σύγκριση των δικαιούχων του επιδόματος προκύπτει ότι η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής εισάγει διάκριση η οποία περιάγει σε δυσμενέστερη θέση τους λήπτες που ασκούν ως πολίτες της Ένωσης το δικαίωμά τους να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος σε σχέση με εκείνους που εξακολουθούν να διαμένουν στο Βέλγιο.
95. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αν το επίδομα θεωρηθεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, η μη χορήγησή του στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος προσβάλλει το δικαίωμα του πολίτη της Ένωσης για μεταχείριση ίση με αυτή των υπηκόων του κράτους μέλους καταγωγής του οι οποίοι εξακολουθούν να κατοικούν στο κράτος αυτό. Κατά την Επιτροπή, στην υπόθεση Pusa (19) το Δικαστήριο ακολούθησε τη συλλογιστική αυτή στην περίπτωση Φιλανδού υπηκόου κατοίκου Ισπανίας ο οποίος αξίωνε μεταχείριση ίση με αυτή των Φινλανδών υπηκόων που κατοικούν στη Φιλανδία.
96. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι αντικειμενικές εκτιμήσεις που συνδέονται με την αναγκαιότητα να βεβαιώνεται ο δεσμός μεταξύ του δικαιούχου του επιδόματος και της οικείας αγοράς εργασίας δεν ασκούν επιρροή, δεδομένης της απαλλαγής από την υποχρέωση διαθεσιμότητας προς εργασία. Επιπλέον, εκτιμήσεις σχετικές με διοικητικές δυσχέρειες ως προς τον έλεγχο της τηρήσεως των προϋποθέσεων χορηγήσεως του επιδόματος δεν μπορούν να δικαιολογήσουν παρέκκλιση από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, αρχή η οποία εφαρμόζεται ιδίως όταν εικάζεται περιορισμός στην άσκηση θεμελιώδους ελευθερίας (20).
97. Στην περίπτωση κατά την οποία το επίδομα θεωρηθεί παροχή ανεργίας κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επιβολή προϋποθέσεων σχετικών με την αναγνώριση του σχετικού δικαιώματος μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους αναγόμενους στη διευκόλυνση της ανευρέσεως εργασίας. Κατά την Επιτροπή, εφόσον έχει χορηγηθεί απαλλαγή από την υποχρέωση ευρέσεως εργασίας, ο περιορισμός της δυνατότητας λήψεως επιδόματος ανεργίας στην αλλοδαπή είναι πλέον αδικαιολόγητος.
98. Κατά το ONEM, το Βέλγιο, τη Γαλλία και τη Γερμανία, ο περιορισμός του δικαιώματος των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα μπορεί, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να κριθεί δικαιολογημένος.
99. Το ONEM υποστηρίζει ότι ο επιβαλλόμενος από τον όρο περί κατοικίας και πραγματικής διαμονής περιορισμός του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας δικαιολογείται από την αρχή που αποτυπώνεται στον κανονισμό 1408/71, κατά την οποία δεν είναι δυνατή η λήψη επιδόματος ανεργίας στην αλλοδαπή, καθώς και από το γεγονός ότι δεν είναι εφικτοί οι έλεγχοι που απαιτούνται προκειμένου να εξακριβώνεται ότι ο δικαιούχος πληροί τις προϋποθέσεις λήψεως του επιδόματος ανεργίας. Εφόσον η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής στο Βέλγιο επιβάλλεται προκειμένου το ONEM να είναι σε θέση να διαπιστώνει ότι τα επιδόματα χορηγούνται προσηκόντως είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η προϋπόθεση αυτή επιβάλλεται ανεξαρτήτως ιθαγένειας και, επομένως, δεν συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση.
100. Η Γαλλία υποστηρίζει ότι η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής μπορεί να δικαιολογηθεί για τρεις λόγους. Πρώτον, με την απόφαση Müller‑Faur (21) το Δικαστήριο έκρινε ότι, ελλείψει μέτρων εναρμονίσεως, απόκειται στα κράτη μέλη να ορίζουν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως. Επομένως, τα κράτη μέλη δύνανται εν γένει να επιλέγουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη χορήγηση επιδομάτων ανεργίας. Δεύτερον, η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο άνεργος έχει σημαντικότερες πιθανότητες ευρέσεως εργασίας στο κράτος της τελευταίας απασχολήσεώς του. Τρίτον, η εν λόγω προϋπόθεση δικαιολογείται από την ανάγκη διενέργειας ελέγχων σχετικών με την οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος καθώς και με οποιαδήποτε αμειβόμενη δραστηριότητα ενδέχεται να ασκεί αυτός.
101. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής υπηρετεί τον θεμιτό σκοπό της εξασφαλίσεως ελέγχων για την τήρηση των όρων χορηγήσεως επιδόματος ανεργίας και για την πρόληψη σχετικών καταχρήσεων. Εφόσον δεν υφίστανται άλλα, πλην των επιτόπιων ελέγχων, μέσα για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού, η εν λόγω προϋπόθεση είναι πρόσφορη και, επομένως, όπως επισημαίνει η Γερμανία, ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Τα άρθρα 12 ΕΚ και 18 ΕΚ δύνανται να απαγορεύουν κανονιστική ρύθμιση εισάγουσα διακρίσεις μόνον εφόσον αυτή συνδέεται άμεσα με την ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή σε άλλο κράτος μέλος.
Εκτίμηση
102. Ο G. De Cuyper είναι Βέλγος υπήκοος που διαμένει στη Γαλλία. Είναι πολίτης της Ένωσης ο οποίος έχει ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών. Η αιτίαση που διατυπώνει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αντλείται από το γεγονός ότι, όταν μετέβη στη Γαλλία, απώλεσε το δικαίωμα προς λήψη του επιδόματος που ελάμβανε όσο διέμενε στο Βέλγιο.
103. Οι πραγματικές αυτές περιστάσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και, επομένως, ο G. De Cuyper δύναται να επικαλείται τα δικαιώματα που αυτό του απονέμει και, ιδίως, το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών (22).
104. Για την εφαρμογή του άρθρου 18 ΕΚ δεν είναι αναγκαία η απόδειξη της υπάρξεως διακρίσεως.
105. Η διάταξη αυτή απονέμει σε κάθε πολίτη της Ένωσης το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η Συνθήκη και οι διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της. Από κανέναν όρο της εν λόγω διατάξεως δεν συνάγεται ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες παρατηρείται διάκριση.
106. Επιπλέον, ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες η Συνθήκη κατοχυρώνει ρητώς, με απαγόρευση των διακρίσεων, άλλες εκφάνσεις του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, το Δικαστήριο ερμηνεύει το δικαίωμα αυτό για να αποκλείσει μέτρα που δεν εισάγουν διακρίσεις (23). Η σχετική με το άρθρο 39 νομολογία καταδεικνύει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, επί παραδείγματι, μπορεί να αποκλείει μέτρα που δεν εισάγουν διακρίσεις (24).
107. Επομένως, το άρθρο 18 ΕΚ, το οποίο απονέμει δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής χωρίς αναφορά σε απαγόρευση των διακρίσεων, δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται αποκλειστικά σε περιπτώσεις μέτρων που εισάγουν διακρίσεις.
108. Συνεπώς, το ζήτημα έγκειται μάλλον στο κατά πόσο ένα μέτρο επιβάλλει περιορισμό στην άσκηση, εκ μέρους πολίτη της Ένωσης, του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής και, σε μια τέτοια περίπτωση, αν ο περιορισμός αυτός μπορεί να δικαιολογηθεί.
109. Στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να εξετασθεί αν η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος.
110. Είναι προφανές ότι η επιβολή της προϋποθέσεως περί κατοικίας και πραγματικής διαμονής συνεπάγεται περιορισμό στην άσκηση, εκ μέρους πολίτη της Ένωσης, του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής εντός της Κοινότητας.
111. Επιβάλλεται, επομένως, να εξετασθεί αν ο περιορισμός αυτός μπορεί να δικαιολογηθεί στο πλαίσιο των άρθρων 17 EK και 18 ΕΚ.
112. Όπως επισημαίνουν το ONEM και το Βέλγιο, το άρθρο 18, παράγραφος 1, EΚ ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής υπόκειται στους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις που προβλέπει η Συνθήκη και οι διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της· το άρθρο 42 EΚ προβλέπει τη λήψη, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, μέτρων αναγκαίων για την εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων· εφόσον ο κανονισμός 1408/71 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 42 ΕΚ συνιστά μέτρο που ελήφθη για την εφαρμογή της Συνθήκης κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, ΕΚ.
113. Κατά την άποψή μου, δεν μπορεί, επομένως, να αμφισβητηθεί ότι η άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας κατά το άρθρο 18 EΚ περιορίζεται από τη γενική αρχή που απορρέει από τον κανονισμό 1408/71, κατά την οποία δεν επιτρέπεται η λήψη παροχών ανεργίας στην αλλοδαπή.
114. Η άποψη αυτή βασίζεται στη νομολογία που επικαλείται η Γαλλία, κατά την οποία το κοινοτικό δίκαιο δεν περιορίζει την ευχέρεια των κρατών μελών να οργανώνουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως. Σκοπός του κανονισμού 1408/71 δεν είναι τόσο η εναρμόνιση όσο η σύνδεση των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών κατά τρόπο ώστε να διατηρείται η αρμοδιότητά τους. Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, ελλείψει εναρμονίσεως, απόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως (25).
115. Επομένως, όπως συνάγεται και από το άρθρο 137 ΕΚ, η Κοινότητα δεν παρεμβαίνει εν γένει στον καθορισμό αυτών των προϋποθέσεων (26).
116. Επιπλέον, η άποψη ότι η προϋπόθεση της κατοικίας και πραγματικής διαμονής συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης θα υπονόμευε πλήρως τον σκοπό των κανόνων περί παροχών ανεργίας του κανονισμού 1408/71 και θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
117. Ουδόλως μπορεί να συναχθεί ότι η εισαγωγή στη Συνθήκη των άρθρων περί ιθαγένειας της Ένωσης επεδίωκε αυτόν τον σκοπό.
118. Επομένως, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, ο επιβαλλόμενος από κράτος μέλος όρος κατά τον οποίο ο δικαιούχος επιδόματος ανεργίας πρέπει να κατοικεί και να διαμένει πραγματικά εντός του συγκεκριμένου κράτους μέλους δεν είναι αντίθετος προς τα άρθρα 17 και 18 ΕΚ.
119. Συνεπώς, ο επιβαλλόμενος από το άρθρο 66 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991 όρος δεν αντιβαίνει στα άρθρα 17 EK και 18 ΕΚ: ο περιορισμός αυτός του δικαιώματος ενός πολίτη της Ένωσης να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα δικαιολογείται από το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71, δεν επιτρέπεται η λήψη, εκ μέρους ανέργου που διαμένει σε άλλο κράτος μέλος, επιδόματος ανεργίας χορηγούμενου από το κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος.
VI – Πρόταση
120. Για τους ανωτέρω λόγους, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να δώσει στο υποβληθέν από το Tribunal du Travail ερώτημα την ακόλουθη απάντηση:
Η επιβολή, κατά το άρθρο 66 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1991, της υποχρεώσεως κατοικίας και πραγματικής διαμονής στο Βέλγιο ως προϋποθέσεως χορηγήσεως επιδόματος ανεργίας σε άνεργο που απολαύει της απαλλαγής του άρθρου 89 του ιδίου διατάγματος δεν αντιβαίνει στα άρθρα 17 και 18 ΕΚ.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2434/92 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1992 (ΕΕ L 245, σ. 1).
3 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τέθηκε σε ισχύ με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 (EE 1983, L 230, σ. 6, παράρτημα I). Το κείμενο του κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε περαιτέρω, περιλαμβάνεται στο τμήμα Ι του παραρτήματος Α του κανονισμού (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1).
4 – Άρθρο 1, στοιχείο ιζ΄.
5 – Moniteurbelge της 31ης Δεκεμβρίου 1991.
6 – MoniteurBelge της 8ης Δεκεμβρίου 1995.
7 – MoniteurBelge της 11ης Ιουνίου 2002.
8 – Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, C‑25/95, Otte κατά Bundesrepublik Deutschland (Συλλογή 1996, σ. I‑3786).
9 – Βλ. σκέψεις 5 και 6 της αποφάσεως.
10 – Σκέψη 37.
11 – Σκέψη 27.
12 – Στην υπόθεση Otte, το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων μπορούσε να χορηγηθεί μόνον εφόσον ο αιτών θα πληρούσε, αν είχε διατηρήσει τη θέση που μέχρι τότε κατείχε, εντός πέντε ετών τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος (βλ. σκέψη 6 της αποφάσεως).
13 – Απόφαση της 5ης Μαΐου 1983, 139/82 Piscitello (Συλλογή 1983, σ. 1427, σκέψεις 11 και 16).
14 – Απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, C‑73/99, Movrin (Συλλογή 2000, σ. I‑5625, σκέψεις 39 έως 40).
15 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 18.
16 – Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (EE L 166, σ. 1-123). Βλ., ειδικότερα, άρθρα 64 και 65.
17 – Βλ. σημείο 64.
18 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής (ΕΕ L 180, σ. 26).
19 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑224/02, Pusa (Συλλογή 2004, σ. I‑5763, βλ. σκέψεις 18 έως 32).
20 – Συναφώς, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1999, C‑18/95, Terhoeve (Συλλογή 1999, σ. I‑345).
21 – Απόφαση της 13ης Μαΐου 2003, C-385/99, Müller-Fauré και van Riet (Συλλογή 2003, σ. I‑4509).
22 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2002, C-224/98, D’Hoop (Συλλογή 2002, σ. I‑6191, σκέψεις 27 έως 29).
23 – Ως προς την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, βλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C‑76/90, Säger (Συλλογή 1991, σ. 4221, σκέψη 12). Όσον αφορά την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων, βλ. αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2002, C‑483/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2002, σ. I‑4781, σκέψη 41), και της 4ης Ιουνίου 2002, C-483/99, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2002, σ. I‑4731, σκέψη 45).
24 – Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C‑415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I‑4921, σκέψη 103), και απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, C‑190/98, Graf (Συλλογή 2000, σ. I‑493, σκέψη 18).
25 – Βλ. προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 21 απόφαση Müller‑Fauré, σκέψη 100.
26 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 69 και 70.
Full & Egal Universal Law Academy