ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 12ης Ιανουαρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-417/04 P
Regione Siciliana
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Αναπτύξεως (ΕΤΠΑ) – Παρέμβαση αφορώσα το μεγάλο τεχνικό έργο “Αυτοκινητόδρομος Μεσσήνης-Παλέρμου” – Περάτωση της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής – Πράξη αφορώσα άμεσα τον προσφεύγοντα ως προϋπόθεση για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως»
I – Εισαγωγή
1. Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Regione Siciliana (περιφέρεια της Σικελίας) ζητεί την αναίρεση της διατάξεως του Πρωτοδικείου (2), με την οποία τούτο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή της περί ακυρώσεως της αποφάσεως D (2002) 810439 της Επιτροπής (3) περί περατώσεως της προηγουμένως χορηγηθείσας χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως (ΕΤΠΑ), καθόσον η προσβαλλομένη πράξη δεν την αφορούσε άμεσα κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
2. Κατά τα τελευταία έτη, το Δικαστήριο κατέστησε λιγότερο αυστηρή, σε ορισμένες περιπτώσεις (4), τη νομολογία του όσον αφορά τα διεπόμενα από την ως άνω διάταξη κριτήρια νομιμοποιήσεως προς άσκηση προσφυγής από τα φυσικά και νομικά πρόσωπα. Ωστόσο, οι αποφάσεις του είχαν ως αντικείμενο την ερμηνεία της προϋποθέσεως να αφορά η κοινοτική κανονιστική πράξη τον προσφεύγοντα ατομικά, ενώ στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για μία άλλη αναγκαία σχετικώς προϋπόθεση, ήτοι την άμεση ενέργεια της πράξεως επί της σφαίρας των συμφερόντων του προσφεύγοντος.
3. Δεδομένου ότι το ζήτημα έχει τεθεί υπ’ αυτούς τους όρους, προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι, λιγότερο από ένα μήνα πριν από την ημερομηνία που προσδιορίστηκε για την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υπό κρίση αναιρέσεως, χωρίς δε να αναμείνει την απόφαση του Δικαστηρίου, το τρίτο πενταμελές τμήμα του Πρωτοδικείου εξέδωσε απόφαση (5) με διαμετρικώς αντίθετο περιεχόμενο προς αυτό της προσβαλλομένης εν προκειμένω διατάξεως, κρίνοντας παραδεκτή την προσφυγή και αποφαινόμενο επί της ουσίας σε υπόθεση με τους αυτούς διαδίκους η οποία είχε επίσης ως αντικείμενο την κατάργηση ενισχύσεως χορηγηθείσας από το ΕΤΠΑ (6). Θα αναφερθώ κατωτέρω σε ορισμένα από τα επιχειρήματά της, αναλύοντας τον προβαλλόμενο τρίτο λόγο αναιρέσεως (7). Προκειμένου να συμπληρωθεί το πλαίσιο του στασιαζόμενου νομικού ζητήματος, πρέπει να γίνει μνεία της από 31 Μαΐου 2005 αποφάσεως του πέμπτου τμήματος του Πρωτοδικείου, με την οποία τούτο, κρίνοντας επί ομοειδών πραγματικών περιστατικών, απέφυγε να αποφανθεί επί του παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσας από δήμο (8).
4. Προεκτείνοντας τις απόψεις άλλων γενικών εισαγγελέων, εξέφρασα ήδη, δοθείσης ευκαιρίας (9), την προτίμησή μου για μια διασταλτικότερη ερμηνεία του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, αφισταμένη της αυστηρής ερμηνείας στην οποία επανειλημμένως έχει καταλήξει μέχρι τούδε το Δικαστήριο.
II – Νομικό πλαίσιο
5. Η Συνθήκη ΕΚ περιλαμβάνει, κατά βάση, δύο άρθρα περί περιφερειακής πολιτικής: το άρθρο 158 ΕΚ, το οποίο επιβάλλει στην Κοινότητα την υποχρέωση να αναπτύσσει και να εξακολουθεί τη δράση της προς ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής της συνοχής, αποσκοπώντας, ιδιαίτερα, στη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων αναπτύξεως των διαφόρων περιοχών και στη μείωση της καθυστερήσεως των πλέον μειονεκτικών από αυτές, προκειμένου να προαχθεί η αρμονική ανάπτυξη του συνόλου της Κοινότητας· και το άρθρο 159 ΕΚ, δυνάμει του οποίου η Κοινότητα ενισχύει την υλοποίηση αυτών των στόχων με τη δράση της μέσω των διαρθρωτικών ταμείων και, ειδικότερα, του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως (ΕΤΠΑ).
6. Προς επίτευξη των ως άνω σκοπών και ρύθμιση της λειτουργίας των ταμείων εκδόθηκαν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2052/88 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφισταμένων χρηματοδοτικών οργάνων (10), καθώς και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του προμνημονευθέντος κανονισμού (11).
Ο κανονισμός 2052/88
7. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2052/88 θέτει την αρχή της συμπληρωματικότητας της κοινοτικής δράσεως σε αυτόν τον τομέα. Επίσης προβλέπει στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής, του ενδιαφερομένου κράτους μέλους και των αρμοδίων αρχών που ορίζονται από αυτό, στο εθνικό, περιφερειακό, τοπικό ή άλλο επίπεδο, καθώς όλοι επιδιώκουν ένα κοινό σκοπό.
Ο κανονισμός 4253/88 όπως έχει τροποποιηθεί
8. Η έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού που τροποποίησε τον κανονισμό 4253/88 ορίζει ότι, «κατ’ εφαρμογήν της αρχής της επικουρικότητας και μη θιγομένων των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, ως υπεύθυνης για τη διαχείριση των κοινοτικών δημοσιονομικών πόρων, πρέπει κυρίως τα κράτη μέλη να φέρουν την ευθύνη για την εφαρμογή των μορφών παρέμβασης στο κατάλληλο γεωγραφικό επίπεδο και σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά της εσωτερικής οργανώσεως κάθε κράτους μέλους.
9. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, καθιερώνει την αρχή της «προσθετικότητας» (12) σύμφωνα με την οποία πρέπει να εξασφαλισθεί ότι ο οικονομικός αντίκτυπος θα είναι πραγματικός, ήτοι ότι οι πιστώσεις των διαρθρωτικών ταμείων δεν είναι δυνατόν να υποκαθιστούν τις δημόσιες διαρθρωτικές δαπάνες –ή τις εξομοιούμενες με αυτές– του κράτους μέλους στο σύνολο των περιοχών οι οποίες είναι επιλέξιμες για ένα στόχο.
10. Σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1:
«Για να εξασφαλίζεται η επιτυχία των δράσεων που εκτελούν δημόσιοι ή ιδιωτικοί επιχειρηματικοί φορείς, τα κράτη μέλη λαμβάνουν, κατά την υλοποίηση των δράσεων, τα αναγκαία μέτρα ώστε:
– να εξακριβώνεται τακτικά ότι οι δράσεις που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα έχουν εκτελεσθεί σωστά,
– να προλαμβάνονται και να διώκονται οι παρατυπίες,
– να ανακτώνται τα απολεσθέντα κεφάλαια λόγω κατάχρησης ή παράλειψης. Το κράτος μέλος ευθύνεται επικουρικά για την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, εκτός αν το κράτος μέλος και/ή ο ενδιάμεσος και/ή ο επιχειρηματικός φορέας αποδείξουν ότι δεν ευθύνονται για την κατάχρηση ή την παράλειψη.
[...]»
11. Δυνάμει του άρθρου 24:
«1. Αν η υλοποίηση δράσης ή μέτρου δεν φαίνεται να δικαιολογεί ούτε τμήμα ούτε το σύνολο της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί, η Επιτροπή προβαίνει σε κατάλληλη εξέταση της περίπτωσης στα πλαίσια της εταιρικής σχέσης, ζητώντας ιδίως από το κράτος μέλος ή τις λοιπές αρμόδιες αρχές που αυτό ορίζει για την υλοποίηση της δράσης να της υποβάλουν παρατηρήσεις εντός τακτής προθεσμίας.
2. Μετά την εξέταση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει ή [να] αναστείλει τη συνδρομή για την εν λόγω δράση ή το σχετικό μέτρο, αν από την εξέταση επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει παρατυπία ή σημαντική αλλαγή της φύσης ή των συνθηκών υλοποίησης της δράσης ή του μέτρου, για την οποία δεν ζητήθηκε η έγκριση της Επιτροπής.
3. Κάθε ποσό το οποίο αποτελεί αντικείμενο απαίτησης ως αχρεωστήτως καταβληθέν πρέπει να επιστρέφεται στην Επιτροπή [...]».
III – Η προ της αιτήσεως αναιρέσεως διαδικασία
Α – Συνοπτική έκθεση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς
12. Με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993, με αποδέκτη την Ιταλική Δημοκρατία, η Επιτροπή χορήγησε, για την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999, χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΤΠΑ ανερχομένη στο 50 % των επιλέξιμων δαπανών για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου μεταξύ Παλέρμου και Μεσσήνης, στη Σικελία, ο οποίος αποτελεί ένα μεγάλο έργο κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88. Τα έργα κατανεμήθηκαν σε δέκα τμήματα και με το παράρτημα της αποφάσεως ορίστηκε η Regione Siciliana (περιφέρεια της Σικελίας) ως αρμόδια αρχή για την υλοποίηση του σχεδίου.
13. Κατόπιν διαφόρων παλινωδιών και ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Επιτροπής και των ιταλικών αρχών, περί των οποίων γίνεται εκτενώς λόγος στην προσβαλλομένη διάταξη (13), το προμνημονευθέν θεσμικό όργανο, διαπιστώνοντας ότι ήταν δύσκολο να αποπερατωθούν τα αναληφθέντα έργα κατασκευής πριν από την ταχθείσα ημερομηνία, ήτοι την 31η Δεκεμβρίου 1997, και ότι η νυν αναιρεσείουσα αθέτησε τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει, ανακοίνωσε στην Ιταλική Δημοκρατία, με άλλη απόφαση, νυν προσβαλλομένη, της 5ης Σεπτεμβρίου 2002, τη βούλησή της να προβεί σε περάτωση της συνδρομής, με βάση τις δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997 και αφορούσαν έργα αποπερατωθέντα μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου 2002.
14. Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή προσδιόρισε, πρώτον, το μη δαπανηθέν υπόλοιπο του οποίου η ανάληψη θα ακυρωνόταν, ήτοι τη διαφορά μεταξύ του ποσού της χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΤΠΑ που είχε αρχικώς προβλεφθεί για το σχέδιο και εκείνου που αντιστοιχούσε στο σύνολο των καταβολών στις οποίες είχε προβεί το ΕΤΠΑ και, δεύτερον, το προς ανάκτηση ποσόν, ήτοι τη διαφορά μεταξύ του τελευταίου αυτού ποσού και των επιλέξιμων δαπανών τις οποίες έπρεπε να καλύψει το ΕΤΠΑ μέχρι την ημερομηνία περατώσεως. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης από την Ιταλική Δημοκρατία να ανακοινώσει στο δικαιούχο την απόφαση αυτή με συστημένη επιστολή.
15. Στο πλαίσιο αυτό η Regione Siciliana άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, επικαλουμένη τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος στηριζόταν σε αναρμοδιότητα του οργάνου που υπέγραψε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δεύτερος σε παράβαση και/ή εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 24 και 25 του κανονισμού 4253/88, ο τρίτος σε αντίφαση όσον αφορά τη συμπεριφορά της Επιτροπής και σε παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και ο τέταρτος σε έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εκτίμηση.
Β – Η αναιρεσιβαλλομένη διάταξη
16. Δυνάμει του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του, το Πρωτοδικείο εξέτασε αυτεπαγγέλτως εάν νομιμοποιείται η Regione Siciliana να ασκήσει προσφυγή, έκρινε δε ότι είχε επαρκώς διαφωτιστεί από τα έγγραφα της δικογραφίας, οπότε αποφάνθηκε ότι παρείλκε η εκ μέρους των διαδίκων προφορική ανάπτυξη των παρατηρήσεών τους.
17. Αφού εξακρίβωσε ότι η Regione Siciliana δεν ήταν αποδέκτης της αποφάσεως, καθόσον η Επιτροπή την είχε απευθύνει στην Ιταλική Δημοκρατία, και δέχθηκε ότι η προσβαλλομένη απόφαση αφορούσε ατομικά την προσφεύγουσα (14), το Πρωτοδικείο περιορίστηκε να εξετάσει εάν την αφορούσε άμεσα κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
18. Το Πρωτοδικείο υπέμνησε, επίσης, την εν προκειμένω πάγια νομολογία (15), αποδίδοντας ιδιαίτερη προσοχή σε ορισμένες αποφάσεις αφορώσες το ΕΤΠΑ (16).
19. Προκειμένου περί των επιδίκων πραγματικών περιστατικών, το Πρωτοδικείο επικέντρωσε την επιχειρηματολογία του σε δύο κύρια σημεία, ήτοι στην απαλλαγή του ΕΤΠΑ από την υποχρέωση καταβολής των ποσών που δεν είχαν χορηγηθεί και στην επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
20. Επί του πρώτου ζητήματος το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι, δυνάμει του άρθρου 21, παράγραφος 5, του κανονισμού 4253/88, οι κοινοτικοί πόροι, οι οποίοι χορηγούνται στο πλαίσιο της χρηματοδοτικής συνδρομής από το ΕΤΠΑ, καταβάλλονται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος από την Επιτροπή, παρέθεσε νομολογιακό προηγούμενο (17) προς επίρρωση της απόψεως αυτής και αποφάνθηκε ότι η απόφαση δεν αφορούσε τη Regione Siciliana ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ (18).
21. Το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της συμπληρωματικότητας των κοινοτικών ενισχύσεων και, αφετέρου, της αρχής της προσθετικότητας, σύμφωνα με την οποία αυτές δεν είναι δυνατόν να υποκαθιστούν τις δημόσιες δαπάνες του κράτους μέλους, τίποτε δεν εμπόδιζε την Ιταλική Δημοκρατία να καλύψει με δικούς της πόρους το αποδεσμευθέν μέρος της κοινοτικής συνδρομής, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η περάτωση των έργων.
22. Όσον αφορά την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων, το Πρωτοδικείο, αφού επεσήμανε ότι, σε αντίθεση με τη γενικά ακολουθούμενη από την Επιτροπή πρακτική στον τομέα των παράνομων ενισχύσεων οι οποίες κηρύσσονται ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη που να επιβάλλει στην Ιταλική Δημοκρατία να προβεί σε αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων (19), αποφάνθηκε ότι η απόφαση απλώς επέβαλε την επιστροφή τους στο ΕΤΠΑ από την Ιταλική Δημοκρατία (20), δεδομένου ότι η επιστροφή των κοινοτικών πόρων, οι οποίοι είχαν καταβληθεί στην προσφεύγουσα, δεν ήταν άμεση συνέπεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά των ενεργειών της Ιταλικής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο της εθνικής της νομοθεσίας, προς συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σχετική κοινοτική νομοθεσία (21).
23. Μολονότι η προσφεύγουσα δεν προέβαλε ότι η εξουσία εκτιμήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας είναι καθαρώς θεωρητική, πράγμα που, σύμφωνα με τη νομολογία (22), θα τη νομιμοποιούσε να ασκήσει προσφυγή, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι δεν έπρεπε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να μην προβεί το εν λόγω κράτος μέλος σε αναζήτηση της επίμαχης ενισχύσεως από την προσφεύγουσα ή από τους τελικούς δικαιούχους (23), απορρίπτοντας επομένως την υποθετική αυτή περίπτωση (24).
24. Τέλος, το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη, τους ισχυρισμούς της Regione Siciliana ότι υπήρξαν άμεσες επαφές με την Επιτροπή, καθόσον αυτή της απέστειλε ορισμένα έγγραφα, και ότι ελήφθη υπόψη η ειδική κατάστασή της κατά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο απέρριψε τον πρώτο από τους ισχυρισμούς αυτούς, με το σκεπτικό ότι η εν λόγω παροχή πληροφοριών δεν παρήγαγε άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως της προσφεύγουσας, και τον δεύτερο, επειδή η περίσταση αυτή είναι απλώς ικανή να αποδείξει, στην καλύτερη περίπτωση, ότι η απόφαση αφορούσε την προσφεύγουσα ατομικά.
25. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη και καταδίκασε την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
26. Η αίτηση αναιρέσεως της Regione Siciliana καταχωρίστηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Σεπτεμβρίου 2004, το δε υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής στις 25 Νοεμβρίου του αυτού έτους. Ακολούθησαν τα αντίστοιχα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως.
27. Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στην οποία παρέστησαν εκπρόσωποι αμφοτέρων των διαδίκων, διεξήχθη στις 15 Νοεμβρίου 2005.
28. Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την από 8 Ιουλίου 2004 διάταξη του Πρωτοδικείου επί της υποθέσεως T-341/02,
– να αποφασίσει συνακολούθως ως προς τη συνέχεια της δίκης και τα δικαστικά έξοδα.
29. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
V – Ανάλυση των λόγων αναιρέσεως
30. Η Regione Siciliana προέβαλε τέσσερις λόγους αναιρέσεως. Ο πρώτος λόγος στηρίζεται στην παράβαση των άρθρων 113 και 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο δεύτερος στην παράβαση του άρθρου 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, ο τρίτος στην παραβίαση των κανονισμών 2052/88 και 4253/88 και ο τέταρτος στην έλλειψη αιτιολογίας της διατάξεως.
31. Για λόγους νομικής λογικής, θα αντιστρέψω τη σειρά εξετάσεως των δύο πρώτων λόγων αναιρέσεως, δεδομένου ότι η αναγνώριση στη νυν αναιρεσείουσα της ιδιότητας του προνομιούχου προσφεύγοντος κατά την έννοια του άρθρου 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ ή του αποδέκτη, κατά την έννοια του τετάρτου εδαφίου της αυτής διατάξεως, θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου τον λόγο που αντλείται από την παράβαση των άρθρων 113 και 114, εφόσον αφορά, κυρίως, το ζήτημα εάν η προσβαλλομένη απόφαση αφορά άμεσα την αναιρεσείουσα.
Α – Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως: παράβαση του άρθρου 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
32. Η Regione Siciliana προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι την εξέλαβε ως χωριστή και αυτοτελή οντότητα έναντι της Ιταλικής Δημοκρατίας. Κατά την αναιρεσείουσα, ο νομικός αυτός χαρακτηρισμός δεν δικαιολογείται, δεδομένου ότι αυτή ενήργησε ως περιφέρεια που αποτελεί τμήμα του εν λόγω κράτους και είναι ο πραγματικός αποδέκτης της χρηματοδοτικής ενισχύσεως.
33. Η αναιρεσείουσα διατείνεται εξάλλου ότι, στο πλαίσιο των πόρων του ΕΤΠΑ, τα κράτη μέλη ενεργούν αποκλειστικώς ως ενδιάμεσοι, ο δε δικαιούχος της κοινοτικής συνδρομής εξατομικεύεται από της χορηγήσεώς της. Η άποψη ότι η απόφαση περί περατώσεως είχε ως αποδέκτη το κράτος μέλος απορρέει από μια υπερβολικά τυπολατρική προσέγγιση.
34. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Αφενός, επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία το άρθρο 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ αφορά αποκλειστικώς τις κυβερνητικές αρχές των κρατών μελών χωρίς να καλύπτει άλλου είδους οντότητες υποδεέστερες του κράτους. Αφετέρου, δεν συμμερίζεται την άποψη ότι η Regione Siciliana είναι ο αποδέκτης της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον τα προβληθέντα επιχειρήματα δεν σχετίζονται με το εάν η εν λόγω πράξη αφορά την αναιρεσείουσα άμεσα, αλλά με το εάν την αφορά ατομικά.
1. Παρουσίαση της νομολογίας του Δικαστηρίου όσον αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση των υποδεεστέρων του κράτους οντοτήτων
35. Δεδομένου ότι οι συνθήκες δεν περιλαμβάνουν ρητό ορισμό του όρου «κράτος», αυτός πρέπει να ερμηνευθεί, σύμφωνα με μερίδα της νομικής θεωρίας, ως αναφερόμενος στα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου που διαθέτουν την εξουσία και έχει αναγνωρισθεί ότι δύνανται να υπογράφουν και να κυρώνουν τις διεθνείς συνθήκες, τα οποία περιλαμβάνουν ανεξάρτητη οργάνωση εξουσίας επί εδαφικής βάσεως (25). Αντιθέτως, άλλοι συγγραφείς συνάγουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι ο εν λόγω όρος περιλαμβάνει ένα σύνολο οργάνων και αρμοδιοτήτων (26).
36. Ωστόσο, οι επιστημονικές αυτές εργασίες συμβάλλουν ελάχιστα στη συζήτηση περί της έννοιας του εν λόγω όρου που περιλαμβάνεται στο άρθρο 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, εφόσον δεν προσφέρουν ικανοποιητική λύση στα ζητήματα που αφορούν το εύρος της έννοιάς του σε αυτό το πλαίσιο.
37. Ο πολύ μικρός αριθμός των αποφάσεων εν προκειμένω οδηγεί στη σκέψη ότι, στην πραγματικότητα, το Δικαστήριο δεν έχει ορίσει ακόμη σαφώς την έννοια, δεδομένου ότι είναι γνωστές μόνον δύο διατάξεις (27), με τις οποίες κρίθηκε ότι οι προσφυγές ακυρώσεως που άσκησαν η Περιφέρεια της Βαλονίας (28) και η Περιφέρεια της Τοσκάνης (29) ήταν προδήλως απαράδεκτες. Ωστόσο, αμφότερες οι αποφάσεις έχουν το ακόλουθο, πανομοιότυπο, περιεχόμενο:
«[…] από τη γενική οικονομία των συνθηκών προκύπτει ότι ο όρος “κράτος μέλος”, κατά την έννοια των θεσμικών διατάξεων και, ειδικότερα, των διατάξεων περί των ενδίκων προσφυγών, αναφέρεται μόνο στις κυβερνητικές αρχές των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και δεν μπορεί να καλύψει και τις κυβερνήσεις περιφερειών ή αυτονόμων κοινοτήτων, όποια και αν είναι η έκταση των αρμοδιοτήτων που τους αναγνωρίζονται.»
38. Είναι δυνατόν να προβληθεί η αντίρρηση ότι, μέχρι σήμερα, ουδεμία πράξη του Δικαστηρίου περιβεβλημένη τον τύπο αποφάσεως επιρρωννύει τη νομολογία αυτή, αλλά η απουσία τέτοιων αποφάσεων δεν πείθει, καθόσον, αφενός, επί των ενστάσεων απαραδέκτου εκδίδεται συνήθως διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ιδίως εάν το απαράδεκτο είναι πρόδηλο, και, αφετέρου, η λύση αυτή ακολουθείται επίσης στις διαδικασίες εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως όταν «δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο υποβληθέν με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ερώτημα» δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η συστηματική ερμηνεία των πράξεων του Δικαστηρίου συνηγορεί υπέρ της ορθότητας των ως άνω δύο αποφάσεών του.
39. Εξάλλου, ρητή παραπομπή στις προαναφερθείσες δύο διατάξεις περιλαμβάνεται σε απόφαση του Δικαστηρίου η οποία, χωρίς να παραθέσει το προεκτεθέν χωρίο, επιβεβαίωσε ότι δεν χωρεί ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 230, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΕΚ επί των περιφερειών (30).
40. Επίσης, μπορεί να προβληθεί ότι το Δικαστήριο, με την επιφύλαξη όσων δέχθηκε με τις προμνημονευθείσες δύο διατάξεις, δεν δίστασε να διευρύνει επανειλημμένως, εκτός των άμεσων προσφυγών, την έννοια του όρου «κράτος». Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι εμπίπτει στην εν λόγω έννοια κάθε οργανισμός στον οποίο, ασχέτως της νομικής μορφής του, έχει ανατεθεί η παροχή υπηρεσίας δημοσίου συμφέροντος και ο οποίος διαθέτει, προς τούτο, εξαιρετικές εξουσίες σε σχέση με τους εφαρμοστέους στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών κανόνες (31), πράγμα που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρείχε τη δυνατότητα επικλήσεως μη μεταφερθείσας στο εσωτερικό δίκαιο οδηγίας έναντι δημοσίας επιχειρήσεως που είχε προηγουμένως ιδιωτικοποιηθεί.
41. Αυτή η τάση διευρύνσεως της έννοιας του «κράτους» παρατηρείται ιδίως στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο αποφαίνεται επί παραβάσεων, δεδομένου ότι δέχθηκε, επί παραδείγματι, ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε, μολονότι για τις παραβάσεις ευθύνονταν, στη πραγματικότητα, οργανισμοί τοπικής ή περιφερειακής αυτοδιοικήσεως (υποθέσεις Marismas de Santoña (32), ποιότητα του αέρα του περιβάλλοντος (33), ή ενισχύσεις του ομίλου Magefesa II (34)). Επομένως, στο ευρωπαϊκό επίπέδο, εάν υποκείμενος του κράτους οργανισμός τοπικής εξουσίας παραβεί τις υποχρεώσεις του εκ του κοινοτικού δικαίου, ευθύνεται το κράτος μέλος στο οποίο αυτός ανήκει.
42. Επίσης, πέραν της ευρείας αυτής ερμηνείας του επίμαχου όρου, το Δικαστήριο δεν δίστασε να προβεί σε συσταλτική ερμηνεία της έννοιας της «δημόσιας αρχής», η οποία, βεβαίως δεν μπορεί να εξομοιωθεί πλήρως προς την έννοια του «κράτους», όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 39, παράγραφος 4, ΕΚ, δεδομένου ότι το Δικαστήριο συμπεριέλαβε στην έννοια της απασχολήσεως στη δημόσια διοίκηση όλες τις θέσεις «που συνεπάγονται συμμετοχή, άμεση ή έμμεση, στην άσκηση δημοσίας εξουσίας και στα καθήκοντα που έχουν ως αντικείμενο την προάσπιση των γενικών συμφερόντων του κράτους και των άλλων δημοσίων οργανισμών» (35), συγκαταλέγοντας σε αυτούς και τους υποκειμένους του κράτους οργανισμούς τοπικής εξουσίας, ιδίως δε τους οργανισμούς περιφερειακής και τοπικής βαθμίδας (36).
43. Εν κατακλείδι, έχει υιοθετηθεί μια αντίληψη μεταβλητής γεωμετρίας (37) που εξαρτάται από το πλαίσιο στο οποίο τάσσεται και αντιστοιχεί στην πραγματιστική προσέγγιση με την οποία διασφαλίζεται η πρακτική αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να ληφθεί υπόψη, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο σύμφυτος προς τη Συνθήκη σκοπός της ολοκληρώσεως (38).
44. Ωστόσο, η ευρεία ερμηνεία της έννοιας του «κράτους», την οποία υιοθετεί το Δικαστήριο σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν γίνεται δεκτή στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας, καθόσον δεν συνάδει με τις διατάξεις προς διαφύλαξη της κατανομής εξουσιών εντός της Κοινότητας, όπως διευκρινίστηκε με τις διατάξεις επί των υποθέσεων Region wallonne και Regione Toscana, σύμφωνα με τις οποίες:
«η αποδοχή του αντιθέτου θα έθιγε τη θεσμική ισορροπία που εγκαθιδρύουν οι Συνθήκες, οι οποίες καθορίζουν κυρίως τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα κράτη μέλη, ήτοι τα συμβαλλόμενα κράτη στις ιδρυτικές Συνθήκες και στις Συνθήκες προσχωρήσεως, συμμετέχουν στη λειτουργία των κοινοτικών οργάνων. […] οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες δεν είναι δυνατό να περιλαμβάνουν αριθμό κρατών μελών ανώτερο του αριθμού των κρατών εκείνων τα οποία τις έχουν συστήσει.»
45. Επομένως, εφόσον αποκλείστηκε η τείνουσα στη διασφάλιση του ενδεχομένου εφαρμογής της πρακτικής αποτελεσματικότητας του κοινοτικού δικαίου ερμηνευτική μέθοδος, πρέπει μόνο να διερευνηθεί εάν η εξέλιξη της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως επηρέασε τη θεσμική ισορροπία, κατά τρόπον ώστε να θέσει εν αμφιβόλω τα υποστηριχθέντα στην προηγούμενη παράγραφο.
2. Συνοπτική έκθεση της πορείας που ακολούθησε σύμπραξη των υποδεέστερων του κράτους οντοτήτων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως
46. Η τάση να αγνοηθούν οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως και οι οργανισμοί περιφερειακής εξουσίας, η οποία ήταν έκδηλη κατά τις απαρχές της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως, περιγράφεται άριστα με την έκφραση που χρησιμοποίησε πρώτος ένας Γερμανός καθηγητής, ο οποίος υποστήριξε ότι η διαδικασία αυτή χαρακτηριζόταν από «τύφλωση όσον αφορά την κατανομή των αρμοδιοτήτων εντός των κρατών μελών» («Länder-Blindheit» ήτοι τύφλωση έναντι των Länder) (39), επικρίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την έλλειψη οποιασδήποτε μνείας για τις περιφέρειες εντός των Συνθηκών.
47. Σε πολιτικό επίπεδο, η περιφέρεια αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά το 1961, στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο προίκισε με μόνιμο καθεστώς τη διάσκεψη των τοπικών αρχών της Ευρώπης. Ο Χάρτης της εν λόγω Διασκέψεως τροποποιήθηκε το 1975, ώστε να συμπεριλάβει την περιφέρεια ως πολιτική οντότητα. Αποτέλεσμα των εργασιών ήταν ο Χάρτης τοπικής αυτονομίας (40) και ο Χάρτης περιφερειακής αυτονομίας (41).
48. Της ίδιας, τουλάχιστον προσοχής αξίζει να τύχει η συνέλευση των περιφερειών της Ευρώπης (42), η οποία έχει σκοπό, δυνάμει του κεφαλαίου Ι, άρθρο 1, σημείο 3, του καταστατικού της «να προαγάγει τον ενεργό ρόλο των περιφερειών στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση και να βελτιώσει, προς τούτο, τη θεσμική τους συμμετοχή, ιδίως στο πλαίσιο των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων, προεχόντως δε στο Συμβούλιο της Ευρώπης, τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ένωση».
49. Στο πλαίσιο της Κοινότητας, αποτελεί αφετηρία η σύσταση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου των οργανισμών περιφερειακής και τοπικής αυτοδιοικήσεως με την απόφαση 88/487/ΕΟΚ (43), διά της οποίας η Επιτροπή, εκθέτοντας, στην αιτιολογική έκθεση, ότι κρίνει απαραίτητο οι εν λόγω οργανισμοί να έχουν στενότερη σχέση με τη χάραξη και την εφαρμογή της περιφερειακής πολιτικής της Κοινότητας, περιλαμβανομένων σε αυτήν των τοπικών και περιφερειακών συνεπειών από τις άλλες πολιτικές της Κοινότητας, συνέστησε όργανο αντιπροσωπεύον τις υποκείμενες του κράτους βαθμίδες λήψεως αποφάσεων, το οποίο είχε απλώς γνωμοδοτική αρμοδιότητα (44) και συνεδρίαζε μόνον εάν συγκαλούνταν από την Επιτροπή (45).
50. Παρά τους περιορισμούς στους οποίους υπέκειτο, η σύσταση του ως άνω οργάνου είχε καθοριστική σημασία, δεδομένου ότι είχε ριφθεί ο σπόρος, του οποίου καρπός υπήρξε η Επιτροπή των Περιφερειών που συνεστήθη με τη Συνθήκη του Maastricht (46). Ωστόσο, παρά τις διαδοχικές προόδους που σημειώθηκαν τόσο με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (47) όσο και με αυτήν της Νίκαιας (48), δεν κατέστη δυνατόν να αναβαθμιστεί αυτό το έχον επικουρικό χαρακτήρα όργανο.
51. Προκειμένου περί της νομιμοποιήσεως προς άσκηση προσφυγής ελέγχου νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή των Περιφερειών παγίως (49) διεκδίκησε να αναγνωριστεί καθεστώς προνομιούχου διαδίκου, στο πλαίσιο των προσφυγών ακυρώσεως, τόσο στην ίδια όσο και στις περιφέρειες που έχουν νομοθετικές αρμοδιότητες, προτείνοντας να τροποποιηθεί το τρίτο εδάφιο του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 230 ΕΚ) (50).
52. Οι διεκδικήσεις αυτές ικανοποιήθηκαν, εν μέρει, όσον αφορά τη διατήρηση των προνομίων της Επιτροπής των Περιφερειών (51), με τη Συνθήκη για τη θέσπιση συντάγματος της Ευρώπης, μολονότι δεν μεταβλήθηκε η θέση των περιφερειών όσον αφορά την προσφυγή ακυρώσεως. Πάντως, πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμη και εάν η εν λόγω συνταγματική Συνθήκη ετίθετο σε ισχύ, επί του παρόντος ελλείπει η νομοθετική βούληση να ικανοποιηθούν οι επιθυμίες της Επιτροπής των Περιφερειών. Όπως έχει γράψει ο Σαίξπηρ: «στη Βενετία, καμία εξουσία δεν μπορεί να ενεργήσει αντίθετα προς τα θεσπισθέντα. Αλλιώς, το προηγούμενο που θα δημιουργούσε ένα τέτοιο κακό παράδειγμα θα είχε ως συνέπεια οι παρανομίες να κατακλύσουν την Πολιτεία» (52).
3. Απόρριψη του λόγου αναιρέσεως
53. Υπό το πρίσμα των εκτεθέντων στις προηγούμενες παραγράφους, δεν χωρεί αμφιβολία ότι, όχι μόνον ουδεμία εξέλιξη δικαιολογεί την ανατροπή της θεσμικής ισορροπίας περί της οποίας έγινε λόγος στις διατάξεις Region wallone και Regione Toscana, αλλά και ότι οι ενδεχομένως αναληφθείσες προσπάθειες προς τούτο έχουν προδήλως αποτύχει. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει σοβαρός λόγος μεταστροφής της νομολογίας.
54. Επιπλέον, ακόμη και εάν γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι μια περιφέρεια μπορεί να θεωρηθεί ως «κράτος», κατά την έννοια του άρθρου 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, προβλήματα θα εξακολουθούσαν να υφίστανται, καθόσον ένα μέρος δεν μπορεί να αντιποιηθεί την εκπροσώπηση του όλου. Ως εκ περισσού, η ιδιότητα του συστατικού μέρους αυτής της ενότητας παρέχει δυνατότητες συνεννοήσεως και συνεργασίας, επί πολιτικού ή διοικητικού επιπέδου, με την εθνική κυβέρνηση, δυνάμενες να την οδηγήσουν στην έναντι του κοινοτικού μέτρου επιθυμητή αντίδραση ενώπιον του Δικαστηρίου, πράγμα που δεν είναι, εν γένει, εφικτό για τον πολίτη.
55. Κατά συνέπεια, και χωρίς να εξεταστεί η προβαλλομένη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της αναιρεσείουσας, εφόσον ούτε αποδείχθηκε ούτε αναπτύχθηκε προσηκόντως με την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, δεδομένου ότι δεν εντοπίστηκε παράβαση του άρθρου 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ στην αναιρεσιβαλλομένη διάταξη.
Β – Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως: παράβαση των άρθρων 113 και 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, έλλειψη αιτιολογίας και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
56. Με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα βάλλει, κατ’ ουσίαν, κατά του τρόπου ενεργείας του Πρωτοδικείου, το οποίο αποφάνθηκε αυτεπαγγέλτως ως προς το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως χωρίς να ακούσει τους διαδίκους, με αποτέλεσμα να έχουν προσβληθεί τα δικαιώματά τους άμυνας.
57. Επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η υπόμνηση ότι το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας επιτρέπει στο Πρωτοδικείο να αποφανθεί οποτεδήποτε και αυτεπαγγέλτως επί του απαραδέκτου και ότι το εν λόγω άρθρο παραπέμπει κατά τα λοιπά στο άρθρο 114, παράγραφοι 3 και 4. Η πρώτη από τις προμνημονευθείσες παραγράφους ορίζει ότι η διαδικασία συνεχίζεται προφορικά, εκτός εάν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως.
58. Από τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο στήριξε την απόφασή του στα επαρκή στοιχεία που περιλαμβάνονταν στα έγγραφα της δικογραφίας. Εξάλλου, από τις σκέψεις 42 έως 46 προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας ως προς το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως, οπότε πρέπει να κριθεί αβάσιμη η αιτίαση περί προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας.
59. Ο ισχυρισμός περί ελλείψεως αιτιολογίας επίσης δεν μπορεί να ευδοκιμήσει καθόσον, όπως επισημαίνει η Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε ενδελεχώς την ενεργητική νομιμοποίηση της Regione Siciliana, στις σκέψεις 50 έως 86.
60. Τέλος, το επιχείρημα ότι, αντιθέτως προς όσα προβλέπει το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Επιτροπή δεν υπέβαλε την αίτησή της επί του απαραδέκτου με χωριστό δικόγραφο, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το Πρωτοδικείο εξέτασε το ζήτημα του απαραδέκτου βάσει του άρθρου 113 του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας.
61. Επομένως, δεδομένου ότι από τα προβληθέντα επιχειρήματα δεν προέκυψε παράβαση των άρθρων 113 και 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμος.
Γ – Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως: Παράβαση των άρθρων 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2052/88 και 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88
62. Πριν από την εξέταση του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, εφιστάται η προσοχή στο αληθές περιεχόμενό του, δεδομένου ότι, κατά την αναιρεσείουσα, η αναιρεσιβαλλομένη διάταξη έσφαλε καθόσον δεν αναγνώρισε ότι η απόφαση περί περατώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΤΠΑ, η οποία αποτελούσε αντικείμενο της προσφυγής, αφορούσε άμεσα την Regione Siciliana. Ως εκ τούτου, η ακολουθουμένη προσέγγιση αντιστοιχεί εφεξής στο αληθές αίτημα της αναιρεσείουσας.
63. Επιβάλλεται η επισήμανση ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής αφορά ατομικά την αναιρεσείουσα περιφέρεια, καθόσον αμφότεροι οι διάδικοι συμφωνούν επ’ αυτού.
64. Η Regione Siciliana προέβαλε δύο επιχειρήματα προς στήριξη του υπό κρίση λόγου. Με το πρώτο, διατείνεται ότι το σύστημα των διαρθρωτικών ταμείων εμπνέεται από τις αρχές της επικουρικότητας και της συνεργασίας και προβλέπει παρέμβαση των περιφερειακών αρχών, οπότε οποιαδήποτε απόφαση περί περατώσεως χρηματοδοτικής συνδρομής, η οποία είχε προγραμματιστεί σε αυτό το πλαίσιο, παράγει άμεσα νομικά αποτελέσματα για την ενδιαφερομένη περιφέρεια. Το δεύτερο αφορά την άρνηση του Πρωτοδικείου να αναγνωρίσει τα εν λόγω αποτελέσματα, στο μέτρο που δέχεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία δύναται να χρηματοδοτήσει την περάτωση των έργων χωρίς να απαιτήσει την επιστροφή των καταβληθέντων στη Regione Siciliana, εκτίμηση η οποία, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, αντιβαίνει προς τις αρχές της συμπληρωματικότητας και της προσθετικότητας. Επιπλέον, με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Regione Siciliana διευκρινίζει ότι το Ιταλικό δημόσιο της ζήτησε να επιστρέψει ενίσχυση ύψους 58 036 177 ευρώ.
1. Επί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως που απορρέει από τη συνεργασία των υποδεέστερων του κράτους περιφερειακών οντοτήτων με την Επιτροπή
65. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2052/88, το οποίο θέτει την αρχή της συμπληρωματικότητας, προβλέπει στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής, του ενδιαφερομένου κράτους μέλους και των αρχών που ορίζονται από αυτό για την υλοποίηση της κοινοτικής δράσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τις αρχές, τις οποίες έχει ορίσει κατά τα ανωτέρω, να υποβάλουν παρατηρήσεις σε περίπτωση που έχει αμφιβολίες επί της αρχικώς χορηγηθείσας ενισχύσεως.
66. Εμπνεομένη από την αρχή της επικουρικότητας, αυτή η υποβολή παρατηρήσεων οδηγεί την αναιρεσείουσα να εξομοιώσει τη θέση των υποδεέστερων του κράτους οντοτήτων, τα οποία επελέγησαν από το κράτος μέλος για να συνεργασθούν πριν από την έγκριση οποιασδήποτε κοινοτικής ενεργείας στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ, με τη θέση των εξαγωγικών επιχειρήσεων, οι οποίες προσβάλλουν κανονισμό αντιντάμπινγκ και οι οποίες συνεργάστηκαν στις έρευνες της Επιτροπής (53), με αυτήν των εταιριών που προσβάλλουν τις αποφάσεις περί εγκρίσεως κρατικών ενισχύσεων, στην περίπτωση που οι εν λόγω εταιρίες έλαβαν μέρος με οποιοδήποτε τρόπο στη διαδικασία του άρθρου 88 ΕΚ (54), ή με αυτήν των επιχειρήσεων που κατήγγειλαν την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους στην αγορά (55).
67. Οι ισχυρισμοί αυτοί, μολονότι δεν αμφισβητείται η λυσιτέλειά τους, πρέπει να σχετικοποιηθούν, προκειμένου να αποφευχθεί αλλοίωση της νομολογίας του Δικαστηρίου.
68. Πρώτον, στον τομέα του αντιντάμπινγκ, ο λόγος, ο οποίος ώθησε το Δικαστήριο να δεχθεί ενεργητική νομιμοποίηση των ενδιαφερομένων εξαγωγέων που παρέσχαν συνδρομή στην Επιτροπή κατά τη διεξαγωγή των ερευνών της, είναι ότι, στον εν λόγω τομέα, η Κοινότητα μπορεί να νομοθετεί μόνο με κανονισμούς (56), πράγμα που απέκλειε, κατ’ αρχήν, την άσκηση άμεσων προσφυγών από ιδιώτες (57). Κατά τα λοιπά, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, οι προσβαλλόμενες πράξεις ήταν κανονισμοί και όχι αποφάσεις.
69. Δεύτερον, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, το περιεχόμενο του δικαιώματος προσφυγής κατά των αποφάσεων της Επιτροπής διαφέρει αναλόγως του εάν η συμμετοχή αφορούσε την προκαταρκτική διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, ή την κύρια, κατά την έννοια της παραγράφου 3. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η νομιμοποίηση των επιχειρήσεων προς άσκηση προσφυγής απορρέει από το δικαίωμά τους να αναπτύξουν προφορικά την άποψή τους –ακόμη και αν δεν το είχαν ασκήσει- και μάλιστα αυτές δεν περιορίζονται από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο πλαίσιο του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (58). Ο κανονισμός 659/1999 (59) παγίωσε ορισμένες διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ των συμμετεχόντων στις διαδικασίες αυτές (60), οι οποίες πάντως δεν τους απαλλάσσουν της υποχρεώσεως να αποδείξουν ότι εθίγησαν τα συμφέροντά τους (61).
70. Τέλος, η εκ μέρους της Regione Siciliana αναφορά στη νομολογία περί δικαίου του ανταγωνισμού απαιτεί μια διευκρίνιση, η οποία, εξάλλου, συνεπάγεται μια ακόμη διευκρίνιση, μεγαλύτερης βαρύτητας. Συγκεκριμένα, όταν το Δικαστήριο, με την απόφασή του Metro I, αναγνώρισε ότι νομιμοποιείται προς άσκηση προσφυγής η επιχείρηση, η οποία είχε ζητήσει από την Επιτροπή να λάβει απόφαση κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 17/62 (62), η δε αίτησή της απορρίφθηκε, στηρίχτηκε στην ανάγκη παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (63), δεδομένου ότι, κατ’ αρχήν, η επιχείρηση δεν νομιμοποιούνταν να προσβάλει την απόρριψη.
71. Δεν είναι τυχαίο ότι η έκφραση «αποτελεσματική δικαστική προστασία» υπενθυμίζει, σε αυτό το πλαίσιο, την απόφαση Jégo-Quéré, καθόσον όλες οι αποφάσεις, τις οποίες παραθέτει η Regione Siciliana προς στήριξη των απόψεών της, έχουν ένα κοινό σημείο με την εν λόγω πασίγνωστη απόφαση και αφορούν την προϋπόθεση κατά την οποία ένα πρόσωπο δύναται να προσβάλει απόφαση μόνον εάν αυτή το αφορά ατομικά. Όπως έχω ήδη εκθέσει, δεν χωρεί αμφιβολία, στην υπό κρίση υπόθεση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ατομικά τη Regione Siciliana, οπότε τεκμαίρεται ότι η προϋπόθεση πληρούται.
72. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η συμμετοχή της στη διαδικασία χορηγήσεως της κοινοτικής ενισχύσεως της παρείχε τα ίδια δικαιώματα με αυτά που απολαύουν οι επιχειρήσεις στις αντίστοιχες περιπτώσεις και στους οικείους τομείς (ανταγωνισμός, κρατικές ενισχύσεις και μέτρα αντιντάμπινγκ), είναι αλυσιτελείς, καθόσον τα δικαιώματα αυτά τείνουν, κατ’ ουσίαν, να απαλλάξουν τον προσφεύγοντα από την υποχρέωση να αποδείξει ότι η προσβαλλόμενη πράξη τον αφορά ατομικά, πράγμα που, εν προκειμένω, πρέπει να θεωρηθεί ότι συμβαίνει, δεδομένου ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε.
2. Επί του νομικού σφάλματος το οποίο συνίσταται στη διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία μπορούσε να αναλάβει τις δαπάνες περατώσεως του έργου
73. Αντιθέτως προς τη νομολογία σχετικά με την προϋπόθεση να αφορά ατομικά η κοινοτική πράξη τον προσφεύγοντα, η νομολογία σχετικά με την προϋπόθεση να τον αφορά άμεσα είναι μάλλον περιορισμένη, πράγμα που οφείλεται, αναμφιβόλως, στη μέθοδο που ακολουθεί το Δικαστήριο, το οποίο, ευλόγως, αποφεύγει να εξετάσει τη συνδρομή της δεύτερης αυτής προϋποθέσεως, εάν κρίνει ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν έχει χαρακτήρα αποφάσεως ή ότι η εν λόγω πράξη δεν αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα καθόσον δεν θεωρείται αποδέκτης της (64). Επομένως, δεν προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι η σχετική με την εν λόγω προϋπόθεση νομολογία δεν περιλαμβάνει μια διατύπωση όπως αυτή της διατάξεως Plaumann (65) παρέχουσα δυνατότητα ελέγχου της συνδρομής της προϋποθέσεως να αφορά η πράξη ατομικά τον προσφεύγοντα, πράγμα που δεν σημαίνει όμως ότι δεν υφίστανται επαρκή νομολογιακά προηγούμενα από τα οποία να είναι δυνατόν να συναχθούν οι θεμελιώδεις αρχές που ανέπτυξε το Δικαστήριο όσον αφορά τις άμεσες συνέπειες της προσβαλλομένης αποφάσεως στη νομική σφαίρα του προσφεύγοντος.
74. Ειδικότερα, με την απόφασή του Toepfer I (66), το Δικαστήριο ερμήνευσε για πρώτη φορά τη φράση «να αφορά άμεσα» η πράξη τον προσφεύγοντα, αναγνωρίζοντας ότι νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή οι τρίτοι που δεν είναι αποδέκτες μιας κοινοτικής πράξεως, εφόσον αυτή επικυρώνει τα μέτρα που είχε λάβει προηγουμένως το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Επομένως, δεδομένου ότι, σε εκείνη την περίπτωση, δεν ήταν αναγκαία εθνικά μέτρα εκτελέσεως, οι συνέπειές της για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες ήταν εξίσου άμεσες όπως αυτές των εθνικών διατάξεων τις οποίες υποκατέστησε ο κοινοτικός κανονισμός.
75. Μεταγενέστερες αποφάσεις εξομοίωσαν τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η παρέμβαση του κράτους υπόκειται σε κριτήρια που έχει καθορίσει προηγουμένως το Συμβούλιο ή η Επιτροπή (67), δεδομένου δε ότι η παρέμβαση αυτή έχει καθαρώς αυτόματο χαρακτήρα (68) και δεν εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια (69), προς αυτές, στις οποίες δεν ήταν αναγκαία η έκδοση διατάξεων σε εθνικό επίπεδο.
76. Ως εκ τούτου, εξαιρέσει των περιπτώσεων που η εκτέλεση έχει καθαρώς τεχνικό χαρακτήρα (70), πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν επηρεάζονται τα συμφέροντα του προσφεύγοντος στην περίπτωση που το κράτος μέλος διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τη μεταφορά της κοινοτικής πράξεως στην εσωτερική του έννομη τάξη (71), καθόσον τα αποτελέσματά της αναπτύσσονται αποκλειστικώς διά της μεταφοράς της στο δίκαιο του κράτους μέλους μέσω του αντίστοιχου εθνικού μέτρου (72). Εν κατακλείδι, η παρεμβολή μιας αυτόνομης βουλήσεως μεταξύ της αποφάσεως και των συνεπειών της για τον προσφεύγοντα έχει ως αποτέλεσμα ότι η απόφαση δεν τον αφορά άμεσα (73). Ο μόνος περιορισμός της εν λόγω αρχής αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η παρεχόμενη στο κράτος μέλος ευχέρεια ως προς τη μεταφορά της κοινοτικής πράξεως στο εσωτερικό του δίκαιο καθίσταται θεωρητική, ήτοι όταν η βούληση των οικείων εθνικών αρχών δεν καταλείπει περιθώριο αμφιβολίας ως προς το πώς θα ενεργήσουν σε σχέση με την εν λόγω πράξη (74).
77. Στην υπό κρίση διαφορά, από την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη προκύπτει ότι η απόφαση απευθυνόταν στο Ιταλικό Δημόσιο και δεν περιελάμβανε καμία επιταγή έχουσα άμεση επίδραση στη Regione Siciliana, είτε περιορίζοντας τη διακριτική ευχέρεια της Ιταλικής Δημοκρατίας είτε μετατρέποντας την άσκηση της εν λόγω ευχερείας σε απλό ενδεχόμενο, απίθανο να πραγματοποιηθεί. Επίσης, δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή, με αυτήν την πράξη ή προηγουμένως, της είχε επιβάλει οποιοδήποτε κριτήριο ή γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων τις προθέσεις των ιταλικών αρχών απέναντί της.
78. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο δεν είχε στη διάθεσή του καμία ένδειξη ως προς τη μελλοντική συμπεριφορά του ιταλικού δημοσίου, η δε αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε τα κατάλληλα στοιχεία προς απόδειξη της με βεβαιότητα αναμενομένης συμπεριφοράς της Ιταλικής Δημοκρατίας κατόπιν της ανακλήσεως της χορηγηθείσας συνδρομής του ΕΤΠΑ. Η άποψη ότι ενδέχεται να ληφθεί συγκεκριμένο εθνικό μέτρο στηρίζεται σε απλές εικασίες, ελλείψει άλλων στοιχείων εκτιμήσεως. Σε αυτό το πνεύμα, το από 30 Οκτωβρίου 2002 υπόμνημα, το οποίο προσκόμισε η Regione Siciliana, με το υπόμνημά της απαντήσεως, ως απόδειξη περί του ότι το Ιταλικό Δημόσιο εξέταζε το ενδεχόμενο να αναζητήσει τα ποσά τα οποία είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως στην εν λόγω περιφέρεια, πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτο, καθόσον, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, το Δικαστήριο δεν επιτρέπει την ενώπιόν του επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών στο πλαίσιο αναιρετικής δίκης (75).
79. Μπορεί να προβληθεί ότι η πρωτοδίκως προσβληθείσα απόφαση παράγει αυτομάτως αποτελέσματα έναντι της αναιρεσείουσας, αφενός, μεταβάλλοντας την περιουσιακή της κατάσταση, καθόσον η αναιρεσείουσα στερείται του υπολοίπου της ενισχύσεως και, αφετέρου, μετατρέποντάς την σε οφειλέτιδα κατά το αντίστοιχο ποσό, ενώ, μέχρι της εκδόσεως της επίδικης πράξεως, είχε την ιδιότητα του δανειστή· εξάλλου, επιβάλλεται η προσθήκη ότι, σε αυτό το πλαίσιο, το ενδεχόμενο εθνικό μέτρο, λαμβανόμενο σε εκτέλεση κοινοτικής πράξεως, θα είχε ως συνέπεια να θιγεί εκ νέου η νομική κατάσταση της Regione Siciliana, και μάλιστα αποκλειστικώς λόγω της εθνικής αποφάσεως (76).
80. Ωστόσο, η άποψη αυτή, μολονότι ελκυστική εκ πρώτης όψεως, αποδεικνύεται υπερβολικά απλουστευτική. Αναλύοντας αποκλειστικώς τη φύση της πράξεως της Επιτροπής (77), παραβλέπουμε τη συστηματική της ερμηνεία που είναι αναγκαία, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η πολυπλοκότητα των σχέσεων που αναπτύσσονται κατά τη διαχείριση των διαρθρωτικών ταμείων.
81. Συγκεκριμένα, εάν εξεταστεί ενδελεχέστερα ο τρόπος λειτουργίας αυτού του συστήματος, προκύπτει προδήλως ότι το κράτος μέλος διαδραματίζει πολύ σημαντικότερο ρόλο από ό,τι νομίζει η αναιρεσείουσα. Χωρίς να χρειάζεται να αναπτυχθεί εκτενώς το νομικό καθεστώς του ΕΤΠΑ, από την ενδελεχή ανάλυση των βασικών κανονισμών καθώς και των κανονισμών εφαρμογής του προκύπτει ότι η συμμετοχή των κεντρικών κυβερνήσεων είναι πολύ ενεργότερη. Κατά συνέπεια, αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν απλές «ταχυδρομικές θυρίδες», στις οποίες απευθύνονται οι αρχές, που έχουν οριστεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου σχεδίου, για να παραλαμβάνουν την αλληλογραφία τους με την Επιτροπή.
82. Κατ’ αρχάς, από την ίδια τη φύση των επίμαχων κονδυλίων προκύπτει η συμπληρωματικότητά τους (78), τονίζονται δε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τη σπουδαιότητα της δράσεως του κράτους και το μεγάλο περιθώριο ελιγμών που διαθέτει, όχι μόνον ως προς την επιλογή των δικαιούχων αλλά και κατά την εκπόνηση των σχεδίων που επιθυμεί να τύχουν επιδοτήσεως (79). Επομένως, δεν είναι σφάλμα να θεωρηθεί ότι το κράτος μέλος φέρει την ευθύνη για την εφαρμογή των μορφών παρεμβάσεως που περιλαμβάνονται στα κοινοτικά πλαίσια στηρίξεως, όπως εκτίθεται στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2082/93. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, ο ρόλος των κεντρικών αρχών δεν είναι δευτερεύων όπως θέλει να τον παρουσιάσει η Regione Siciliana.
83. Η αληθής φύση μιας αποφάσεως της Επιτροπής, όπως της προσβληθείσας εν προκειμένω, αναδεικνύεται εάν η εν λόγω απόφαση κριθεί υπό το πρίσμα των ως άνω εξουσιών του κράτους μέλους (80), πράγμα που δεν συμβαίνει εάν εξετασθεί κεχωρισμένως, δεδομένου ότι, υπό το νέο αυτό πρίσμα, γίνεται σαφέστερα αντιληπτό το περιθώριο ελιγμών της χώρας που διαχειρίζεται τις ενισχύσεις του ΕΤΠΑ, από την οποία και εξαρτάται, εν τέλει, η εξακολούθηση των εργασιών στην περίπτωση που το κοινοτικό θεσμικό όργανο περατώσει τη συνδρομή του.
84. Επομένως, εναπόκειται στην ενδιαφερομένη κυβέρνηση να αποφασίσει για το μέλλον αυτού που αποτελεί στην πραγματικότητα, δικό της έργο. Η εν λόγω κυβέρνηση έχει διάφορες λύσεις στη διάθεσή της όπως, επί παραδείγματι, να το εγκαταλείψει, να αναστείλει την εκτέλεσή του ή να το παραχωρήσει, έχει όμως και την ευχέρεια να αναλάβει την κάλυψη των δαπανών που απαιτούνται για την περάτωσή του. Μολονότι οι επιπτώσεις από την ανάκληση των πιστώσεων είναι πολλές και επαχθείς, η Επιτροπή, όταν περατώνει τη συνδρομή της, δεν προδικάζει ούτε προκαταλαμβάνει την απόφαση του κράτους μέλους όσον αφορά τη μελλοντική εξέλιξη των έργων του περιφερειακής αναπτύξεως, ούτε και του απευθύνει σχετική σύσταση.
85. Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, η Regione Siciliana θίγεται αποκλειστικώς από την απόφαση της κυβερνήσεως της χώρας, της οποίας αποτελεί μέρος, και η οποία διαθέτει, επομένως, κυριαρχική και αρκούντως ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, με αποτέλεσμα να καθορίζει κατά βούληση τις πραγματικές συνέπειες για την περιφέρεια.
86. Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι η απάντηση στο ερώτημα εάν η απόφαση αφορά ενδεχομένως άμεσα την αναιρεσείουσα εξαρτάται από τις ενέργειες του κράτους μέλους στο πλαίσιο της νέας καταστάσεως που δημιουργήθηκε από την ανάκληση της χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΤΠΑ, από την οποία απορρέουν ενδεχόμενες συνέπειες μεταπίπτουσες σε άμεση και αναπόφευκτη (και όχι απλώς πιθανή) βλάβη αποκλειστικώς και μόνον στην περίπτωση που η κυβέρνηση προβεί σε αναζήτηση των ποσών, τα οποία καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ως κοινοτική ενίσχυση.
87. Κρίνω σκόπιμο να επανέλθω σε αυτήν την ιδέα της βλάβης, η οποία έχει την υποστήριξη (81) της νομικής θεωρίας, εφόσον, στην περίπτωση που η επέλευση της βλάβης είναι καθαρώς υποθετική, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι η απόφαση αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Στην υπό κρίση υπόθεση, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η νομική κατάσταση της αναιρεσείουσας μεταβλήθηκε, η εν λόγω μεταβολή οφείλεται σε καθαρή σύμπτωση, όπως εν τέλει απέδειξαν τα πράγματα, καθόσον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Regione Siciliana δήλωσε ότι ο αυτοκινητόδρομος αποπερατώθηκε με κονδύλια της δημόσιας επιχειρήσεως ANAS, η οποία έχει ειδικευτεί σε τέτοιου είδους οδικά μέσα επικοινωνίας.
88. Ομοίως, η μεταβολή της νομικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας η οποία, έχοντας προηγουμένως την ιδιότητα του δανειστή, κατέστη οφειλέτης (82), καθώς και η μεταβολή της πηγής χρηματοδοτήσεώς της, τύποις μόνον επηρεάζουν την κατάσταση αυτή, δεδομένου ότι το πραγματικό συμφέρον της, η χρηματοδότηση, ουδέποτε υπέστη συγκεκριμένη και αναπότρεπτη βλάβη.
89. Σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, δεν εντοπίστηκε νομικό σφάλμα στο οποίο να υπέπεσε το Πρωτοδικείο· ούτε οι ιδιομορφίες της υπό κρίση υποθέσεως συνηγορούν υπέρ νομολογιακής μεταστροφής, καθόσον εναρμονίζονται πλήρως προς την μέχρι τούδε άποψη του Δικαστηρίου και δεν εγείρουν τέτοιας σημασίας ζητήματα όπως η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της αναιρεσείουσας, αντιθέτως προς ό,τι συνέβαινε με τις προπαρατεθείσες υποθέσεις Unión de Pequeños Agricultores και Jégo-Quéré (83).
90. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος.
Δ – Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως: έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τη δυνατότητα του Ιταλικού Δημοσίου να μην αναζητήσει την καταβληθείσα ενίσχυση και τον νομικώς δεσμευτικό χαρακτήρα της αλληλογραφίας με την Επιτροπή
91. Με το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι το κράτος μέλος διατηρούσε τη δυνατότητα να εκτελέσει την επίδικη απόφαση έναντι των δικαιούχων της ενισχύσεως που είχε χορηγηθεί αρχικώς από την Επιτροπή με δαπάνες του ΕΤΠΑ, διατεινόμενη ότι η εν λόγω διαπίστωση είναι λογικώς ανακόλουθη και αυθαίρετη, καθόσον στηρίζεται σε ελλιπή διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών και σε αναπόδεικτες εικασίες.
92. Εν προκειμένω, αρκεί η διευκρίνιση ότι το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 71 έως 79 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, εξέτασε ενδελεχώς την ενδεχόμενη εξουσία εκτιμήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας για την αναζήτηση των ποσών, των οποίων την επιστροφή ζητούσε η Επιτροπή. Το Πρωτοδικείο παρέθεσε τις εφαρμοστέες διατάξεις (84), στηρίχθηκε στη σχετική νομολογία (85) και προέβη σε λογική εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, συνάγοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επέβαλε στην Ιταλική Δημοκρατία να αναζητήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά από την αναιρεσείουσα ή από τους τελικούς δικαιούχους (86).
93. Είναι αναμφισβήτητο ότι το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε τη λύση που επιθυμούσε η Regione Siciliana, πλην όμως τούτο δεν έχει ως συνέπεια να χαρακτηρίζεται από έλλειψη συνοχής και αυθαίρετη κρίση η αναιρεσιβαλλομένη διάταξη, η οποία, επιπλέον, είναι ορθώς αιτιολογημένη, οπότε το υπό κρίση σκέλος του λόγου αναιρέσεως τυγχάνει απορριπτέο ως προδήλως αβάσιμο.
94. Με το δεύτερο σκέλος του κρινομένου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν δέχτηκε, με τη σκέψη 84 της διατάξεώς του, ότι η ανταλλαγείσα με την Επιτροπή αλληλογραφία παρήγε άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής της καταστάσεως. Κανένας άλλος λόγος δεν επιτρέπει να αποδοθεί τέτοια σπουδαιότητα στην εν λόγω αλληλογραφία, με την οποία το προμνημονευθέν θεσμικό όργανο γνώρισε στην Ιταλική Δημοκρατία ότι θα της κοινοποιούσε την απόφαση περί περατώσεως της ενισχύσεως, προκειμένου να διευκολυνθεί η εκ μέρους της άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπει η έννομη τάξη της Ενώσεως. Εξ αυτού του λόγου, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, η προπαρατεθείσα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως φαίνεται να αντιφάσκει και να είναι λογικώς ανακόλουθη.
95. Αφενός, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει αποφανθεί ότι η απλή ανταλλαγή αλληλογραφίας με την Επιτροπή δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η επίδικη πράξη αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα (87).
96. Αφετέρου, η μέριμνα της Επιτροπής να παρέχει πληροφορίες στη Regione Siciliana ως προς το συγχρηματοδοτούμενο από αυτήν έργο πρέπει να θεωρηθεί απόρροια της στενής «συνεργασίας» ανάμεσα στην ίδια την Επιτροπή, το κράτος μέλος και τις αρχές που έχουν οριστεί από αυτό, περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο του κανονισμού 2052/88. Εξάλλου, στο πλαίσιο αυτό, αντανακλά το πνεύμα διαφάνειας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των δημοσίων αρχών και των διοικουμένων στο πλαίσιο της χρηστής διοικήσεως.
97. Επίσης, η μνεία των ενδεχομένως προβλεπομένων ενδίκων βοηθημάτων, τα οποία δύνανται να ασκήσουν οι αποδέκτες μιας πράξεως, συνάδει προς την κοινή διοικητική πρακτική των κρατών μελών και την προσπάθεια καλύτερης εξυπηρετήσεως του πολίτη. Ωστόσο, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι η Επιτροπή έσφαλε και υπερέβη τις αρμοδιότητές της παρέχοντας πληροφορίες στη Regione Siciliana ως προς την έκταση της ενδεχόμενης ένδικης προστασίας, το σφάλμα αυτό δεν μεταβάλλει τη φύση της επίδικης αποφάσεως ούτε τις συνέπειές της, ιδρύοντας έννομη σχέση η οποία ουδέποτε είχε υπάρξει· επίσης, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των προϋποθέσεων νομιμοποιήσεως για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως.
98. Επομένως, κακώς επιχειρείται να αντληθούν ορισμένες υποχρεώσεις από αυτήν την αλληλογραφία και δεν είναι δυνατόν να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι δεν το δέχθηκε, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι αποφάνθηκε αφού εξέτασε προηγουμένως διεξοδικώς εάν η επίδικη απόφαση αφορά άμεσα την αναιρεσείουσα.
99. Εν κατακλείδι, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η αιτίαση που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με την ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ της Regione Siciliana και της Επιτροπής, καθόσον δεν είναι βάσιμη.
100. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως ως, εν μέρει, προδήλως αβάσιμος και, εν μέρει, αβάσιμος.
VI – Επί των δικαστικών εξόδων
101. Δεδομένου ότι απορρίφθηκαν όλοι οι προβληθέντες λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα ο ηττηθείς διάδικος, ήτοι η Regione Siciliana, σύμφώνα με το άρθρο 122, σε συνδυασμό με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στις αιτήσεις αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118.
VII – Πρόταση
102. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Regione Siciliana κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004 επί της υποθέσεως T-341/02, να καταδικάσει δε την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Διάταξη της 8ης Ιουλίου 2004, T-341/02, Regione Siciliana κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
3 – Απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2002, περί περατώσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως (ΕΤΠΑ), σχετικά με το μεγάλο τεχνικό έργο «Αυτοκινητόδρομος Μεσσήνης-Παλέρμου» (ΕΤΠΑ αριθ. 93.05.03.001 – Arinco αριθ. 93.IT.16.009).
4 – Αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I-6677), και της 1ης Απριλίου 2004, C-263/02 P, Επιτροπή κατά Jégo-Quéré (Συλλογή 2004, σ. I-3425). Το περιεχόμενο της διαμάχης μπορεί να γίνει αντιληπτό σε όλη του την έκταση μόνον εάν αναγνωσθούν οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs επί των δύο αυτών υποθέσεων.
5 – Απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2005, T-60/03, Regione Siciliana κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
6 – Η έκπληξη καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη εάν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι σειρά υποθέσεων με αντικείμενο αποφάσεις της Επιτροπής, τις οποίες προσέβαλε η Regione Siciliana, περί καταργήσεως και ανακτήσεως ενισχύσεων του ΕΤΠΑ, στις οποίες δε υποθέσεις εγείρονται επίσης ζητήματα παραδεκτού των προσφυγών (υποθέσεις T-363/03, T-414/03, T-392/03, T-408/03, T-414/03 και T-435/03) εκκρεμούν ενώπιον του Πρωτοδικείου.
7 – Στα σημεία 79 επ.
8 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 31ης Μαΐου 2005, T-272/02, Comune di Napoli κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
9 – Προτάσεις της 18ης Ιουνίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-74/95 και C-129/95, ποινικές δίκες κατά X (Συλλογή 1996, σ. I-6612).
10 – (ΕΕ L 185, σ. 9), όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους, καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφισταμένων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 193, σ. 5), και με τον κανονισμό (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία (ΕΕ L 161, σ. 1).
11 – (ΕΕ L 374, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 2082/99 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 20).
12 – Η υποσημείωση αυτή, η οποία αφορά την απόδοση του όρου «προσθετικότητα» στην ισπανική γλώσσα, είναι χωρίς αντικείμενο για την ελληνική απόδοση των προτάσεων.
13 – Αναφέρομαι στις σκέψεις 17 έως 29 της διατάξεως με τις οποίες εκτίθενται εκτενώς τα πραγματικά περιστατικά.
14 – Από τις σκέψεις 50 έως 52 της αναιρεσειβαλλομένης διατάξεως προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε αυτή τη διαπίστωση.
15 – Σκέψεις 53 έως 62.
16 – Ιδίως στις σκέψεις 55, 58, 60 και 62.
17 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιανουαρίου 2004, C-271/01, COPPI (Συλλογή 2004, σ. I-1029, σκέψεις 37, 38 και 41).
18 – Σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
19 – Σκέψη 66.
20 – Σκέψη 68.
21 – Σκέψη 82.
22 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 1998, C-386/96 P, Dreyfus κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-2309, σκέψη 43).
23 – Σκέψη 79.
24 – Σκέψη 82.
25 – Pérez González, M. «La subjetividad internacional», στο Díez de Velasco, M., Instituciones de Derecho Internacional Público, 13η έκδοση, έκδ. Tecnos, Μαδρίτη, 2001, σ. 219.
26 – Hecquard-Theron, M., «La notion d'État en droit communautaire», Revue trimestrielle de droit européen, τ. 26 (4), Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1990, σ. 693 επ.
27 – Για την περίπτωση του Γιβραλτάρ, βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, Lenz στην υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1993, C-298/89, Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3605, συγκεκριμένα σελίδες 3621 επ).
28 – Διάταξη του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1997, C-95/97, Region wallone κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-1787, σκέψη 6).
29 – Διάταξη του Δικαστηρίου της 1ης Οκτωβρίου 1997, C-180/97, Regione Toscana κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, 1997, σ. I-5245, σκέψη 6).
30 – Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-452/98, Nederlandse Antillen (Συλλογή 2001, σ. I-8973, σκέψη 50).
31 – Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-188/89, Foster κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-3313, σκέψεις 17 έως 20)· η σκέψη 19 υπενθύμιζε ότι το Δικαστήριο είχε δεχθεί προηγουμένως ότι είναι δυνατή η επίκληση διατάξεων οδηγιών έναντι φορολογικών αρχών (αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 1982, 8/81, Becker, Συλλογή 1982, σ. 53, σκέψεις 25 έως 35), οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως (απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, 103/88, Fratelli Costanzo κατά Δήμου Μιλάνου, Συλλογή 1989, σ. 1839), αρχών συνταγματικώς ανεξαρτήτων, επιφορτισμένων με την τήρηση της τάξεως και τη δημόσια ασφάλεια (απόφαση της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston κατά Chief Constable of the Royal Ulster Constabulary, Συλλογή 1986, σ. 1651), καθώς και έναντι δημοσίων αρχών ασχολουμένων με την παροχή υπηρεσιών στον τομέα της δημοσίας υγείας (απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall, Συλλογή 1986, σ. 723).
32 – Απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, C-355/90, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1993, σ. I-4221).
33 – Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2001, C-417/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2001, σ. I-6015).
34 – Απόφαση της 2ας Ιουλίου 2002, C-499/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2002, σ. I-6031).
35 – Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, 66/85, Lawrie-Blum (Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψη 27).
36 – Sobrido Prieto, M., Las comunidades autónomas ante el Tribunal de Justicia y el Tribunal de Primera Instancia de las Comunidades Europeas, Tirant monografías, Valence, 2003, σ. 45.
37 – Haguenau, C., L’application effective du droit communautaire en droit interne· analyse comparative des problèmes rencontrés en droit français, anglais και allemand, Bruylant, Editions de l’Université de Bruxelles, Βρυξέλλες, 1995, σ. 196.
38 – Sobrido Prieto, M., όπ.π., σ. 52.
39 – Ipsen, H.P., «Als Bundesstaat in der Gemeinschaft», στο «Probleme des Europäischen Rechts. Festschrift für Walter Hallstein zu seinem 65. Geburtstag, 1966, σ. 228 επ.
40 – Εγκρίθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1985 και τέθηκε σε ισχύ από τις 9 Σεπτεμβρίου 1988.
41 – Εγκρίθηκε ομοφώνως στις 5 Ιουνίου 1997.
42 – Ιδρύθηκε στις 15 Ιουνίου 1985, η δε έδρα της είναι στο Στρασβούργο.
43 – Απόφαση της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τη σύσταση γνωμοδοτικού Συμβουλίου των οργανισμών περιφερειακής και τοπικής αυτοδιοίκησης (ΕΕ L 247, σ. 23).
44 – Άρθρο 2 της αποφάσεως 88/487/ΕΟΚ.
45 – Άρθρο 7, παράγραφος 1, της αποφάσεως.
46 – Με τα άρθρα 198 A έως 198 Γ της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 263 ΕΚ έως 265 ΕΚ).
47 – Οι πρόοδοι, οι οποίες σημειώθηκαν με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, συνίστανται κυρίως στην προς την Επιτροπή των Περιφερειών παροχή της δυνατότητας να καταρτίζει τον εσωτερικό της κανονισμό (άρθρο 264, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ), η αύξηση των θεμάτων, ως προς τα οποία η διαβούλευση με αυτήν είναι υποχρεωτική (επί παραδείγματι, τα άρθρα 71 ΕΚ, 128 ΕΚ, 137 ΕΚ ή 175 ΕΚ), η δυνατότητα να εκφέρει γνώμη με δική της πρωτοβουλία (άρθρο 265, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ), καθώς και το δικαίωμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να ζητήσει τη γνώμη της (άρθρο 265, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ).
48 – Οι κυριότερες τροποποιήσεις, τις οποίες επέφερε η Συνθήκη αυτή, είναι δύο: ότι τα μέλη της Επιτροπής των Περιφερειών πρέπει να είναι αιρετά μέλη ενός οργανισμού περιφερειακής διοικήσεως ή τοπικής αυτοδιοικήσεως, οπότε η λήξη της θητείας τους σε αυτόν συνεπάγεται την απώλεια της ιδιότητας του μέλους της Επιτροπή των Περιφερειών, καθώς και ότι ο αριθμός των μελών της εν λόγω επιτροπής δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 350 (άρθρο 263 ΕΚ).
49 – Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών για την αναθεώρηση της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (εισηγητής: M. Pujol i Soley) CdR 136/95 (ΕΕ 1996, C 100, σ. 1). Βλ., επίσης το ψήφισμα της Επιτροπής των Περιφερειών «Για την επόμενη διακυβερνητική διάσκεψη (ΔΔ)» cdr 54/99 FIN (ΕΕ 1999, C 293, σ. 74).
50 – Η Επιτροπή των Περιφερειών πρότεινε να καταστεί το Δικαστήριο αρμόδιο, «υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Επιτροπή των Περιφερειών, με σκοπό τη διατήρηση των προνομίων τους», καθώς και «να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται από την Επιτροπή των Περιφερειών λόγω παραβάσεως της αρχής της επικουρικότητας» και «να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται από τις περιφέρειες των οποίων οι νομοθετικές αρμοδιότητες θίγονται από κανονισμό, οδηγία ή απόφαση.»
51 – Άρθρο III-365, παράγραφος 3, της Συνταγματικής Συνθήκης.
52 – Ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ, στο έργο του «Oέμπορος της Βενετίας», εμφανίζει να δίνει την απάντηση αυτή η Πόρσια, η οποία έχει μεταμφιεσθεί σε νεαρό δικηγόρο εκ Ρώμης, όταν ο Σάιλοκ απαίτησε την εφαρμογή της προβλεπομένης σε σύμβαση δανείου ποινής, η οποία συνίστατο στην παράδοση μιας λίβρας σάρκας από το σώμα του οφειλέτη, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής των οφειλομένων 3 000 δουκάτων, αρνούμενος οποιαδήποτε επιείκεια, ο δε Μπαζάνιο τον εκλιπαρούσε να παρεκκλίνει από το γράμμα του κανόνα και να μετριάσει τη σκληρότητα που συνεπάγεται η λήψη αυτής της εγγυήσεως. Το έργο χαρακτηρίζεται από βαθύτατα αντιιουδαϊκά αισθήματα, απόρροια της ιστορικής περιόδου κατά την οποία γράφτηκε, στα τέλη του XVIου αιώνα στην Αγγλία.
53 – Σύμφωνα με την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 239/82 και 275/82, Allied Corporation κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1005).
54 – Σύμφωνα με τις αποφάσεις της 28ης Ιανουαρίου 1986, 160/84, Cofaz (Συλλογή 1986, σ. 391), και της 17ης Νοεμβρίου 1998, C-70/97 P, Kruidvat κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-7138.)
55 – Στη γραμμή των αποφάσεων της 25ης Οκτωβρίου 1977, 26/76, Metro κατά Επιτροπής, αποκαλουμένη απόφαση «Metro I» (Συλλογή, τόμος 1977, σ. 567), της 11ης Οκτωβρίου 1983, 210/81, Demo-Studio Schmidt (Συλλογή 1983, σ. 3045), καθώς και της 22ας Οκτωβρίου 1986, 75/84, Metro κατά Επιτροπής, αποκαλουμένη «Metro II» (Συλλογή 1986, σ. 3021).
56 – Άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπιγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1).
57 – Gaitanides, Ch., «Artikel 230», στο Von der Groeben/Schwarze, Vertrag über die Europäische Union und Vertrag zur Gründung der Europäischen Gemeinschaft – Kommentar, 6η έκδοση, Ed. Nomos, Baden-Baden, 2004, τόμος 4, σ. 481-482. Απόφαση της 23ης Μαΐου 1985, 53/83, Allied Corporation κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 1621).
58 – Gaitanides, Ch., όπ.π., σ. 491.
59 – Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1).
60 – Επί παραδείγματι, στο άρθρο 1, στοιχείο η΄.
61 – Schwarze, J., «Artikel 230», στο EU-Kommentar, Ed. Nomos, Baden-Baden, 2000, παράγραφος 43.
62 – Κανονισμός αριθ. 17: πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ.08/001, σ. 25).
63 – Σκέψη 13 της προπαρατεθείσας (στην υποσημείωση 55) αποφάσεως.
64 – Ortega, M., El acceso de los particulares a la justicia comunitaria, Ed. Ariel, Βαρκελώνη, 1999, σ. 54.
65 – Απόφαση της 31ης Αυγούστου 1962, 25/62 (Rec. 1963, σ. 253).
66 – Απόφαση της 1ης Ιουλίου 1965 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 106/63 και 107/63, Toepfer και Getreide Import κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 101).
67 – Απόφαση της 13ης Μαΐου 1971 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 41 έως 44/70, International Fruit Company κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 783).
68 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στην υπόθεση 100/74, Société CAM SA κατά Επιτροπής (απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1975, Συλλογή τόμος 1975, σ. 427).
69 – Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1970, 69/62, Alcan κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 325).
70 – Η έκφραση αυτή χρησιμοποιήθηκε από τον Barav, A., «Direct and individual concern: An almost insurmountable barrier to the admissibility of individual appeal to the EEC Court», Community Market Law Review, 1974, σ. 191-193.
71 – Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 10/68 και 18/68, Eridiana κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 159).
72 – Αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1972, 96/71, Haegemann κατά Επιτροπής (Συλλογή 1972-1973, σ. 245, σκέψεις 5 έως 8)· της 6ης Μαρτίου 1979, 92/78, Simmenthal κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 407, σκέψεις 27 επ.)· και της 11ης Ιουλίου 1984, 222/83, Commune de Differdange κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 2889, σκέψη 12).
73 – Hartley, T. C., The Foundations of EEC Law, Clarendon, Οξφόρδη, 1987, έκδοση αναθεωρηθείσα το 1994, σ. 360).
74 – Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 227, σκέψη 9).
75 – Απόφαση της 8 Ιουλίου 1999, C-199/92 P, Hüls AG κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I- 4287).
76 – Προπαρατεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Οκτωβρίου 2005, σκέψεις 52 έως 60.
77 – Στη σκέψη 65 της αποφάσεως, περί της οποίας έγινε λόγος στην προηγούμενη υποσημείωση, το Πρωτοδικείο δικαιολόγησε την άποψή του παραπέμποντας στην απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. I-2639, σκέψη 9).
78 – Εικοστή αιτιολογική σκέψη και άρθρο 4 του κανονισμού 2052/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί με τον προπαρατεθέντα κανονισμό 2081/93.
79 – Αναφέρομαι στα εφαρμοστέα άρθρα, επί παραδείγματι το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, τέταρτο εδάφιο, το άρθρο 8, παράγραφος 1, το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 10, παράγραφος 1, και το άρθρο 14 του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί.
80 – Πέραν άλλων της ιδίας βαρύτητας, βλ. αυτές των άρθρων 19 έως 26 του κανονισμού 4253/88, όπως έχει τροποποιηθεί.
81 – Toth, A.G., Legal Protection of Individuals in the European Communities, έκδ. North-Holland, Άμστερνταμ, 1978, τόμος II, σ. 64.
82 – Όπως εκθέτει η προπαρατεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Οκτωβρίου 2005, σκέψεις 53 και 54.
83 – Στην υποσημείωση 4 ανωτέρω. Η Regione Siciliana δύναται να προσβάλει ενώπιον των δικαστηρίων της χώρας της τα μέτρα εκτελέσεως, που λαμβάνει το Ιταλικό Δημόσιο κατ’ εφαρμογήν της επίδικης αποφάσεως.
84 – Επί παραδείγματι, την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2082/93 (σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως).
85 – Ιδίως, στην απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 11/76, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 93).
86 – Βλ., ιδίως, τις σκέψεις 74 και 76 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
87 – Απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C-321/95 P, Greenpeace Council κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-1651, σκέψεις 15 και 16).
Full & Egal Universal Law Academy