ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 14ης Σεπτεμβρίου 2006 (1)
Υπόθεση C‑418/04
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ιρλανδίας
«Οδηγία 79/409/ΕΟΚ – Διατήρηση των αγρίων πτηνών – Ζώνες ειδικής προστασίας – IBA 2000 – Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο και εφαρμογή»
I – Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή στρέφεται κατά ενός ακόμη κράτους μέλους λόγω μη επαρκούς καθορισμού ζωνών ειδικής προστασίας για πτηνά (στο εξής: ΖΕΠ) βάσει της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (2) (στο εξής: οδηγία για την προστασία των πτηνών). Η Επιτροπή έχει ήδη πετύχει την έκδοση καταδικαστικών αποφάσεων για παρόμοιες παραβάσεις κατά των Κάτω Χωρών (3), της Γαλλίας (4), της Φινλανδίας (5) και της Ιταλίας (6). Εκκρεμούν επίσης δίκες κατά της Ελλάδας (7) και της Ισπανίας (8). Η Επιτροπή προετοιμάζει προσφυγή και κατά της Πορτογαλίας (9).
2. Στο επίκεντρο καθεμίας από τις διαδικασίες αυτές βρίσκεται το ζήτημα της αποδείξεως ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει ακόμη χαρακτηρίσει ως ζώνες ειδικής προστασίας όλα τα εδάφη που χρήζουν τέτοιου χαρακτηρισμού. Η Επιτροπή στηρίζεται εν προκειμένω στα σχετικά με την Ιρλανδία στοιχεία ενός καταλόγου περιοχών της Ευρώπης με ορνιθολογική σημασία, τον οποίο δημοσίευσε το 2000 η μη κυβερνητική οργάνωση BirdLife International, ένας διεθνής σύνδεσμος εθνικών οργανώσεων προστασίας πτηνών [στο εξής: IBA 2000· τα αρχικά IBA σημαίνουν Important Bird Area (σημαντική για την ορνιθοπανίδα περιοχή) ή Important Bird Areas (σημαντικές για την ορνιθοπανίδα περιοχές)] (10).
3. Η Επιτροπή προβάλλει εν προκειμένω και άλλες αιτιάσεις όσον αφορά την προστασία των ΖΕΠ, και ειδικότερα ότι η Ιρλανδία δεν μετέφερε ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο και εφάρμοσε στην πράξη κατά τρόπο εσφαλμένο σημαντικές προστατευτικές διατάξεις της οδηγίας για την προστασία των πτηνών και της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (11) (στο εξής: οδηγία για τους οικοτόπους).
II – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
4. Η υπό κρίση προσφυγή της Επιτροπής είναι προϊόν πολλών διαδικασιών τις οποίες κίνησε η Επιτροπή με προσκλήσεις για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ (έγγραφα οχλήσεως) του 1998, του 2000 και του 2001. Ακολούθησε μια αιτιολογημένη γνώμη το 2001 καθώς και η διαβίβαση δύο ακόμη αιτιολογημένων γνωμών με ημερομηνία 11 Ιουλίου 2003. Οι δύο τελευταίες αιτιολογημένες γνώμες συγκεφαλαίωναν όλες τις αιτιάσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο της προσφυγής. Η Επιτροπή έταξε στην Ιρλανδία μια τελευταία προθεσμία δύο μηνών για να θέσει τέλος στις προσαφθείσες παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου. Η Ιρλανδία αναγνωρίζει ότι η προθεσμία αυτή έληξε στις 11 Σεπτεμβρίου 2003 (12).
5. Η Επιτροπή, μη κρίνοντας ικανοποιητικές τις λοιπές απαντήσεις της Ιρλανδίας, άσκησε στις 29 Σεπτεμβρίου 2004 την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο
1) να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, παραλείποντας
α) να χαρακτηρίσει ως ΖΕΠ από το 1981, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, όλα τα πλέον κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, εδάφη για τα είδη του παραρτήματος I της οδηγίας 79/409 καθώς και για τα αποδημητικά είδη των οποίων η έλευση είναι τακτική·
β) να θεσπίσει από το 1981, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 79/409, το αναγκαίο νομικό καθεστώς διατηρήσεως για τα εδάφη αυτά·
γ) να διασφαλίσει την εφαρμογή, από το 1981, των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, στα εδάφη που πρέπει, βάσει της οδηγίας 79/409, να χαρακτηρισθούν ως ζώνες ειδικής προστασίας·
δ) να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο και να εφαρμόσει τις επιταγές του άρθρου 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 79/409 κατά τρόπο πλήρη και ορθό·
ε) ως προς τις ζώνες ειδικής προστασίας που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με την οδηγία 79/409, να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2, 3 και 4, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας και, ως προς τη χρησιμοποίηση για λόγους αναψυχής όλων των τόπων που εμπίπτουν στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/43, να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου·
στ) να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 10 της οδηγίας 79/409,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα ως άνω άρθρα των οδηγιών αυτών και
2) να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
6. Η Ιρλανδία ζητεί από το Δικαστήριο
1) να απορρίψει τα αιτήματα της Επιτροπής, επικουρικώς δε, να περιορίσει οποιαδήποτε διαπίστωση στα συγκεκριμένα ζητήματα ως προς τα οποία θα διαγνώσει παράβαση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους της Ιρλανδίας.
2) να καταδικάσει κάθε διάδικο στα δικαστικά του έξοδα.
7. Το Βασίλειο της Ισπανίας και η Ελληνική Δημοκρατία παρενέβησαν υπέρ της Ιρλανδίας.
III – Επί της προσφυγής
8. Τα επιμέρους αιτήματα της προσφυγής θα εξετασθούν διαδοχικά κατωτέρω. Το νομικό πλαίσιο θα εκτεθεί μαζί με τις σχετικές αιτιάσεις της Επιτροπής.
Α – Επί του πρώτου αιτήματος της προσφυγής – μη επαρκής καθορισμός ΖΕΠ
9. Με το πρώτο αίτημα της προσφυγής, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία ότι δεν κατέταξε σε ΖΕΠ επαρκή σε αριθμό και επιφάνεια εδάφη για τη διατήρηση ειδών πτηνών του παραρτήματος I καθώς και αποδημητικών πτηνών που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα αυτό.
Νομικό πλαίσιο
10. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 4 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών καθορίζουν ποια εδάφη υποχρεούνται τα κράτη μέλη να χαρακτηρίσουν ως ΖΕΠ, ενώ η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου ρυθμίζει το ζήτημα της ενημερώσεως της Επιτροπής σχετικά με τον χαρακτηρισμό αυτό:
«1. Για τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα I προβλέπονται μέτρα ειδικής διατηρήσεως, που αφορούν τον οικότοπό τους, για να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή των ειδών αυτών στη ζώνη εξαπλώσεώς τους.
Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη:
α) τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση·
β) τα είδη που είναι ευπαθή σε ορισμένες μεταβολές των οικοτόπων τους·
γ) [τ]α είδη που θεωρούνται σπάνια διότι οι πληθυσμοί τους είναι μικροί ή η τοπική τους εξάπλωση περιορισμένη·
δ) άλλα είδη που έχουν ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής, λόγω ιδιοτυπίας του οικοτόπου τους.
Για να πραγματοποιηθούν οι εκτιμήσεις θα ληφθούν υπόψη οι τάσεις και οι μεταβολές των επιπέδων του πληθυσμού.
Τα κράτη μέλη κατατάσσουν κυρίως σε ζώνες ειδικής προστασίας τα εδάφη τα πιο κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των ειδών αυτών στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία έχει εφαρμογή η παρούσα οδηγία.
2. Ανάλογα μέτρα υιοθετούνται από τα κράτη μέλη για τα αποδημητικά είδη που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα I, των οποίων η έλευση είναι τακτική, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες προστασίας στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία, όσον αφορά τις περιοχές αναπαραγωγής, αλλαγής φτερώματος και διαχειμάσεως, και τις ζώνες όπου βρίσκονται οι σταθμοί κατά μήκος των οδών αποδημίας. Για το σκοπό αυτό τα κράτη μέλη αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην προστασία των υγροτόπων, και ιδίως όσων έχουν διεθνή σπουδαιότητα.
3. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να μπορεί αυτή να παίρνει τις κατάλληλες πρωτοβουλίες για τον αναγκαίο συντονισμό ώστε οι αναφερόμενες στις παραγράφους 1, αφ’ ενός, και 2, αφ’ ετέρου, του παρόντος άρθρου ζώνες να αποτελούν ένα συναφές δίκτυο, που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προστασίας των ειδών στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία.»
11. Η ρύθμιση αυτή αποσαφηνίζεται με την ένατη αιτιολογική σκέψη:
«[…] η διαφύλαξη, η διατήρηση ή η αποκατάσταση μιας επαρκούς ποικιλίας και εκτάσεως οικοτόπων είναι απαραίτητες για τη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών· […] ορισμένα είδη πτηνών πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο μέτρων ειδικής διατηρήσεως σχετικά με τον οικότοπό τους, ώστε να εξασφαλισθεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή τους στην περιοχή εξαπλώσεώς τους· […] αυτά τα μέτρα πρέπει ομοίως να λάβουν υπόψη τα αποδημητικά είδη και να συντονισθούν με σκοπό τη δημιουργία ενός συναφούς δικτύου·»
Τοποθέτηση
12. Η αιτίαση της Επιτροπής περί μη επαρκούς καθορισμού ΖΕΠ διαιρείται σε τρία σκέλη: Πρώτον, η Ιρλανδία παρέλειψε να χαρακτηρίσει ως ΖΕΠ πολλές από τις περιοχές που αναφέρονταν στον IBA 2000, ενώ ακόμη, σε πολλές περιπτώσεις, οι χαρακτηρισθείσες ΖΕΠ ήταν υπερβολικά μικρές, δεδομένου ότι υπολείπονταν του προσδιοριζόμενου στον IBA 2000 μεγέθους των εν λόγω περιοχών. Δεύτερον, ως προς ορισμένα είδη, η Ιρλανδία υποχρεούτο να καθορίσει περαιτέρω ΖΕΠ που δεν αναφέρονταν ακόμη στον IBA 2000. Τρίτον, η Επιτροπή και η Ιρλανδία ερίζουν περί του αν επιβάλλεται η κατάταξη συγκεκριμένων επιμέρους περιοχών και εδαφικών τμημάτων σε ΖΕΠ.
13. Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών επιβάλλει στα κράτη μέλη υποχρέωση να κατατάξουν σε ζώνες ειδικής προστασίας τα εδάφη που ανταποκρίνονται στα καθοριζόμενα με τις διατάξεις αυτές ορνιθολογικά κριτήρια (13). Αυτά είναι τα εδάφη τα οποία εμφανίζονται ως τα πλέον κατάλληλα για τη διατήρηση των οικείων ειδών (14). Όπως ορθώς τονίζει η Ιρλανδία, χωρίς να αντικρούεται σε τούτο από την Επιτροπή, η καταλληλότητα και μόνον ενός εδάφους για τη διατήρηση ορισμένων ειδών δεν αρκεί για να θεμελιώσει υποχρέωση κατατάξεως της περιοχής αυτής σε ΖΕΠ.
14. Κατά την επιλογή των ζωνών ειδικής προστασίας, τα κράτη μέλη διαθέτουν μεν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως, πλην όμως η απόφαση για τον χαρακτηρισμό και την οριοθέτηση των ζωνών αυτών πρέπει να λαμβάνεται μόνο βάσει των ορνιθολογικών κριτηρίων που θέτει η οδηγία. Άλλες σκοπιμότητες, ιδίως οικονομικής και κοινωνικής φύσεως, δεν επιτρέπεται να ασκούν επιρροή στον καθορισμό ΖΕΠ (15). Η εκπλήρωση της υποχρεώσεως καθορισμού ΖΕΠ δεν μπορεί να αποφευχθεί ούτε με τη λήψη άλλων μέτρων ειδικής διατηρήσεως (16).
1. Επί του IBA 2000
15. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο κατάλογος IBA 2000 προσδιορίζει τουλάχιστον ένα μέρος των εδαφών που είναι τα πιο κατάλληλα, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, για τη διατήρηση των οικείων ειδών. Επειδή πολλές IBA δεν έχουν χαρακτηρισθεί από την Ιρλανδία ως ΖΕΠ ενώ πολλές ΖΕΠ ευρισκόμενες εντός IBA δεν καλύπτουν όλη την έκταση της αντίστοιχης IBA, αποδεικνύεται ότι η Ιρλανδία δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
16. Συνεπώς, η ευδοκίμηση της προσφυγής ως προς τα δύο αυτά σημεία εξαρτάται από το αν η διαφορά μεταξύ του IBA 2000 και του καθορισμού ΖΕΠ εκ μέρους της Ιρλανδίας αποδεικνύει ότι η Ιρλανδία δεν έχει εκπληρώσει σε επαρκή βαθμό την υποχρέωσή της να καθορίσει ΖΕΠ.
17. Ένας κατάλογος περιοχών, όπως είναι ο IBA 2000, μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά στο να αποδειχθεί ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει εκπληρώσει σε επαρκή βαθμό την υποχρέωσή του να καθορίσει ΖΕΠ. Το Δικαστήριο έχει κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη την επιστημονική αξία του IBA 89 και δεδομένου ότι δεν έχει προσκομισθεί επιστημονική απόδειξη περί του ότι οι υποχρεώσεις από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών μπορούν να εκπληρωθούν διά της κατατάξεως σε ζώνες ειδικής προστασίας περιοχών άλλων από τις περιλαμβανόμενες στον εν λόγω κατάλογο και με μικρότερη συνολική έκταση από εκείνες, ότι ο κατάλογος αυτός, αν και νομικώς μη δεσμευτικός για το οικείο κράτος μέλος, μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο ως βάση αναφοράς προκειμένου να εκτιμηθεί αν το κράτος μέλος αυτό έχει κατατάξει επαρκή σε αριθμό και επιφάνεια εδάφη σε ζώνες ειδικής προστασίας κατά την έννοια των προμνησθεισών διατάξεων της οδηγίας (17).
18. Ο IBA 89 είναι ένας κατάλογος των περιοχών μεγάλου ενδιαφέροντος για τη διατήρηση των αγρίων πτηνών εντός της Κοινότητας, ο οποίος παρουσιάστηκε το 1989. Τον κατάλογο αυτό κατήρτισε για την αρμόδια γενική διεύθυνση της Επιτροπής η Ευρωπαϊκή Ομάδα για τη Διατήρηση των Πτηνών και των Οικοτόπων, από κοινού με το Διεθνές Συμβούλιο για τη Διαφύλαξη των Πτηνών και σε συνεργασία με εμπειρογνώμονες της Επιτροπής (18).
19. Ο IBA 2000 είναι πιο πρόσφατος κατάλογος και περιλαμβάνει, ως προς την Ιρλανδία, μεταξύ άλλων, 48 νέες περιοχές έναντι του IBA 89. Το αν ο νέος κατάλογος συνιστά πρόσφορο αποδεικτικό μέσο υπό την προαναφερθείσα έννοια εξαρτάται από το αν έχει επιστημονική ποιότητα συγκρίσιμη με εκείνη του προκατόχου του.
20. Οι περιοχές που περιλαμβάνονται στους δύο καταλόγους είναι προϊόν επεξεργασίας, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, στοιχείων σε σχέση με την παρουσία πτηνών. Τα κριτήρια του IBA 2000 αντιστοιχούν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, στα κριτήρια του IBA 89 (19). Ο αυξημένος αριθμός και επιφάνεια των περιοχών οφείλεται κατά κύριο λόγο στη βελτίωση των γνώσεων για την παρουσία πτηνών.
21. Η συμμετοχή της Επιτροπής στον IBA 89 συνίστατο, σχεδόν αποκλειστικά, στην παρακολούθηση της επεξεργασίας των κριτηρίων από τους ορνιθολόγους. Στο μέτρο κατά το οποίο τα κριτήρια αυτά επαναχρησιμοποιούνται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, η Επιτροπή φέρει τουλάχιστον έμμεση ευθύνη και για τον IBA 2000. Αντιθέτως, σε ό,τι αφορά τη συλλογή των δεδομένων, ήδη στο πλαίσιο του IBA 89 η Επιτροπή δεν είχε σχεδόν καμία δυνατότητα επίβλεψης, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να επαληθεύσει την ύπαρξη και το μέγεθος του κάθε αναφερόμενου πληθυσμού πτηνών. Και από αυτήν την άποψη, επομένως, δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ IBA 89 και IBA 2000.
22. Το Βασίλειο της Ισπανίας που παρενέβη υπέρ της Ιρλανδίας προβάλλει κατά του IBA 2000 το γεγονός ότι καταρτίσθηκε από μη κυβερνητικές οργανώσεις. Τούτο είναι μεν ορθό, δεν θέτει όμως υπό αμφισβήτηση την επιστημονική ποιότητα του IBA 2000 (20). Ο κατάλογος αυτός εκδόθηκε από την BirdLife International, ένα σύνδεσμο εθνικών οργανώσεων προστασίας πτηνών, ο οποίος είχε συμμετάσχει, υπό την ονομασία Διεθνές Συμβούλιο για τη Διαφύλαξη των Πτηνών, και στην κατάρτιση του IBA 89. Η Ευρωπαϊκή Ομάδα για τη Διατήρηση των Πτηνών, η οποία είχε επίσης συμμετάσχει στον IBA 89, ήταν μια ad hoc ομάδα ειδικών του εν λόγω Συμβουλίου. Συνεπώς, η BirdLife εγγυάται την ενότητα της επεξεργασίας αυτών των καταλόγων περιοχών.
23. Επιπλέον, στη συλλογή δεδομένων για το τμήμα του IBA 2000 που αφορούσε την Ιρλανδία συμμετείχαν, εκτός από διάφορους ορνιθολόγους, και κρατικές αρχές της Ιρλανδίας (21).
24. Όπως όμως υπογραμμίζει η Ιρλανδία, η Επιτροπή θέτει η ίδια υπό αμφισβήτηση την ποιότητα του IBA 2000, καθόσον αξιώνει από την Ιρλανδία τον χαρακτηρισμό εδαφών που δεν αναφέρονται στον κατάλογο αυτόν. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν θεμελιώνεται στην εκτίμηση ότι ο IBA 2000 περιλαμβάνει περιοχές οι οποίες δεν είναι οι πιο κατάλληλες. Αντιθέτως, η θέση της Επιτροπής είναι ότι ο IBA 2000 είναι προδήλως ελλιπής ως προς ορισμένα είδη και οικοτόπους που απαντούν στην Ιρλανδία.
25. Αυτή η έλλειψη πληρότητας δεν αναιρεί την αποδεικτική αξία του IBA 2000. Προς τούτο θα ήταν αναγκαία η προσκόμιση επιστημονικών διαπιστώσεων που να καταδεικνύουν ότι, οι περιοχές που αναγνωρίζει ο IBA 2000 δεν είναι οι πλέον κατάλληλες (22). Επιπλέον, ήδη από τη σύγκριση μεταξύ IBA 89 και IBA 2000 καθίσταται φανερό ότι η πρόοδος των επιστημονικών γνώσεων έχει ως αποτέλεσμα τη συμπλήρωση τέτοιου είδους καταλόγων. Έτσι, η αναγνωρισμένη από το Δικαστήριο αποδεικτική ισχύς του IBA 89 αποδυναμώνεται, το πολύ, στο μέτρο κατά το οποίο ορισμένες περιοχές, οι οποίες περιλαμβάνονταν στον IBA 89, δεν περιλαμβάνονται πλέον σε πιο πρόσφατους καταλόγους. Το ίδιο πρέπει να ισχύσει για τον IBA 2000.
26. Ως εκ τούτου, οι δύο κατάλογοι IBA 89 και IBA 2000 είναι συγκρίσιμοι μεταξύ τους ως προς την επιστημονική ποιότητά τους. Ο IBA 2000, ως βασιζόμενος σε πιο πρόσφατα δεδομένα, συνιστά καλύτερη επιστημονική πηγή και πρέπει, κατά συνέπεια, να προτιμηθεί.
27. Ωστόσο, η Ιρλανδική Κυβέρνηση εξέφρασε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση την άποψη ότι η επιλογή των πιο κατάλληλων περιοχών δεν πρέπει να πραγματοποιείται από την οπτική γωνία ενός μεμονωμένου κράτους μέλους, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η Κοινότητα συνολικά. Για πολλά είδη που απαντούν στην Ιρλανδία υπάρχουν πολύ καταλληλότερες περιοχές σε άλλα κράτη μέλη. Έτσι, ως προς ορισμένα είδη παρέλκει στην Ιρλανδία ο καθορισμός ΖΕΠ.
28. Η άποψη αυτή φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 4, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις της διατηρήσεως των ειδών του παραρτήματος Ι στη γεωγραφική, θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία έχει εφαρμογή η οδηγία αυτή. Η ζώνη αυτή είναι η Κοινότητα.
29. Τα επιχειρήματα αυτά λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο των περισσοτέρων κριτηρίων επιλογής του IBA 2000, διότι τα κριτήρια αυτά δεν προϋποθέτουν σύγκριση εντός καθενός κράτους μέλους (23). Σε τούτο διαφέρει το κριτήριο C.6. Σύμφωνα με το κριτήριο αυτό, οι πέντε σημαντικότερες για είδη του παραρτήματος I ζώνες της οικείας ευρωπαϊκής περιοχής πρέπει να θεωρούνται ως πλέον σημαντικές από ορνιθολογικής απόψεως ζώνες (καλούμενο κριτήριο top 5) (24). Το σύνολο του εδάφους της Ιρλανδίας θεωρήθηκε ως μία ευρωπαϊκή περιοχή (25). Αν υιοθετηθεί η άποψη της Ιρλανδίας, το κριτήριο top 5 θα έπρεπε να αποκρουσθεί, διότι δεν βασίζεται σε σύγκριση όλου του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
30. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση παραβλέπει όμως ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, υποχρεώνει το κράτος μέλος, στην έδαφος του οποίου ευρίσκονται είδη του παραρτήματος I, να ορίσει, ιδίως, ΖΕΠ, για (όλα) τα είδη αυτά (26).
31. Ακριβώς τα είδη του παραρτήματος I έχουν ιδιαίτερη ανάγκη προστασίας στην Κοινότητα για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, δηλαδή διότι είναι σπάνια, απειλούνται με εξαφάνιση ή είναι ευπαθή σε ορισμένες μεταβολές των οικοτόπων τους ή διότι έχουν για άλλους λόγους ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής. Ήδη κατά την επιλογή των ειδών αυτών, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, την ευρωπαϊκή διάσταση.
32. Στα κράτη μέλη όπου τα είδη αυτά απαντούν σχετικά συχνά, οι ΖΕΠ διασφαλίζουν πρωτίστως τη διατήρηση μεγάλων τμημάτων του συνολικού πληθυσμού. Οι ΖΕΠ είναι όμως αναγκαίες και στα σημεία όπου τα είδη αυτά είναι μάλλον σπάνια. Ειδικότερα, οι ΖΕΠ χρησιμεύουν εκεί στη γεωγραφική κατανομή του είδους.
33. Τη σημασία της γεωγραφικής εξαπλώσεως των ειδών καταδεικνύει ο ορισμός της καταστάσεως διατηρήσεως των ειδών στο άρθρο 1, στοιχείο θ΄, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτόν, ως κατάσταση διατηρήσεως χαρακτηρίζεται το αποτέλεσμα του συνόλου των παραγόντων που, επιδρώντας στο οικείο είδος, είναι δυνατόν να αλλοιώσουν μακροπρόθεσμα την κατανομή και το μέγεθος των πληθυσμών του. Ναι μεν ο ορισμός αυτός δεν εφαρμόζεται άμεσα στην οδηγία για την προστασία των πτηνών, πλην όμως αντικατοπτρίζει την υφιστάμενη ως προς το ζήτημα αυτό επιστημονική ομοφωνία, η οποία πρέπει να ασκεί αποφασιστική επιρροή και στο πλαίσιο της επιλογής εδαφών βάσει ορνιθολογικών λόγων δυνάμει της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
34. Όσον αφορά την οδηγία για την προστασία των πτηνών, η σημασία της γεωγραφικής εξαπλώσεως καθίσταται εμφανής από το άρθρο 4, παράγραφος 3, αυτής. Βάσει της διατάξεως αυτής, η Επιτροπή πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες ώστε οι ΖΕΠ που έχουν καθοριστεί από τα κράτη μέλη να αποτελούν ένα συνεκτικό δίκτυο, που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προστασίας των ειδών στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία εφαρμόζεται η οδηγία αυτή. Ένα ομοιογενές δίκαιο μπορεί να δημιουργηθεί μόνον εφόσον όλα τα κράτη μέλη χαρακτηρίζουν ως ΖΕΠ τα πιο κατάλληλα εδάφη για τα είδη πτηνών του παραρτήματος I που απαντούν στο έδαφός τους (27). Άλλως, ως προς πολλά είδη οι ΖΕΠ θα συγκεντρώνονταν σε ορισμένες περιοχές της Κοινότητας, ενώ στις παρυφές των περιοχών όπου απαντούν τα είδη αυτά δεν θα υπήρχαν ΖΕΠ.
35. Επομένως η αναγκαία ευρωπαϊκή διάσταση δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το κριτήριο C.6, στο οποίο βασίζεται, σε συνδυασμό με άλλα κριτήρια, ο κατάλογος IBA 2000.
36. Η Ιρλανδία προσπαθεί επίσης να κλονίσει την αποδεικτική ισχύ του καταλόγου IBA σε ό,τι αφορά την ορτυγομάνα (Crex crex). Σύμφωνα με τις τελευταίες μελέτες, το είδος αυτό δεν πρέπει πλέον να θεωρείται ως παγκοσμίως απειλούμενο, ενώ οι κατάλληλοι για το είδος αυτό οικότοποι μάλλον αυξάνονται στην Ιρλανδία λόγω μεταβολών της γεωργικής εκμεταλλεύσεως. Περαιτέρω, η Ιρλανδία ακολουθεί διαφορετική στρατηγική για την προστασία της ορτυγομάνας. Τέλος, η παρουσία της ορτυγομάνας εκτός των ΖΕΠ δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί επαρκώς και είναι κατά συνέπεια απρόβλεπτη. Ως εκ τούτου, οι αξιώσεις της Επιτροπής για χαρακτηρισμό ΖΕΠ είναι υπερβολικές.
37. Είναι ορθό ότι η κατάταξη της ορτυγομάνας έχει μεταβληθεί βάσει νέων γνώσεων σχετικά με τον πληθυσμό της στην Ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία (28). Τέτοιου είδους εξελίξεις μπορούν καταρχήν να ανατρέψουν το θεμέλιο της καταγραφής περιοχών για τα οικεία είδη. Ωστόσο, και η παρούσα κατάταξη ως «near threatened» πληροί, όπως ακριβώς και η προηγούμενη κατάταξη ως «vulnerable», τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση IBA βάσει του κριτηρίου C.1 (29). Δεν υφίσταται μεταβολή ούτε σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του κριτηρίου top 5 (C.6). Επομένως, οι αναγνωρισθείσες με τον IBA 2000 περιοχές δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση.
38. Εκτός αυτού, η Επιτροπή προσκομίζει, χωρίς καμία αντίρρηση εκ μέρους της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, μια μελέτη της ιρλανδικής οργανώσεως προστασίας πτηνών BirdWatch Ireland του Απριλίου 2002. Η μελέτη αυτή προτείνει, με εκτενή επιστημονική αιτιολόγηση, τέσσερεις νέες ΖΕΠ για την ορτυγομάνα. Επομένως, και για το είδος αυτό πρέπει να γίνει χαρακτηρισμός περαιτέρω εδαφών ως ΖΕΠ.
39. Η Ιρλανδία, μη προβάλλοντας άλλα επιχειρήματα κατά της αποδεικτικής ισχύος του καταλόγου IBA 2000, δεν μπόρεσε να κλονίσει την εν λόγω ισχύ. Η διαφορά μεταξύ του καθορισμού ΖΕΠ εκ μέρους της Ιρλανδίας και του IBA 2000 αποδεικνύει έτσι ότι η Ιρλανδία δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2.
40. Ωστόσο, η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι έχουν διεξαχθεί ή προετοιμάζονται έρευνες για διάφορες περιοχές και είδη, οι οποίες θα παράσχουν δυνατότητα εξακριβώσεως των περιοχών που είναι οι πλέον κατάλληλες για τη διατήρηση των ειδών αυτών και κατατάξεώς τους εν συνεχεία σε ΖΕΠ. Η Ελλάδα συντάσσεται με την επιχειρηματολογία αυτή και ζητεί να χορηγηθεί στα κράτη μέλη επαρκής προθεσμία προκειμένου να ελέγξουν τις νέες επιστημονικές μελέτες, όπως ο IBA 2000, και βάσει αυτών να καθορίσουν ΖΕΠ.
41. Η επιχειρηματολογία αυτή θεμελιώνεται σε έναν ορθό συλλογισμό: Τα κράτη μέλη ευθύνονται αποκλειστικά για τον καθορισμό ΖΕΠ. Δεν μπορούν να αποποιηθούν την ευθύνη τους με το να αποδεχθούν απλώς και να εφαρμόσουν τις διαπιστώσεις άλλων φορέων, ακόμα και οργανώσεων προστασίας πτηνών. Αντιθέτως, κάθε καθορισμός ΖΕΠ προϋποθέτει ότι η οικεία περιοχή, κατά την πεποίθηση των αρμόδιων αρχών, η οποία βασίζεται στα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα (30), συγκαταλέγεται στα πιο κατάλληλα για την προστασία των πτηνών εδάφη.
42. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η υποχρέωση καθορισμού ΖΕΠ αναστέλλεται γενικώς για όσο διάστημα οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν ελέγξει και επαληθεύσει πλήρως τις νέες επιστημονικές διαπιστώσεις. Υπενθυμίζεται αντιθέτως ότι η υποχρέωση καθορισμού υφίσταται από την λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας για την προστασία των πτηνών στο εσωτερικό δίκαιο, ήτοι, στην περίπτωση της Ιρλανδίας, από τις 6 Απριλίου 1981. Η υποχρέωση καθορισμού δεν περιορίζεται ούτε από το επίπεδο των επιστημονικών γνώσεων σε δεδομένο χρονικό σημείο (31).
43. Με την υποχρέωση αυτή είναι συνυφασμένο και ένα ακόμη καθήκον, αυτό της εξακριβώσεως των πλέον κατάλληλων περιοχών. Έτσι, το άρθρο 10 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, σε συνδυασμό με το παράρτημα V αυτής, καλεί τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν τις αναγκαίες έρευνες και εργασίες. Ως εκ τούτου, η Ιρλανδία όφειλε να έχει προβεί μέχρι το 1981 σε διεξοδική επιστημονική καταγραφή των πληθυσμών πτηνών που απαντούν στο έδαφός της και σε χαρακτηρισμό των ΖΕΠ που θα προέκυπταν από την καταγραφή αυτή. Αν είχε ανταποκριθεί πλήρως στην υποχρέωσή της αυτή, είτε ο IBA 2000 θα περιελάμβανε μόνο ΖΕΠ είτε η Ιρλανδία θα ήταν σε θέση να αντικρούσει ευχερώς όλες τις περαιτέρω αξιώσεις καθορισμού ΖΕΠ.
44. Μόνο σε περίπτωση μεταβολής των πληθυσμών πτηνών μπορούν να δημιουργηθούν περαιτέρω υποχρεώσεις καθορισμού ΖΕΠ. Τούτο προβάλλεται εν προκειμένω μόνον ως προς την ορτυγομάνα. Οι νέοι πληθυσμοί της ήταν όμως γνωστοί κατά τη λήξη της κρίσιμης εν προκειμένω προθεσμίας, ήτοι στις 11 Σεπτεμβρίου 2003 (32).
45. Το να χορηγηθεί τώρα στην Ιρλανδία επιπλέον προθεσμία προκειμένου να ελέγξει την καλύτερη διαθέσιμη επιστημονική πηγή θα ισοδυναμούσε με το να εξαρτηθεί η υποχρέωση καθορισμού ΖΕΠ από μια μη προβλεπόμενη από το άρθρο 4 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών προϋπόθεση, ήτοι την απόδειξη από τρίτους ότι υπάρχουν ακόμη μη προστατευόμενα εδάφη τα οποία θα έπρεπε να χαρακτηρισθούν. Μια τέτοια προϋπόθεση θα αντέβαινε όχι μόνο στο γράμμα των σχετικών διατάξεων, αλλά και στους σκοπούς της οδηγίας για την προστασία των πτηνών και στην εκεί προβλεπόμενη ευθύνη των κρατών μελών –και όχι τρίτων– για την κοινή (φυσική) κληρονομιά στο έδαφός τους (33). Κατά συνέπεια, η ανάγκη ελέγχου του IBA 2000 δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παράλειψη καθορισμού ΖΕΠ.
46. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία, παραπέμποντας επίσης στον IBA 2000, ότι πολλές χαρακτηρισθείσες ΖΕΠ είναι υπερβολικά μικρές. Η Ιρλανδία έχει αφήσει εκτός ΖΕΠ σημαντικά τμήματα των περιοχών αυτών. Η Ιρλανδία δεν αποκρούει την αιτίαση αυτή, αλλά επικαλείται διαδικασίες που εκκρεμούν για την προσαρμογή της οριοθετήσεως ΖΕΠ. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ανασκευάζει την αιτίαση της Επιτροπής. Η Ιρλανδία καταρχήν όφειλε να έχει κατατάξει από το 1981 πλήρως όλες τις ΖΕΠ και να έχει διεξαγάγει τις αναγκαίες προς τούτο ορνιθολογικές έρευνες. Η ανάγκη που υφίσταται τώρα για τη διεξαγωγή ερευνών και διοικητικών διαδικασιών προς κατάταξη των υπολειπόμενων εκτάσεων ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι η Ιρλανδία δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή μέχρι τη λήξη της προθεσμίας που ετάχθη με την τελευταία αιτιολογημένη γνώμη. Επομένως, και ως προς το σημείο αυτό η Ιρλανδία πρέπει να καταδικασθεί σύμφωνα με τα αιτήματα της προσφυγής.
47. Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη καθόσον στηρίζεται στη διαφορά μεταξύ του καθορισμού ΖΕΠ εκ μέρους της Ιρλανδίας και του IBA 2000.
2. Επί των περιοχών που δεν περιλαμβάνονται στον IBA 2000
48. Πάντως, η Επιτροπή προσάπτει επίσης στην Ιρλανδία ότι ο IBA 2000 είναι σαφώς ελλιπής σε σχέση με ορισμένα είδη και οικοτόπους και ότι, κατά συνέπεια, η Ιρλανδία όφειλε να κατατάξει σε ΖΕΠ ακόμη και περιοχές που δεν περιλαμβάνονταν στον IBA 2000.
49. Δεν αποκλείεται να υφίστανται υποχρεώσεις σε σχέση με τέτοιες περιοχές (34). Προς τούτο όμως η Επιτροπή οφείλει τουλάχιστον να εκθέσει τεκμηριωμένα τους λόγους για τους οποίους χρειάζονται και άλλες περιοχές. Από το δικόγραφο της προσφυγής, σε συνδυασμό με την πρώτη αιτιολογημένη γνώμη που διαβιβάσθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2001, προκύπτει ότι η Επιτροπή επικαλείται κατ’ ουσία, ως προς το κηλιδοβούτι (Gavia stellata), τον βαλτόκυρκο (Circus cyaneus), τον νανογέρακα (Falco columbarius), τον πετρίτη (Falco peregrinus), το βροχοπούλι (Pluvialis apricaria) και την αλκυόνα (Alcedo athis), ότι οι οικότοποι των ειδών αυτών εκπροσωπούνται ανεπαρκώς στις ΖΕΠ της Ιρλανδίας. Εν μέρει, υπάρχουν και έρευνες που παρέχουν δυνατότητα αναγνωρίσεως εδαφών για τη διατήρηση των ειδών αυτών.
50. Η Ιρλανδία ανακοινώνει ότι, ως προς το βροχοπούλι, το κηλιδοβούτι, τον βαλτόκυρκο, τον νανογέρακα και τον πετρίτη, υπάρχουν εν τω μεταξύ έρευνες οι οποίες παρέχουν δυνατότητα εξακριβώσεως των πλέον κατάλληλων περιοχών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Ιρλανδία αναγνωρίζει ότι ως προς τα είδη αυτά υφίσταται ανάγκη επιπλέον ΖΕΠ, είτε με κατάταξη νέων εδαφών είτε με συμπερίληψη των ειδών αυτών στους σκοπούς προστασίας των υφιστάμενων ζωνών.
51. Η Ιρλανδία πάντως αποκρούει τον καθορισμό ΖΕΠ για την αλκυόνα. Το είδος αυτό εμφανίζει ευρεία διάδοση με περιορισμένη πυκνότητα και ως εκ τούτου δεν προσφέρεται για τον καθορισμό ΖΕΠ. Συναφώς, η Ιρλανδική Κυβέρνηση βασίζεται σε έρευνες σχετικά με τα πτηνά που επωάζουν επιτοπίως, χρονολογούμενες από το 1988 μέχρι το 1991. Ο νυν υφιστάμενος πληθυσμός δεν είναι γνωστός, αλλά μια ιρλανδική οργάνωση προστασίας πτηνών σχεδιάζει να πραγματοποιήσει σχετική έρευνα. Εφόσον με αυτή εξακριβωθούν ορισμένες πλέον κατάλληλες περιοχές, μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο καθορισμού ΖΕΠ.
52. Από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν το έδαφος κράτους μέλους φιλοξενεί είδη του παραρτήματος I, το εν λόγω κράτος μέλος οφείλει να καθορίσει, για τα είδη αυτά, ιδίως ΖΕΠ (35). Επομένως αποκλείεται ορισμένα είδη του παραρτήματος Ι να μην καλύπτονται καθόλου από ΖΕΠ.
53. Αντιθέτως, επιβάλλεται η εξακρίβωση και ταξινόμηση ΖΕΠ και για τα είδη που απαντούν με μικρή πυκνότητα. Για τα είδη που έχουν ευρεία εξάπλωση ενδεχομένως είναι αναγκαίο να αναζητηθούν πυρήνες συγκεντρώσεως. Τέτοια δυνατότητα υπάρχει και για την αλκυόνα, όπως καταδεικνύουν οι υποβληθείσες από την Ιρλανδία έρευνες, στο πλαίσιο των οποίων απεικονίζονται σε χάρτη σαφή σημεία συγκεντρώσεως της αλκυόνας (36).
54. Η εξακρίβωση και οριοθέτηση ΖΕΠ βάσει τέτοιων σημείων συγκεντρώσεως ενδέχεται να απαιτεί αρχικώς περαιτέρω έρευνες σχετικά με την παρουσία του είδους αυτού. Όπως όμως εκτέθηκε ανωτέρω, τέτοια ερευνητικά κενά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παράλειψη καθορισμού ΖΕΠ, διότι το κράτος μέλος όφειλε να έχει πραγματοποιήσει όλες τις αναγκαίες έρευνες πριν γεννηθεί η υποχρέωση καθορισμού. Ως εκ τούτου, ορθώς τονίζει η Επιτροπή την εκ μέρους της Ιρλανδίας παραδοχή ότι δεν διαθέτει επαρκείς γνώσεις για την αλκυόνα.
55. Συνεπώς, οι υποχρεώσεις της Ιρλανδίας να καθορίσει περαιτέρω ΖΕΠ δεν περιορίζονται στις αναφερόμενες στον IBA 2000 περιοχές, αλλά μπορούν να περιλαμβάνουν και επιπλέον περιοχές σε σχέση με είδη τα οποία δεν καλύπτει επαρκώς ο κατάλογος αυτός.
3. Επί των επιμέρους περιοχών
α) Cross Lough (Killadoon)
56. Η Ιρλανδία αμφισβητεί ιδίως την υποχρέωσή της να χαρακτηρίσει ως ΖΕΠ την IBA υπ’ αριθ. 50 Cross Lough (Killadoon). Η IBA αυτή, με εμβαδόν ενός περίπου εκταρίου, αποτελείται από μια λιμνοθάλασσα με ένα μικρό νησί. Στο νησί αυτό επώαζαν από το 1937 και τουλάχιστον μέχρι το 1995 αποικίες του χειμωνογλάρονου (Sterna sandvicensis), είδους του παραρτήματος I της οδηγίας για την προστασία των πτηνών. Εδώ και μερικά χρόνια το εν λόγω είδος έχει πάψει να χρησιμοποιεί την περιοχή αυτή. Λόγω της εγκαταλείψεως της περιοχής από το χειμωνογλάρονο, η Ιρλανδία συμπεραίνει ότι δεν υφίσταται υποχρέωση κατατάξεώς της σε ΖΕΠ.
57. Η θέση της Ιρλανδίας θα ήταν αναμφίβολα δικαιολογημένη αν το Cross Lough (Killadoon) δεν ανήκε ποτέ μετά τις 6 Απριλίου 1981, ημερομηνία ενάρξεως της υποχρεώσεως καθορισμού ΖΕΠ, στα πλέον κατάλληλα για το χειμωνογλάρονο εδάφη. Ωστόσο, από τους IBA 89 και IBA 2000 προκύπτει ότι τουλάχιστον το 1984 και το 1995 το Cross Lough (Killadoon) συγκαταλεγόταν, βάσει των κριτηρίων των καταλόγων IBA, στα πλέον κατάλληλα για την προστασία του χειμωνογλάρονου εδάφη. Η Ιρλανδία δεν αμφισβητεί εν προκειμένω τα στοιχεία αυτά. Είναι βέβαιο, επομένως, ότι η εν λόγω περιοχή συγκαταλεγόταν μετά τις 6 Απριλίου 1981 στα πλέον κατάλληλα για την προστασία του χειμωνογλάρονου εδάφη και η Ιρλανδία όφειλε ως εκ τούτου να την έχει κατατάξει σε ΖΕΠ.
58. Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή δεν απαλείφεται κατ’ ανάγκη στην περίπτωση που σήμερα το έδαφος δεν είναι το πιο κατάλληλο. Ειδικότερα, αν σε ορισμένο χρονικό σημείο του παρελθόντος το έδαφος αυτό έπρεπε να έχει καταταγεί σε ΖΕΠ, το οικείο κράτος μέλος όφειλε τουλάχιστον, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, να υιοθετήσει κατάλληλα μέτρα για να αποφύγει στο έδαφος αυτό τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων, καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, εφόσον αυτές θα είχαν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του άρθρου αυτού (37).
59. Επομένως, το κράτος μέλος το οποίο παρέλειψε να κατατάξει σε ΖΕΠ έδαφος το οποίο σε προγενέστερο χρονικό σημείο ήταν αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστέο (38), οφείλει να αποδείξει ότι το έδαφος αυτό έχει παύσει να είναι κατάλληλο ανεξαρτήτως των μέτρων προστασίας που θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί, εφόσον, ελλείψει καταλληλότητας, δεν χαρακτηρίζει το έδαφος αυτό ως ΖΕΠ ούτε αργότερα (39). Άλλως, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να διαφεύγουν ατιμωρητί την υποχρέωσή τους να κατατάξουν τα πιο κατάλληλα εδάφη σε ΖΕΠ και να τα διατηρήσουν σε κατάσταση τέτοια ώστε να εξακολουθήσουν να είναι τα πιο κατάλληλα για την προστασία των πτηνών.
60. Η Ιρλανδία δεν απέδειξε τούτο. Αντιθέτως μάλιστα, η Επιτροπή επικαλείται, χωρίς να αντικρούεται σε αυτό, ενδείξεις ότι μπορούσαν να έχουν ληφθεί μέτρα διατηρήσεως. Ειδικότερα, είναι πιθανόν ότι η αμερικανική λουτρεόλη (βιζόν ή μινκ) (Mustela vison), ο πληθυσμός της οποίας γνωρίζει εξάπλωση στην Ιρλανδία, λεηλάτησε τις φωλιές του επωάζοντος στο έδαφος χειμωνογλάρονου και προκάλεσε έτσι την εγκατάλειψη της περιοχής. Η συνέπεια αυτή παρεμποδίστηκε σε μία τουλάχιστον άλλη περιοχή. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι το Cross Lough (Killadoon) θα εξακολουθούσε να συγκαταλέγεται στα πιο κατάλληλα για την προστασία του χειμωνογλάρονου εδάφη, αν η Ιρλανδία είχε εκπληρώσει, ως προς την περιοχή αυτή, τις υποχρεώσεις της από το άρθρο 4 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
61. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός της εν λόγω περιοχής ως ΖΕΠ δεν θα είχε νόημα αν ήταν αδύνατον να καταστεί εκ νέου πλέον κατάλληλη για την προστασία των πτηνών. Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν περιττή και η κατάταξη σε ΖΕΠ. Ως προς το Cross Lough (Killadoon) υφίσταται όμως, σύμφωνα με τον μη αντικρουσθέντα ισχυρισμό της Επιτροπής, μια πραγματική πιθανότητα επανοίκησής του από το χειμωνογλάρονο. Το είδος αυτό μεταβάλλει συχνά τους τόπους των αποικιών του (40) και εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τόπους πλησίον της εν λόγω περιοχής. Εφόσον επομένως ληφθούν πρόσφορα προστατευτικά μέτρα εναντίον της λουτρεόλης θα ήταν πιθανό να επαναχρησιμοποιηθεί η περιοχή αυτή.
62. Επομένως και το Cross Lough (Killadoon) πρέπει να καταταγεί σε ΖΕΠ (41).
β) Επί των εκτάσεων στην περιοχή των ΖΕΠ Sandymount Strand και Tolka Estuary
63. Η οριοθέτηση των ΖΕΠ Sandymount Strand και Tolka Estuary είναι επίσης διαφιλονικούμενη. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία ότι δεν θεμελίωσε την οριοθέτηση αυτή αποκλειστικά σε ορνιθολογικά κριτήρια, αλλά ότι αντιθέτως έλαβε υπόψη, ως προς δύο εκτάσεις υγρής άμμου που ευρίσκονται στη διαπαλιρροιακή ζώνη, σχέδια που αφορούν τον λιμένα του Δουβλίνου.
64. Η πρώτη έκταση, με εμβαδόν 2,2 εκτάρια, συνίσταται σε αποθέσεις αμμοχάλικου στο δυτικό άκρο της εκβολής του ποταμού Tolka, τα οποία καταλαμβάνει το έργο Dublin Port Tunnel. Η Ιρλανδία έχει κατατάξει την εκβολή του ποταμού σε ΖΕΠ μόνο κατάντη της επίμαχης ζώνης, από ένα σημείο στο οποίο ο ποταμός διασχίζεται από δρόμο. Ως προς την έκταση αυτή, η Ιρλανδία προβάλλει ότι χρησιμεύει ως ζώνη ανευρέσεως τροφής για τα προστατευτέα καλοβατικά πτηνά μόνο για σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, κατά την άμπωτη. Επιπλέον, χρησιμοποιείται από λίγα μόνον πτηνά. Ως εκ τούτου, δεν παρουσιάζει σημασία τέτοια ώστε να συμπεριληφθεί στη ΖΕΠ.
65. Ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται σε εσφαλμένη κατανόηση των επιταγών του άρθρου 4 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών όσον αφορά την οριοθέτηση ΖΕΠ. Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι η οριοθέτηση αυτή πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά σε ορνιθολογικά κριτήρια (42). Όπως ορθώς προβάλλει η Επιτροπή, η οριοθέτηση μιας ζώνης δεν μπορεί να θεμελιώνεται αποκλειστικά σε μεμονωμένη θεώρηση των εκάστοτε επίμαχων εκτάσεων, αλλά πρέπει να καθοδηγείται από το αν η έκταση συνιστά, από ορνιθολογικής απόψεως, τμήμα της συνολικής ζώνης. Άλλως, θα ήταν δυνατόν να κατατμηθεί μια ζώνη σε έναν τυχαίο αριθμό εδαφικών τμημάτων, καθένα από τα οποία, θεωρούμενο μεμονωμένα, δεν χρησιμοποιείται παρά από ασήμαντα τμήματα του πληθυσμού πτηνών. Ο κατ’ αυτόν τον τρόπο θεμελιούμενος αποκλεισμός πληθώρας εδαφικών τμημάτων τα οποία, μεμονωμένως θεωρούμενα, στερούνται σημασίας, θα μπορούσε να παραβλάψει συνολικά τη ΖΕΠ ως προς τη λειτουργία της ή και να την καταστρέψει.
66. Η επίμαχη έκταση στη δυτική εκβολή του ποταμού Tolka διαχωρίζεται από το υπόλοιπο της εκβολής, το οποίο έχει χαρακτηρισθεί ως ΖΕΠ, από μια οδό που διασχίζει τον εν λόγω ποταμό. Η γέφυρα όμως δεν αποτελεί εμπόδιο για τα πτηνά. Επιπλέον, η έκταση αυτή έχει ιδιότητες αντίστοιχες προς εκείνες της συνολικής ζώνης: Πρόκειται για λασπώδεις εκτάσεις στη διαπαλιρροιακή ζώνη.
67. Σύμφωνα με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων στην οποία στηρίζονται αμφότεροι οι διάδικοι (43), η έκταση χρησιμοποιείται από τμήματα του συνολικού πληθυσμού της ΖΕΠ. Για τον στρειδοφάγο (Haematopus ostralegus), ο IBA 2000 αναφέρει, σε σχέση με την αντίστοιχη IBA υπ’ αριθ. 109 Dublin Bay, 1 067 άτομα το 1995 (44). Η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων αναφέρει ως προς τον στρειδοφάγο ένα μέγιστο αριθμό 3 787 ατόμων κατά τα έτη από το 1984 μέχρι το 1987. Κατά τον χρόνο όμως της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ο αριθμός αυτός είχε εξακριβωθεί προ δεκαετίας, ενώ τα αριθμητικά στοιχεία του IBA 2000 χρονολογούνται από το 1995, ήταν δηλαδή πρόσφατα (45). Η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων αναφέρει για το 1995/96 από 0 μέχρι 8 άτομα, ήτοι μεταξύ 0 % και 0,8 % του κατά τον IBA 2000 συνολικού πληθυσμού, και πάντως μέχρι 0,2 % του πληθυσμού αυτού σύμφωνα με τα στοιχεία της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Όσον αφορά τον κοκκινοσκέλη (Tringa totanus), με πληθυσμό 1 900 ατόμων κατά τον IBA 2000 και 1 721 ατόμων κατά την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ανευρέθησαν από 0 μέχρι 10 άτομα, ήτοι μέχρι το 0,5 % του συνολικού πληθυσμού. Ως προς την τουρλίδα (Numenius arquata), με πληθυσμό 1 007 ατόμων κατά τον IBA 2000 και 1 865 κατά την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, απαντούσαν από 0 μέχρι 5 άτομα, ήτοι, αναλόγως της βάσεως αναφοράς, μέχρι το 0,5 % ή το 0,26 % του συνολικού πληθυσμού. Αυτά είναι τρία από τα εννέα είδη που έχουν καθοριστική σημασία για τον χαρακτηρισμό του Dublin Bay ως IBA.
68. Η επίμαχη έκταση αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 0,1 % της IBA Dublin Bay (3000 εκτάρια). Ακόμα και λαμβανομένου υπόψη του ότι το κάθε αριθμητικό στοιχείο συνιστά ανώτατη τιμή και ότι η στατιστική σημασία των αριθμητικών αυτών στοιχείων είναι αδιευκρίνιστη, η χρήση της εκτάσεως από τα είδη αυτά φαίνεται να κείται τουλάχιστον στο πλαίσιο του αναμενόμενου μέσου όρου, αν όχι και να το υπερβαίνει. Το έδαφος αυτό επομένως συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της συνολικής ζώνης.
69. Συνεπώς, η επίμαχη εν προκειμένω έκταση έπρεπε να έχει επίσης καταταγεί σε ΖΕΠ.
70. Η δεύτερη διαφιλονικούμενη έκταση αποτελείται από 4,5 εκτάρια, τα οποία αφαιρέθηκαν εκ των υστέρων από την πρόταση επεκτάσεως της ΖΕΠ Sandymount Strand and Tolka Estuary. Οι εκτάσεις αυτές ευρίσκονται στο νοτιοδυτικό άκρο της εκβολής του ποταμού Tolka, ήτοι προς την πλευρά της ανοιχτής θάλασσας. Στην περιοχή αυτή ο οργανισμός του λιμένα σχεδιάζει επέκταση μέσω επιχωματώσεως. Στο μέτρο κατά το οποίο η Επιτροπή κατονομάζει στο υπόμνημα απαντήσεως και άλλες εκτάσεις της ίδιας περιοχής, ο ισχυρισμός της είναι απαράδεκτος, ως μη αποτελών αντικείμενο της προσφυγής.
71. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η επίδικη έκταση αποξηραίνεται μόνο για μικρό χρονικό διάστημα, κατά την άμπωτη της παλίρροιας των συζυγιών, ήτοι ανά 14 ημέρες, και κατά τ’ άλλα δεν χρησιμεύει στα καλοβατικά πτηνά. Επομένως δεν διαθέτει επαρκή ορνιθολογική αξία για τον χαρακτηρισμό της ως ΖΕΠ και εκ παραδρομής αποτέλεσε τμήμα της προτάσεως επεκτάσεως.
72. Στα επιχειρήματα αυτή η Επιτροπή αντιτάσσει, χωρίς να αντικρούεται σε τούτο, ένα έγγραφο με το οποίο αξιώνεται, βάσει εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων για το σχέδιο επιχωματώσεως, η ενσωμάτωση των εκτάσεων αυτών στη ΖΕΠ. Στο έγγραφο αυτό εκτίθεται ότι διάφορα είδη χρησιμοποιούν το κατ’ εξαίρεση αποξηραινόμενο έδαφος σε βαθμό υπερβαίνοντα τον μέσο όρο. Εξάλλου, κάποια τμήματα τουλάχιστον των εκτάσεων αυτών αποξηραίνονται και σε λιγότερο έντονες παλίρροιες και μπορούν να χρησιμοποιούνται από πτηνά. Τέλος, την έκταση δεν χρησιμοποιούν μόνο καλοβατικά πτηνά αλλά, παραδείγματος χάριν, και το πτηνό στέρνα, το οποίο δεν εξαρτάται από την αποξήρανσή της.
73. Και ως προς την έκταση αυτή, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι πειστικότερη. Το εδαφικό αυτό τμήμα συνιστά σαφώς μέρος της εκβολής του ποταμού και χρησιμοποιείται αναμφισβήτητα από τα κρίσιμα είδη ως οικότοπος για την ανεύρεση τροφής. Η χρήση αυτή λαμβάνει χώρα όχι μεν καθημερινά, αλλά με ορισμένη περιοδικότητα. Το γεγονός μάλιστα ότι τότε ανευρίσκεται στην έκταση αυτή αριθμός πτηνός υπερβαίνων τον μέσο όρο, συνιστά ένδειξη ότι η διαθέσιμη σε αυτήν προσφορά τροφής είναι σχετικώς μεγάλη. Τούτο θα ήταν εύλογο, διότι οι συγκεκριμένοι διατροφικοί πόροι δεν εκτίθενται στα πτηνά παρά σπάνια. Είναι επομένως πιθανόν ότι η έκταση αυτή συνεισφέρει σημαντικά στην συνολική προσφορά τροφής της ζώνης.
74. Ως εκ τούτου, η οριοθέτηση των ΖΕΠ Sandymount Strand and Tolka Estuary δεν ανταποκρίνεται ούτε στο σημείο αυτό στις επιταγές του άρθρου 4 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
75. Παρατηρείται εξάλλου ότι η ενσωμάτωση των εκτάσεων αυτών στη ΖΕΠ δεν αντιτίθεται κατ’ ανάγκη στα αντίστοιχα σχέδια. Αντιθέτως, τόσο η ορνιθολογική σημασία εκάστης εκτάσεως όσο και το συμφέρον εκτελέσεως των αντίστοιχων σχεδίων μπορούν να ληφθούν καταλλήλως υπόψη στο πλαίσιο διαδικασίας εγκρίσεως του σχεδίου σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 της οδηγίας για τους οικοτόπους. Σε περίπτωση μη κατατάξεως των χαρακτηριστέων εκτάσεων σε ΖΕΠ, θα ήταν εφαρμοστέο, αντί των διατάξεων αυτών, το αυστηρότερο άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών (46), το οποίο αποτελεί, για τα σχέδια που παραβλάπτουν τον τόπο, δυσχερές στην υπερβασή του εμπόδιο.
4. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
76. Ως εκ τούτου, η Ιρλανδία, παραλείποντας να χαρακτηρίσει ως ΖΕΠ από τις 6 Απριλίου 1981, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, όλα τα πλέον κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, εδάφη για τα είδη του παραρτήματος I καθώς και για τα αποδημητικά είδη των οποίων η έλευση είναι τακτική, και, ειδικότερα, μη χαρακτηρίζοντας ως ΖΕΠ την περιοχή Cross Lough (Killadoon) και μη ενσωματώνοντας στη ΖΕΠ Sandymount Strand and Tolka Estuary δυο εκτάσεις της εκβολής του ποταμού Tolka, παρέβη την οδηγία για την προστασία των πτηνών.
Β – Επί της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών
77. Κατά το Δικαστήριο, το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών (47) επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέψουν για τις ΖΕΠ νομικό καθεστώς προστασίας που να διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, την επιβίωση και την αναπαραγωγή των ειδών πτηνών που μνημονεύονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής, καθώς και την αναπαραγωγή, την αλλαγή φτερώματος και τη διαχείμαση των ειδών αποδημητικών πτηνών που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα Ι, των οποίων όμως η έλευση είναι τακτική (48). Η προστασία των ΖΕΠ ιδίως δεν επιτρέπεται να περιορίζεται στην αποτροπή δυσμενών ανθρώπινων επενεργειών, αλλά οφείλει, αναλόγως των εκάστοτε συνθηκών, να περιλαμβάνει και θετικά μέτρα για τη διατήρηση ή τη βελτίωση της καταστάσεως των οικείων ζωνών (49).
78. Οι διάδικοι, κατά τα φαινόμενα, συμφωνούν ότι μια διάταξη του ιρλανδικού δικαίου, η Regulation 13 του Statutory Instruments Nr. 94/1997, European Communities (Natural Habitats) Regulations, 1997 (στο εξής: Regulations του 1997), θα μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών κατά τρόπο επαρκή, αν ήταν εφαρμοστέα επί των ΖΕΠ.
79. Ωστόσο, η Επιτροπή διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν διασφαλίζεται η εφαρμογή αυτή. Η Regulation 13 είναι εφαρμοστέα μόνον επί των ζωνών διατηρήσεως της οδηγίας για τους οικοτόπους. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι μια άλλη διάταξη προβλέπει την εφαρμογή της Regulation 13 επί των ΖΕΠ. Σύμφωνα με τη Regulation 34, μεταξύ άλλων, η Regulation 13 είναι εφαρμοστέα όπου αρμόζει, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις, και επί των εδαφών που έχουν χαρακτηρισθεί ως ΖΕΠ βάσει του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών (50).
80. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει αν και υπό ποία μορφή η Regulation 13 είναι, δυνάμει της Regulation 34, εφαρμοστέα επί των ΖΕΠ. Πρόκειται για ζήτημα του ιρλανδικού δικαίου, το οποίο πρέπει να κριθεί εν τέλει από τα ιρλανδικά δικαστήρια. Το Δικαστήριο πρέπει αντιθέτως να εξετάσει αν η Επιτροπή τεκμηρίωσε την αιτίασή της ότι η Regulation 34 δεν διασφαλίζει την εφαρμογή της Regulation 13 επί των ΖΕΠ. Συναφώς, αρκεί η Επιτροπή να δημιουργήσει βάσιμες αμφιβολίες όσον αφορά την ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο. Ειδικότερα, η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο πρέπει να διασφαλίζει την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή (51). Σε ό,τι αφορά την οδηγία για την προστασία των πτηνών, η ακριβής μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, διότι η διαχείριση της κοινής κληρονομιάς έχει ανατεθεί στα κράτη μέλη όσον αφορά το έδαφος του καθενός (52).
81. Ωστόσο, εν προκειμένω η Επιτροπή δεν επιτυγχάνει να δημιουργήσει βάσιμες αμφιβολίες.
82. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι Regulations 1997, σύμφωνα με την εισαγωγή τους, εκδόθηκαν ρητώς για να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία για τους οικοτόπους, όχι όμως για να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο διατάξεις της οδηγίας για την προστασία των πτηνών. Δεν είναι όμως προφανές πώς τούτο εμποδίζει τον ιρλανδό νομοθέτη να μεταφέρει παρ’ όλ’ αυτά στο εσωτερικό δίκαιο και διατάξεις της οδηγίας για την προστασία των πτηνών. Συναφώς, δεν ασκεί επιρροή ούτε το γεγονός ότι τα μέτρα που απαιτεί η Επιτροπή για τις ΖΕΠ διέπονται εν μέρει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας για τους οικοτόπους, το οποίο δεν έχει εφαρμογή επί των ΖΕΠ. Εφόσον αντίστοιχα μέτρα είναι εφαρμοστέα, κατά το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, και επί των ΖΕΠ, ο εθνικός νομοθέτης ασφαλώς δεν εμποδίζεται να θεσπίσει μια μόνο διάταξη για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των ρυθμίσεων δύο οδηγιών. Στο μέτρο κατά το οποίο η Επιτροπή θεμελιώνει τις επιφυλάξεις της στη βάση εξουσιοδοτήσεως για τις Regulations 1997, ο ισχυρισμός αυτός δεν θεμελιώνεται επαρκώς.
83. Επιφυλάξεις ως προς την επάρκεια της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο είναι δυνατόν, το πολύ, να δημιουργήσει η διατύπωση της Regulation 34. Οι αναφερόμενες σε αυτή διατάξεις είναι εφαρμοστέες επί των ΖΕΠ μόνον με τις αναγκαίες τροποποιήσεις («with any necessary modifications») και όπου αρμόζει («where appropriate»). Η Επιτροπή επισημαίνει ότι στη διατύπωση αυτή διακρίνει επιφυλάξεις μη συμβιβαζόμενες προς μια ανεπιφύλακτη και δεσμευτική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο. Πιο εύλογο όμως είναι να ερμηνευθούν οι φράσεις αυτές ως υπόδειξη περί αναλογικής εφαρμογής.
84. Επιπλέον, αν οι φράσεις αυτές συγκριθούν με τις προς μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο διατάξεις, ήτοι το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, καθίσταται φανερό ότι εκεί περιέχεται σαφής και ανεπιφύλακτη ρύθμιση για το πότε επιβάλλεται η λήψη θετικών μέτρων, παραδείγματος χάριν, πότε πρέπει να καταρτίζονται σχέδια διαχειρίσεως. Αποτελούν μόνο τμήμα των επακριβώς καθοριστέων αναγκαίων μέτρων διατηρήσεως (53). Το αν και σε ποια έκταση πρέπει να ληφθούν θετικά μέτρα μπορεί να αποφασισθεί μόνο βάσει της συγκεκριμένης καταστάσεως της οικείας περιοχής, πράγμα που σημαίνει ότι τα μέτρα πρέπει να είναι κατάλληλα και αντίστοιχης ποικιλίας. Τίποτε άλλο δεν δηλώνουν οι φράσεις «with any necessary modifications» και «where appropriate».
85. Η αιτίαση αυτή της Επιτροπής είναι επομένως απορριπτέα.
Γ – Επί της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 4, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών όσον αφορά τις μη χαρακτηρισθείσες ΖΕΠ
86. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία ότι δεν μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών όσον αφορά τα εδάφη που δεν κατετάγησαν σε ΖΕΠ, μολονότι έπρεπε να είχαν καταταγεί. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για να αποφύγουν στις ζώνες προστασίας που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων, καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του παρόντος άρθρου.»
87. Η υποχρέωση αυτή ίσχυε όχι μόνο για τις χαρακτηρισθείσες ΖΕΠ, αλλά και για εδάφη που δεν κατετάγησαν σε ΖΕΠ, μολονότι έπρεπε να είχαν καταταγεί (54). Κατά το άρθρο 7 της οδηγίας για τους οικοτόπους, οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 6 της οδηγίας αυτής αντικαθιστούν τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την πρώτη πρόταση της παραγράφου 4 του άρθρου 4 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, τούτο δε από την ημερομηνία θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας για τους οικοτόπους, ήτοι από τον Ιούνιο του 1994 (55), ή από την ημερομηνία της ταξινομήσεως ή της αναγνωρίσεως του οικείου εδάφους εκ μέρους ενός κράτους μέλους δυνάμει της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, εφόσον αυτή είναι μεταγενέστερη. Με την απόφαση Basses Corbières το Δικαστήριο αποσαφήνισε ότι τα εδάφη που δεν έχουν καταταγεί σε ΖΕΠ, μολονότι έπρεπε να είχαν καταταγεί, εξακολουθούν να υπάγονται στο καθεστώς του άρθρου 4, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών (56).
88. Εκ πρώτης όψεως, προκαλεί έκπληξη το να απαιτείται η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας ρυθμίσεως η οποία συνάγεται εμμέσως μόνον από το κείμενο της προς μεταφορά διατάξεως, από την προσανατολισμένη στους σκοπούς τους οδηγίας νομολογία του Δικαστηρίου. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, υφίσταται καθήκον προστασίας όσον αφορά εδάφη που δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως ΖΕΠ, αν και έπρεπε να είχαν χαρακτηρισθεί. Η ρύθμιση αυτή επιβάλλεται επομένως να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο και μόνο χάριν της σαφήνειας δικαίου, η οποία, ειδικά σε συνάρτηση με την οδηγία για την προστασία των πτηνών (57), αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
89. Η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο είναι αναγκαία και για να μπορεί να αντιταχθεί το καθήκον προστασίας έναντι ιδιωτών. Χωρίς μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο, μια οδηγία δεν μπορεί αφεαυτής να δημιουργήσει υποχρεώσεις για τον ιδιώτη (58). Σύμφωνα μάλιστα με στοιχεία της Επιτροπής, το ιρλανδικό Supreme Court έκρινε τουλάχιστον σε μία περίπτωση ότι η οδηγία για την προστασία των πτηνών δεν δεσμεύει ούτε τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως (59).
90. Όσον αφορά την αιτίαση αυτή, η Ιρλανδική Κυβέρνηση εκφράζεται μόνο ως προς ορισμένα ενδεικτικά στοιχεία της Επιτροπής, χωρίς να αποκρούει κατ’ ουσία την αιτίαση. Τα ενδεικτικά στοιχεία της Επιτροπής δεν είναι αρκούντως συγκεκριμένα ώστε να θεωρηθούν ως λόγοι προσφυγής που χρήζουν υποβολής σε αυτόνομη εξέταση. Δεν αποτελούν συνεπώς παρά επιχειρήματα τα οποία δεν χρήζουν περαιτέρω εξετάσεως, δεδομένου ότι η Ιρλανδία δεν θέσπισε δεσμευτικές ρυθμίσεις προκειμένου να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το καθήκον αυτό προστασίας.
91. Η Ιρλανδία παρέλειψε επομένως να διασφαλίσει την εφαρμογή, από τις 6 Απριλίου 1981, των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, στα εδάφη που πρέπει, βάσει της οδηγίας αυτής, να χαρακτηρισθούν ως ζώνες ειδικής προστασίας, αλλά δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως τέτοιες ζώνες.
Επί του άρθρου 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών
92. Η Επιτροπή προσάπτει ακόμη στην Ιρλανδία ότι δεν μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο ούτε εφάρμοσε στην πράξη το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη θα προσπαθήσουν επίσης να αποφύγουν τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων και έξω από τις ζώνες προστασίας.»
93. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών επιτάσσει μεν κατά τρόπο δεσμευτικό τον καθορισμό ΖΕΠ για πτηνά του παραρτήματος I αλλά προϋποθέτει και την εφαρμογή άλλων μέτρων ειδικής διατηρήσεως για τα πτηνά αυτά. Ειδικότερα, το άρθρο 4, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, ορίζει ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν κυρίως ΖΕΠ, ενώ το πρώτο εδάφιο αξιώνει, ανεξαρτήτως του καθορισμού αυτού, μέτρα ειδικής διατηρήσεως.
94. Ως εκ τούτου, η επιτασσόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών προσπάθεια πρέπει να συμπεριλαμβάνει τα εν λόγω ανεξάρτητα από ζώνες μέτρα ειδικής διατηρήσεως για πτηνά του παραρτήματος I. Για τα αποδημητικά πτηνά των οποίων η έλευση είναι τακτική πρέπει, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, να υιοθετούνται ανάλογα μέτρα.
95. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών δεν περιορίζεται στους οικοτόπους των πτηνών του παραρτήματος I και των αποδημητικών πτηνών αλλά αναφέρεται στην προστασία των οικοτόπων χωρίς περιορισμό σε ορισμένα είδη. Λόγω όμως της θέσεως της διατάξεως αυτής στο σύστημα του άρθρου 4, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αφορά μόνο τα εκεί προβλεπόμενα είδη, ήτοι τα είδη του παραρτήματος I και τα αποδημητικά πτηνά των οποίων η έλευση είναι τακτική. Αντιθέτως, για την προστασία άλλων ειδών, τα κράτη μέλη οφείλουν να καταβάλουν προσπάθεια σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών (60).
1. Επί της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο
96. Ναι μεν το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών δεν επιβάλλει υποχρέωση διασφαλίσεως συγκεκριμένων αποτελεσμάτων, τα κράτη μέλη οφείλουν όμως να θέσουν ως στόχο τους, κατά τρόπο συνεπή, την προστασία των εκτός των ΖΕΠ ευρισκομένων οικοτόπων. Ο όρος προσπάθεια υποδηλώνει τη λήψη κάθε εύλογου μέτρου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
97. Ο σκοπός αυτός δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο γενικώς, αλλά και στο πλαίσιο μεμονωμένων μέτρων (61). Προκειμένου οι αρχές των κρατών μελών, σε όλα τα επίπεδά τους, να έχουν γνώση του σκοπού αυτού σε συνάρτηση με την άσκηση των δραστηριοτήτων τους και ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στο πλαίσιο διαδικασιών εγκρίσεως, ο σκοπός αυτός πρέπει να διατυπώνεται στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο αρκούντως σαφή.
98. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν επικαλείται καμία διάταξη η οποία να πληροί τις απαιτήσεις αυτές.
99. Δεν είναι σαφές πώς οι ρυθμίσεις σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη της ρύπανσης του περιβάλλοντος, τις οποίες επικαλείται γενικώς η Ιρλανδική Κυβέρνηση, μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών. Εν πάση περιπτώσει, στηρίζονται σε άλλη οδηγία με διαφορετικούς σκοπούς (62). Περαιτέρω, οι ρυθμίσεις αυτές ισχύουν, όπως προβάλλει η Επιτροπή, μόνο για μια περιορισμένη κατηγορία σχεδίων, ενώ δεν καλύπτουν πολλές περιπτώσεις πιθανής ρύπανσης και φθοράς οικοτόπων πτηνών.
100. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση προβάλλει περαιτέρω ότι η καλούμενη «πολλαπλή συμμόρφωση» κατά τον κανονισμό 1782/2003 (63) συμβάλλει, όσον αφορά τον γεωργικό τομέα, στη συμμόρφωση προς το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών. Πράγματι, η διάταξη αυτή συνιστά, σύμφωνα με το άρθρο 4 και το παράρτημα III του εν λόγω κανονισμού, τμήμα των κανονιστικών απαιτήσεων σε σχέση με τη λειτουργία των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, τις οποίες οφείλει να τηρήσει ο λήπτης των άμεσων ενισχύσεων.
101. Επειδή οι απαιτήσεις αυτές δεν ισχύουν παρά από 1ης Ιανουαρίου 2005, ήτοι πολύ μετά την παρέλευση της κρίσιμης για την εκτίμηση των αιτιάσεων της Επιτροπής προθεσμίας, δεν μπορούν να αποδυναμώσουν τις αιτιάσεις αυτές. Επιπλέον, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού, οι διατάξεις των οδηγιών πρέπει να τηρηθούν μόνο με βάση την εφαρμογή τους από τα κράτη μέλη. Επομένως, η παραπομπή αυτή δεν μετριάζει ενδεχόμενα ελαττώματα της μεταφοράς των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά τα οικειοποιείται πλήρως.
102. Στο μέτρο κατά το οποίο η Ιρλανδική Κυβέρνηση παραπέμπει στις στοιχειώδεις απαιτήσεις που έχουν καθοριστεί σε εθνικό επίπεδο για τις ορθές γεωργικές και περιβαλλοντικές συνθήκες σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 1782/2003, ισχύει επίσης ότι οι απαιτήσεις αυτές δεν είχαν ακόμη καθοριστεί κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο και μάλιστα, όπως φαίνεται, δεν υπάρχουν ούτε τώρα. Επομένως, ούτε το επιχείρημα αυτό ασκεί εν προκειμένω επιρροή.
103. Ο βαθμός κατά τον οποίο το Rural Environment Protection Scheme, ένα ιρλανδικό πρόγραμμα για την προώθηση της φιλικής προς το περιβάλλον γεωργίας, και το Farm Waste Management Scheme, ένα πρόγραμμα διαχειρίσεως γεωργικών αποβλήτων, μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών είναι επίσης αδύνατον να διαπιστωθεί. Αμφότερα τα προγράμματα ενδέχεται να έχουν θετικές επιπτώσεις όσον αφορά τη διατήρηση των οικοτόπων των πτηνών, αλλά δεν συνιστούν μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο.
104. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση παραπέμπει τέλος γενικώς στο Wildlife Act 1976, το οποίο και υπέβαλε. Ωστόσο, μόνο κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας ανέφερε συγκεκριμένα μία διάταξη, το Section 11 (1). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο υπουργός έχει ως αποστολή να διασφαλίζει τη διατήρηση της φύσεως (Wildlife). Η διάταξη όμως αυτή δεν είναι αρκούντως συγκεκριμένη ώστε να εγγυάται την τήρηση του άρθρου 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
105. Ως εκ τούτου, η Ιρλανδία παρέλειψε να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο πλήρη και ορθό τις επιταγές του άρθρου 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
2. Επί της πρακτικής εφαρμογής
106. Η Επιτροπή δεν περιορίζει τον λόγο αυτό της προσφυγής στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, αλλά προσάπτει επίσης στην Ιρλανδία ότι δεν εφάρμοσε επαρκώς στην πράξη τη διάταξη αυτή. Συναφώς, βασίζεται πρωτίστως σε μια μελέτη της ιρλανδικής οργανώσεως προστασίας πτηνών Birdwatch Ireland και της βρεταννικής Royal Society for the Protection of Birds (64). Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, υφίστανται λόγοι ανησυχίας σε σχέση με διάφορα ευρέως διαδεδομένα είδη, καθόσον τα είδη αυτά πρόκειται να πληγούν από τη μεταβολή των γεωργικών μεθόδων. Η Επιτροπή κατονομάζει τα αποδημητικά πτηνά κούκος (Cuculus canorus), χελιδόνι (Hirundo rustica) και οχθοχελίδονο (Riparia riparia) καθώς και τη σιταρήθρα (Alauda arvensis), μέρος των βορειότερων πληθυσμών της οποίας πιθανώς διαχειμάζει στην Ιρλανδία. Περαιτέρω επικαλείται μια χρονολογούμενη από το 2004 αναφορά της ιρλανδικής Environmental Protection Agency, η οποία αποδίδει την υποβάθμιση των οικοτόπων σε σειρά εξελίξεων.
107. Η Ιρλανδία δεν αμφισβητεί το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, πρέπει όμως να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με την BirdLife International, ο πληθυσμός του οχθοχελίδονου αυξάνεται στην Ιρλανδία (65).
108. Η Επιτροπή συνάγει από τη μείωση των πληθυσμών και την υποβάθμιση των οικοτόπων ότι η Ιρλανδία δεν κατέβαλε επαρκείς προσπάθειες για να αποφύγει τη ρύπανση και τη φθορά των οικοτόπων. Η αιτίαση αυτή είναι ιδιαιτέρως φιλόδοξη. Αν ο ισχυρισμός της Επιτροπής αποδεικνύει ότι η Ιρλανδία παρέβη το κοινοτικό δίκαιο, η ίδια αιτίαση θα μπορούσε να ισχύσει και ως προς πολλά άλλα κράτη μέλη, δεδομένου ότι και σε εκείνα διαπιστώνονται παρόμοιες εξελίξεις (66).
109. Η κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών υποχρέωση καταβολής προσπάθειας προς αποφυγή ζημίας, δεν σημαίνει ότι η ζημία αυτή πρέπει και να παρεμποδιστεί. Δεν πρόκειται για υποχρέωση επιτεύξεως αποτελέσματος, αλλά για υποχρέωση ενεργείας, η, ακριβέστερα, για υποχρέωση προσπάθειας.
110. Τούτο σημαίνει, σε σχέση με τον ισχυρισμό της Επιτροπής, ότι η απώλεια και φθορά των οικοτόπων δεν αποδεικνύει οριστικά την παράβαση του καθήκοντος να καταβληθεί προσπάθεια για την αποφυγή τους. Συνιστά ωστόσο ένδειξη ότι η Ιρλανδία δεν κατέβαλε καθόλου ή δεν κατέβαλε επαρκή προσπάθεια. Δεδομένης της ενδείξεως αυτής, εναπόκειται στην Ιρλανδία να αποδείξει ότι παρ’ όλ’ αυτά κατέβαλε επαρκή προσπάθεια για την αποφυγή των ζημιών αυτών (67).
111. Την επάρκεια της προσπάθειας δεν αποδεικνύει το γεγονός της λήψεως οποιονδήποτε μέτρων. Η καταβολή σοβαρής προσπάθειας, η λήψη κάθε εύλογου μέτρου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, προϋποθέτει δράση προσανατολισμένη στον οικείο σκοπό. Το πλαίσιο βάσει του οποίου κρίνεται αν ένα μέτρο είναι εύλογο προκύπτει από το άρθρο 2 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη υιοθετούν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να διατηρηθεί ή να προσαρμοσθεί ο πληθυσμός όλων των ευρωπαϊκών ειδών πτηνών σ’ ένα επίπεδο που να ανταποκρίνεται ιδιαίτερα στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις.
112. Κατά συνέπεια, τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών προσπάθειας πρέπει να έχουν μορφή τέτοια, από ορνιθολογικής απόψεως, ώστε, από κοινού με τα άλλα επιβαλλόμενα από την οδηγία μέτρα, να φέρουν ή να διατηρούν τον πληθυσμό των οικείων ειδών στο κατά το άρθρο 2 επιτασσόμενο επίπεδο. Κατά τη στάθμιση βάσει του άρθρου 2 πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ποια έκταση και υπό ποιες συνθήκες τα είδη εξαρτώνται από τους οικοτόπους και ποια σχέση έχει η διατήρησή τους με τις λοιπές απαιτήσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 2.
113. Η Ιρλανδία επικαλείται εν προκειμένω ως τεκμήριο των προσπαθειών που έχει καταβάλει μέχρι στιγμής για τη διατήρηση των οικοτόπων ιδίως τη διοικητική πρακτική στον τομέα της ολοκληρωμένης πρόληψης της ρύπανσης του περιβάλλοντος καθώς και προγράμματα για την προώθηση της προστασίας του περιβάλλοντος στη γεωργία και τη διαχείριση των γεωργικών αποβλήτων.
114. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι τουλάχιστον το πρόγραμμα για την προώθηση της προστασίας του περιβάλλοντος στη γεωργία είναι επωφελές για τα πτηνά. Και τα άλλα μέτρα, αν και δεν βασίζονται ρητώς σε ορνιθολογικά κριτήρια, ενδέχεται και αυτά να χρησιμεύουν εμμέσως στη διατήρηση των πληθυσμών πτηνών.
115. Η Ιρλανδία ωστόσο δεν κατέδειξε ότι οι προσπάθειες αυτές ήταν προσανατολισμένες στην επίτευξη, βάσει του άρθρου 2 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών, οποιουδήποτε ορνιθολογικού στόχου. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός της Ιρλανδίας παρουσιάζεται ως ένας κατά το μάλλον ή ήττον αυθαιρέτως καταρτισθείς κατάλογος περιβαλλοντικών μέτρων τα οποία ευνοούν κατά κάποιο τρόπο τη διατήρηση των πληθυσμών των πτηνών. Έτσι όμως δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η Ιρλανδία κατέβαλε πράγματι επαρκή προσπάθεια κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
116. Συνεπώς, η Ιρλανδία παρέλειψε να εφαρμόσει τις επιταγές του άρθρου 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών κατά τρόπο πλήρη και ορθό.
Επί της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους
117. Κατά το άρθρο 7 της οδηγίας για τους οικοτόπους, το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους αντικαθιστά, από το χρονικό σημείο του χαρακτηρισμού μιας ΖΕΠ, την προστατευτική διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας.»
118. Κατά την εκτίμηση της Επιτροπής, η Ιρλανδία υπέπεσε σε διττό σφάλμα κατά τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Αφενός δεν υφίσταται γενικώς επαρκής μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους και αφετέρου οι ΖΕΠ δεν προστατεύονται από βλάβες προκαλούμενες από τρίτους, ιδίως με ψυχαγωγικές χρήσεις. Ως παράδειγμα της πρακτικής ανεπάρκειας των ιρλανδικών ρυθμίσεων η Επιτροπή αναφέρει μια περίπτωση αλιείας διθύρων μαλακίων άνευ εγκρίσεως στη ΖΕΠ Bannow Bay.
1. Επί της εν γένει μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο
119. Κατά την εκτίμηση της Επιτροπής, η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους πραγματοποιείται κατ’ ουσία με τη Regulation 14 των Regulations 1997.
120. Η Regulation 14 προβλέπει ότι ορισμένες δραστηριότητες μπορούν να ασκούνται μόνον δυνάμει εγκρίσεως του υπουργού ή σχεδίου διαχειρίσεως. Το ποιες είναι οι δραστηριότητες αυτές προκύπτει από μια γνωστοποίηση που εκδίδεται βάσει της Regulation 4, παράγραφος 2, κατά την επιλογή της εκάστοτε ζώνης. Βάσει των Regulations 15 και 16, η υπουργική έγκριση χορηγείται μόνον υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Η εν λόγω μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, συμπληρώνεται από τις Regulations 27 έως 32, οι οποίες προβλέπουν ρητώς διαδικασία εγκρίσεως για ορισμένα σχέδια.
121. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή προφανώς δέχεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους μεταφέρεται πρωτογενώς στο ιρλανδικό δίκαιο διά των προβλεπόμενων στο άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4 προστατευτικών μηχανισμών.
122. Επειδή οι παλαιότερες ΖΕΠ δεν είχαν χαρακτηρισθεί βάσει των Regulations 1997, δεν γνωστοποιήθηκαν ως προς αυτές οι δραστηριότητες που επιτρέπεται να ασκούνται μόνον υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία ότι, ως προς τις δραστηριότητες αυτές, το εσωτερικό της δίκαιο δεν διαθέτει νομικά εργαλεία για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας του άρθρου 6, παράγραφος 2.
123. Η Ιρλανδία αντιτάσσει ότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους πραγματοποιείται και με τη Regulation 13 (3). Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνει σχεδόν κατά λέξη το άρθρο 6, παράγραφος 2. Απλώς η λήψη των κατάλληλων μέτρων ανατίθεται στον υπουργό, αντί των κρατών μελών.
124. Η Επιτροπή ορθώς υπογραμμίζει τις αμφιβολίες ως προς το αν η Regulation 13 (3) αποτελεί βάση για συγκεκριμένα προστατευτικά μέτρα. Ειδικότερα, εκτός από τη Regulation 13 (3), υφίσταται σειρά συγκεκριμένων βάσεων εξουσιοδοτήσεως, η εφαρμογή των οποίων εξαρτάται από σειρά ακριβέστατα προσδιορισμένων προϋποθέσεων. Επομένως είναι πιο εύλογη η αντιμετώπιση της Regulation 13 (3) ως διατάξεως που απλώς και μόνο επιβάλλει καθήκοντα, ενώ τα όργανα για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών προβλέπονται αλλού.
125. Τα μοναδικά εργαλεία που διαπιστώνονται προς εκπλήρωση του καθήκοντος αυτού, στην περίπτωση που οι μηχανισμοί του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους δεν έχουν εφαρμογή, είναι οι Regulations 17 και 18. Ανεξάρτητα από την ύπαρξη γνωστοποιήσεως, οι διατάξεις αυτές παρέχουν στον υπουργό τη δυνατότητα να διατάξει αυτεπαγγέλτως την εξέταση των επιπτώσεων κάθε δραστηριότητας. Εφόσον ο υπουργός θεωρήσει, λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα της εκτιμήσεως των επιπτώσεων, ότι παραβλάπτεται η ακεραιότητα του τόπου, οφείλει να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο να απαγορεύσει τη συνέχιση των δραστηριοτήτων.
126. Όπως καταδεικνύει το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους, ο προσανατολισμός της προστασίας των ζωνών συνίσταται στο να επιτρέπει δραστηριότητες μόνον εφόσον διασφαλίζεται ότι δεν επηρεάζουν σημαντικά τον οικείο τόπο. Η κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους προστασία δεν επιτρέπεται να υπολείπεται του επιπέδου αυτού, διότι άλλως θα υπήρχε φόβος προκλήσεως βλάβης στις ΖΕΠ (68).
127. Οι Regulations 17 και 18 δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτές. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται κατ’ ανάγκη μόνον μετά την έναρξη της επίμαχης δραστηριότητας και, ως εκ τούτου, μετά την επέλευση τυχόν βλαβών. Επιπλέον προϋποθέτουν αμφότερες τη διεξαγωγή εκτιμήσεως των επιπτώσεων πριν ζητηθεί από το δικαστήριο να απαγορεύσει τη δραστηριότητα. Λόγω των διαδικαστικών αυτών σταδίων, είναι πιθανόν να καθυστερήσει σημαντικά η εκ των υστέρων προστασία των ΖΕΠ.
128. Οι περιορισμοί του ιρλανδικού δικαίου δεν δικαιολογούνται ούτε από λόγους προστασίας του ιδιώτη, διότι, στο πλαίσιο της προστασίας των ζωνών, τούτος πρέπει να εμποδίζεται προληπτικώς από την άσκηση πιθανώς βλαπτικών δραστηριοτήτων, επομένως επιτρέπεται καταρχήν να ενεργεί μόνον εφόσον αποκλείεται η επέλευση ζημίας στον τόπο.
129. Οι ρυθμίσεις του Foreshore Act, τις οποίες επικαλείται η Ιρλανδία, δεν είναι ικανές, ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους, να διασφαλίσουν την πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους, διότι έχουν εφαρμογή μόνο στην περιοχή της ακτής. Περαιτέρω, έστω και αν ο σκοπός των εν λόγω διατάξεων, στο πλαίσιο αυτό, είναι η προστασία της χλωρίδας και της πανίδας, η Ιρλανδία δεν κατέδειξε τον βαθμό στον οποίο εγγυώνται την αποτελεσματικότητα του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους.
130. Επομένως, όταν δεν έχουν γνωστοποιηθεί οι δραστηριότητες που προϋποθέτουν έγκριση, δεν υπάρχει κανένα νομικό εργαλείο που να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους.
131. Συνεπώς η Ιρλανδία παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί, ως προς τις ζώνες ειδικής προστασίας που καθορίστηκαν σύμφωνα με την οδηγία για την προστασία των πτηνών προ της εκδόσεως των Statutory Instruments Nr. 94/1997, European Communities (Natural Habitats) Regulations, 1997, προς τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους.
2. Επί των βλαβών που προκαλούνται από τρίτους
132. Περαιτέρω η Επιτροπή επικρίνει το γεγονός ότι οι βασιζόμενες επί γνωστοποιήσεων ιρλανδικές προστατευτικές ρυθμίσεις έχουν προληπτική ενέργεια μόνον έναντι των ιδιοκτητών των εκτάσεων. Σε σχέση με τις επεμβάσεις τρίτων, ιδίως σε συνάρτηση με ψυχαγωγικές χρήσεις, είναι δυνατή η λήψη μόνον εκ των υστέρων μέτρων, όπως αυτά προβλέπονται ιδίως στη Regulation 17.
133. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι η απαγόρευση ασκήσεως, άνευ εγκρίσεως, δραστηριοτήτων για τις οποίες έχει γνωστοποιηθεί ότι προϋποθέτουν έγκριση δεν αφορά μόνο τους ιδιοκτήτες των εκτάσεων αλλά ισχύει έναντι πάντων. Τούτο προκύπτει από τη Regulation 14 (3). Η Επιτροπή αμφισβητεί ωστόσο ότι οι γνωστοποιήσεις αυτές είναι αντιτάξιμες έναντι μη πληροφορηθέντων τρίτων. Συναφώς, επικαλείται ιδίως την αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege.
134. Ο ισχυρισμός της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως δεν είναι πειστικός. Ακόμη και αν τυχόν η κύρωση της Regulation 14 (3) πληροί τις απαιτήσεις της αρχής της νομιμότητας, ανακύπτει το ερώτημα μήπως οι τρίτοι μπορούν να προβάλουν προς υπεράσπισή τους άγνοια της γνωστοποιήσεως. Έτσι, η Regulation 14 (3) προβλέπει ότι προϋπόθεση του αδικήματος είναι η έλλειψη εύλογης δικαιολογίας («reasonable excuse»). Η μη γνώση των γνωστοποιήσεων, οι οποίες δεν δημοσιεύονται, θα μπορούσε να αποτελέσει μια τέτοια δικαιολογία. Επομένως, η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους είναι τουλάχιστον στερούμενη επαρκούς σαφήνειας.
135. Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ούτε η δυνατότητα λήψεως εκ των υστέρων μέτρων βάσει της Regulation 17 ή της Regulation 18 συνιστά επαρκή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους, διότι τα μέτρα αυτά παράγουν τα αποτελέσματά τους μόνο εκ των υστέρων και, ενδεχομένως, με σημαντική καθυστέρηση.
136. Στο μέτρο κατά το οποίο η Ιρλανδική Κυβέρνηση επικαλείται το Wildlife Act, οι προβλεπόμενες σε αυτό απαγορεύσεις μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο μόνο την κατά τα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας για τους οικοτόπους και 5 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών προστασία των ειδών. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, αξιώνει αντιθέτως μια κατά πολύ ευρύτερη προστασία των οικοτόπων, ανεξαρτήτως του αν τα προστατευόμενα είδη ευρίσκονται σε δεδομένο χρονικό σημείο σε αυτούς. Επιπλέον, το άρθρο 6, παράγραφος 2, δεν καλύπτει μόνο τα είδη που εμπίπτουν στην προστασία των ειδών.
137. Τέλος, η Ιρλανδική Κυβέρνηση επικαλείται τις ρυθμίσεις για το «trespassing», οι οποίες καθιστούν αξιόποινες διάφορες πράξεις σχετικές με την είσοδο σε εκτάσεις ιδιοκτησίας τρίτων. Ωστόσο, καμία από τις πράξεις αυτές δεν συνδέεται ρητώς με την υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και τις ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη. Αυτές δεν αποκλείεται μεν να καλύπτονται, κατά το ιρλανδικό δίκαιο, από τις αντικειμενικές υποστάσεις του «trespassing», ωστόσο ειδικά η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας για τους οικοτόπους πρέπει να είναι τόσο σαφής και ευδιάκριτη ώστε οι ιδιώτες και οι κρατικές αρχές να μπορούν να αναγνωρίσουν τις υποχρεώσεις τους χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία (69). Οι ρυθμίσεις για το «trespassing» δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτές.
138. Συνεπώς η Ιρλανδία παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους, όσον αφορά την πρόκληση βλάβης σε όλες τις εμπίπτουσες στη διάταξη αυτή ΖΕΠ από πρόσωπα που δεν είναι ιδιοκτήτες των επίμαχων εκτάσεων.
3. Επί των γεγονότων στη ΖΕΠ Bannow Bay
139. Ως προς τη ΖΕΠ Bannow Bay η Επιτροπή προβάλλει ότι απευθύνθηκε στην Ιρλανδική Κυβέρνηση κατά τον χειμώνα 1997/98 κατόπιν καταγγελίας που αφορούσε την αλιεία διθύρων μαλακίων με μηχανικά μέσα. Η εν λόγω κυβέρνηση γνωστοποίησε ότι η απαγόρευση της δραστηριότητας αυτής προϋπέθετε εκτεταμένη δημόσια ακρόαση. Ωστόσο, με μεταγενέστερες γνωστοποιήσεις, η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι αρμόδιες αρχές επενέβησαν αμέσως και η εν λόγω αλιεία έπαυσε εντός 24 ωρών.
140. Δεν είναι σαφές ποια αιτίαση προβάλλει η Επιτροπή ως προς το σημείο αυτό. Πρέπει επομένως να θεωρηθεί ότι η επίκληση των γεγονότων αυτών έχει απλώς ενδεικτικό χαρακτήρα και δεν τα καθιστά αντικείμενο της προσφυγής.
141. Εφόσον η Επιτροπή προετίθετο να προσάψει στην Ιρλανδία ελαττώματα της πρακτικής εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τους οικοτόπους, έπρεπε τουλάχιστον να προσκομίσει αποδείξεις, παραδείγματος χάριν, μάρτυρες, προς υποστήριξη της δικής της εκθέσεως των πραγματικών περιστατικών. Εν πάση περιπτώσει, η αρχική τοποθέτηση της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, η οποία ήταν τουλάχιστον ασαφής σε ό,τι αφορούσε τη διάρκεια της αλιείας διθύρων μαλακίων, δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη, δεδομένων των διευκρινίσεων που επακολούθησαν. Επομένως, μια αντίστοιχη αιτίαση θα ήταν, ελλείψει αποδείξεων, απορριπτέα.
ΣΤ – Επί της μεταφοράς και εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους
142. Σε σχέση με το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους, η Επιτροπή προβάλλει ότι στο πλαίσιο της μεταφοράς του στο εσωτερικό δίκαιο δεν καλύπτονται επαρκώς ορισμένα σχέδια και ότι η διοικητική πρακτική κατά την έγκριση σχεδίων για υδατοκαλλιέργειες δεν ανταποκρίνεται στις διατάξεις αυτές. Ιδίως επικρίνει μέτρα συντηρήσεως τάφρων αποστράγγισης, σε σχέση με τη ΖΕΠ Glen Lake.
143. Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους έχει ως εξής:
«3. Κάθε σχέδιο, μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του στον τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατήρησής του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτίμησης των επιπτώσεων στον τόπο και εξαιρουμένης της περίπτωσης των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν για το οικείο σχέδιο μόνον αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου περί του οποίου πρόκειται και, ενδεχομένως, αφού εκφρασθεί πρώτα η δημόσια γνώμη.
4. Εάν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτίμησης των επιπτώσεων και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αναγκαίο αντισταθμιστικό μέτρο ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε.
[...]».
1. Επί της συμπεριλήψεως των προγραμμάτων
144. Η Επιτροπή προβάλλει ότι το ιρλανδικό δίκαιο δεν καλύπτει τα προγράμματα. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση έχει αντιθέτως την άποψη ότι κάθε σχέδιο υπόκειται, ανεξαρτήτως προγραμμάτων, στη διαδικασία του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Ως εκ τούτου, παρέλκει η υποβολή και των προγραμμάτων στις απαιτήσεις αυτές.
145. Στο μέτρο κατά το οποίο η Επιτροπή προβάλλει για πρώτη φορά, όπως εκθέτει η ίδια, με το δικόγραφο της προσφυγής και αναφερόμενη σε σχέδια αναδάσωσης, ότι δεν υπάγονται όλα τα σχέδια στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους διαδικασία, τούτο, ως αυτοτελής λόγος της προσφυγής, θα συνιστούσε απαράδεκτη διεύρυνση του αντικειμένου της δίκης. Η εξέτασή του, αντιθέτως, ως επιχειρήματος προς αντίκρουση του ισχυρισμού της Ιρλανδίας, περιττεύει, δεδομένου ότι η ανάγκη συμπεριλήψεως και των προγραμμάτων κατά τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, προκύπτει ήδη από τους κατωτέρω εκτιθέμενους λόγους.
146. Το Δικαστήριο έχει κρίνει, ως προς το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι τα προγράμματα υπόκεινται στις απαιτήσεις του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία τα μεταγενέστερα επιμέρους σχέδια θα υποβληθούν στη διαδικασία αυτή. Τούτο προϋποθέτει την ύπαρξη πιθανότητας ή κινδύνου ο οικείος τόπος να επηρεασθεί σημαντικά από τα προγράμματα. Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της προλήψεως, ο κίνδυνος αυτός υφίσταται εφόσον δεν μπορεί να αποκλεισθεί, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα θα επηρεάσει σημαντικά τον οικείο τόπο. Τούτο συμβαίνει όταν τα προγράμματα επιτάσσουν την υλοποίησή τους με μεταγενέστερα επιμέρους σχέδια (70).
147. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι αντίστοιχα προγράμματα υφίστανται και στην Ιρλανδία, διότι άλλως ο προγραμματισμός θα στερούνταν νοήματος. Έτσι, το Section 15 του Planning and Development Act, 2000, προβλέπει ότι οι αρμόδιες για τον προγραμματισμό αρχές πρέπει να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για την πραγματοποίηση των αναπτυξιακών σκοπών του προγράμματος αναπτύξεως (71).
148. Σε αντίθεση με τη θέση της Ιρλανδίας, ούτε οι εκτιμήσεις των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και οι στρατηγικές περιβαλλοντικές εκτιμήσεις μπορούν να αντικαταστήσουν τη συμπερίληψη των προγραμμάτων στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Οι οδηγίες 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (72) και 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (73), περιέχουν κανόνες σχετικά με τη διαδικασία λήψεως της αποφάσεως, χωρίς να δεσμεύουν τα κράτη μέλη ως προς την απόφαση. Αντιθέτως, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους, η συμφωνία για ένα σχέδιο επιτρέπεται μόνον εφόσον δεν παραβλάπτεται η ακεραιότητα του τόπου. Εξαιρέσεις επιτρέπονται μόνον υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους, ήτοι για επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, ελλείψει εναλλακτικών λύσεων και υπό τον όρο της εφαρμογής των αναγκαίων αντισταθμιστικών μέτρων. Συνεπώς, οι έλεγχοι βάσει της οδηγίας 85/337 ή της οδηγίας 2001/42 δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη διαδικασία του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους (74).
149. Είναι, ως εκ τούτου, αναγκαίο να συμπεριληφθούν και τα προγράμματα στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους.
150. Συνεπώς, η Ιρλανδία παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους σε ό,τι αφορά τα προγράμματα.
2. Επί της διοικητικής πρακτικής κατά την έγκριση σχεδίων για υδατοκαλλιέργειες
151. Η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, ως προς το αν οι διατάξεις αυτές είχαν μεταφερθεί ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο σε ό,τι αφορούσε τα σχέδια για υδατοκαλλιέργειες. Εν τω μεταξύ όμως έχει παραιτηθεί από την αιτίαση αυτή. Ειδικότερα, η Regulation 31 των Regulations 1997 ορίζει ότι οι διατάξεις για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, εφαρμόζονται και ως προς τις εγκρίσεις δυνάμει της διέπουσας τα σχέδια υδατοκαλλιεργειών Fisheries Act.
152. Η Επιτροπή προσάπτει πλέον στην Ιρλανδία ότι σχέδια υδατοκαλλιεργειών (μέχρι στιγμής, εντός των ΖΕΠ, μόνο καλλιέργειες διθύρων μαλακίων) εγκρίθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας μη διασφαλίζουσας την εφαρμογή στην πράξη του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους.
153. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η παράβαση μπορεί να προκύπτει από την ύπαρξη διοικητικής πρακτικής παραβιάζουσας το κοινοτικό δίκαιο, έστω και αν η εφαρμοστέα εθνική ρύθμιση είναι, αυτή καθ’ εαυτήν, σύμφωνη με το δίκαιο αυτό (75). Η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει την παράβαση, παρέχοντας επαρκώς τεκμηριωμένη και εμπεριστατωμένη απόδειξη της πρακτικής η οποία προσάπτεται στη διοίκηση και καταλογίζεται στο κράτος μέλος κατά του οποίου στρέφεται η προσφυγή (76). Η εν λόγω διοικητική πρακτική πρέπει να είναι σε κάποιο βαθμό πάγια και γενική (77).
154. Κατά τους ισχυρισμούς της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, η έγκριση σχεδίων για υδατοκαλλιέργειες εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Υπουργού Επικοινωνιών, Θαλάσσης και Φυσικών Πόρων. Ο εν λόγω υπουργός έχει επίγνωση της ευθύνης του για τη διατήρηση της φύσεως και υποχρεώνεται από το Section 61 (e) του Fisheries Amendment Act 1997 να λάβει υπόψη του, κατά την έγκριση των σχεδίων για υδατοκαλλιέργειες, τις πιθανές επιπτώσεις στα αποθέματα αγρίων ιχθύων, τους φυσικούς οικοτόπους καθώς και την πανίδα και χλωρίδα. Απαιτούνται επίσης εκτεταμένες διαβουλεύσεις, ιδίως με τις αρμόδιες για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αρχές. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις παρέχουν τη δυνατότητα να εκτιμηθούν τα πλεονεκτήματα της κάθε αιτήσεως και να ληφθούν πλήρως υπόψη οι δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον. Οποιοσδήποτε νομιμοποιείται να προσφύγει κατά της εγκρίσεως ενός σχεδίου υδατοκαλλιέργειας ενώπιον ειδικού δικαστηρίου, το οποίο επίσης εφαρμόζει το Section 61 του Fisheries Amendment Act 1997.
155. Η Επιτροπή θεμελιώνει τις αιτιάσεις της κατά κύριο λόγο στη μελέτη μιας ιρλανδικής μη κυβερνητικής οργανώσεως (78). Η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν αντικρούει τις διαπιστώσεις της μελέτης αυτής. Η εν λόγω μελέτη κάλυπτε 271 εγκρίσεις σχεδίων για υδατοκαλλιέργειες και 46 αιτήσεις που δεν είχαν ακόμη κριθεί κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιουνίου 1998 και Δεκεμβρίου 1999. 72 εγκρίσεις και 9 εκκρεμείς διαδικασίες αφορούσαν καλλιέργειες εντός ή πλησίον ΖΕΠ. Επρόκειτο αποκλειστικά για καλλιέργειες διθύρων μαλακίων, ιδίως στρειδιών και ειδών της οικογένειας Veneridae. Η μελέτη στηρίζεται έτσι στη συνολική διοικητική πρακτική της Ιρλανδίας στον τομέα αυτό σε διάστημα ενάμισυ έτους. Κατά συνέπεια, επιτρέπει να εξαχθούν συμπεράσματα για τη συνολική πρακτική.
156. Η Επιτροπή συνάγει από τη μελέτη αυτή ότι οι καλλιέργειες διθύρων μαλακίων δεν υποβάλλονται στην αναγκαία εκτίμηση του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Πρόκειται ιδίως για την προκαταρκτική εξέταση του ζητήματος αν ένα σχέδιο χρήζει (διεξοδικής) εκτιμήσεως των επιπτώσεών του σε μια ΖΕΠ, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατηρήσεώς της. Η διεξαγωγή μιας τέτοιας εκτιμήσεως των επιπτώσεων επιβάλλεται στην περίπτωση κατά την οποία η δημιουργία καλλιέργειας διθύρων μαλακίων συνιστά σχέδιο μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση του τόπου, το οποίο όμως είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια.
157. Οι καλλιέργειες διθύρων μαλακίων αδιαμφισβήτητα συνιστούν, βάσει του ιρλανδικού δικαίου, μέτρα χρήζοντα εγκρίσεως, ήτοι σχέδια κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Δεν πρόκειται, τουλάχιστον κατά κανόνα, και πιθανώς ποτέ, να συνδεθούν άμεσα ή να είναι αναγκαίες για τη διαχείριση του τόπου.
158. Επομένως, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους, είναι αναγκαία η εκτίμηση των επιπτώσεων της καλλιέργειας διθύρων μαλακίων στον οικείο τόπο, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατηρήσεώς του, εφόσον δεν μπορεί να αποκλεισθεί, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι είναι δυνατόν να επηρεάσει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτή ή από κοινού με άλλα σχέδια (79).
159. Είναι καταρχήν αδύνατο να αποκλεισθεί, ως προς κάθε σχέδιο υδατοκαλλιέργειας, το ενδεχόμενο να επηρεάσει σημαντικά έναν τόπο. Η υποβληθείσα από την Επιτροπή μελέτη αναφέρει ιδίως την απώλεια ή αλλοίωση οικοτόπων που χρησιμοποιούνται για ανεύρεση τροφής, ιδίως σε συνάρτηση με τη συλλογή των διθύρων μαλακίων, εκτός αυτού δε τη διατάραξη των πτηνών στο πλαίσιο της διαχειρίσεως της εν λόγω καλλιέργειας.
160. Ούτε η Ιρλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται εν προκειμένω ότι όλα τα σχέδια υδατοκαλλιεργειών είναι αβλαβή, αλλά απλώς επιμένει ότι μια ΖΕΠ δεν θα παραβλαφθεί κατ’ ανάγκη από κάθε τέτοιο σχέδιο. Επομένως παραδέχεται ότι τα σχέδια υδατοκαλλιεργειών είναι δυνατόν να παραβλάψουν τις ΖΕΠ.
161. Εξάλλου, η Επιτροπή παρέσχε, κατ’ αίτηση της Ιρλανδίας, υποστήριξη σε ένα σχέδιο το οποίο, μεταξύ άλλων, αποσκοπούσε στη διάρθρωση της διαδικασίας εκτιμήσεως των σχεδίων υδατοκαλλιεργειών και στη διάκριση των ΖΕΠ, όσον αφορά τέτοια σχέδια, σε περιοχές διαφορετικής ευαισθησίας (80). Αμφότεροι οι διάδικοι δέχθηκαν συνεπώς, στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος υποστήριξης, ότι υπήρχε πιθανότητα οι καλλιέργειες διθύρων μαλακίων να επηρεάσουν σημαντικά τις ΖΕΠ.
162. Ως εκ τούτου, η διαδικασία εγκρίσεως πρέπει να διασφαλίζει ότι κάθε σχέδιο υδατοκαλλιέργειας υποβάλλεται σε εκτίμηση επιπτώσεων, εφόσον δεν μπορεί να αποκλεισθεί, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι είναι δυνατόν να επηρεάσει σημαντικά τον τόπο αυτό. Τούτο είναι αμφίβολο ως προς την Ιρλανδία, ήδη για τον λόγο ότι προφανώς δεν έχει πραγματοποιηθεί μέχρι στιγμής σε καμία περίπτωση πλήρης εκτίμηση των επιπτώσεων ενός σχεδίου υδατοκαλλιέργειας, παρά το ότι, σύμφωνα με τη μελέτη, τέτοια έργα ευρίσκονται, σε ποσοστό περίπου 25 %, εντός ή πλησίον ΖΕΠ. Περαιτέρω, ούτε ο ισχυρισμός της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, ούτε η υποβληθείσα από την Επιτροπή μελέτη επιτρέπουν να συναχθεί ότι η ανάγκη εκτιμήσεως των επιπτώσεων εξετάζεται καταλλήλως.
163. Ως προς τον ισχυρισμό της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, προκαλεί κατάπληξη ότι, μολονότι αρχικώς εκτίθεται ότι η Regulation 31 των Regulations 1997 είναι εφαρμοστέα, κατά την έκθεση της οικείας διαδικασίας δεν γίνεται καμία αναφορά στο πώς οι επιταγές της διατάξεως αυτής, ήτοι, μεταξύ άλλων, οι επιταγές του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους, εφαρμόζονται κατά την εν λόγω διαδικασία εγκρίσεως. Φαίνεται μεν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα, ότι η εγκρίνουσα αρχή υποχρεούται να λάβει υπόψη της πολλές παραμέτρους και να προβεί σε διεξοδική ακρόαση και στάθμιση. Δεν προβάλλεται όμως ότι η αρχή αυτή πρέπει να πραγματοποιήσει εκτίμηση των επιπτώσεων, εφόσον δεν μπορεί να αποκλεισθεί, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι ο τόπος μπορεί να επηρεασθεί σημαντικά.
164. Η μελέτη επιτείνει τις αμφιβολίες αυτές, ιδίως καθόσον καθιστά φανερό ότι η εγκρίνουσα αρχή δεν υιοθετεί παρά σε περιορισμένο βαθμό τις συμβουλές των τεχνικώς αρμοδίων αρχών προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αρχές προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος γνωμοδότησαν ως προς καλλιέργειες διθύρων μαλακίων εντός ΖΕΠ, η εν λόγω αρχή ακολούθησε τη γνωμοδότηση αυτή στο 64 % των περιπτώσεων. Ωστόσο, από τις πέντε περιπτώσεις κατά τις οποίες η περιβαλλοντική αρχή κάλεσε την εγκρίνουσα αρχή να μη χορηγήσει έγκριση, σε μία μόνο περίπτωση η εγκρίνουσα αρχή ακολούθησε τη γνωμοδότηση (81). Στο 8 % των περιπτώσεων, η εγκρίνουσα αρχή δεν έλαβε υπόψη της τη γνωμοδότηση των αρχών προστασίας του περιβάλλοντος διότι δεν είχαν τηρήσει την προθεσμία των έξι εβδομάδων. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους δεν προβλέπει ωστόσο αποκλειστική προθεσμία για την προκαταρκτική εξέταση. Ως προς την προθεσμία αυτή, ακόμη περισσότερες επιφυλάξεις δημιουργούνται λόγω του ότι, όπως προκύπτει από εσωτερικό έγγραφο των ιρλανδικών αρχών το οποίο υπέβαλε η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεως (82), η μη τήρηση της προθεσμίας οφειλόταν σε έλλειψη προσωπικού των αρχών προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος.
165. Επιπλέον, στις εγκρίσεις για σχέδια υδατοκαλλιεργειών εντός ΖΕΠ δεν αναφερόταν ποτέ ότι το έργο ευρισκόταν εντός ΖΕΠ ούτε η σημασία που είχε το γεγονός αυτό. Στο 86 % των εγκρίσεων σχεδίων εντός ΖΕΠ δεν γινόταν αναφορά σε ευαίσθητους οικοτόπους, είδη ή ενοχλήσεις. Η πρόσβαση στην καλλιέργεια διθύρων μαλακίων καθορίστηκε μόνο στο 28 % των εγκρίσεων σχεδίων εντός ΖΕΠ· η ακριβής θέση τους δεν καθορίστηκε παρά μόνο σε λιγότερες από τις μισές περιπτώσεις.
166. Υφίστανται επομένως σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον οι οργανώσεις για την προστασία του περιβάλλοντος μπορούν να συνεισφέρουν τις ειδικές γνώσεις τους στη διαδικασία εγκρίσεως σχεδίων για υδατοκαλλιέργειες και ως προς το αν οι ειδικές αυτές γνώσεις λαμβάνονται σε επαρκή βαθμό υπόψη όταν παρουσιάζονται σε μια γνωμοδότηση. Επιπλέον, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι η εγκρίνουσα αρχή αντλεί αντίστοιχες γνώσεις από άλλες πηγές. Επομένως, κατά τα φαινόμενα, δεν διασφαλίζεται ότι, κατά την έγκριση σχεδίων υδατοκαλλιεργειών, η εκτίμηση των επιπτώσεων παραλείπεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να αποκλεισθεί, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι θα επηρεασθούν σημαντικά ΖΕΠ.
167. Δεδομένων των βάσιμων αυτών αμφιβολιών όσον αφορά την τήρηση του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους, η Ιρλανδία θα έπρεπε να έχει εκθέσει πώς η εν λόγω διάταξη τίθεται στην πράξη σε εφαρμογή κατά την έγκριση σχεδίων για υδατοκαλλιέργειες. Τούτο θα μπορούσε να επιτευχθεί, παραδείγματος χάριν, με πληροφορίες ως προς τα αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων η εγκρίνουσα αρχή ήταν σε θέση να αποκλείσει, στις τέσσερεις περιπτώσεις κατά τις οποίες ενέκρινε τη δημιουργία καλλιεργειών διθύρων μαλακίων εντός ΖΕΠ, παρά τη συμβουλή των αρχών προστασίας του περιβάλλοντος και χωρίς να διεξαγάγει εκτίμηση των επιπτώσεων, ότι τα σχέδια αυτά θα επηρέαζαν σημαντικά τη ΖΕΠ. Επιπλέον, θα μπορούσαν να έχουν παρουσιαστεί οι πηγές από τις οποίες η εγκρίνουσα αρχή αντλεί τις ειδικές ορνιθολογικές γνώσεις που της επέτρεψαν να αποκλείσει το ενδεχόμενο προκλήσεως σημαντικών βλαβών σε ΖΕΠ, χωρίς τη συμβουλή των αρχών προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος ή χωρίς να λάβει υπόψη της τη συμβουλή αυτή. Τίποτε από τα ανωτέρω δεν συνέβη.
168. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι η τήρηση του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους δεν διασφαλίζεται στη διοικητική πρακτική της Ιρλανδίας στο πλαίσιο της εγκρίσεως σχεδίων υδατοκαλλιεργείων εντός ΖΕΠ. Αντιθέτως, δεν υφίστανται επαρκείς ενδείξεις όσον αφορά την παράβαση άλλων διατάξεων του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους.
169. Συνεπώς, η Ιρλανδία παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους σε ό,τι αφορά την έγκριση σχεδίων υδατοκαλλιεργειών που είναι δυνατόν να επηρεάσουν σημαντικά τις ΖΕΠ που έχουν καθορισθεί σύμφωνα με την οδηγία για την προστασία των πτηνών.
3. Επί των μέτρων στην περιοχή της Glen Lake
170. Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία ότι, σε σχέση με τη ΖΕΠ Glen Lake, έλαβε μέτρα για τη συντήρηση τάφρων αποστράγγισης κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφοι 2, 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Η εν λόγω ΖΕΠ έχει εμβαδόν περίπου 80 εκταρίων και ο χαρακτηρισμός της έγινε το 1995. Είναι σημαντική ιδίως λόγω των υδάτων της. Σε αυτή διαχειμάζει ένας διεθνώς σημαντικός αριθμός αγριόκυκνων (Cygnus cygnus).
171. Η Επιτροπή προβάλλει ότι το 1992 και το 1997 ένας οργανισμός του ιρλανδικού κράτους, η υπηρεσία δημοσίων έργων, έλαβε μέτρα για τη συντήρηση τάφρων αποστράγγισης. Έκτοτε οι υγρότοποι της ΖΕΠ αποστραγγίζονται εντονότερα. Η βλάστηση μεταβάλλεται και χάνονται υδροβιότοποι. Τα μέτρα αυτά δεν εγκρίθηκαν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους, ενώ ταυτοχρόνως παραβιάστηκε, λόγω της υποβαθμίσεως του τόπου, το άρθρο 6, παράγραφος 2, αυτής.
172. Ως προς την αιτίαση αυτή, πρέπει αρχικώς να επισημανθεί ότι το 1992 η οδηγία για τους οικοτόπους δεν είχε ακόμη εφαρμογή επί τέτοιων μέτρων. Στην έκταση αυτή, η προσφυγή είναι επομένως αβάσιμη.
173. Το λοιπό μέρος της αιτιάσεως που αφορά τα μέτρα του 1997 θέτει το ζήτημα αν ορισμένες αρμοδιότητες είναι δυνατόν να αντιβαίνουν τόσο στο άρθρο 6, παράγραφος 2, όσο και στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου αυτού. Οι παράγραφοι 2 και 3 αποσκοπούν αμφότερες στο να εμποδίσουν τη βλάβη των στόχων διατηρήσεως μιας ζώνης διατηρήσεως (83). Το γεγονός, όμως, ότι το σχέδιο εγκρίνεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τους οικοτόπους καθιστά περιττή, όσον αφορά την προβλεπόμενη στο σχέδιο παρέμβαση επί του οικείου προστατευόμενου τόπου, την παράλληλη εφαρμογή του κανόνα περί γενικής προστασίας της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου (84). Αντιθέτως, σε περίπτωση μη διεξαγωγής της διαδικασίας εγκρίσεως, είναι δυνατόν να παραβιάζονται, σε σχέση με το σχέδιο αυτό, τόσο οι διαδικαστικές διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, όσο και οι ουσιαστικές απαιτήσεις προστασίας του τόπου που απορρέουν και από τις τρεις αυτές παραγράφους.
174. Επειδή η εξέταση του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους μπορεί να καλύψει τόσο τις διαδικαστικές πλευρές όσο και τις ουσιαστικές απαιτήσεις προστασίας μιας ζώνης, ενδείκνυται να εξεταστούν πρώτα οι διατάξεις αυτές. Η παράβασή τους προϋποθέτει ότι τα μέτρα για τη συντήρηση τάφρων αποστράγγισης συνιστούν ένα ή περισσότερα σχέδια, μη άμεσα συνδεόμενα ή αναγκαία για τη διαχείριση του τόπου, τα οποία όμως είναι δυνατόν να επηρεάζουν σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτά ή από κοινού με άλλα σχέδια.
175. Όσον αφορά τον ορισμό του σχεδίου, το Δικαστήριο έχει στηριχθεί στον ορισμό που δίνει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας περί της εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (85), σύμφωνα με τον οποίο ο όρος σχέδιο περιλαμβάνει την υλοποίηση κατασκευαστικών εργασιών ή άλλων εγκαταστάσεων ή έργων καθώς και άλλες επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον ή το τοπίο, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επεμβάσεις που αφορούν τη εκμετάλλευση των πόρων του εδάφους. Επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον ή το τοπίο μπορούν να συνιστούν και τα μέτρα συντηρήσεως, ιδίως εφόσον συνεπάγονται, όπως εν προκειμένω, την υποβάθμιση ενός οικοτόπου ο οποίος είναι ο καταλληλότερος για την προστασία των πτηνών. Επομένως, τα μέτρα αυτά συνιστούσαν σχέδιο.
176. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι τα μέτρα αυτά δεν συνδέονταν άμεσα ούτε ήταν αναγκαία για τη διαχείριση του τόπου.
177. Κατά συνέπεια, τα μέτρα αυτά έπρεπε να υποβληθούν, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους σε δέουσα εκτίμηση ως προς τις επιπτώσεις τους στη ΖΕΠ, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατηρήσεώς της, εφόσον δεν μπορούσε να αποκλεισθεί, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι ήταν δυνατόν να επηρεάσουν σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτά ή από κοινού με άλλα σχέδια (86). Ως εκ τούτου, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της αρχής της προλήψεως, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της πολιτικής υψηλού επιπέδου προστασίας που ακολουθεί η Κοινότητα στον τομέα του περιβάλλοντος, σύμφωνα με το άρθρο 174, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, και υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να ερμηνεύεται η οδηγία για τους οικοτόπους, επιβάλλεται, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς την απουσία σημαντικών επιπτώσεων, η διεξαγωγή εκτιμήσεως των επιπτώσεων (87).
178. Κατά την Ιρλανδική Κυβέρνηση, δεν υπήρχε λόγος αμφιβολίας, δεδομένου ότι οι τάφροι αποστράγγισης υφίστανται εδώ και 50 σχεδόν έτη και έχουν έκτοτε συντηρηθεί επανειλημμένως, χωρίς το Glen Lake να απολέσει εξ αυτού του λόγου την ιδιαίτερη ορνιθολογική σημασία του. Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές μπορούσαν να θεωρήσουν ότι ούτε τα μέτρα συντηρήσεως του 1992 και του 1997 θα υποβάθμιζαν τη ΖΕΠ.
179. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πειστικός. Τα μέτρα αποστράγγισης είναι προδήλως ικανά να επιφέρουν σημαντικές επιπτώσεις σε υγροτόπους στη λεκάνη απορροής τους. Η εμπειρία από αποστραγγιστικά μέτρα του παρελθόντος μπορεί να άρει τις αμφιβολίες αυτές μόνον εφόσον η εμπειρία αυτή τεκμηριώνεται κατά τρόπο επαρκώς ακριβή και αποδεικνύει αναμφίβολα ότι ούτε τα προβλεπόμενα μέτρα θα παραβλάψουν τα σημαντικά από ορνιθολογικής απόψεως χαρακτηριστικά της ΖΕΠ. Εν προκειμένω, δεν διαπιστώνεται ότι η εμπειρία του παρελθόντος είχε τις ιδιότητες αυτές. Αντιθέτως, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, είναι άγνωστο αν τα μέτρα παρέβλαψαν ή όχι τον τόπο στο παρελθόν.
180. Κατά συνέπεια, το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους παραβιάστηκε καθόσον πριν από την λήψη των μέτρων συντηρήσεως έπρεπε να είχαν εκτιμηθεί δεόντως οι επιπτώσεις τους στη ΖΕΠ, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατηρήσεώς της.
181. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους, οι ιρλανδικές αρχές θα όφειλαν, λαμβάνοντας υπόψη τα πορίσματα της δέουσας εκτιμήσεως των επιπτώσεων των μέτρων συντηρήσεως στον οικείο τόπο, σε σχέση τους στόχους διατηρήσεως του τόπου αυτού, να επιτρέψουν την άσκηση της δραστηριότητας αυτής μόνον υπό την προϋπόθεση ότι έχουν διαμορφώσει την πεποίθηση ότι αυτή δεν θα έχει επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα του τόπου, πεποίθηση η οποία διαμορφώνεται όταν δεν υφίσταται καμία εύλογη αμφιβολία, από επιστημονικής απόψεως, ως προς την απουσία τέτοιων συνεπειών (88).
182. Και μόνο εξαιτίας της μη εκτιμήσεως των επιπτώσεων η έγκριση θα ήταν ανεπίτρεπτη κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Ο ισχυρισμός της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως καθιστά ωστόσο φανερό ότι η έγκριση θα ήταν αδύνατη και λόγω της προκλήσεως βλάβης στη ΖΕΠ. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η στάθμη των υδάτων της λίμνης έχει αποφασιστική σημασία ιδίως για την παραμονή του αγριόκυκνου, διότι το είδος αυτό έχει ανάγκη από εκτεταμένη υδάτινη επιφάνεια. Παραδέχεται ακόμη ότι η συντήρηση των τάφρων αποστράγγισης που έλαβε χώρα το 1997 επιτάχυνε την πτώση της στάθμης των υδάτων και, κατά συνέπεια, μειώθηκε ο χρόνος παραμονής του αγριόκυκνου. Επομένως, σύμφωνα και με τον ισχυρισμό της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, οι εργασίες στο σύστημα αποστράγγισης υποβάθμισαν, τουλάχιστον προσωρινά, την καταλληλότητα της ΖΕΠ Glen Lake ως τόπου διαχειμάσεως του αγριόκυκνου. Δεδομένου ότι η διατήρηση του τόπου διαχειμάσεως του αγριόκυκνου συνιστά τον κύριο στόχο προστασίας της ΖΕΠ, η ακεραιότητά της παραβλάφθηκε κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος.
183. Ούτε η έγκριση βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους είναι δυνατή. Η Ιρλανδία προβάλλει ως δικαιολογία μόνον ότι η συντήρηση των τάφρων αποστράγγισης συνιστά υποχρέωση που επιβάλλεται από τον νόμο και υφίσταται από μακρού χρόνου. Με τον ισχυρισμό αυτό υποδηλώνεται ότι, κατά την άποψη της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, υφίσταται δημόσιο συμφέρον για την αποστράγγιση. Ένα τέτοιο συμφέρον όμως, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία θα υπερίσχυε του συμφέροντος προστασίας της ΖΕΠ, μπορεί, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους να δικαιολογήσει την υποβάθμιση μόνον όταν δεν υφίσταται καμία εναλλακτική λύση. Εν προκειμένω, η Ιρλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται η ίδια ότι με την κατασκευή αναχώματος θα μπορούσαν να αποσοβηθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις της αποστραγγίσεως, ενώ αντιθέτως δεν επικαλείται ανυπέρβλητα εμπόδια για την κατασκευή του αναχώματος πριν από τη λήψη των μέτρων συντηρήσεως. Ως εκ τούτου, υπήρχε τουλάχιστον μία εναλλακτική λύση πέρα από τη λήψη του μέτρου υπό τη δεδομένη βλαπτική για τον τόπο μορφή του.
184. Ως εκ τούτου, τα μέτρα συντηρήσεως, κατά τον τρόπο με τον οποίο ελήφθησαν, δεν συμβιβάζονταν με το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Επειδή η παράβαση των διατάξεων αυτών οφείλεται και στο γεγονός ότι παραβλάφθηκε η ακεραιότητα της ΖΕΠ, παραβιάστηκε ταυτοχρόνως και το άρθρο 6, παράγραφος 2.
185. Συνεπώς, η Ιρλανδία παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2, 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους, σε ό,τι αφορά τη λήψη μέτρων για τη συντήρηση τάφρων αποστράγγισης στην περιοχή της ΖΕΠ Glen Lake.
Επί του άρθρου 10 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών
186. Τέλος, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία ότι δεν εκπλήρωσε τις απορρέουσες από το άρθρο 10 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών υποχρεώσεις σε σχέση με την επιστημονική έρευνα.
187. Το άρθρο 10 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τις αναγκαίες έρευνες και εργασίες με σκοπό την προστασία, τη διαχείριση και την εκμετάλλευση των πληθυσμών όλων των ειδών πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1.
2. Ιδιαίτερη προσοχή θα δίνεται στις έρευνες και τις εργασίες για τα θέματα που απαριθμούνται στο παράρτημα V. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή όλες τις πληροφορίες που της είναι αναγκαίες για να μπορεί να παίρνει τα κατάλληλα μέτρα με σκοπό το συντονισμό των ερευνών και εργασιών που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.»
188. Στο παράρτημα V κατονομάζονται τα ακόλουθα ερευνητικά πεδία προτεραιότητας:
«α) Κατάρτιση εθνικού καταλόγου με τα είδη που απειλούνται με αφανισμό ή κινδυνεύουν ιδιαίτερα, λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική ζώνη εξαπλώσεώς τους.
β) Απογραφή και οικολογική περιγραφή των ζωνών που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τα αποδημητικά είδη στη διάρκεια της μεταναστεύσεως, της διαχειμάσεως και της φωλεοποιήσεώς τους.
γ) Απογραφή των δεδομένων σχετικά με το επίπεδο πληθυσμού των αποδημητικών πτηνών χρησιμοποιώντας αποτελέσματα δακτυλιώσεως.
δ) Προσδιορισμός της επιδράσεως των τρόπων απολήψεως πάνω στο επίπεδο των πληθυσμών.
ε) Τελειοποίηση και ανάπτυξη οικολογικών μεθόδων για την πρόληψη των βλαβών που προκαλούνται από τα πτηνά.
στ) Προσδιορισμός του ρόλου ορισμένων ειδών ως δεικτών ρυπάνσεως.
ζ) Μελέτη των επιβλαβών αποτελεσμάτων της χημικής ρυπάνσεως πάνω στο επίπεδο του πληθυσμού των ειδών πτηνών.»
189. Σύμφωνα με το ιρλανδικό δίκαιο –Section 11 (3) του Wildlife Act 1976– υπάρχει μόνο δυνατότητα διεξαγωγής ή υποστηρίξεως τέτοιων ερευνών, αλλά όχι υποχρέωση προς τούτο. Ελλείψεις υφίστανται και ως προς την πρακτική εφαρμογή. Έτσι, η Ιρλανδία παραδέχθηκε ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για να αναγνωρίσει ΖΕΠ για το βροχοπούλι ή τον νανογέρακα.
190. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση αντιπροβάλλει νομολογία των ιρλανδικών δικαστηρίων, κατά την οποία η διατύπωση που επελέγη σε σχέση με την ορνιθολογική έρευνα –«the Minister may […]»– μπορεί να εκληφθεί και ως θεσπίζουσα υποχρέωση. Περαιτέρω, στην Ιρλανδία έχουν διεξαχθεί έρευνες σε έκταση υπερβαίνουσα τις υποχρεώσεις του άρθρου 10 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
191. Όπως όμως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, υπάρχει απλώς η δυνατότητα να εκληφθεί το Section 11 (3) του Wildlife Act 1976, παρά την ελαστική διατύπωσή του, ως διάταξη θεσπίζουσα υποχρέωση. Η Ιρλανδία δεν έχει προσκομίσει καμία δικαστική απόφαση που να πραγματοποιεί τέτοια ερμηνεία. Επομένως, το Section 11 (3) του Wildlife Act 1976 δεν είναι διατυπωμένο κατά τρόπο αρκούντως σαφή ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 10 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
192. Επιπλέον, η Ιρλανδία δεν αντέκρουσε ούτε την αιτίαση ότι δεν πραγματοποίησε επαρκείς ερευνητικές προσπάθειες για τα δύο προαναφερθέντα είδη. Επομένως, ως προς το σημείο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει ομολογία.
193. Από το γενικό πλαίσιο της προσφυγής προκύπτει ότι αντίστοιχες ελλείψεις υφίστανται και ως προς την αλκυόνα και υφίσταντο, τουλάχιστον για μακρό χρονικό διάστημα στο παρελθόν, και ως προς άλλα είδη. Τις ελλείψεις αυτές καταδεικνύει ιδίως η ανεπαρκής κατάταξη εδαφών σε ΖΕΠ. Επιπλέον, τα κατονομαζόμενα στο παράρτημα V ερευνητικά πεδία προτεραιότητας δεν αναφέρονται στο Section 11 του Wildlife Act.
194. Συνεπώς, η Ιρλανδία παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 10 της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
IV – Επί των δικαστικών εξόδων
195. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτηµα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ιρλανδία ηττήθηκε κατά το κύριο μέρος των ισχυρισμών της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
196. Βάσει του άρθρου 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Ελληνική Δημοκρατία φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν ως παρεμβαίνοντες στη δίκη.
V – Πρόταση
197. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Η Ιρλανδία, παραλείποντας
α) να χαρακτηρίσει ως ΖΕΠ από τις 6 Απριλίου 1981, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 79/409 όλα τα πλέον κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, εδάφη για τα είδη του παραρτήματος I της οδηγίας 79/409 καθώς και για τα αποδημητικά είδη των οποίων η έλευση είναι τακτική, και ειδικότερα μη χαρακτηρίζοντας ως ΖΕΠ την περιοχή Cross Lough (Killadoon) και μη ενσωματώνοντας στη ζώνη ειδικής προστασίας Sandymount Strand and Tolka Estuary δυο εκτάσεις της εκβολής του ποταμού Tolka·
β) να διασφαλίσει την εφαρμογή, από τις 6 Απριλίου 1981, των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, στα εδάφη που πρέπει, βάσει της οδηγίας 79/409, να χαρακτηρισθούν ως ζώνες ειδικής προστασίας, αλλά δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως τέτοιες ζώνες·
γ) να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο και να εφαρμόσει τις επιταγές του άρθρου 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 79/409 κατά τρόπο πλήρη και ορθό·
δ) να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί, ως προς τις ζώνες ειδικής προστασίας που καθορίστηκαν σύμφωνα με την οδηγία 79/409 προ της εκδόσεως των Statutory Instruments Nr. 94/1997, European Communities (Natural Habitats) Regulations, 1997, προς τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/43·
ε) να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/43, σε ό,τι αφορά την πρόκληση βλάβης σε όλες τις εμπίπτουσες στη διάταξη αυτή ζώνες ειδικής προστασίας από πρόσωπα που δεν είναι ιδιοκτήτες των επίμαχων εκτάσεων·
στ) να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 92/43 σε ό,τι αφορά τα σχέδια·
ζ) να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 92/43 σε ό,τι αφορά την έγκριση σχεδίων υδατοκαλλιεργειών·
η) να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2, 3 και 4, της οδηγίας 92/43, σε ό,τι αφορά τη λήψη μέτρων για τη συντήρηση τάφρων αποστράγγισης στην περιοχή της ζώνης ειδικής προστασίας Glen Lake· και
θ) να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 10 της οδηγίας 79/409,
παρέβη την οδηγία 79/409/ΕΟΚ περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών και την οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
4) Το Βασίλειο της Ισπανίας και η Ελληνική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202.
3 – Απόφαση της 19ης Μαΐου 1998, C‑3/96 (Συλλογή 1998, σ. I‑3031).
4 – Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2002, C‑202/01 (Συλλογή 2002, σ. I‑11019).
5 – Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, C‑240/00 (Συλλογή 2003, σ. I‑2187).
6 – Απόφαση της 20ής Μαρτίου 2003, C‑378/01 (Συλλογή 2003, σ. I‑2857).
7 – Βλ. προτάσεις μου της σημερινής ημέρας στην υπόθεση C‑334/04.
8 – Βλ. προτάσεις μου της σημερινής ημέρας στην υπόθεση C‑235/04.
9 – Ανακοινωθέν Τύπου της Επιτροπής IP/05/45 της 14ης Ιανουαρίου 2005.
10 – Heath, M.F. & M.I. Evans, Important Bird Areas in Europe. Priority sites for conservation. Volume 2: Southern Europe, BirdLife Conservation Series αριθ. 8, τόμος II, Cambridge (2000), σ. 261 επ.
11 – ΕΕ L 206, σ 7.
12 – Σημείο 91 του υπομνήματος αντικρούσεως.
13 – Απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 6, σκέψη 14) και απόφαση της 2ας Αυγούστου 1993, C‑355/90, Επιτροπή κατά Ισπανίας (έλη Santoña) (Συλλογή 1993, σ. I‑4221, σκέψεις 26, 27 και 32).
14 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψη 62).
15 – Αποφάσεις έλη Santoña (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 13, σκέψη 26), της 11ης Ιουλίου 1996, C‑44/95, Royal Society for the Protection of Birds (Lappel Bank) (Συλλογή 1996, σ. I‑3805, σκέψη 26), και Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψεις 59 επ.).
16 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψεις 55 επ.).
17 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψεις 68 έως 70) και Επιτροπή κατά Ιταλίας (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 6, σκέψη 18).
18 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 68).
19 – Βλ., αναλυτικότερα, προτάσεις μου της σημερινής ημέρας στην υπόθεση C‑235/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας (δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 70 επ.).
20 – Συναφώς, και ιδίως σε σχέση με το τμήμα του IBA 2000 που αφορά την Ισπανία, βλ. αναλυτικότερα προτάσεις μου της σημερινής ημέρας στην υπόθεση C‑235/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 47 επ.).
21 – IBA 2000, τόμος 1, σ. 374.
22 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψη 69) και Επιτροπή κατά Ιταλίας (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 6, σκέψη 18).
23 – Τα κριτήρια αυτά περιγράφονται στον IBA 2000, τόμος 1, σ. 13 επ. και 850 επ., και αντιπαρατίθενται στα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τους νέους καταλόγους.
24 – Το κριτήριο C.6 δεν αναφερόταν ρητώς στη λίστα των κριτηρίων του IBA 89 αλλά αναφερόταν στις σχετικές διευκρινίσεις, βλ. παράρτημα 7, σ. 2, του δικογράφου της προσφυγής στην υπόθεση C‑3/96 (Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών) και παράρτημα 16 του δικογράφου της προσφυγής στην υπόθεση C‑378/01 (Επιτροπή κατά Ιταλίας), σύμφωνα με τα οποία το κριτήριο αυτό εξελίχθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή στο πλαίσιο του σχεδίου για τους βιοτόπους CORINE.
25 – IBA 2000, τόμος 1, σ. 374.
26 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψη 56).
27 – Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψη 58).
28 – Βλ. BirdLife International, Birds in Europe: population estimates, trends and conservation status (2004), .
29 – IBA 2000, τόμος 1, σ. 18 και 13.
30 – Βλ. αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 1991, C‑157/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (περίοδοι θήρας) (Συλλογή 1991, σ. I‑57, σκέψη 15) και της 8ης Ιουνίου 2006, C‑60/05, WWF Italia κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 27).
31 – Απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, C-209/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Lauteracher Ried) (Συλλογή 2006, σ. Ι‑2755, σκέψη 44).
32 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 4.
33 – Βλ. αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1987, 262/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 3073, σκέψη 39) και της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑38/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. I‑10941, σκέψη 53).
34 – Βλ. απόφαση Lauteracher Ried (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 31, σκέψη 44). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ορισμένες εκτάσεις πρέπει να καταταγούν σε ΖΕΠ, μολονότι δεν αναγράφονταν στον αφορώντα την Αυστρία κατάλογο IBA.
35 – Απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψη 56).
36 – Βλ. παράρτημα D.2 του υπομήματος αντικρούσεως, σ. 63.
37 – Απόφαση έλη Santoña (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 13, σκέψη 22) και της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑374/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Basses Corbières) (Συλλογή 2000, σ. I‑10799, σκέψεις 47 και 57).
38 – Αν αντιθέτως η προγενέστερη υποχρέωση καθορισμού ΖΕΠ ήταν αμφισβητούμενη, η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει ότι το έδαφος αυτό ήταν το πλέον κατάλληλο σε ορισμένο χρονικό σημείο του παρελθόντος.
39 – Βλ. προτάσεις μου της 23ης Φεβρουαρίου 2006 στην υπόθεση C‑191/05, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Moura, Mourão, Barrancos) (δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 14).
40 – Υπό την έννοια αυτή και η βρεταννική Joint Nature Conservation Committee στις επεξηγηματικές σημειώσεις της καταγραφής των πληθυσμών χειμωνογλάρονου στο πλαίσιο του σχεδίου Seabird 2000, .
41 – Ανεξαρτήτως του αιτήματος της Επιτροπής, ενδέχεται να υφίσταται επιπλέον και υποχρέωση άρσεως των συνεπειών της ενδεχομένης μη λήψεως μέτρων διατηρήσεως, ήτοι υποχρέωση λήψεως μέτρων που να καθιστούν την περιοχή εκ νέου κατάλληλη ως τόπο αποικίας του χειμωνογλάρονου.
42 – Απόφαση Lappel Bank (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 15, σκέψη 26) και απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C-191/05 (Επιτροπή κατά Πορτογαλίας) (Moura, Mourão, Barrancos) (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 10).
43 – Παράρτημα A-17 της προσφυγής.
44 – IBA 2000, τόμος 1, σ. 405 επ.
45 – Παραρτήματα της προσφυγής, σ. 324.
46 – Απόφαση Basses Corbières, προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 37.
47 – Το κείμενο των διατάξεων παρατίθεται ανωτέρω, σημείο 10.
48 – Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1999, C‑166/97, Επιτροπή κατά Γαλλίας (ποταμόκολπος του Σηκουάνα) (Συλλογή 1999, σ. I‑1719, σκέψη 21).
49 – Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, C‑6/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (συμμόρφωση) (Συλλογή 2005, σ. I‑9017, σκέψη 34).
50 – Η διάταξη αυτή έχει ως εξής: «The provisions of Regulations 4, 5, 7, 13, 14, 15 and 16 shall, where appropriate, apply with any necessary modifications to areas classified pursuant to paragraph 1 and 2 of Article 4 of the Birds Directive.»
51 – Αποφάσεις της 9ης Απριλίου 1987, 363/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 1733, σκέψη 7), της 30ής Μαΐου 1991, C‑361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. I‑2567, σκέψη 15) και της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑58/02, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2004, σ. I‑621, σκέψη 26), και απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου [συμμόρφωση] (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 49, σκέψη 21).
52 – Βλ. παραπομπές σε υποσημείωση 33.
53 – Βλ. απόφαση έλη Santoña (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 13, σκέψη 30).
54 – Απόφαση έλη Santoña (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 13, σκέψη 22).
55 – Και η απόφαση ποταμόκολπος του Σηκουάνα (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 48, σκέψη 5) κάνει λόγο μόνο για τον Ιούνιο του 1994. Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο χρόνος λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας για τους οικοτόπους στο εσωτερικό δίκαιο. Ο χρόνος αυτός εξαρτάται, βάσει του τότε ισχύοντος άρθρου 191, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 254 ΕΚ) από την ημερομηνία γνωστοποιήσεως της οδηγίας στα κράτη μέλη. Το Eur-Lex δηλώνει ως χρόνο λήξεως της προθεσμίας την 10η Ιουνίου 1994, ενώ το Δικαστήριο καθόρισε ως τέτοιο χρονικό σημείο, με τις αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1997, C‑329/96, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1997, σ. I‑3749, σκέψη 2) και της 11ης Δεκεμβρίου 1997, C‑83/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1997, σ. I‑7191, σκέψη 2), την 5η Ιουνίου 1994.
56 – Προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 37.
57 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 80.
58 – Αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 48), της 14ης Ιουλίου 1994, C‑91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. I‑3325, σκέψη 20), της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑201/02, Wells (Συλλογή 2004, σ. I‑723, σκέψη 56) και απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-397/01 έως C‑403/01, Pfeiffer κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑8835, σκέψη 108). Δεν χρειάζεται να διευκρινιστεί κατά πόσον η απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, C‑144/04, Mangold (Συλλογή 2005, σ. I-9981) συμβιβάζεται με την πάγια αυτή νομολογία, προκειμένου να θεμελιωθεί η ανάγκη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο.
59 – Η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση της 24ης Μαρτίου 1998, Raymond McBride v. Galway Corporation.
60 – Απόφαση της 13ης Ιουνίου 2002, C‑117/00, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Owenduff-Nephin Beg Complex) (Συλλογή 2002, σ. I‑5335, σκέψη 15)· βλ. και απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 3, σκέψη 57).
61 – Έτσι το Δικαστήριο εξετάζει στην απόφαση ποταμόκολπος του Σηκουάνα (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 55, σκέψεις 48 επ.), αν ένα συγκεκριμένο σχέδιο αντιβαίνει στο άρθρο 4, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για την προστασία των πτηνών.
62 – Οδηγία 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (ΕΕ L 257, σ. 26).
63 – Κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2019/93, (ΕΚ) 1452/2001, (ΕΚ) 1453/2001, (ΕΚ) 1454/2001, (ΕΚ) 1868/94, (ΕΚ) 1251/1999, (ΕΚ) 1254/1999, (ΕΚ) 1673/2000, (ΕΟΚ) 2358/71 και (ΕΚ) 2529/2001 (ΕΕ L 271, σ. 1).
64 – Birds of Conservation Concern in Ireland, 1999.
65 – Βλ. το species factsheet, το οποίο βεβαίως βασίζεται στην ίδια έρευνα με τα αριθμητικά στοιχεία της Επιτροπής, .
66 – Βλ. στοιχεία για τη μείωση του αριθμού των πτηνών των γεωργικών οικοτόπων σε BirdLife International (2005), ABiodiversityIndicatorforEurope: WildBirdIndicatorUpdate 2005, , καθώς και τα αντίστοιχα factsheets για τα κατονομασθέντα από την Επιτροπή είδη σε BirdLife: .
67 – Βλ. απόφαση ποταμόκολπος του Σηκουάνα (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 55, σκέψεις 48 επ.), όπου το Δικαστήριο απέρριψε τις ενδείξεις περί παραβάσεως που παρουσιάστηκαν από την Επιτροπή βάσει της αντικρούσεως της Γαλλίας.
68 – Βλ., ως προς τη σχέση των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 6 της οδηγίας για τους οικοτόπους, απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑127/02, Landelijke Vereniging tot Behoud van de Waddenzee και Nederlandse Vereniging tot Bescherming van Vogels (Συλλογή 2004, σ. I‑7405, σκέψεις 31 επ., ιδίως σκέψη 36).
69 – Απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου [συμμόρφωση] (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 49, σκέψεις 25 επ.).
70 – Απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου [συμμόρφωση] (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 49, σκέψεις 54 επ.).
71 – «It shall be the duty of a planning authority to take such steps within its powers as may be necessary for securing the objectives of the development plan.» Τα development objectives είναι, σύμφωνα με το Section 10, τμήμα του Development Plan.
72 – ΕΕ. L 175, σ. 40.
73 – ΕΕ. L 197, σ. 30.
74 – Βλ. απόφαση της 15ης Ιουλίου 2004, C‑407/03, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή και είναι διαθέσιμη μόνο στα φινλανδικά και στα γαλλικά). Η Φινλανδία είχε αναγνωρίσει ότι η εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον δεν μπορεί να αντικαταστήσει την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τους οικοτόπους. Βλ. και προτάσεις μου της 27ης Οκτωβρίου 2005 στην υπόθεση C‑209/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Lauteracher Ried) (Συλλογή 2006, σ. Ι‑2755, σημεία 70 επ.) σχετικά με την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.
75 – Απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, C‑441/02, Επιτροπή κατά Γερμανίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 47 με περαιτέρω παραπομπές).
76 – Απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 74, σκέψη 49).
77 – Απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 74, σκέψη 50 με περαιτέρω παραπομπές).
78 – Birdwatch Ireland, ReviewoftheAquacultureLicensingSysteminIreland, 2000, παράρτημα A-39 του δικογράφου της προσφυγής. Το ιρλανδικό Heritage Council, ένας οργανισμός δημοσίου δικαίου συμβουλευτικού χαρακτήρα, παρέσχε την υποστήριξή του στη μελέτη αυτή.
79 – Απόφαση Waddenzee (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 68, σκέψη 45).
80 – LIFE96 NAT/IRL/003240 – Management planning, monitoring, auditing of management and land acquisition for SPAs in Ireland. Πληροφορίες για το εν λόγω σχέδιο υποστήριξης μπορούν να αναζητηθούν στην ιστοσελίδα .
81 – Βάσει των αριθμητικών στοιχείων, φαίνεται ότι αξιώθηκε η απόρριψη σε 5 περιπτώσεις· ωστόσο 4 από τις αιτήσεις αυτές έγιναν δεκτές.
82 – Παράρτημα B-15 του υπομνήματος αντικρούσεως, σ. 179.
83 – Απόφαση Waddenzee (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 68, σκέψη 36).
84 – Απόφαση Waddenzee (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 68, σκέψη 35).
85 – Απόφαση Waddenzee (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 68, σκέψη 24).
86 – Απόφαση Waddenzee (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 68, σκέψη 45).
87 – Απόφαση Waddenzee (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 68, σκέψη 44).
88 – Απόφαση Waddenzee (προπαρατεθείσα σε υποσημείωση 68, σκέψη 67).
Full & Egal Universal Law Academy