ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 13ης Ιουλίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-434/04
Jan-Erik Anders Ahokainen
Mati Leppik
κατά
Virallinen syyttäjä
[αίτηση του Korkein oikeus (Φινλανδία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
1. «Το κρασί είναι φίλος καλός, άμα κι εσύ ξέρεις να του φερθείς σωστά» (2). Εντούτοις, εκπλήσσει το «να βάζουν οι άνθρωποι τον εχθρό μέσα στο στόμα τους για να τους κλέβει τα μυαλά» (3), όταν ο εχθρός αυτός, σε αντίθεση με το καλό κρασί, είναι τόσο άγριος όσο η καθαρή αιθυλική αλκοόλη. Ωστόσο, από πληροφοριακά στοιχεία που προσκόμισε η Φινλανδική Κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της υπό κρίση διαδικασίας προκύπτει ότι η εκ μέρους των καταναλωτών ζήτηση οινοπνευματωδών ποτών με πολύ μεγάλη περιεκτικότητα σε οινόπνευμα δεν είναι καθόλου θεωρητική. Το φινλανδικό δίκαιο απαγορεύει τη λιανική πώληση ουσιών που περιέχουν άνω του 80 % μη μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη («οινόπνευμα»). H εμπορική χρήση τους για βιομηχανικούς σκοπούς ή ως πρώτη ύλη εξαρτάται από τη χορήγηση σχετικής αδείας. Το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο) της Φινλανδίας υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα με τα οποία ερωτά αν η υποχρέωση κτήσεως αδείας για την εισαγωγή, από άλλο κράτος μέλος, ουσιών που περιέχουν άνω του 80 % μη μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη είναι σύμφωνη με τα άρθρα 28 και 30 ΕΚ. Το σχετικό ζήτημα ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά των J.-E. Ahokainen και M. Leppik, οι οποίοι κατηγορούνται για παράνομη εισαγωγή στη Φινλανδία, από τη Γερμανία, μη μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης.
I – Το εθνικό νομικό πλαίσιο
2. Ο alkoholilaki 1143/1994 (νόμος 1143/94 περί του οινοπνεύματος, στο εξής: νόμος περί του οινοπνεύματος) έχει ως σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, τον έλεγχο της καταναλώσεως οινοπνεύματος προς αποφυγήν των επιζημίων αποτελεσμάτων των οινοπνευματωδών ουσιών στην υγεία και στην κοινωνία.
3. Ο νόμος περί του οινοπνεύματος διακρίνει μεταξύ «οινοπνευματωδών ποτών» και «οινοπνεύματος». Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 1/2001, ως «οινοπνευματώδες ποτό» θεωρείται κάθε ποτό που προορίζεται για κατανάλωση και έχει περιεκτικότητα σε αιθυλική αλκοόλη μέχρι 80 % κατ’ όγκο· ως «οινόπνευμα» θεωρείται η αιθυλική αλκοόλη ή ένα υδατικό διάλυμα αιθυλικής αλκοόλης περιλαμβάνον άνω του 80 % κατ’ όγκο αιθυλική αλκοόλη και που δεν έχει μετουσιωθεί.
4. Το άρθρο 8 διέπει την εμπορική εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών και οινοπνεύματος. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, τα οινοπνευματώδη ποτά μπορούν να εισάγονται χωρίς να απαιτείται άδεια εισαγωγής για προσωπική κατανάλωση και για εμπορικό σκοπό ή για άλλους οικονομικής φύσεως σκοπούς. Αντιθέτως, για την εισαγωγή οινοπνεύματος απαιτείται άδεια. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, οι επιχειρηματίες μπορούν να εισάγουν οινόπνευμα εφόσον έχουν άδεια εισαγωγής από το tuotevalvontakeskus (υπηρεσία ελέγχου προϊόντων). Το άρθρο 8, παράγραφος 3, ορίζει ότι η υπηρεσία ελέγχου προϊόντων μπορεί να χορηγεί άδεια εισαγωγής «σε όποιον θεωρείται ότι έχει τα απαιτούμενα προσόντα και την αναγκαία για τη δραστηριότητα [της εισαγωγής] αξιοπιστία».
5. Επιπλέον, το άρθρο 8, παράγραφος 2, ορίζει ότι ένας ιδιώτης μπορεί να εισαγάγει οινόπνευμα για προσωπική του χρήση εφόσον έχει λάβει από την υπηρεσία ελέγχου προϊόντων ειδική άδεια για τη χρησιμοποίηση του οινοπνεύματος σύμφωνα με το άρθρο 17, κατόπιν σχετικής δηλώσεως στην υπηρεσία αυτή περί της εισαγωγικής του δραστηριότητας. Το άρθρο 17 περιορίζει ουσιαστικά τις κατηγορίες ατόμων που μπορούν να λάβουν μια τέτοια άδεια σ’ εκείνους οι οποίοι χρειάζονται το οινόπνευμα για επαγγελματικούς σκοπούς ή ως πρώτη ύλη. Το άρθρο 17, παράγραφος 3, ορίζει ότι ο αιτών, ο οποίος πρέπει να μπορεί να θεωρηθεί ως αξιόπιστος, πρέπει να δηλώσει συγκεκριμένα μια τέτοια χρησιμοποίηση οινοπνεύματος που να δικαιολογεί τη χορήγηση της αδείας.
6. Βάσει του άρθρου 82 του νόμου 459/1968 –τον οποίο αντικατέστησε ο νόμος περί του οινοπνεύματος εκτός από τον τομέα της επιβολής κυρώσεων–, όποιος εισάγει ή επιχειρεί να εισαγάγει, εξάγει ή επιχειρεί να εξαγάγει παρανόμως οινοπνευματώδες ποτό ή οινόπνευμα διώκεται λόγω παράνομης εισαγωγής οινοπνευματώδους ουσίας.
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
7. Την 1η Αυγούστου 2002 οι φινλανδικές τελωνειακές αρχές ανακάλυψαν 9 492 λίτρα διαυγούς υγρού, σε φιάλες του ενός λίτρου, σε ένα φορτηγό αυτοκίνητο προερχόμενο από τη Γερμανία. Κατά τα έγγραφα του οχήματος, το φορτίο του οχήματος ήταν 32 παλέτες με σησαμέλαιο. Από ανάλυση στην οποία προέβη το χημείο των τελωνείων αποκαλύφθηκε ότι το διαυγές υγρό ήταν καθαρό οινόπνευμα (με 96,4 έως 96,5 % μη μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη).
8. Το Raaseporin käräjäoikeus (πλημμελειοδικείο του Raasepori) κήρυξε τους J.-E. Ahokainen και M. Leppik ενόχους παράνομης εισαγωγής 9 492 λίτρων οινοπνεύματος. Με απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2001 το δικαστήριο αυτό καταδίκασε τον J.-E. Ahokainen και τον M. Leppik σε ποινή φυλακίσεως λόγω οργανωμένης λαθρεμπορίας οινοπνευματώδους ουσίας. Διέταξε την κατάσχεση του οινοπνεύματος υπέρ του Δημοσίου. Με απόφαση της 30ής Μαΐου 2003 το Helsingin Hovioikeus (εφετείο του Ελσίνκι) επιβεβαίωσε την απόφαση του Raaseporin käräjäoikeus.
9. Οι J.-E. Ahokainen και M. Leppik άσκησαν αναίρεση ενώπιον του Korkein oikeus, το οποίο υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα στο Δικαστήριο με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2004:
«1) Έχει το άρθρο 28 ΕΚ την έννοια ότι εμποδίζει την εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους κατά την οποία η εισαγωγή μη μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης (οινοπνεύματος) άνω των 80 βαθμών επιτρέπεται μόνο σε όποιον έχει λάβει σχετική άδεια;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει να θεωρηθεί ως επιτρεπόμενο δυνάμει του άρθρου 30 ΕΚ το σύστημα χορηγήσεως της σχετικής αδείας;»
10. Ο Virallinen Syyttäjä (εκπρόσωπος της εισαγγελικής αρχής) και η Φινλανδική, η Σουηδική και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο. Στις 17 Μαΐου 2006 το Δικαστήριο άκουσε τις αγορεύσεις της Φινλανδικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής.
III – Εκτίμηση
Το πρώτο ερώτημα
11. Καταρχάς, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 28 ΕΚ εμποδίζει την εφαρμογή νομοθεσίας η οποία απαιτεί άδεια για την εισαγωγή, από άλλο κράτος μέλος, ουσιών που περιέχουν άνω του 80 % μη μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη («οινόπνευμα»).
12. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση, ο μόνος διάδικος που υπέβαλε εκτεταμένες παρατηρήσεις επί του ζητήματος αυτού, υποστηρίζει ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο εν λόγω ερώτημα. Θεωρεί ότι το άρθρο 28 ΕΚ δεν εμποδίζει ένα σύστημα αδείας εισαγωγής οινοπνεύματος όπως το προβλεπόμενο από το φινλανδικό δίκαιο. Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, η επίδικη απαίτηση αντιστοιχεί σε μια απλή δήλωση του επιχειρηματία, δήλωση η οποία παρέχει τη δυνατότητα στις αρχές να ελέγχουν τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο καταναλώσεως και να εξασφαλίζουν την καταβολή του φόρου αυτού. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τούτο είναι σύμφωνο προς την οδηγία 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992 (4). Εξ αυτού συνάγει ότι το σύστημα αδείας εισαγωγής δεν αποτελεί ούτε ποσοτικό περιορισμό στις εισαγωγές ούτε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος.
13. Κατά τη γνώμη μου, εντούτοις, η νομολογία του Δικαστηρίου συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου συμπεράσματος. Από της εκδόσεως της αποφάσεως Dassonville (5), το Δικαστήριο κρίνει πλέον ότι η απαγόρευση που επιβάλλει το άρθρο 28 ΕΚ αφορά κάθε μέτρο ικανό να εμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο (6). Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει δεχθεί επανειλημμένα ότι το άρθρο 28 ΕΚ εμποδίζει την εφαρμογή κάθε εθνικής νομοθεσίας που απαιτεί, έστω και καθαρά τυπικά, άδεια για την εισαγωγή στο έδαφός του εμπορευμάτων από άλλο κράτος μέλος (7).
14. Επιπλέον, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η διαδικασία αδείας για την εισαγωγή οινοπνεύματος στη Φινλανδία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/12. Πράγματι, η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται επιπλέον του συστήματος που προβλέπει η οδηγία.
15. Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 28 ΕΚ εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας που απαιτεί άδεια για την εισαγωγή, από άλλο κράτος μέλος, ουσιών που περιέχουν μη μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80 % κατ’ όγκο.
Το δεύτερο ερώτημα
16. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το σύστημα αδείας για την εισαγωγή οινοπνεύματος μπορεί ωστόσο να δικαιολογείται δυνάμει του άρθρου 30 ΕΚ.
17. Η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση διατείνονται ότι η άδεια δικαιολογείται για λόγους δημοσίας υγείας και δημοσίας τάξεως.
18. Η Σουηδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στη Φινλανδία, όπως και στη Σουηδία, υπάρχει μια παράδοση καταναλώσεως ποτών με μεγάλη περιεκτικότητα σε οινόπνευμα. Προκειμένου να αποτρέπεται η κατανάλωση ουσιών που περιέχουν άνω του 80 % αιθυλική αλκοόλη, είναι αναγκαία η πρόβλεψη νομοθετικής ρυθμίσεως του εμπορίου οινοπνεύματος. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, με γνώμονα την κοινωνική πρακτική και τις συνήθειες των καταναλωτών του σχετικού κράτους μέλους, αν ένα σύστημα αδείας εισαγωγής είναι απαραίτητο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας για την προστασία της δημοσίας υγείας.
19. Οι παρατηρήσεις που υπέβαλε η Φινλανδική Κυβέρνηση ακολουθούν την ίδια συλλογιστική, κατά τα ουσιώδη. Το σύστημα αδείας για την εισαγωγή οινοπνεύματος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της γενικής πολιτικής στη Φινλανδία όσον αφορά το οινόπνευμα. Η Φινλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κατανάλωση οινοπνεύματος στη Φινλανδία αποτελεί μείζονα κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, συνδέεται με πράξεις βίας και με την εγκληματικότητα, καθώς και με μεγάλο αριθμό θανάτων μεταξύ των ευρισκομένων σε ηλικία που να μπορούν να εργαστούν. Επιπλέον, στη Φινλανδία, πολλοί είναι εκείνοι οι οποίοι έχουν την τάση να πίνουν οινόπνευμα ελαφρά διαλυμένο όταν επιθυμούν να περιέλθουν σε κατάσταση μέθης. Πράγματι, πριν ο νόμος περί του οινοπνεύματος ορίσει το «οινόπνευμα» με ρητή αναφορά στην περιεκτικότητα σε αιθυλική αλκοόλη 80 %, ορισμένα εστιατόρια είχαν ερωτήσει την υπηρεσία ελέγχου προϊόντων αν μπορούν να σερβίρουν στους πελάτες τους ως ποτά ουσίες με περιεκτικότητα σε αιθυλική αλκοόλη 96 %. Η Φινλανδική Κυβέρνηση υπογραμμίζει το γεγονός ότι η κατανάλωση οινοπνεύματος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη για την ανθρώπινη υγεία. Έστω και καταναλωνόμενο σε σχετικά μικρές ποσότητες, το οινόπνευμα μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δηλητηρίαση ή και τον θάνατο. Ο κίνδυνος είναι ιδιαίτερα υψηλός για τους νέους που έχουν την τάση να πιστεύουν ότι το οινόπνευμα είναι μια καλή εναλλακτική λύση έναντι των ποτών με υψηλό αλκοολικό τίτλο. Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές, η Φινλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το σύστημα αδείας εισαγωγής είναι ένα πρόσφορο και αναγκαίο μέσον προς αποφυγή της χρήσεως οινοπνεύματος για προσωπική κατανάλωση.
20. Δέχομαι χωρίς δισταγμό τη γενική υπόθεση κατά την οποία η χωρίς μέτρο κατανάλωση ποσοτήτων οινοπνεύματος έχει μια πληθώρα δυσμενών για την ανθρώπινη υγεία και τη δημόσια τάξη αποτελεσμάτων. Τούτο αποτελεί κοινό τόπο, τουλάχιστον από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης (8). Πιο πρόσφατα, το Δικαστήριο το αναγνώρισε με την απόφαση Heinonen (9). Το άρθρο 30 ΕΚ απαριθμεί ρητά τη δημόσια τάξη και την προστασία της ανθρώπινης υγείας μεταξύ των λόγων γενικού συμφέροντος οι οποίοι παρέχουν τη δυνατότητα μη εφαρμογής της προβλεπομένης από τις διατάξεις του άρθρου 28 ΕΚ απαγορεύσεως του περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (10). Γι’ αυτό, καταρχήν, ελλείψει εναρμονίσεως, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να λαμβάνουν εθνικά μέτρα που να αποτρέπουν τους πολίτες από την κατανάλωση οινοπνευματωδών, έστω και αν τα μέτρα αυτά έχουν αρνητική επίπτωση επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της εσωτερικής αγοράς (11). Τούτο αληθεύει ιδιαίτερα στην υπό κρίση υπόθεση, στην οποία η επίμαχη νομοθεσία προβλέπει διάκριση μεταξύ οινοπνευματωδών ποτών που προορίζονται προς κατανάλωση και του οινοπνεύματος που προορίζεται για βιομηχανικούς σκοπούς, αποσκοπεί δε στην αποτροπή των πολιτών από την κατανάλωση οινοπνευματωδών.
21. Εντούτοις, οι εξαιρέσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων πρέπει να ερμηνεύονται στενά (12). Το εμπλεκόμενο κράτος μέλος πρέπει να αποδείξει ότι το οικείο μέτρο είναι πρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (13) και ότι δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού όρια (14).
22. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Δημοκρατία της Φινλανδίας δεν απέδειξε γιατί το σύστημα αδείας εισαγωγής οινοπνεύματος είναι αναγκαίο. Παραπέμποντας στην απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, η Επιτροπή εμμένει στην άποψή της ότι, καταρχήν, το σύστημα αδείας εισαγωγής αποτελεί ένα μέτρο δυσανάλογα αυστηρό, διότι μέτρα λιγότερο περιοριστικά, όπως είναι η υποχρέωση υποβολής δηλώσεως εισαγωγής, θα αρκούσαν προς προστασία των δικαιολογημένων συμφερόντων του κράτους μέλους (15). Η Επιτροπή εκθέτει ότι, με την απόφαση Franzén, το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της Σουηδικής Κυβερνήσεως κατά το οποίο το εν προκειμένω σύστημα αδείας για την εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών δεν είναι δυσανάλογα αυστηρό σε σχέση με τον σκοπό της προστασίας της δημοσίας υγείας (16). Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το φινλανδικό δίκαιο αποκλείει εντελώς το οινόπνευμα από την αγορά προκειμένου περί ιδιωτικής καταναλώσεως, η Επιτροπή αμφιβάλλει αν ένα σύστημα αδείας για την εισαγωγή οινοπνεύματος που προορίζεται για εμπορικούς σκοπούς μπορεί να συμβάλει άμεσα στην προστασία της ανθρώπινης υγείας και της δημοσίας τάξεως. Τέλος, η Επιτροπή εκθέτει ότι το εμπόριο οινοπνεύματος μεταξύ κρατών μελών ελέγχεται αυστηρά στο πλαίσιο της οδηγίας 92/12, που προβλέπει κοινοτικούς ελέγχους όσον αφορά την είσπραξη των ειδικών φόρων καταναλώσεως. Το φινλανδικό σύστημα αδείας για την εισαγωγή, μολονότι επιβάλλει ένα πρόσθετο βάρος στους επιχειρηματίες, δεν φαίνεται ότι έχει επιπλέον πλεονεκτήματα για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου μη μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης.
23. Πριν εξετάσω τα επιχειρήματα αυτά αξίζει να αναφερθώ ειδικότερα στην αρχή της αναλογικότητας στο πλαίσιο του άρθρου 30 ΕΚ. Κατ’ ουσίαν, η αρχή της αναλογικότητας προϋποθέτει την εκτίμηση του κόστους και των πλεονεκτημάτων ενός μέτρου που λαμβάνει κράτος μέλος με βάση τα διάφορα συμφέροντα τα οποία οι κοινοτικοί κανόνες θεωρούν άξια προστασίας (17). Όταν ένα εθνικό μέτρο απαγορεύεται καταρχήν βάσει του άρθρου 28 ΕΚ, το κράτος μέλος πρέπει να αποδείξει ότι τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από το εν λόγω μέτρο για το αναγνωριζόμενο από το κοινοτικό δίκαιο δημόσιο συμφέρον υπερβαίνουν το κόστος που συνεπάγεται ο περιορισμός τον οποίο το μέτρο αυτό επιβάλλει στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Έτσι, για να θεωρηθεί σύμφωνο προς τη Συνθήκη το σύστημα αδείας εισαγωγής, η Δημοκρατία της Φινλανδίας πρέπει να αποδείξει ότι τα πλεονεκτήματα από το σύστημα αυτό για τη δημόσια τάξη και την προστασία της ανθρώπινης υγείας δικαιολογούν το κόστος που αυτό επιβάλλει στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της εσωτερικής αγοράς. Ωστόσο, αντί να ελέγξει απευθείας την εκ μέρους του κράτους μέλους γενική εκτίμηση τους κόστους και των πλεονεκτημάτων, το Δικαστήριο, εξετάζοντας την αναλογικότητα μέτρου ληφθέντος από κράτος μέλος, εφαρμόζει πάντοτε στην πράξη ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα τρία κριτήρια (18).
24. Το πρώτο κριτήριο αφορά το αν το μέτρο είναι πρόσφορο: το οικείο μέτρο πρέπει πράγματι να συμβάlλει στην επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Για παράδειγμα, στην απόφαση Aragonesa, το Δικαστήριο έκρινε ότι η νομοθεσία που περιόριζε τη διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών ήταν πρόσφορη για την προστασία της δημοσίας υγείας (19). Αντιθέτως, στην απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αποκαλούμενη «γάλα UHT»), το Δικαστήριο έκρινε ότι μια ρύθμιση που επέβαλλε μια δεύτερη θερμική επεξεργασία εντός του Ηνωμένου Βασιλείου για το εισαγόμενο γάλα UHT δεν ήταν πρόσφορο μέσον για την προστασία της δημοσίας υγείας (20). Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας είχε δεχθεί ορισμένες εισαγωγές χωρίς να απαιτήσει μια δεύτερη θερμική επεξεργασία και παρατήρησε ότι «δεν αποδείχτηκε […] ότι οι εισαγωγές αυτές έβλαψαν [έστω και κατ’ ελάχιστο] τη δημόσια υγεία» (21). Το ζήτημα που πρέπει να προσδιοριστεί κατά την εφαρμογή του κριτηρίου σχετικά με το αν το οικείο μέτρο είναι πρόσφορο είναι το αν το μέτρο αυτό έχει όντως πλεονεκτήματα όσον αφορά τα δικαιολογημένα συμφέροντα του κράτους μέλους. Όταν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, το μέτρο αντιβαίνει εξ ορισμού προς την αρχή της αναλογικότητας.
25. Το δεύτερο κριτήριο αφορά την ανάγκη λήψεως του μέτρου. Πιο συγκεκριμένα, αφορά το ζήτημα σχετικά με το αν υπάρχει στην πράξη κάποιο εξίσου αποτελεσματικό εναλλακτικό μέτρο ικανό να προστατεύσει τα δικαιολογημένα συμφέροντα του κράτους μέλους, που να είναι όμως λιγότερο περιοριστικό σε βάρος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Και πάλι, μπορεί το κράτος μέλος να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα με μικρότερο κόστος σε βάρος του ενδοκοινοτικού εμπορίου χρησιμοποιώντας παρόμοιους πόρους για ένα εναλλακτικό μέτρο; Μια φορά ακόμη, η απόφαση «γάλα UHT» μπορεί να ληφθεί υπόψη ως παράδειγμα. Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας επιδίωξε να δικαιολογήσει την ύπαρξη ενός συστήματος ειδικών αδειών εισαγωγής για το γάλα UHT με παρατηρήσεις σχετικά με την προστασία της υγείας των ζώων. Εντούτοις, το Δικαστήριο θεώρησε ότι από το σύστημα αδείας προέκυπτε «για το ενδοκοινοτικό εμπόριο ένα εμπόδιο που θα μπορούσε […] να εξαλειφθεί, χωρίς να μειωθεί η αποτελεσματικότητα της προστασίας της υγείας των ζώων και χωρίς να καταστεί επαχθέστερη η διοικητική ή οικονομική επιβάρυνση την οποία συνεπάγεται η επιδίωξη του σκοπού αυτού» (22). Ασφαλώς, αν ένα κράτος μέλος μπορεί να αποδείξει ότι η λήψη του εναλλακτικού μέτρου θα παρέβλαπτε άλλα δικαιολογημένα συμφέροντα (για παράδειγμα, θεμελιώδη δικαιώματα), η περίσταση αυτή θα πρέπει να ληφθεί υπόψη (23). Ωστόσο, κατά κανόνα, η μη επιλογή του λιγότερο περιοριστικού εναλλακτικού μέτρου συνιστά προσβολή της αρχής της αναλογικότητας (24).
26. Στη θεωρία γίνεται συχνά αναφορά στο τρίτο κριτήριο με την ονομασία κριτήριο «της αναλογικότητας stricto sensu» (25). Η εν λόγω πτυχή της εκτιμήσεως της αναλογικότητας μπορεί να περιγραφεί με τον ακόλουθο κανόνα: όσο μεγαλύτερος είναι ο περιορισμός της αρχής της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η σημασία της διασφαλίσεως του δημοσίου συμφέροντος που επικαλείται το κράτος μέλος (26). Έτσι, το κράτος μέλος πρέπει να αποδείξει ότι το επίπεδο της προστασίας που αποφασίζει να παράσχει στα δικαιολογημένα του συμφέροντα ευρίσκεται σε αναλογία με την έκταση των εμποδίων που η προστασία αυτή δημιουργεί στο ενδοκοινοτικό εμπόριο (27). Η διαφορά με το δεύτερο κριτήριο είναι ότι, ως αποτέλεσμα του τρίτου κριτηρίου, μπορεί να ζητηθεί από ένα κράτος μέλος να λάβει ένα μέτρο λιγότερο περιοριστικό για το ενδοκοινοτικό εμπόριο, έστω και αν τούτο έχει ως συνέπεια ότι το επίπεδο της προστασίας των δικαιολογημένων συμφερόντων του θα είναι λιγότερο υψηλό. Στο πλαίσιο του κριτηρίου αυτού, το Δικαστήριο αφήνει συνήθως στο κράτος μέλος μια ορισμένη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή του επιπέδου της επιθυμητής προστασίας που πρόκειται να εξασφαλιστεί υπέρ του οικείου δημοσίου συμφέροντος (28). Έτσι, διαφορετικά κράτη μέλη μπορούν να αποδίδουν διαφορετική αξία στα δικαιολογημένα συμφέροντα που κρίνουν άξια προστασίας. Μόνο στους τομείς στους οποίους το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει ήδη με σαφήνεια ένα κοινό επίπεδο προστασίας του δικαιολογημένου συμφέροντος το Δικαστήριο εφαρμόζει το κριτήριο με περισσότερη αυστηρότητα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη οφείλουν να ανταποκριθούν σε ένα σημαντικότερο βάρος όταν επιδιώκουν να δικαιολογήσουν μέτρα που περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία. Για παράδειγμα, σε μια σειρά υποθέσεων σχετικά με την προστασία των καταναλωτών, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρξε προσβολή της αρχής της αναλογικότητας stricto sensu (29). Ιδίως με την απόφαση Estée Lauder, το Δικαστήριο θεώρησε ότι τα κράτη μέλη, όταν λαμβάνουν μέτρα σε βάρος του ενδοκοινοτικού εμπορίου προς προστασία του καταναλωτή, οφείλουν να προσαρμόσουν το επίπεδο προστασίας προς την «τεκμαιρομένη προσδοκία του μέσου καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος» (30). Η πλειονότητα των αποφάσεων του Δικαστηρίου στον τομέα της αναλογικότητας αφορά εντούτοις τα δύο πρώτα κριτήρια.
27. Ένα μέτρο που δεν ικανοποιεί τις γενικές απαιτήσεις της αναλογικότητας αποτελεί, κατά το άρθρο 30 ΕΚ, «συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών». Τέτοιοι περιορισμοί σαφώς απαγορεύονται.
28. Εντούτοις, ο έλεγχος που προβλέπει το άρθρο 30 ΕΚ δεν περιορίζεται στο σημείο αυτό. Επιπλέον της εκτιμήσεως της αναλογικότητας που περιγράφεται ανωτέρω, το μέτρο κράτους μέλους το οποίο υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ πρέπει να ικανοποιεί μια τελευταία προϋπόθεση. Το μέτρο αυτό δεν πρέπει να αποτελεί «μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων» (31). Και πάλι, τούτο απαιτεί εκτίμηση της αναλογικότητας, όμως από μια διαφορετική σκοπιά.
29. Η απόφαση Conegate αποτελεί ένα σαφές σχετικό παράδειγμα (32). Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα μάς πληροφορούν ότι η υπόθεση αφορούσε τα λεγόμενα «Love Love Dolls», «Miss World Specials», «Rubber Ladies» και «Sexy Vacuum Flasks». Αναρωτιέται κανείς περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Ωστόσο, αφήνοντας κατά μέρος κάθε αδικαιολόγητη περιέργεια, για τους σκοπούς της παρούσας αναλύσεώς μου αρκεί να σημειωθεί ότι οι βρετανικές αρχές θεώρησαν ότι τα προϊόντα ήταν άσεμνα ή ανήθικου χαρακτήρα και, κατά συνέπεια, απαγόρευσαν την εισαγωγή τους. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι λόγοι δημοσίας αιδούς μπορούν να δικαιολογήσουν μια τέτοια απαγόρευση, αλλά θεώρησε ότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας δεν μπορούσαν να επικαλεστούν τους λόγους αυτούς «για να απαγορεύσουν την εισαγωγή ορισμένων εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη όταν η νομοθεσία τους δεν περιλαμβάνει καμία απαγόρευση όσον αφορά την κατασκευή των ιδίων αυτών εμπορευμάτων ή τη διάθεσή τους στο εμπόριο στο έδαφός τους» (33). Απαγορεύοντας αποκλειστικά την εισαγωγή προϊόντων ανήθικου χαρακτήρα, η απαγόρευση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας αποτελούσε μια δυσμενή διάκριση. Η εν λόγω δυσμενής διάκριση ήταν αυθαίρετη και, επομένως, απαράδεκτη, καθόσον δεν εδικαιολογείτο αντικειμενικά –ή, σε περίπτωση που θα εδικαιολογείτο, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι η διαφορετική μεταχείριση των εισαγομένων και των εγχωρίων εμπορευμάτων ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (34).
30. Η δυσμενής διάκριση δεν είναι «αυθαίρετη» όταν είναι δικαιολογημένη και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (35). Με την απόφαση Deutscher Apothekerverband το Δικαστήριο θεώρησε ότι η γερμανική νομοθεσία που απαγόρευε την απευθείας πώληση φαρμάκων από τα φαρμακεία μέσω Διαδικτύου είχε μεγαλύτερη επίπτωση στα φαρμακεία που ήταν εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη, διότι «το Διαδίκτυο αποτελεί ένα πολύ σημαντικότερο μέσο για τα φαρμακεία που δεν είναι εγκατεστημένα στη γερμανική επικράτεια, προκειμένου να μπορέσουν να έχουν άμεση πρόσβαση στην αγορά αυτή (36)». Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαγόρευση, παρά τη διαφορετική μεταχείριση που συνεπαγόταν, μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 30 ΕΚ, καθόσον εφαρμοζόταν για τα φάρμακα που χορηγούνταν κατόπιν ιατρικής συνταγής:
«Ενόψει των κινδύνων που μπορεί να ενέχει η χρησιμοποίηση των φαρμάκων αυτών, η ανάγκη να είναι δυνατή η αποτελεσματική και υπεύθυνη εξακρίβωση της εγκυρότητας των συνταγών που παρέχουν οι ιατροί και η ανάγκη εξασφαλίσεως με τον τρόπο αυτό της χορηγήσεως του φαρμάκου είτε στον ίδιο τον πελάτη είτε σε άτομο στο οποίο ο τελευταίος έχει αναθέσει την αγορά του φαρμάκου μπορεί να δικαιολογεί μιαν απαγόρευση πωλήσεως δι’ αλληλογραφίας. […] [Τ]ο γεγονός ότι επιτρέπεται η χορήγηση φαρμάκων για τα οποία απαιτείται ιατρική συνταγή μετά την παραλαβή σχετικής συνταγής και χωρίς άλλον έλεγχο μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καταχρηστικής ή εσφαλμένης χρήσεως των ιατρικών συνταγών.» (37)
Με άλλα λόγια, μπορεί να γίνεται αποδεκτός ένας ορισμένος βαθμός διαφορετικής μεταχειρίσεως ή διαφορετικής επιπτώσεως επί των εισαγομένων προϊόντων αν η οικεία ρύθμιση είναι ανάλογη προς τις αντικειμενικές διαφορές μεταξύ των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων. Στην περίπτωση αυτή, το κριτήριο της αναλογικότητας χρησιμεύει προς διάκριση μεταξύ των αποδεκτών και των αυθαιρέτων διακρίσεων.
31. Κατά συνέπεια, ο βάσει του άρθρου 30 ΕΚ έλεγχος μέτρου ληφθέντος από κράτος μέλος απαιτεί την εφαρμογή μιας ή περισσοτέρων από τις ακόλουθες μεθόδους εκτιμήσεως: εφαρμογή του κριτηρίου του πρόσφορου μέτρου, του κριτηρίου της ανάγκης λήψεώς του, του κριτηρίου του ελέγχου της αναλογικότητας stricto sensu και του κριτηρίου σχετικά με το αν το μέτρο αποτελεί μέσο αυθαίρετης δυσμενούς διακρίσεως, που με τη σειρά του συνεπάγεται εκτίμηση της συμφωνίας προς την αρχή της αναλογικότητας των εισαγόντων διακρίσεις επιπτώσεων του μέτρου.
32. Στο πλαίσιο διαδικασίας υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, η τελική εκτίμηση της αναλογικότητας απόκειται συχνά στο αιτούν δικαστήριο (38). Ωστόσο, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα νομικά κριτήρια που αυτό πρέπει να ακολουθήσει. Συναφώς, είναι σημαντικό να υπογραμμίζει το Δικαστήριο τις ειδικές πτυχές τις οποίες το αιτούν δικαστήριο μπορεί να απαιτείται να εξετάσει προκειμένου να προβεί στον έλεγχο της αναλογικότητας που του έχει ανατεθεί.
33. Εν προκειμένω, με γνώμονα την ύπαρξη άλλης εφαρμοστέας νομοθεσίας στον τομέα της εμπορίας και της καταναλώσεως οινοπνεύματος, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει αν το σύστημα αδείας εισαγωγής οινοπνεύματος για εμπορικούς σκοπούς συμβάλλει με κάποιο τρόπο στον σκοπό της αποτροπής της προσωπικής καταναλώσεως οινοπνεύματος. Τούτο θα βοηθήσει ώστε να εξακριβωθεί αν το μέτρο είναι πράγματι αναγκαίο ή αν ο σκοπός του μπορεί να επιτευχθεί επίσης με εναλλακτικά μέτρα λιγότερο περιοριστικά για το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
34. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το σύστημα αδείας εισαγωγής δεν δημιουργεί αυθαίρετη δυσμενή διάκριση υπό την έννοια του άρθρου 30 ΕΚ. Κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως η Φινλανδική Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι οι επιχειρηματίες ή οι παραγωγοί και κατασκευαστές που επιθυμούν να αγοράσουν οινόπνευμα για εμπορικό σκοπό από εγχώριες επιχειρήσεις παραγωγής πρέπει επίσης να έχουν άδεια. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, με μια «γενική εκτίμηση» (39) των εφαρμοστέων εθνικών κανόνων και της σχετικής διοικητικής πρακτικής, αν το σύστημα αδείας για την εισαγωγή οινοπνεύματος είναι αντίστοιχο προς το σύστημα αδείας για το εγχωρίως παραγόμενο οινόπνευμα. Αν υφίστανται διαφορές –για παράδειγμα, όσον αφορά το κόστος ή τις συνθήκες χορηγήσεως αδείας–, οι διαφορές αυτές θα πρέπει να δικαιολογούνται αντικειμενικά και να είναι σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας.
IV – Πρόταση
35. Με βάση τις ανωτέρω παρατηρήσεις, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Korkein oikeus ως ακολούθως:
1) Το άρθρο 28 ΕΚ εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας η οποία απαιτεί άδεια για την εισαγωγή, από άλλο κράτος μέλος, ουσιών που περιέχουν μη μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη σε ποσοστό μεγαλύτερο από 80 % κατ’ όγκο («οινόπνευμα»).
2) Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν η επίμαχη νομοθεσία είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει ότι η νομοθεσία αυτή είναι πρόσφορη σε σχέση με τον σκοπό της αποτροπής της προσωπικής καταναλώσεως οινοπνεύματος, ότι είναι αναγκαία προς επίτευξη του σκοπού αυτού και ότι δεν εισάγει αυθαίρετες δυσμενείς διακρίσεις υπό την έννοια του άρθρου 30 ΕΚ.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – William Shakespeare, Οθέλλος, πράξη ΙΙ, σκηνή III (μετάφραση Ερρίκου Μπελλιέ, εκδόσεις Κέδρος 2000).
3 – Όπ.π.
4 – Οδηγία 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (ΕΕ L 76, σ. 1).
5 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5).
6 – Απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2004, C-41/02, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2004, σ. I-11375, σκέψη 39)· απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005, C‑320/03, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2005, σ. I-9871, σκέψη 67)· απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005, C-366/04, Schwarz (Συλλογή 2005, σ. I-10139, σκέψη 28).
7 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1971, 51/71 έως 54/71, International Fruit Company (Συλλογή τόμος 1971, σ. 1091, σκέψη 9)· απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Φεβρουαρίου 1983, 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1983, σ. 203, σκέψη 9)· απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1984, 40/82, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1984, σ. 283, σκέψη 24)· απόφαση της 5ης Ιουλίου 1990, C-304/88, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1990, σ. I-2801, σκέψη 9)· απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1992, C-235/91, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1992, σ. I-5917, σκέψη 5). Βλ. επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου ΕΖΕΣ της 16ης Δεκεμβρίου 1994, Restamark, υπόθεση E-1/94, σκέψεις 49 και 50.
8 – «… [Π]ικρόν εγένετο το σίκερα [ο οίνος] τοις πίνουσιν.» (Ησαΐας, κδ΄, 9) (μετάφραση «των Εβδομήκοντα»). Βλ. επίσης: Λευιτικόν, ι΄, 9, Δικαστές, ιγ΄, 4, 7, 14· Παροιμίες, κ΄, 1· κγ΄, 32, λα΄, 4 και 5 και Ησαΐας, ε΄, 22.
9 – Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1999, C-394/97 (Συλλογή 1999, σ. I-3599, σκέψη 33).
10 – Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-1/90 και C‑176/90, Aragonesa de Publicidad Exterior και Publivía (Συλλογή 1991, σ. I-4151, σκέψη 13).
11 – Όσον αφορά τους κανόνες που περιορίζουν τη διαφήμιση οινοπνευματωδών ποτών, βλ. ιδίως την απόφαση Aragonesa, παρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψεις 15 και 16· την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980, 152/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 465, σκέψη 17)· την απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001, C-405/98, Gourmet International Products (Συλλογή 2001, σ. I-1795, σκέψη 27), και, στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, την απόφαση της 13ης Ιουλίου 2004, C‑429/02, Bacardi France (Συλλογή 2004, σ. I-6613, σκέψη 37).
12 – Απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-205/89, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1991, σ. I-1361, σκέψη 9).
13 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321).
14 – Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, C-189/95, ποινική δίκη κατά Franzén (Συλλογή 1997, σ. I-5909, σκέψη 76)· απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-270/02, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2004, σ. I-1559, σκέψη 22).
15 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 14.
16 – Απόφαση Franzén, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψεις 76 και 77.
17 – Όσον αφορά το ποια μέτρα πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο μιας τέτοιας εκτιμήσεως εκ μέρους του Δικαστηρίου, βλ. τις προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-158/04 και C-159/04, ΤΡΟΦΟ Super-Markets, μη δημοσιευθείσες ακόμη στη Συλλογή, ειδικότερα τα σημεία 40, 41 και 46.
18 – Βλ. σαφώς: τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 22ας Νοεμβρίου 1990 στις υποθέσεις Conforama κ.λπ. και Marchandise κ.λπ. (αποφάσεις της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-312/89 (Συλλογή 1991, σ. I-997, σκέψη 14), και C-332/89 (Συλλογή 1991, σ. I-1027). Βλ., επίσης, F. G Jacobs, «Recent developments in the principle of proportionality in European Community Law», και T. Tridimas, «Proportionality in Community Law: searching for the appropriate standard of scrutiny», στο: The Principle of proportionality in the laws of Europe, 1999, σ. 65-84· G. De Búrca, «The principle of proportionality and its application in EC Law», Yearbook of European Law, τόμος 13 (1993), σ. 105-150· J. H. Jans, «Proportionality revisited», Legal issues of Economic Integration, τόμος 27 (2000), n°3, σ. 239-265.
19 – Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, Aragonesa de Publicidad Exterior και Publivía, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 15. Βλ. επίσης την απόφαση Schwarz, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψεις 34 έως 36.
20 – Υπόθεση 124/81, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7.
21 – Σκέψη 32. Βλ. επίσης την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-270/02, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2004, σ. I-1559, σκέψη 24).
22 – Απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου («γάλα UHT»), προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 18.
23 – Μολονότι το εναλλακτικό μέτρο μπορεί να είναι λιγότερο περιοριστικό για την ελεύθερη κυκλοφορία και επίσης πρόσφορο για την επίτευξη του αρχικού σκοπού της εθνικής νομοθεσίας, τούτο μπορεί να συνεπάγεται νέο κόστος λαμβανομένων υπόψη άλλων δικαιολογημένων συμφερόντων που αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο. Βλ. επ’ αυτού την απόφαση της 8ης Απριλίου 1992, C-62/90, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1992, σ. I-2575, σκέψεις 24 και 25).
24 – Όταν τα κράτη μέλη επιθυμούν να λάβουν ένα μέτρο με δραστικά αποτελέσματα για την ελεύθερη κυκλοφορία, έχουν την υποχρέωση «να εξετάσουν επισταμένως τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως άλλων μέσων που να περιορίζουν λιγότερο την ελευθερία κυκλοφορίας», ειδάλλως το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας χωρίς καν να απαιτείται να αποφανθεί επί της υπάρξεως εναλλακτικών μέσων (απόφαση Επιτροπή κατά Αυστρίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 87).
25 – Για παράδειγμα, W. Van Gerven, «The effect of proportionality on the actions of Member States of the European Community: national viewpoints from continental Ευρώπη», στο: The Principle of proportionality in the laws of Europe, 1999, σ. 38.
26 – R. Alexy, «On balancing and subsumption. A structural comparison», Ratio juris, τόμος 16 (2003), 4, σ. 436.
27 – Βλ. επ’ αυτού την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-169/91, Council of the City of Stoke-on-Trent (Συλλογή 1991, σ. I-6635, σκέψη 15), και την απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, C-112/00, Schmidberger (Συλλογή 2003, σ. I-5659, σκέψη 81).
28 – Βλ. για παράδειγμα την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, C-36/02, Omega (Συλλογή 2004, σ. I-9609, ειδικότερα τις σκέψεις 32, 37 και 39).
29 – J. H. Jans, προαναφερθέν, σ. 251-252· G. Davies, Nationality discrimination in the European internal market, 2003, σ. 35-36.
30 – Απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2000, C-220/98, Estée Lauder (Συλλογή 2000, σ. I-117, σκέψη 27). Βλ. επίσης την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-358/01, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. I-13145, σκέψεις 53 και 58)· την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2002, C-99/01, Linhart και Biffl (Συλλογή 2002, σ. I-9375, σκέψη 31)· και την απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-3/99, Ruwet (Συλλογή 2000, σ. I-8749, σκέψεις 50 έως 53).
31 – Δεύτερη περίοδος του άρθρου 30 ΕΚ. Βλ., ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση Schwarz, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 37.
32 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαρτίου 1986, 121/85, Conegate Limited (Συλλογή 1986, σ. 1007).
33 – Απόφαση Conegate, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψη 16.
34 – Βλ. επίσης κατ’ αναλογία (στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων) την απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Δεκεμβρίου 1974, 41/74, Van Duyn, Συλλογή τόμος 1974, σ. 537. Η απόφαση Conegate μπορεί να αντιπαραβληθεί προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1979, 34/79, Henn και Darby (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 781).
35 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1975, 4/75, Rewe-Zentralfinanz (Συλλογή τόμος 1975, σ. 267, σκέψη 8), και απόφαση Henn και Darby, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 21.
36 – Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2003, C-322/01, Deutscher Apothekerverband (Συλλογή 2003, σ. I-14887, σκέψη 74).
37 – Απόφαση Deutscher Apothekerverband, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψη 119.
38 – Βλ. για παράδειγμα την απόφαση της 26ης Μαΐου 2005, C-20/03, Burmanjer κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I-4133), και την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C-441/04, A-Punkt Schmuckhandels GmbH (Συλλογή 2006, σ. I-2093).
39 – Απόφαση Henn και Darby, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 34, σκέψη 21.
Full & Egal Universal Law Academy