ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 17ης Νοεμβρίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-473/04
Plumex
κατά
Young Sports NV
[αίτηση του Hof van Cassatie (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής απόφασης]
«Κανονισμός 1348/2000 – Επίδοση ή κοινοποίηση στα κράτη μέλη δικαστικών πράξεων – Τρόποι – Πλείονες – Επίδοση που συντελείται μέσω των υπηρεσιών που έχουν ορίσει τα κράτη μέλη – Ταχυδρομική επίδοση – Υπερισχύει κάποιος από τους τρόπους αυτούς σε περίπτωση σωρευτικής εφαρμογής τους;»
1. Με απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2004, το Hof van Cassatie του Βελγίου υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 68 ΕΚ και 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: κανονισμός 1348/2000 ή, απλώς, κανονισμός) (2).
2. Το βελγικό δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσία αν ο κανονισμός 1348/2000 ιεραρχεί τους διαφόρους τρόπους επιδόσεων και κοινοποιήσεων τους οποίους προβλέπει. Ειδικότερα, το δικαστήριο αυτό ερωτά αν η επίδοση που συντελείται μέσω των υπηρεσιών που έχουν ορίσει τα κράτη μέλη υπερισχύει της επίδοσης που πραγματοποιείται απευθείας ταχυδρομικά και αν επομένως η επίδοση αυτή αποτελεί, σε περίπτωση που η επίδοση έχει πραγματοποιηθεί με αμφότερους τους τρόπους αυτούς, το κριτήριο για τον καθορισμό της ημερομηνίας κατά την οποία συντελέστηκε η επίδοση.
I – Νομικό πλαίσιο
Α – Κοινοτικό δίκαιο
3. Το Συμβούλιο, κρίνοντας ότι, για να διασφαλιστεί η «καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς», απαιτείται η «καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων προς επίδοση και κοινοποίηση σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις» (δεύτερη αιτιολογική σκέψη), εξέδωσε τον κανονισμό 1348/2000.
4. Στο κεφάλαιο II ο κανονισμός προβλέπει διάφορες μορφές επίδοσης (ή κοινοποίησης) εντός των κρατών μελών των δικαστικών πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος.
5. Η πρώτη μορφή συνίσταται στην επίδοση ή κοινοποίηση που πραγματοποιείται από τις υπηρεσίες που ορίζονται ειδικά από τα κράτη μέλη ως αρμόδιες για την αποστολή και την παραλαβή αυτών των πράξεων (στο εξής: επίδοση μέσω των αρμόδιων υπηρεσιών). Σε σχέση με αυτή τη μορφή επιδόσεων ο κανονισμός ρυθμίζει λεπτομερώς τους τρόπους και τις προθεσμίες (τμήμα 1, άρθρα 4 έως 11). Με λίγα λόγια, η προς επίδοση πράξη, συνοδευόμενη από αίτηση συντασσόμενη επί ενός εντύπου και προσηκόντως μεταφρασμένη, αποστέλλεται από την υπηρεσία διαβίβασης ενός κράτους μέλους στην υπηρεσία παραλαβής άλλου κράτους μέλους. Η υπηρεσία παραλαβής, αφού αποστείλει αποδεικτικό παραλαβής στην υπηρεσία διαβίβασης, επιδίδει την πράξη ή μεριμνά προς τούτο σύμφωνα με το δίκαιο του δικού της κράτους. Η υπηρεσία παραλαβής καταρτίζει στη συνέχεια βεβαίωση για τις διατυπώσεις που διεκπεραιώθηκαν, η οποία πρέπει να αποσταλεί στην υπηρεσία διαβίβασης.
6. Πέρα από αυτή την πρώτη μορφή επίδοσης (ή κοινοποίησης) ο κανονισμός προβλέπει στη συνέχεια «άλλους τρόπους» (τμήμα 2), και συγκεκριμένα: i) τη διαβίβαση διά της προξενικής ή διπλωματικής οδού (άρθρα 12 και 13), ii) την απευθείας ταχυδρομική επίδοση ή κοινοποίηση (άρθρο 14, στο εξής: ταχυδρομική επίδοση) και iii) την απευθείας αίτηση επίδοσης ή κοινοποίησης (άρθρο 15).
7. Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, θα ήθελα να υπενθυμίσω το άρθρο 14, το οποίο αφορά την ταχυδρομική επίδοση και έχει ως εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος δύναται να επιδίδει ή να κοινοποιεί δικαστικές πράξεις απευθείας με το ταχυδρομείο σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους.
2. Κάθε κράτος μέλος δύναται, κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, να καθορίσει τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να δεχθεί την επίδοση ή την κοινοποίηση δικαστικών πράξεων με το ταχυδρομείο.»
8. Η Πορτογαλία έχει δηλώσει ότι δέχεται τις επιδόσεις και κοινοποιήσεις με το ταχυδρομείο, υπό τον όρο ότι γίνονται με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής και ότι η προς κοινοποίηση πράξη συνοδεύεται από μετάφραση σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (3).
Β – Εθνικό δίκαιο
9. Για την υπό κρίση υπόθεση έχει σημασία να υπενθυμιστεί ότι, κατά το άρθρο 1051, παράγραφος 1, του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής: ΚΠολΔ), η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι ένας μήνας από την επίδοση της απόφασης. Κατά το άρθρο 55 του ΚΠολΔ, η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τριάντα ημέρες, όταν το πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε η απόφαση δεν κατοικεί ούτε διαμένει στο Βέλγιο.
10. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσω το άρθρο 40, παράγραφος 1, το οποίο ορίζει ότι η επίδοση θεωρείται ότι ολοκληρώθηκε με την παράδοση της προς επίδοση πράξης στο ταχυδρομικό κατάστημα.
II – Περιστατικά και διαδικασία
11. Τα πραγματικά περιστατικά περιγράφονται μάλλον αποσπασματικά στη διάταξη περί παραπομπής.
12. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται πάντως ότι αντίδικοι στην κύρια δίκη είναι η πορτογαλική εταιρία Plumex και η βελγική εταιρία Young Sports (στο εξής: Young).
13. Στην πρωτοβάθμια δίκη, που διεξήχθη ενώπιον του Rechtbank van Koophandel, η Young επέτυχε την έκδοση ευνοϊκής γι’ αυτήν απόφασης και προέβη στην επίδοσή της στην αντίδικο με δύο διαφορετικούς τρόπους.
14. Η πρώτη επίδοση πραγματοποιήθηκε απευθείας με το ταχυδρομείο, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού. Συγκεκριμένα, η Young παρέδωσε την προς επίδοση πράξη στο ταχυδρομικό κατάστημα στις 12 Οκτωβρίου 2001, ενώ η Plumex επέστρεψε το αποδεικτικό παραλαβής στις 17 Οκτωβρίου 2001.
15. Η δεύτερη επίδοση, μέσω των αρμόδιων υπηρεσιών του Βελγίου και της Πορτογαλίας, ολοκληρώθηκε στις 6 Νοεμβρίου 2001.
16. Στις 17 Δεκεμβρίου 2001 η Plumex άσκησε έφεση ενώπιον του Hof van beroep κατά της απόφασης που της είχε επιδοθεί σύμφωνα με τα εκτιθέμενα παραπάνω. Η έφεση αυτή όμως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Συγκεκριμένα, κατά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης είχε αρχίσει να τρέχει μία ημέρα μετά την ολοκλήρωση της πρώτης επίδοσης (της ταχυδρομικής επίδοσης, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2001) και είχε λήξει ένα μήνα και τριάντα ημέρες αργότερα, δηλαδή στις 11 Δεκεμβρίου 2001. Επομένως, η έφεση που ασκήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2001 ήταν εκπρόθεσμη.
17. Κατόπιν αυτού, η Plumex, διαφωνώντας με το σκεπτικό αυτό, άσκησε αναίρεση.
18. Η αναιρεσείουσα εταιρία βάλλει ειδικότερα κατά της απόφασης του Hof van beroep να θεωρήσει υπερισχύουσα εν προκειμένω την ταχυδρομική επίδοση. Κατά την Plumex δηλαδή, η ταχυδρομική επίδοση αποτελεί, στο πλαίσιο του συστήματος που καθιέρωσε ο κανονισμός, ένα «δευτερεύον» μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις· εν πάση περιπτώσει, το μέσο αυτό είναι υποδεέστερο του βασικού τρόπου επίδοσης, ο οποίος ρυθμίζεται από τα άρθρα 4 έως 11 και ο οποίος επομένως αποτελεί το σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της ημερομηνίας έναρξης της προθεσμίας, έστω και αν η επίδοση έχει ήδη πραγματοποιηθεί με κάποιον από τους άλλους επιτρεπόμενους τρόπους. Κατά συνέπεια, η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης εν προκειμένω άρχισε να τρέχει, όπως επισημαίνει η Plumex, στις 6 Νοεμβρίου (ημερομηνία της «κύριας» επίδοσης) και όχι στις 12 Οκτωβρίου 2001 (ημερομηνία της «δευτερεύουσας» επίδοσης).
19. Το βελγικό ακυρωτικό, έχοντας αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1348/2000, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία που εκκρεμούσε ενώπιόν του και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Αποτελεί η κατά την έννοια των άρθρων 4 έως 11 επίδοση τον κύριο τρόπο επιδόσεως, η δε επίδοση απευθείας με το ταχυδρομείο, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 14, τον δευτερεύοντα τρόπο επιδόσεως, οπότε ο πρώτος τρόπος υπερισχύει του δεύτερου όταν αμφότεροι συντελούνται σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις;
2) Σε περίπτωση σωρευτικής επίδοσης μιας πράξης αφενός σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 11 και αφετέρου απευθείας με το ταχυδρομείο σύμφωνα με το άρθρο 14, ερωτάται αν η προθεσμία για την άσκηση έφεσης αρχίζει να τρέχει έναντι του παραλήπτη της προς επίδοση πράξης κατά την ημερομηνία της επίδοσης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 11 και όχι κατά την ημερομηνία της επίδοσης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 14.»
20. Γραπτές παρατηρήσεις στην υπό κρίση υπόθεση κατέθεσαν οι Κυβερνήσεις της Αυστρίας, της Φινλανδίας, της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή.
III – Νομική ανάλυση
Επί του πρώτου ερωτήματος
21. Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν μεταξύ της επίδοσης που πραγματοποιείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών και που ρυθμίζεται από τα άρθρα 4 έως 11 και της επίδοσης που πραγματοποιείται ταχυδρομικά και την οποία διέπει το άρθρο 14 του κανονισμού υπάρχει κάποια ιεράρχηση, με αποτέλεσμα η πρώτη να πρέπει να θεωρείται ως ο κύριος τρόπος επίδοσης και η δεύτερη ως ήσσων ή δευτερεύων τρόπος.
22. Θα ήθελα ευθύς αμέσως να πω ότι φρονώ, όπως ακριβώς και όλες οι κυβερνήσεις που διατύπωσαν παρατηρήσεις και η Επιτροπή, ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι αρνητική. Φρονώ δηλαδή ότι δεν υπάρχει καμία ιεράρχηση των εν λόγω δύο μορφών επίδοσης και ότι συνεπώς η ταχυδρομική επίδοση μπορεί να χρησιμοποιείται εναλλακτικά ή συμπληρωματικά προς τους άλλους επιτρεπόμενους τρόπους, χωρίς να είναι αναγκαίο προς τούτο να μην έχουν ευδοκιμήσει οι άλλοι αυτοί τρόποι, και ειδικότερα η επίδοση που πραγματοποιείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών.
23. Η ορθότητα της άποψης αυτής, η οποία είναι και η κρατούσα στη θεωρία, επιβεβαιώνεται από επιχειρήματα στηριζόμενα στη γραμματική και στην τελολογική ερμηνεία.
24. Όσον αφορά τα στηριζόμενα στη γραμματική ερμηνεία, αρκεί το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη που να καθορίζει κάποια σειρά προτεραιότητας μεταξύ των διαφόρων τρόπων επίδοσης που προβλέπει ο κανονισμός αυτός. Αντίθετα, το άρθρο 14, παράγραφος 1, παρέχει ρητά στα κράτη μέλη την ευχέρεια να προβαίνουν στην επίδοση δικαστικών πράξεων «απευθείας με το ταχυδρομείο σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους». Επιπλέον, η ευχέρεια αυτή δεν εξαρτάται σε καμία περίπτωση από την προηγούμενη χρησιμοποίηση των άλλων τρόπων επίδοσης, και ειδικότερα του ρυθμιζόμενου από τα άρθρα 4 έως 11.
25. Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό συνάδει επίσης προς τον σκοπό του κανονισμού 1348/2000, με τον οποίο επιδιώκεται η «καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων προς επίδοση και κοινοποίηση σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις» (δεύτερη αιτιολογική σκέψη).
26. Συγκεκριμένα, θεωρώ ότι δεν θα συμβιβαζόταν με τον σκοπό αυτό η λύση που θα έδινε προτεραιότητα στην επίδοση που πραγματοποιείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών, δεδομένου ότι ο τρόπος αυτός δεν αποτελεί, από τη φύση του και μόνο (βλ. παραπάνω το σημείο 5), την ταχύτερη δυνατή διαδικασία. Αντίστροφα, θα συμβιβαζόταν ακόμη λιγότερο με τον σκοπό αυτό η λύση που θα προσέδιδε δευτερεύοντα και μόνο ρόλο στην ταχυδρομική επίδοση –εφόσον έχει αποφασιστεί να γίνει πλήρως αποδεκτή– που οπωσδήποτε είναι ο ταχύτερος και λιγότερο επαχθής τρόπος (βλ. παραπάνω το σημείο 6).
27. Λογικότερη και συνεπέστερη προς τον ανωτέρω εκτεθέντα σκοπό είναι συνεπώς η αντίθετη ερμηνεία του κανονισμού, κατά την οποία όλοι οι επιτρεπόμενοι τρόποι επίδοσης είναι ισοδύναμοι, οπότε οι ενδιαφερόμενοι έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν ποιον από τους τρόπους αυτούς θα χρησιμοποιήσουν και να προτιμούν, ανάλογα με την περίπτωση, αυτόν που κρίνουν καταλληλότερο και περισσότερο ενδεδειγμένο για τους ειδικότερους σκοπούς τους ή να χρησιμοποιούν τους τρόπους αυτούς ταυτόχρονα, ώστε τουλάχιστον ένας από αυτούς να ευδοκιμήσει (4).
28. Για τους λόγους που εξέθεσα παραπάνω, φρονώ επομένως ότι ο κανονισμός 1348/2000 δεν προβλέπει ούτε καμία ιεράρχηση ούτε καμία σειρά προτεραιότητας μεταξύ της επίδοσης που ρυθμίζεται από τα άρθρα 4 έως 11 και της απευθείας επίδοσης με το ταχυδρομείο, την οποία προβλέπει το άρθρο 14.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
29. Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσία ποιος τρόπος επίδοσης είναι κρίσιμος για τον καθορισμό της ημερομηνίας της επίδοσης, όταν χρησιμοποιούνται σωρευτικά αφενός ο τρόπος επίδοσης που ρυθμίζεται από τα άρθρα 4 έως 11 και αφετέρου η ταχυδρομική επίδοση.
30. Η Επιτροπή και η Αυστριακή Κυβέρνηση, αφού τονίζουν ορθά ότι ο κανονισμός σιωπά επί του σημείου αυτού, συνάγουν από τη σιωπή του αυτή ότι η απάντηση στο ερώτημα πρέπει να αναζητηθεί όχι στον ίδιο τον κανονισμό, αλλά στα κατ’ ιδίαν εθνικά δίκαια. Σε περίπτωση σώρευσης επομένως, για να καθοριστεί ποια είναι η επίδοση από την οποία αρχίζει να τρέχει ορισμένη δικονομική προθεσμία (εν προκειμένω, η προθεσμία για την άσκηση έφεσης), θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία που συνάγονται συναφώς από το εκάστοτε εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
31. Εγώ πάντως θεωρώ ότι η λύση αυτή δεν συνάδει προς την εξέλιξη που έχει σημειωθεί στον τομέα αυτό τα τελευταία χρόνια και η οποία έχει οδηγήσει όχι μόνο στη σταδιακή «κοινοτικοποίησή» του, αλλά και στην απευθείας ρύθμισή του με κανονισμούς.
32. Συγκεκριμένα, όπως είναι γνωστό, τα κράτη μέλη, αφού διακήρυξαν την πρόθεσή τους να δημιουργήσουν ένα κοινό «χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης», αποφάσισαν να «εδραιώσουν» τα αναγκαία προς τούτο μέτρα σε μηχανισμούς και σε αρχές που να προσιδιάζουν στην κοινοτική έννομη τάξη· με άλλα λόγια, εξέφρασαν τη βούλησή τους να «κοινοτικοποιήσουν» τον σχετικό τομέα και να διασφαλίσουν επομένως την «αυτοτελή ερμηνεία» και την «ενιαία εφαρμογή» της σχετικής ρύθμισης (5).
33. Για την υλοποίηση της βούλησης αυτής, η Συνθήκη του Άμστερνταμ μετέφερε από τον «τρίτο πυλώνα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα από τον τίτλο VI της Συνθήκης ΕΕ (άρθρα K1 έως K9), στον «κοινοτικό πυλώνα» την αρμοδιότητα θέσπισης μέτρων στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις. Με αυτά τα δεδομένα, εκδόθηκε ειδική κοινοτική πράξη που επαναλαμβάνει τις διατάξεις της Σύμβασης για την επίδοση και την κοινοποίηση στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, της οποίας τη σύναψη επιδίωξε το Συμβούλιο στο πλαίσιο ακριβώς του «τρίτου πυλώνα» (και ιδίως του άρθρου K3 της Συνθήκης ΕΕ), αλλά η οποία δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ λόγω της μη επίτευξης του αναγκαίου αριθμού κυρώσεων (6).
34. Επιπλέον όμως, η υπό κρίση πράξη δεν αποτελεί οδηγία, όπως είχε εντούτοις προτείνει αρχικά η Επιτροπή (7). Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο, αποκλίνοντας από την πρόταση αυτή και δεχόμενο την αντίθετη γνώμη του Κοινοβουλίου, το οποίο είχε τονίσει την ανάγκη «ταχείας, σαφούς» και κυρίως «ομοιογενούς εφαρμογής» των σχετικών διατάξεων (8), επέλεξε να προσδώσει στις διατάξεις αυτές τη μορφή διατάξεων κανονισμού, δηλαδή πράξης που, ως γνωστόν, είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Η διαδικασία κατέληξε επομένως στην έκδοση του κανονισμού 1348/2000, του οποίου ζητείται τώρα η ερμηνεία.
35. Πιστεύω δηλαδή, με δεδομένη την οπτική αυτή, ότι, έστω και αν τα νομοθετικά κείμενα σιωπούν, ο ερμηνευτής δεν μπορεί να μην εξακριβώσει, όπως συμβαίνει συχνά (9), αν είναι δυνατόν να προσδοθεί στα κείμενα αυτά, με βάση τους συνήθεις ερμηνευτικούς κανόνες, «κοινοτική» ερμηνεία, δηλαδή «αυτοτελής» και «ομοιόμορφη» ερμηνεία, αντί να λαμβάνεται ως κριτήριο η εκάστοτε εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία.
36. Συμφωνώ με τις Κυβερνήσεις της Φινλανδίας, της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ότι αυτού του είδους η ερμηνεία δεν μπορεί πράγματι να αποκλειστεί, αν εξεταστεί λογικά ο υπό κρίση κανονισμός και ληφθούν υπόψη οι σκοποί του, που παρατέθηκαν παραπάνω.
37. Συγκεκριμένα, όπως ανέφερα λίγο παραπάνω, ο κανονισμός αυτός διακηρύσσει ότι αποσκοπεί στην «καλύτερη και ταχύτερη» διαβίβαση μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων προς επίδοση σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (δεύτερη αιτιολογική σκέψη).
38. Με βάση την οπτική αυτή, είναι από κάθε άποψη λογικό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός, επιτρέποντας τη χρησιμοποίηση των διαφόρων τρόπων επίδοσης που ανέφερα παραπάνω χωρίς να τους ιεραρχεί, επιδίωκε τη βελτίωση του συστήματος με την παροχή ενός ευρύτερου φάσματος δυνατοτήτων. Για τον λόγο όμως ακριβώς αυτό πρέπει επίσης να συναχθεί το συμπέρασμα ότι σκοπός του κανονισμού δεν ήταν να δημιουργήσει κινδύνους σύγχυσης και αβεβαιότητας προβλέποντας ότι οι διάφοροι αυτοί τρόποι λαμβάνονται υπόψη σωρευτικά για τον καθορισμό της ημερομηνίας της επίδοσης. Αυτό όμως θα συνέβαινε, αν ετίθετο υπό αμφισβήτηση, μολονότι ο κανονισμός δεν παρέχει συναφώς καμία ένδειξη, το φυσικό και λογικό κριτήριο ότι ο καθορισμός της εν λόγω ημερομηνίας πρέπει να γίνεται με βάση την πρώτη επίδοση που έχει συντελεστεί εγκύρως.
39. Όσον αφορά άλλωστε τον σκοπό «ταχύτερης» διαβίβασης των πράξεων, νομίζω ότι ο σκοπός της ταχύτητας και της αποτελεσματικότητας εξυπηρετείται καλύτερα, αν γίνει δεκτό, αφού έχει διαπιστωθεί ότι μεταξύ των διαφόρων τρόπων επίδοσης δεν υπάρχει καμία ιεράρχηση, ότι η σειρά προτεραιότητας μεταξύ των τρόπων αυτών καθορίζεται με βάση τον χρόνο της επίδοσης και όχι την επιλεγείσα μορφή επίδοσης. Με άλλα λόγια, όσον αφορά την υπό εξέταση υπόθεση, πρέπει να ληφθεί υπόψη η κοινοποίηση που συντελέστηκε νομότυπα και ταχύτερα και όχι η επίδοση που για οποιοδήποτε λόγο πραγματοποιήθηκε μεταγενέστερα.
40. Για όλους αυτούς τους λόγους φρονώ ότι ο κανονισμός 1348/2000 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση σωρευτικής επίδοσης μιας πράξης, η οποία πραγματοποιείται αφενός σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 11 και αφετέρου απευθείας με το ταχυδρομείο σύμφωνα με το άρθρο 14, η πράξη αυτή θεωρείται ότι έχει επιδοθεί κατά τον χρόνο της πρώτης έγκυρης επίδοσης.
IV – Πρόταση
41. Κατόπιν των παραπάνω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Hof van Cassatie ως εξής:
«1) Ο κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, δεν προβλέπει ούτε καμία ιεράρχηση ούτε καμία σειρά προτεραιότητας μεταξύ της επίδοσης ή κοινοποίησης που ρυθμίζεται από τα άρθρα 4 έως 11 και της απευθείας επίδοσης ή κοινοποίησης με το ταχυδρομείο, την οποία προβλέπει το άρθρο 14.
2) Ο κανονισμός 1348/2000 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση σωρευτικής επίδοσης μιας πράξης, η οποία πραγματοποιείται αφενός σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 11 και αφετέρου απευθείας με το ταχυδρομείο σύμφωνα με το άρθρο 14, η πράξη αυτή θεωρείται ότι έχει επιδοθεί κατά τον χρόνο της πρώτης έγκυρης επίδοσης».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ L 160, σ. 37.
3 – Βλ. τις ανακοινώσεις των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ C 151, της 22ας Μαΐου 2001, σ. 4), όπως τροποποιήθηκε με την πρώτη ενημέρωση των ανακοινώσεων των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ C 202, της 18ης Ιουλίου 2001, σ. 10).
4 – Επισημαίνεται ότι μια μελέτη σχετική με την εφαρμογή του κανονισμού 1348/2000, της οποίας την κατάρτιση είχε ζητήσει η Επιτροπή, «επιβεβαιώνει ότι συχνά οι πράξεις επιδίδονται ή κοινοποιούνται απευθείας με το ταχυδρομείο» [βλ. την Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (COM/2004/603, σ. 7)].
5 – Βλ. την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2005, C-443/03, Leffler (δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 45 και 46).
6 – Βλ. την Πράξη του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 1997 σχετικά με την κατάρτιση της Σύμβασης για την επίδοση και την κοινοποίηση στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ C 261, σ. 1). Για λόγους πληρότητας, θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω ότι ο τομέας αυτός είχε αποτελέσει αντικείμενο, πριν καταρτιστεί η παραπάνω Σύμβαση, διαφόρων διεθνών συμβάσεων, και συγκεκριμένα της Σύμβασης για την επίδοση και την κοινοποίηση στην αλλοδαπή των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσει, η οποία είχε συναφθεί στη Χάγη στις 15 Νοεμβρίου 1965 και είχε υπογραφεί από τα περισσότερα κράτη μέλη της Ένωσης.
7 – Πρόταση της Επιτροπής για οδηγία του Συμβουλίου περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1999, C 247 E, σ. 11).
8 – Το Κοινοβούλιο, στην έκθεση που κατάρτισε σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την επίδοση και την κοινοποίηση στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις [(1999)219 – C5‑0044/1999 – 1999/0212(CNS), σ. 5], τόνισε ότι, «σε αντίθεση με την οδηγία, ο κανονισμός έχει το πλεονέκτημα ότι διασφαλίζει την ταχεία, σαφή και ομοιογενή εφαρμογή του κοινοτικού κειμένου που ανταποκρίνεται στον επιδιωκόμενο στόχο».
9 – Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Leffler.
Full & Egal Universal Law Academy