ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
Ε. SHARPSTON
της 4ης Μαΐου 2006 1(1)
Υπόθεση C-479/04
Laserdisken ApS
κατά
Kulturministeriet
1. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (2) (στο εξής: οδηγία για το δικαίωμα του δημιουργού ή οδηγία) επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν οποιασδήποτε μορφής διανομή των έργων τους στο κοινό.
2. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει ότι το δικαίωμα διανομής αναλώνεται εντός της Κοινότητας μόνον εάν η πρώτη πώληση εντός της Κοινότητας πραγματοποιείται από τον δικαιούχο ή με τη συναίνεσή του.
3. Αποτέλεσμα της αναλώσεως του δικαιώματος είναι ότι ο δικαιούχος δεν δύναται πλέον να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό προκειμένου να απαγορεύσει την περαιτέρω διανομή του έργου.
4. Με την υπό εξέταση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Østre Landsret (περιφερειακό δικαστήριο της ανατολικής Δανίας) ερωτά αν το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας απαγορεύει στα κράτη μέλη να διατηρούν στη νομοθεσία τους κανόνα περί διεθνούς αναλώσεως (ήτοι κανόνα δυνάμει του οποίου το δικαίωμα διανομής αναλώνεται ανεξαρτήτως του τόπου όπου έλαβε χώρα η πρώτη πώληση του έργου), και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν το άρθρο αυτό είναι ή όχι ανίσχυρο.
Η οδηγία για το δικαίωμα του δημιουργού
5. Η οδηγία για το δικαίωμα του δημιουργού εκδόθηκε βάσει των άρθρων 47, παράγραφος 2, 55 και 95 ΕΚ.
6. Το άρθρο 47, παράγραφος 2, ΕΚ παρέχει στο Συμβούλιο την εξουσία να εκδίδει οδηγίες για τον συντονισμό των εθνικών διατάξεων που αφορούν την πρόσβαση σε μη μισθωτές δραστηριότητες και την άσκησή τους. Κατά το άρθρο 55 ΕΚ, οι διατάξεις των άρθρων 45 έως 48 ΕΚ εφαρμόζονται και στον τομέα των υπηρεσιών. Το άρθρο 95 ΕΚ παρέχει στο Συμβούλιο την εξουσία να εκδίδει μέτρα για την προσέγγιση των εθνικών διατάξεων που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
7. Το προοίμιο της οδηγίας περιλαμβάνει τις ακόλουθες αιτιολογικές σκέψεις:
«(1) Η Συνθήκη προβλέπει την εγκαθίδρυση εσωτερικής αγοράς και την καθιέρωση ενός συστήματος που θα αποτρέπει τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά. Η εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα δικαιώματα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων αυτών.
[…]
(3) Η προτεινόμενη εναρμόνιση θα συμβάλει στην υλοποίηση των τεσσάρων ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς και βασίζεται στο σεβασμό των θεμελιωδών αρχών του δικαίου, ιδίως δε της ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ιδιοκτησίας, της ελευθερίας της έκφρασης και του δημοσίου συμφέροντος.
(4) Η εναρμόνιση του νομικού πλαισίου περί δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, αυξάνοντας την ασφάλεια του δικαίου και διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας, θα ενθαρρύνει τη διενέργεια σημαντικών επενδύσεων στη δημιουργικότητα και την καινοτομία […]
(7) Ως εκ τούτου, το κοινοτικό νομοθετικό πλαίσιο προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων πρέπει, επίσης, να προσαρμοστεί και συμπληρωθεί, στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να τροποποιηθούν οι εθνικές διατάξεις για το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα οι οποίες διαφέρουν σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο ή προκαλούν αβεβαιότητα δικαίου, δυσχεραίνοντας την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς […]
(9) Κάθε εναρμόνιση του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων πρέπει να βασίζεται σε υψηλό επίπεδο προστασίας, διότι τα εν λόγω δικαιώματα είναι ουσιώδη για την πνευματική δημιουργία. Η προστασία τους συμβάλλει στη διατήρηση και ανάπτυξη της δημιουργικότητας προς όφελος των δημιουργών, των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών, των καταναλωτών, του πολιτισμού, της βιομηχανίας και του κοινού γενικότερα. Ως εκ τούτου, η πνευματική ιδιοκτησία έχει αναγνωρισθεί ως αναπόσπαστο μέρος της ιδιοκτησίας.
(10) Για να συνεχίσουν τη δημιουργική και καλλιτεχνική τους εργασία, οι δημιουργοί ή οι ερμηνευτές και εκτελεστές καλλιτέχνες πρέπει να λαμβάνουν εύλογη αμοιβή για τη χρήση των έργων τους, όπως και οι παραγωγοί για να μπορούν να χρηματοδοτούν αυτές τις δημιουργίες. Οι απαιτούμενες επενδύσεις για την παραγωγή προϊόντων, όπως τα φωνογραφήματα, οι ταινίες ή τα προϊόντα πολυμέσων, και υπηρεσιών όπως οι “κατ’ αίτησιν” υπηρεσίες, είναι σημαντικές. Χρειάζεται κατάλληλη έννομη προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύλογη αμοιβή και η ικανοποιητική απόδοση των σχετικών επενδύσεων.
(11) Ένα αποτελεσματικό και αυστηρό σύστημα προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων αποτελεί βασικό μηχανισμό ώστε η ευρωπαϊκή πολιτιστική δημιουργικότητα και παραγωγή να εξασφαλίσουν τους αναγκαίους πόρους και να διασφαλιστεί η αυτονομία και η αξιοπρέπεια των δημιουργών και των ερμηνευτών.
(12) Η επαρκής προστασία των έργων που προστατεύονται από το δικαίωμα του δημιουργού και των αντικειμένων που καλύπτονται από τα συγγενικά δικαιώματα έχει επίσης μεγάλη πολιτιστική σημασία. Το άρθρο 151 της Συνθήκης απαιτεί από την Κοινότητα να συνυπολογίζει τις πολιτιστικές πτυχές όταν αναλαμβάνει δράση.
(14) Η παρούσα οδηγία πρέπει να προωθεί τη μάθηση και τον πολιτισμό μέσω της προστασίας έργων και άλλων αντικειμένων, επιτρέποντας παράλληλα παρεκκλίσεις ή περιορισμούς, προς το δημόσιο συμφέρον, για λόγους εκπαίδευσης και διδασκαλίας.
[…]
(28) Η προστασία του δικαιώματος του δημιουργού βάσει της παρούσας οδηγίας περιλαμβάνει το αποκλειστικό δικαίωμα ελέγχου της διανομής έργων που ενσωματώνονται σε υλικό φορέα. Η πρώτη πώληση στην Κοινότητα του πρωτοτύπου του έργου ή των αντιγράφων του από τον φορέα του δικαιώματος ή με τη συναίνεσή του επιφέρει ανάλωση του δικαιώματος ελέγχου της μεταπώλησής τους στην Κοινότητα. Το δικαίωμα αυτό δεν θα πρέπει να αναλώνεται όταν το πρωτότυπο ή τα αντίγραφά του πωλούνται από τον δικαιούχο ή με τη συναίνεσή του εκτός Κοινότητας […]».
8. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι η οδηγία «αφορά την νομική προστασία του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, με ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνία της πληροφορίας» (3).
9. Το άρθρο 4 φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα διανομής». Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς, όσον αφορά το πρωτότυπο ή αντίγραφο των έργων τους, το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διανομή τους στο κοινό με οποιαδήποτε μορφή, μέσω πώλησης ή άλλως.
2. Το δικαίωμα διανομής του πρωτοτύπου ή των αντιγράφων ενός έργου εντός της Κοινότητας αναλώνεται μόνον εάν η πρώτη πώληση ή η κατ’ άλλον τρόπο πρώτη μεταβίβαση της κυριότητας του έργου αυτού εντός της Κοινότητας πραγματοποιείται από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του».
Εθνική νομοθεσία
10. Πριν από τη μεταφορά της οδηγίας για το δικαίωμα του δημιουργού στη δανική έννομη τάξη, ο Ophavsret (νόμος για το δικαίωμα του δημιουργού) προέβλεπε τη διεθνή ανάλωση, ορίζοντας απλώς ότι «[ό]ταν αντίγραφο ενός έργου πωλείται ή κατ’ άλλον τρόπο μεταβιβάζεται σε τρίτους με τη συναίνεση του δημιουργού, επιτρέπεται η περαιτέρω διανομή του έργου» (4).
11. Ο Ophavsret τροποποιήθηκε το 2002 προκειμένου να μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη η οδηγία για το δικαίωμα του δημιουργού (5). Αυτό έγινε με την προσθήκη της φράσεως «εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου» μετά τη φράση «σε τρίτους».
12. Είναι σαφές ότι αποτέλεσμα αυτής της τροποποιήσεως είναι η αντικατάσταση της αρχής της διεθνούς αναλώσεως με την αρχή της αναλώσεως εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ). Στο εξής, στο κείμενο των προτάσεων, για την ανάλωση εντός του ΕΟΧ ή της ΕΕ θα χρησιμοποιείται ο όρος «περιφερειακή ανάλωση» (6).
Η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13. Έως το 2002, η προσφεύγουσα, ανώνυμη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, πωλούσε κινηματογραφικά έργα από τρία καταστήματά της στη Δανία. Η εν λόγω εταιρία εισήγε, κατά το πλείστον, τα πωλούμενα έργα απευθείας από κράτη μέλη της ΕΕ αλλά και από τρίτες χώρες. Η δραστηριότητά της επικεντρωνόταν στην προσφορά μεγάλης ποικιλίας ταινιών για κινηματογραφόφιλους, όπως ειδικών εκδόσεων, συμπεριλαμβανομένων αμερικανικών πρωτότυπων εκδόσεων, εκδόσεων που είχαν κινηματογραφηθεί με ιδιαίτερη τεχνική, καθώς και έργων που δεν διετίθεντο στην αγορά της Ευρώπης.
14. Το 2003 η προσφεύγουσα της κύριας δίκης άσκησε ενώπιον του Landsret προσφυγή κατά του υπουργείου πολιτισμού, με την οποία ζήτησε να μην εφαρμόζεται η τροποποιηθείσα διάταξη του Ophavsretslov στις εκ μέρους της εισαγωγές και πωλήσεις DVD που κυκλοφορούσαν νομίμως στην αγορά χωρών εκτός ΕΟΧ.
15. Το Landsret ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, ανίσχυρο;
2) Εμποδίζει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, ένα κράτος μέλος να διατηρεί στη νομοθεσία του κανόνα περί διεθνούς αναλώσεως;»
16. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η Πολωνική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις, ενώ όλοι, πλην της Πολωνικής Κυβερνήσεως, παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
17. Μολονότι δεν διευκρινίζεται ρητώς ότι το πρώτο ερώτημα τίθεται μόνο στην περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, είναι σαφές ότι αυτή είναι η έννοια της διατάξεως περί παραπομπής. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν, στην περίπτωση κατά την οποία το άρθρο 4, παράγραφος 2, απαγορεύει στα κράτη μέλη να διατηρούν στη νομοθεσία τους κανόνα περί διεθνούς αναλώσεως, είναι για τον λόγο αυτό ανίσχυρο. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, είναι, επομένως, εύλογο να απαντηθεί καταρχάς το δεύτερο ερώτημα (απαγορεύει το άρθρο 4, παράγραφος 2, σε ένα κράτος μέλος να διατηρεί στη νομοθεσία του κανόνα περί διεθνούς αναλώσεως;) και, εν συνεχεία, το δεύτερο ερώτημα (είναι το άρθρο 4, παράγραφος 2, ισχυρό;).
Η κοινοτική νομοθεσία περί αναλώσεως ανάλογων δικαιωμάτων
18. Στο πλαίσιο των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, πέραν του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, πολυάριθμες νομοθετικές πράξεις περιλαμβάνουν διατάξεις για την ανάλωση των ειδικών δικαιωμάτων στα οποία αναφέρονται.
19. Η διατύπωση του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας για τα δικαιώματα εκμισθώσεως και δανεισμού (7) είναι παρόμοια με αυτή του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για το δικαίωμα του δημιουργού. Η εν λόγω διάταξη ορίζει, συγκεκριμένα, ότι το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής που απονέμει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στους ερμηνευτές, στους παραγωγούς ταινιών και στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς «δεν εξαντλείται [...] εκτός από την περίπτωση πρώτης πώλησης στην Κοινότητα των [υλικών ενσωματώσεων των εκτελέσεών τους, των φωνογραφημάτων τους, του πρωτοτύπου και των αντιγράφων των ταινιών τους, των υλικών ενσωματώσεων των εκπομπών τους, συμπεριλαμβανομένων και των αντιγράφων τους] από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του».
20. Άλλες διατάξεις είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφέστερο και, ενδεχομένως, απλούστερο. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4, στοιχείο γ΄, της οδηγίας για τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών (8) ορίζει ότι «[η] πρώτη πώληση στην Κοινότητα αντιγράφου ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή από τον δικαιούχο του ή με τη συγκατάθεσή του, εξαντλεί το δικαίωμα διανομής του αντιγράφου αυτού εντός της Κοινότητας». Ομοίως, το άρθρο 5, στοιχείο γ΄, της οδηγίας για τις βάσεις δεδομένων (9) ορίζει ότι «[η] πρώτη πώληση αντιγράφου της βάσης δεδομένων στην Κοινότητα, από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του, συνεπάγεται ανάλωση του δικαιώματος μεταπώλησης του εν λόγω αντιγράφου στην Κοινότητα».
21. Με ελαφρώς παραλλαγμένη διατύπωση, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα σήματα (10) ορίζει ότι «[τ]ο δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν επιτρέπει στον δικαιούχο να απαγορεύει τη χρήση του σήματος για προϊόντα που έχουν διατεθεί υπό το σήμα αυτό στο εμπόριο μέσα στην Κοινότητα από τον ίδιο τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του».
22. Άλλες ανάλογες διατάξεις, μολονότι με διαφορετική διατύπωση, απαντούν στον τομέα των δικαιωμάτων επί σχεδίων και υποδειγμάτων (11) και στον τομέα της νομικής προστασίας τοπογραφιών προϊόντων ημιαγωγών (12).
Το δεύτερο ερώτημα
23. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για το δικαίωμα του δημιουργού απαγορεύει σ’ ένα κράτος μέλος να διατηρεί στη νομοθεσία του κανόνα περί διεθνούς αναλώσεως.
24. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Πολωνική Κυβέρνηση εκτιμούν ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Η Επιτροπή υποστηρίζει την αντίθετη άποψη. Το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις επί του δευτέρου ερωτήματος.
25. Φρονώ ότι στο εν λόγω ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, ήτοι ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για το δικαίωμα του δημιουργού απαγορεύει σ’ ένα κράτος μέλος να διατηρεί στη νομοθεσία του κανόνα περί διεθνούς αναλώσεως.
26. Καταρχάς, η διατύπωση της διατάξεως είναι απολύτως σαφής. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, ορίζει κατά τρόπο εναργή ότι το δικαίωμα διανομής «αναλώνεται μόνον εάν η πρώτη πώληση [...] του έργου αυτού εντός της Κοινότητας πραγματοποιείται από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, εισάγει παρέκκλιση από το άρθρο 4, παράγραφος 1, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παρέχουν στους δημιουργούς αποκλειστικό δικαίωμα διανομής. Επομένως, επιβάλλεται η αυστηρή του ερμηνεία. Συναφώς, η διατύπωση της εικοστής όγδοης σκέψεως (13) είναι επίσης σαφής.
27. Από τις αιτιολογικές σκέψεις προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια ότι η διάταξη (η οποία παρέμεινε κατ’ ουσίαν αμετάβλητη (14) σε σχέση με την πρώτη πρόταση οδηγίας (15)) αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να εφαρμόσουν τη διεθνή ανάλωση. Οι όροι της διατυπώσεως έχουν, συνεπώς, επιλεγεί επί τούτου.
28. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, εξάλλου, επί ανάλογου ζητήματος στο πλαίσιο της οδηγίας για τα σήματα (16). Στην υπόθεση Silhouette (17) , το υποβληθέν στο Δικαστήριο ερώτημα ήταν αν εθνικοί κανόνες προβλέποντες την ανάλωση του δικαιώματος που παρέχει ένα σήμα για τα προϊόντα που διατέθηκαν υπό το σήμα αυτό στην αγορά χωρών εκτός του ΕΟΧ από τον δικαιούχο ή με τη συναίνεσή του ήταν αντίθετοι προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα σήματα (18).
29. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 7, ανάλωση επέρχεται μόνον αν τα προϊόντα έχουν διατεθεί στο εμπόριο εντός του ΕΟΧ (19). Υποστηρίχθηκε, ωστόσο, ότι το άρθρο 7, σύμφωνα με τη σχετική με τα άρθρα 28 και 30 ΕΚ νομολογία του Δικαστηρίου (20), επιβάλλει απλώς στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν ανάλωση εντός της Κοινότητας. Προβλήθηκε, επομένως, το επιχείρημα ότι το άρθρο 7 δεν ρυθμίζει εξαντλητικώς το ζήτημα της αναλώσεως των δικαιωμάτων που παρέχουν τα σήματα, καταλείποντας, ως εκ τούτου, στα κράτη μέλη την ευχέρεια να εισάγουν κανόνες περί αναλώσεως πέραν των ρητώς προβλεπόμενων από την εν λόγω διάταξη (21). Τέτοιοι κανόνες θα μπορούσαν, κατά συνέπεια, να καθιερώνουν τη διεθνή ανάλωση.
30. Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα αυτό. Έκρινε ότι εθνικοί κανόνες που προβλέπουν την ανάλωση των δικαιωμάτων που παρέχει ένα σήμα για προϊόντα που διατέθηκαν στην αγορά χωρών εκτός ΕΟΧ αντιβαίνουν στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με τη Συμφωνία ΕΟΧ.
31. Δεδομένου ότι η διατύπωση του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για το δικαίωμα του δημιουργού είναι τουλάχιστον σαφέστερη εκείνης του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα σήματα, εκτιμώ ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τις θέσεις που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφασή στην υπόθεση Silhouette.
32. Τέλος, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με τους σκοπούς περί ενιαίας αγοράς της οδηγίας για το δικαίωμα του δημιουργού. Αναλυτικότερη εξέταση του ζητήματος αυτού θα επιχειρηθεί στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο θα εξεταστεί αμέσως κατωτέρω.
Το πρώτο ερώτημα
33. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για το δικαίωμα του δημιουργού είναι ανίσχυρο.
34. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Πολωνική Κυβέρνηση εκτιμούν ότι στο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη.
35. Συντάσσομαι με την άποψη των κοινοτικών οργάνων, κατά την οποία το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεν είναι ανίσχυρο.
36. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω (22), από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει με σαφήνεια ότι το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν, στην περίπτωση κατά την οποία το άρθρο 4, παράγραφος 2, απαγορεύει στα κράτη μέλη να διατηρούν στη νομοθεσία τους κανόνα περί διεθνούς αναλώσεως, είναι για τον λόγο αυτό ανίσχυρο. Η προσέγγιση του ζητήματος θα γίνει επί αυτή τη βάσει.
37. Κρίνεται, καταρχάς, σκόπιμη μια σύντομη αναφορά στην αρχή της κοινοτικής αναλώσεως των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
38. Με την απόφασή του στην υπόθεση Deutsche Grammophon (23), το Δικαστήριο επέβαλε τον κανόνα περί κοινοτικής αναλώσεως στο πλαίσιο δικαιώματος συγγενικού του δικαιώματος του δημιουργού (24), και έκρινε ότι:
«όταν γίνεται επίκληση δικαιώματος συγγενούς προς το δικαίωμα του δημιουργού προκειμένου να απαγορευθεί η εμπορία εντός ενός κράτους μέλους προϊόντων που τέθηκαν σε κυκλοφορία από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, με τη μόνη δικαιολογία ότι η θέση αυτή σε κυκλοφορία δεν έγινε στο εθνικό έδαφος, αυτή η απαγόρευση, καθιερώνοντας την απομόνωση των εθνικών αγορών, προσκρούει στον βασικό σκοπό της Συνθήκης, που συνίσταται στη συγχώνευση των εθνικών αγορών σε ενιαία αγορά.
Αυτός ο σκοπός δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί, εάν, δυνάμει των διαφορετικών νομικών καθεστώτων των κρατών μελών, οι υπήκοοί τους είχαν τη δυνατότητα να κατανέμουν την αγορά και να καταλήγουν σε αυθαίρετες διακρίσεις ή συγκεκαλυμμένους περιορισμούς στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
Επομένως, η άσκηση, εκ μέρους κατασκευαστή υποθεμάτων ήχου, του αποκλειστικού δικαιώματος να θέτει σε κυκλοφορία προστατευόμενα αντικείμενα, που απορρέει από τη νομοθεσία κράτους μέλους, προκειμένου να απαγορευθεί η εμπορία στο κράτος αυτό προϊόντων που διατέθηκαν από αυτόν τον ίδιο ή με τη συγκατάθεσή του σε άλλο κράτος μέλος, για τον μόνο λόγο ότι η θέση αυτή σε κυκλοφορία δεν έγινε στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, είναι αντίθετη προς τους κανόνες που προβλέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της κοινής αγοράς» (25).
39. Στην υπόθεση Dansk Supermarked (26), το Δικαστήριο επανέλαβε την αρχή αυτή στο πλαίσιο του εν στενή εννοία δικαιώματος του δημιουργού:
«[...] τα άρθρα [20 και 36 ΕΚ] πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η δικαστική αρχή ενός κράτους μέλους δεν μπορεί να απαγορεύσει, δυνάμει δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή δικαιώματος επί του σήματος, τη διάθεση στο εμπόριο, στο έδαφος του εν λόγω κράτους, ενός εμπορεύματος πού καλύπτεται με ένα από τα δικαιώματα αυτά, από τη στιγμή που το εμπόρευμα αυτό διοχετεύτηκε κατά νόμιμο τρόπο στο εμπόριο στο έδαφος άλλου κράτους μέλους από τον δικαιούχο των δικαιωμάτων αυτών ή με τη συναίνεσή του» (27).
40. Επισημαίνεται ότι το 1974 το Δικαστήριο διατύπωσε ανάλογους κανόνες περί κοινοτικής αναλώσεως στο πλαίσιο σημάτων (28) και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (29).
41. Αποτέλεσμα της εφαρμογής του κανόνα περί κοινοτικής αναλώσεως είναι ότι η Κοινότητα θεωρείται ενιαία αγορά, όπως εξάλλου θα έπρεπε να είναι. Επομένως, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Πολωνική Κυβέρνηση εσφαλμένα υποστηρίζουν ότι αποτέλεσμα της εναρμονισμένης εφαρμογής της περιφερειακής αναλώσεως θα είναι «ο κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς σε χωριστές αγορές και περιοχές» και ότι η περιφερειακή ανάλωση συνεπάγεται τον κατακερματισμό της αγοράς, καθόσον επιτρέπει στους δικαιούχους να επιλέγουν αν θα εισάγουν ή όχι ένα προϊόν σε συγκεκριμένη αγορά. Αντιθέτως, ο κανόνας της κοινοτικής αναλώσεως εγγυάται ότι, εφόσον ένα προϊόν κυκλοφορήσει στην εσωτερική αγορά ενός εκ των κρατών μελών με τη συναίνεση του δικαιούχου, μπορεί να μεταπωληθεί ελεύθερα στις εθνικές αγορές των 25 κρατών μελών που συναποτελούν την ενιαία αγορά της ΕΕ.
42. Κατόπιν των προεκτεθέντων, θα εξετασθούν τα διάφορα επιχειρήματα που προέβαλαν η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Πολωνική Κυβέρνηση.
Η οδηγία για τα δικαιώματα εκμισθώσεως και δανεισμού
43. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης αναφέρεται εν συντομία στο ιστορικό της θεσπίσεως του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας για τα δικαιώματα εκμισθώσεως και δανεισμού, του οποίου η διατύπωση είναι, κατά το πλείστον, όμοια με αυτή του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για το δικαίωμα του δημιουργού. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι μόλις το 1994 (ήτοι, δύο έτη μετά την έκδοση της οδηγίας για τα δικαιώματα εκμισθώσεως και δανεισμού) η Επιτροπή, με απάντησή της σε γραπτή ερώτηση του Geoffrey Hoon, μέλους του Κοινοβουλίου, δήλωσε ότι, κατά την άποψή της, οι σχετικές με το δικαίωμα διανομής διατάξεις απαγόρευαν τη διεθνή ανάλωση. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εκτιμά ότι η νομολογία του Δικαστηρίου, νομοθετική έκφραση της οποίας επιχειρεί να αποτελέσει το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεν απέκλειε στο στάδιο εκείνο τη διεθνή ανάλωση και ότι, συνεπώς, η απαγόρευση της διεθνούς αναλώσεως δεν εισήχθη διά της προσήκουσας νομοθετικής οδού αλλά διά άλλων οδών.
44. Όπως προκύπτει, το επιχείρημα της προσφεύγουσας της κύριας δίκης είναι ότι, όταν η Επιτροπή υπέβαλε την πρόταση οδηγίας για τα δικαιώματα εκμισθώσεως και δανεισμού (30), πρόθεσή της δεν ήταν να αποτελέσει το άρθρο 9, παράγραφος 2, απαγόρευση της διεθνούς αναλώσεως.
45. Είναι αληθές ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις της προτάσεως αυτής (31) δεν προκύπτει με σαφήνεια αν η Επιτροπή εννόησε έτσι τη διάταξη αυτή, αν και η δήλωση ότι η βάσει του κοινοτικού δικαίου ανάλωση αφορά αποκλειστικώς την ενδοκοινοτική διανομή οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα. Εν πάση περιπτώσει, μολονότι οι δηλώσεις που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να αποδεικνύονται χρήσιμες, το έννομο αποτέλεσμα μιας εκδοθείσας νομοθετικής πράξεως δεν μπορεί να εξαρτάται από την προηγούμενη άποψη της Επιτροπής επί του πιθανού αποτελέσματος της συναφούς προτάσεως για την έκδοσή της. Το Δικαστήριο είναι ο έσχατος κριτής. Αποφαινόμενο επί της ορθής ερμηνείας της νομοθεσίας, το Δικαστήριο θα λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τον σκοπό, την οικονομία και το γράμμα της τελικώς υιοθετηθείσας διατάξεως.
46. Στην υπό κρίση υπόθεση, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας της κύριας δίκης συνοψίζεται, κατά την άποψή μου, στο επιχείρημα ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας για τα δικαιώματα εκμισθώσεως και δανεισμού ήταν ασαφές όταν θεσπίσθηκε. Μολονότι είναι απευκταίο να παρουσιάζει αμφισημία η κοινοτική νομοθεσία, δεν πρόκειται για καινοφανή περίπτωση· ενίοτε μάλιστα η αμφισημία αυτή είναι αναπόφευκτη. Σε αυτές ακριβώς τις περιπτώσεις καλείται το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την επίμαχη διάταξη.
47. Εάν το Δικαστήριο όφειλε να ερμηνεύσει το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας για τα δικαιώματα εκμισθώσεως και δανεισμού, εκτιμώ ότι, κατ’ αναλογία προς την απόφαση Silhouette, θα έπρεπε να δοθεί η ίδια λύση. Στο πλαίσιο, ωστόσο, της υπό κρίση υποθέσεως, αντικείμενο των υποβληθέντων στο Δικαστήριο ερωτημάτων δεν είναι η διάταξη αυτή.
Silhouette
48. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο υιοθέτησε, με την απόφασή του επί της υποθέσεως Silhouette, την άποψη ότι η διεθνής ανάλωση μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην εσωτερική αγορά: κατά την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς θα μπορούσε, αντιθέτως, να διασφαλισθεί με την κατάργηση της κοινοτικής αναλώσεως και την καθιέρωση της διεθνούς αναλώσεως.
49. Η άποψη αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ορθή, αν η διεθνής ανάλωση ήταν υποχρεωτική για όλα τα κράτη μέλη. Δεν προτείνεται, ωστόσο, αυτό (32). Όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω (33), το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για το δικαίωμα του δημιουργού απαγορεύει στα κράτη μέλη να διατηρούν στη νομοθεσία τους κανόνα περί διεθνούς αναλώσεως (βλ. ανωτέρω, την πραγμάτευση του δευτέρου ερωτήματος) και αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη. Στην υπόθεση Silhouette το Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητώς επί του ζητήματος αν η προαιρετική διεθνής ανάλωση (34) θα αποτελούσε εμπόδιο στην εσωτερική αγορά. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η ερμηνεία που αποκλείει τη δυνατότητα αυτή «είναι η μόνη που μπορεί να υλοποιήσει πλήρως τον σκοπό της οδηγίας, ο οποίος έγκειται στη διαφύλαξη της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Πράγματι, αναπόφευκτα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και στην ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών θα απέρρεαν από μια κατάσταση στην οποία κάποια κράτη μέλη θα μπορούσαν να προβλέψουν τη διεθνή ανάλωση ενώ άλλα θα προέβλεπαν μόνον την κοινοτική ανάλωση» (35).
50. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης επιχειρεί να υποβαθμίσει τη σημασία της αποφάσεως Silhouette, υποστηρίζοντας ότι αποφάσεις του Δικαστηρίου που αφορούν διατάξεις οδηγιών διάφορων της οδηγίας για το δικαίωμα του δημιουργού, οι οποίες έχουν διατύπωση ανάλογη προς αυτή του άρθρου 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, είναι άσχετες με την παρούσα υπόθεση.
51. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Το Δικαστήριο ανέπτυξε τη νομική θεωρία της κοινοτικής αναλώσεως για διάφορους κλάδους της πνευματικής ιδιοκτησίας μέσω της εφαρμογής των άρθρων 28 και 30 ΕΚ (36). Ο κοινοτικός νομοθέτης προέβλεψε ρητώς την κοινοτική ανάλωση για πολλούς τομείς της πνευματικής ιδιοκτησίας με διάφορες οδηγίες εναρμονίσεως βάσει του άρθρου 95 ΕΚ (37). Η αρχή επί της οποίας ερείδεται η εν λόγω θεωρία σε σχέση με όλους τους τομείς της πνευματικής ιδιοκτησίας απορρέει άμεσα από την επιταγή περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της εσωτερικής αγοράς. Όπως και η οδηγία για τα σήματα, η οδηγία για το δικαίωμα του δημιουργού βασίζεται στο άρθρο 95 ΕΚ. Πρόκειται για οδηγία εναρμονίσεως, από το εκτενές προοίμιο της οποίας προκύπτει με σαφήνεια ότι κύριοι σκοποί της ήταν να «αποτρέπει τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά», να «συμβάλει στην υλοποίηση των τεσσάρων ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς» και «[σ]την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς» (38). Εκτιμώ ότι δεν συντρέχει λόγος να μη ληφθούν υπόψη αποφάσεις του Δικαστηρίου που αφορούν παρόμοιες διατάξεις, εκδοθείσες εντός ανάλογου πλαισίου.
52. Είναι γεγονός ότι δεν υφίσταται κάποια επιτακτική αρχή κατά την οποία το κατά τόπον πεδίο εφαρμογής της αναλώσεως πρέπει να είναι το αυτό για όλα τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που έχουν εναρμονιστεί με το κοινοτικό δίκαιο. Συντάσσομαι, εντούτοις, με την άποψη του Συμβουλίου, κατά την οποία θα ήταν δυσχερές να δικαιολογηθεί η απονομή στον δημιουργό λογοτεχνικού ή καλλιτεχνικού έργου δικαιώματος διανομής πιο περιορισμένου από αυτό που απονέμεται στον δημιουργό βάσεως δεδομένων. Επιπλέον, το οπτικοακουστικό υλικό, όπως το επίμαχο στην υπό κρίση υπόθεση, θα προστατεύεται συχνά με δικαιώματα επί σήματος, πλέον των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων. Η καθιέρωση της διεθνούς αναλώσεως του δικαιώματος διανομής του δημιουργού δεν θα είχε, επομένως, το αποτέλεσμα που επιδιώκει εν προκειμένω η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, καθόσον οι κάτοχοι των εν λόγω δικαιωμάτων επί του σήματος θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, σε θέση να αντιταχθούν στις παράλληλες εισαγωγές έργων που δεν πωλήθηκαν στην Κοινότητα από τους κατόχους των δικαιωμάτων ή με τη συναίνεσή τους.
Η αρχή της αναλογικότητας
53. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, υποστηριζόμενη από την Πολωνική Κυβέρνηση, υποστηρίζει ότι αν (όπως, κατά την άποψή της συμβαίνει εν προκειμένω) το αποτέλεσμα της ομοιόμορφης εφαρμογής της διεθνούς αναλώσεως στην εσωτερική αγορά είναι ίδιο με αυτό της κοινοτικής αναλώσεως και δη λιγότερο περιοριστικό ως προς άλλες πτυχές, η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει την αντικατάστασης της κοινοτικής αναλώσεως με τη διεθνή ανάλωση.
54. Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί συχνά γνώμονα για την εκτίμηση ειδικών μέτρων και επιλογών που γίνονται στο πλαίσιο μιας γενικής πολιτικής που υιοθετεί ο κοινοτικός νομοθέτης. Η εν λόγω αρχή δεν μπορεί, εντούτοις, να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για τον καθορισμό της νομιμότητας μιας θεμελιώδους επιλογής, στο πλαίσιο κοινοτικής πολιτικής, στην οποία προέβη εν προκειμένω ο κοινοτικός νομοθέτης μεταξύ της υποχρεωτικής διεθνούς αναλώσεως και της υποχρεωτικής περιφερειακής αναλώσεως. Η αξιολόγηση επιλογών σχετικών με κοινοτικές πολιτικές δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (39).
55. Αναφερόμενη στην αρχή της αναλογικότητας, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι η αρχή της περιφερειακής αναλώσεως δεν συνδέεται με την καταπολέμηση της πειρατείας, ήτοι με τον θεμιτό σκοπό του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για το δικαίωμα του δημιουργού. Επομένως, η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας .
56. Όπως επισημαίνουν ορθώς το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η καταπολέμηση της πειρατείας δεν αποτελούσε τον κύριο σκοπό του νομοθέτη κατά τη θέσπιση της διατάξεως. Εν πάση περιπτώσει, εκτιμώ ότι το γεγονός ότι το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής δεν αναλώνεται για πειρατικά αντίγραφα (διότι τα αντίγραφα αυτά δεν τίθενται σε κυκλοφορία με τη συναίνεση του δημιουργού) καταδεικνύει ότι το άρθρο 4 είναι πράγματι μια διάταξη πρόσφορη για την καταπολέμηση της παράνομης διανομής.
57. Γενικότερα, φρονώ ότι πυρήνας της παρούσας διαδικασίας είναι η πεποίθηση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, προκρίνοντας την περιφερειακή ανάλωση έναντι της διεθνούς αναλώσεως των δικαιωμάτων, προέβη σε εσφαλμένη επιλογή πολιτικής. Μολονότι είναι απολύτως θεμιτό να έχει η προσφεύγουσα της κύριας δίκης την άποψη αυτή και να επιθυμεί την επιβεβαίωσή της, το Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο forum για την επιδίωξη αυτού του σκοπού.
Ανταγωνισμός
58. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Πολωνική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι ο κανόνας περί κοινοτικής αναλώσεως είναι αντίθετος προς τον θεμελιώδη κοινοτικό στόχο προωθήσεως του ανταγωνισμού εντός της ΕΕ. Κατά την άποψή τους, η εφαρμογή της κοινοτικής αναλώσεως έχει ως αποτέλεσμα να ευνοείται, στο πλαίσιο της σχετικής σταθμίσεως συμφερόντων, υπέρ το δέον ο κάτοχος του δικαιώματος και να περιορίζεται η επιλογή του καταναλωτή.
59. Το ως άνω επιχείρημα ανάγεται, ομοίως, στο ζήτημα αν η υποχρεωτική διεθνής ανάλωση θα αποτελούσε ορθότερη επιλογή από αυτήν της απαγορεύσεως της διεθνούς αναλώσεως. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το συγκεκριμένο επιχείρημα δεν μπορεί να εξεταστεί (40). Καθόσον το εν λόγω επιχείρημα επιδιώκει απλώς να βάλει κατά της αρχής της κοινοτικής αναλώσεως καθ’ εαυτήν, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτό. Πράγματι, ο ανταγωνισμός εντός της ενιαίας αγοράς θα ενισχυθεί με την εξάλειψη των προσκομμάτων που δημιουργούνται στην αγορά όταν ορισμένα κράτη μέλη εφαρμόζουν τη διεθνή ανάλωση και άλλα όχι. Η κοινοτική ανάλωση ενισχύει, επομένως, τον ανταγωνισμό εντός της ενιαίας αγοράς: αυτή ακριβώς είναι η ratio της. Καθόσον η προσφεύγουσα της κύριας δίκης επιδιώκει τη βελτίωση του ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο, δεν μπορώ παρά να συνταχθώ με την άποψη του Κοινοβουλίου κατά την οποία ο στόχος αυτός δεν καταλέγεται μεταξύ των στόχων της Κοινότητας.
Ελευθερία εκφράσεως
60. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι η κοινοτική ανάλωση είναι αντίθετη προς την ελευθερία εκφράσεως που κατοχυρώνεται με το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, καθόσον έχει αποτέλεσμα να απαγορεύει τις εισαγωγές από τρίτες χώρες και να εμποδίζει, ως εκ τούτου, τους πολίτες να λαμβάνουν πληροφορίες.
61. Το εν λόγω άρθρο ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην ελευθερία εκφράσεως, η οποία περικλείει την ελευθερία λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ παρεμβάσεως δημοσιών αρχών και ανεξαρτήτως συνόρων. Δεν αμφισβητείται ότι στο άρθρο 10 εμπίπτει και η έκφραση ιδεών μέσω ταινιών (41).
62. Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποχρεούται να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα όπως αυτά κατοχυρώνονται με τη Σύμβαση (42).
63. Η απαγόρευση της διεθνούς αναλώσεως ασφαλώς δεν ισοδυναμεί με απαγόρευση των εισαγωγών από τρίτες χώρες. Απαγόρευση της διεθνούς αναλώσεως σημαίνει, εντούτοις, ότι ορισμένα αντικείμενα, τα οποία προστατεύονται με το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα και τα οποία δεν έχουν διανεμηθεί εντός της Κοινότητας ενδέχεται να μην διατεθούν εντός της Κοινότητας ή να διατεθούν σε τιμή υψηλότερη της χαμηλότερης τιμής την οποία έχουν εκτός Κοινότητας.
64. Εφόσον ο δημιουργός ενός τέτοιου προϊόντος μπορεί να εξασφαλίσει ότι αυτό θα διατίθεται στο σύνολο της Κοινότητας, μέσω της κυκλοφορίας του στην αγορά οποιουδήποτε κράτους μέλους, είναι σαφές ότι η αρχή της κοινοτικής αναλώσεως δεν προσβάλλει την ελευθερία του δημιουργού να καθιστά γνωστές τις ιδέες του.
65. Ασφαλώς, η απαγόρευση της διεθνούς αναλώσεως θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να προσβάλει το δικαίωμα λήψεως ιδεών, εφόσον ένα πρόσωπο εντός της Κοινότητας το οποίο επιθυμεί να αποκτήσει ένα τέτοιο προϊόν θα διαπίστωνε ότι αυτό είναι αδύνατο ή ότι είναι δυνατό μόνο σε τιμή υψηλότερη της τιμής στην οποία τιμολογείται το προϊόν εκτός Κοινότητας. Εντούτοις, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει ότι «το δικαίωμα λήψεως πληροφοριών [...] απαγορεύει κατ’ ουσίαν σε μια κυβέρνηση να εμποδίζει ένα πρόσωπο να λαμβάνει πληροφορίες που άλλοι επιθυμούν ή συναινούν να του μεταδώσουν» (43). Η απαγόρευση της διεθνούς αναλώσεως δεν συνεπάγεται κανέναν περιορισμό του δικαιώματος όπως αυτό προσδιορίζεται εν προκειμένω.
66. Ακόμη και αν το Δικαστήριο αποφαινόταν, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, ότι υφίσταται περιορισμός της ελευθερίας εκφράσεως, ο περιορισμός αυτός θα ήταν, κατά την άποψή μου, δικαιολογημένος. Το άρθρο 10, παράγραφος 2, της Συμβάσεως ορίζει ότι η άσκηση της ελευθερίας εκφράσεως, «συνεπαγoµέν[ης] καθήκoντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθή εις ωρισµένας διατυπώσεις, όρoυς, περιoρισµoύς ή κυρώσεις, πρoβλεπoµένoυς υπό τoυ νόµoυ και απoτελoύντας αναγκαία µέτρα εν δηµoκρατική κoινωνία δια την [...] πρoστασίαν της υπoλήψεως ή των δικαιωµάτων των τρίτων [...]».
67. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η άσκηση της ελευθερίας εκφράσεως επιδέχεται περιορισμούς, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να εξυπηρετούν πράγματι σκοπούς γενικού συμφέροντος και να μη συνιστούν, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, υπέρμετρη και απαράδεκτη παρέμβαση που θίγει την ίδια την υπόσταση των προστατευόμενων δικαιωμάτων. Επιβάλλεται στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων προκειμένου να διαπιστώνεται, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων κάθε περιπτώσεως, αν εξασφαλίστηκε η προσήκουσα ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων αυτών (44).
68. Είναι σαφές ότι η πρόκριση της υποχρεωτικής κοινοτικής αναλώσεως έναντι της προαιρετικής διεθνούς αναλώσεως εκφράζει μια εύλογη ισορροπία μεταξύ των εμπλεκόμενων συμφερόντων. Η κανονιστική ρύθμιση περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στην Κοινότητα αποτελεί αναπόφευκτα έκφανση μιας προσπάθειας εξισορροπήσεως, αφενός, των συμφερόντων του κατόχου των δικαιωμάτων και, αφετέρου, της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Η οδηγία για το δικαίωμα του δημιουργού επιδιώκει ρητώς την επίτευξη αυτού του σκοπού: το προοίμιό της υπογραμμίζει τόσο τη σημασία της εσωτερικής αγοράς (45) όσο και την αναγκαιότητα υψηλού βαθμού προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας (46). Με την τρίτη αιτιολογική σκέψη τονίζεται επιπλέον ότι ο νομοθέτης είχε επίγνωση των συγκρουόμενων συμφερόντων και ότι η προτεινόμενη εναρμόνιση «βασίζεται στον σεβασμό των θεμελιωδών αρχών του δικαίου, ιδίως δε της ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ιδιοκτησίας, της ελευθερίας της έκφρασης και του δημόσιου συμφέροντος».
69. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όσον αφορά το άρθρο 10, παράγραφος 2, της Συμβάσεως. «συγκεκριμένοι περιορισμοί κατά την άσκηση της ελευθερίας εκφράσεως μπορούν, κατ’ αρχήν, να δικαιολογούνται από τον θεμιτό σκοπό της προστασίας των δικαιωμάτων των τρίτων» (47).
70. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές, όσον αφορά το ζήτημα του καθορισμού της δέουσας ισορροπίας μεταξύ της ελευθερίας εκφράσεως και των σκοπών [του άρθρου 10, παράγραφος 2], ποικίλλει για κάθε έναν από τους σκοπούς που δικαιολογούν τον περιορισμό του δικαιώματος αυτού και εξαρτάται από τη φύση των εμπλεκομένων δραστηριοτήτων. Όταν η άσκηση της ελευθερίας δεν συμβάλλει σε ένα διάλογο γενικού ενδιαφέροντος (48) και, επιπλέον, εντάσσεται σε πλαίσιο εντός του οποίου τα κράτη μέλη διαθέτουν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως, ο έλεγχος περιορίζεται σε εξέταση του εύλογου και ανάλογου χαρακτήρα της παρεμβάσεως. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της χρήσεως της ελευθερίας εκφράσεως για εμπορικούς σκοπούς (49).
71. Φρονώ ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν εντοπίζεται κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η εκ μέρους του κοινοτικού νομοθέτη επιλογή της υποχρεωτικής κοινοτικής αναλώσεως, έναντι της προαιρετικής διεθνούς αναλώσεως, δεν είναι εύλογη ή σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας.
Ίση μεταχείριση
72. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι η κοινοτική ανάλωση παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Εν είδει παραδείγματος, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης επισημαίνει ότι ένας Τούρκος παραγωγός μπορεί να ελέγξει τις τουρκικές εκδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενώ ένας Έλληνας παραγωγός δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Αντιστρόφως, ο Έλληνας κάτοχος αδείας, επί παραδείγματι, για βιβλίο, έχει πρόσβαση στο σύνολο της ΕΕ ενώ ο Τούρκος όχι.
73. Τα παραδείγματα αυτά αφορούν, ωστόσο, αφενός, την περίπτωση κατόχου δικαιώματος ή αδείας που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και, αφετέρου, την περίπτωση κατόχου δικαιώματος ή αδείας που είναι εγκατεστημένος εντός της Κοινότητας. Πρόκειται, επομένως, για καταστάσεις προδήλως διαφορετικές. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιτάσσει να μην αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό όμοιες καταστάσεις και μην αντιμετωπίζονται κατά τρόπο όμοιο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς. Όπως επισημαίνουν το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν επιτάσσει, εν πάση περιπτώσει, την αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων καθ’ όμοιο τρόπο.
Νομική βάση και συμφωνίες με τρίτες χώρες
74. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι η έκδοση της οδηγίας για το δικαίωμα του δημιουργού ερείδεται σε εσφαλμένη νομική βάση και ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, συνεπάγεται ενδεχόμενη σύγκρουση με συμφωνίες με τρίτες χώρες. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν προβάλλει, εντούτοις, κανένα πρόσθετο επιχείρημα προς στήριξη του ισχυρισμών αυτών (50).
75. Όσον αφορά τη νομική βάση, συντάσσομαι με την άποψη του Συμβουλίου και της Επιτροπής, κατά την οποία τα άρθρα 47, παράγραφος 2, 55 και 95 ΕΚ (51) επιτρέπουν στον κοινοτικό νομοθέτη να λαμβάνει τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, εναρμονίζοντας τις εθνικές νομοθεσίες για το δικαίωμα του δημιουργού. Σκοπός της οδηγίας, ειδικότερα δε του άρθρου 4, είναι η πραγμάτωση της εσωτερικής αγοράς (βλ., ειδικότερα, τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου (52)). Η καθιέρωση εναρμονισμένου σε κοινοτικό επίπεδο κριτηρίου για την ανάλωση των δικαιωμάτων διανομής καθιστά αδιαμφισβήτητα δυνατή την επίτευξη του σκοπού αυτού, διότι, στην αντίθετη περίπτωση θα ίσχυαν δύο διαφορετικά καθεστώτα εντός της εσωτερικής αγοράς –ακριβώς η κατάσταση που οδήγησε το Δικαστήριο να αποφανθεί, στο πλαίσιο της υποθέσεως Silhouette (53), ότι μια ανάλογη εναρμόνιση στο πλαίσιο των δικαιωμάτων επί σήματος θα μπορούσε να έχει ως βάση το άρθρο 95 ΕΚ. Από κανένα στοιχείο της οδηγίας δεν προκύπτει ότι αυτή επιδιώκει κάποιον άλλο σκοπό. Το γεγονός ότι η οδηγία επηρεάζει κατά τρόπο διαφορετικό τις επιχειρήσεις τρίτων χωρών και τις επιχειρήσεις της Κοινότητας δεν θίγει τη νομική της βάση.
76. Όσον αφορά τις συμφωνίες με τρίτες χώρες, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν υποστήριξε ότι κάποια διεθνής σύμβαση ή διμερής συμφωνία την οποία συνήψε η Κοινότητα επιβάλλει σε αυτήν την υποχρέωση να υιοθετήσει τη διεθνή ανάλωση. Ομοίως, δεν υποστηρίχθηκε ότι το Συμβούλιο όφειλε να λάβει υπόψη την κατάσταση των κατόχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε τρίτες χώρες κατά την έκδοση της οδηγίας. Οποιαδήποτε διάκριση εις βάρος αυτών των δικαιούχων δεν μπορεί, επομένως, να καταστήσει ανίσχυρο το εν λόγω μέτρο. Τα μέτρα για την εσωτερική αγορά δύνανται, εκ φύσεως, να έχουν επιπτώσεις στις εισαγωγές από τρίτες χώρες. Μπορούν, εντούτοις, να λαμβάνονται νομίμως βάσει του άρθρου 95 ΕΚ (54).
Εκπαίδευση και πολιτιστική κληρονομιά
77. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει, τέλος, ότι η αρχή της κοινοτικής αναλώσεως προσβάλλει το δικαίωμα στην εκπαίδευση (άρθρο 153, παράγραφος 1, ΕΚ (55)) και τη δανική και ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά (άρθρο 151 ΕΚ (56)).
78. Όπως προκύπτει, κατά την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, το δικαίωμα στην εκπαίδευση προσβάλλεται και η προαγωγή του δανικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού ανακόπτεται καθώς οι επιχειρηματίες των κρατών μελών δεν είναι σε θέση να εισάγουν προϊόντα από τρίτες χώρες και, ιδίως, από τις ΗΠΑ. Όσον αφορά το άρθρο 153, παράγραφος 1, ΕΚ, το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι ένας από τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία είναι και η προώθηση της εκπαιδεύσεως (βλ. δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη), σκοπός που επιτυγχάνεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, εξαίρεση από το δικαίωμα του δημιουργού, η οποία αφορά τη «χρήση [έργου] χάριν μόνο παραδείγματος κατά τη διδασκαλία ή την επιστημονική έρευνα». Όπως προκύπτει από την ένατη, την ενδέκατη και τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τις πολιτιστικές παραμέτρους. Η Επιτροπή προσθέτει ότι δεν αντιλαμβάνεται με ποιο τρόπο το άρθρο 4 θα μπορούσε να προσβάλει τα ως άνω δικαιώματα. Αδυνατώ, ομοίως, να αντιληφθώ τον τρόπο αυτό.
Πρόταση
79. Συνεπώς, φρονώ ότι στα υποβληθέντα από το Østre Landsret ερωτήματα πρέπει να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις:
(1) Από την εξέταση του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να θίγει το κύρος του.
(2) Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος να διατηρεί στη νομοθεσία του κανόνα περί διεθνούς αναλώσεως.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ 2001, L 167, σ. 10.
3 – Στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, το δικαίωμα του δημιουργού (copyright) περικλείει τα αποκλειστικά δικαιώματα των δημιουργών, συνθετών, καλλιτεχνών κ.λπ., ενώ τα «συγγενικά δικαιώματα» (related rights) περικλείουν ανάλογα δικαιώματα των ερμηνευτών-εκτελεστών (μουσικών, ηθοποιών κ.λπ.) και των επιχειρηματιών (εκδοτών, κινηματογραφικών παραγωγών κ.λπ.).
4 – Άρθρο 19.
5 – Με τον νόμο 1051 της 17ης Δεκεμβρίου 2002.
6 – Όπως θα επισημανθεί κατωτέρω (σημεία 38 και 39), η αρχή της αναλώσεως, όπως διαμορφώθηκε από το Δικαστήριο, περιορίστηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, στην ανάλωση με πώληση εντός της Κοινότητας. Η Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3) επέκτεινε τον κανόνα στα αγαθά που πωλούνται με τη συναίνεση του δικαιούχου οπουδήποτε εντός του ΕΟΧ (βλ. άρθρα 6, 11 και 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου 28 περί πνευματικής ιδιοκτησίας). Η εφαρμογή της πλειονότητας των οδηγιών που μνημονεύονται στις υποσημειώσεις 7 έως 12 επεκτάθηκε σε όλες τις χώρες του ΕΟΧ (ήτοι στα κράτη μέλη της ΕΕ και στην Ισλανδία, το Λιχτενστάιν και τη Νορβηγία), ενώ οι σχετικές με την ανάλωση διατάξεις των εν λόγω οδηγιών τροποποιήθηκαν προκειμένου να προβλέπουν την ανάλωση σε όλο τον ΕΟΧ. Για τους σκοπούς της εξετάσεως της υπό κρίση υποθέσεως, οι αρχές εφαρμόζονται ομοίως επί της αναλώσεως εντός της ΕΕ και εντός του ΕΟΧ. Εφόσον η διάκριση δεν ασκεί καμία επιρροή, στο εξής, στο κείμενο των προτάσεων, οι όροι «κοινοτική ανάλωση» και «περιφερειακή ανάλωση» θα χρησιμοποιούνται εναλλακτικώς.
7 – Οδηγία 92/100/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (ΕΕ 1992, L 346, σ. 61).
8 – Οδηγία 91/250/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 1991, για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (ΕΕ 1991, L 122, σ. 42).
9 – Οδηγία 96/9/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1996, σχετικά με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων (ΕΕ 1996, L 77, σ. 20).
10 – Πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1).
11 – Άρθρο 15 της οδηγίας 98/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, για τη νομική προστασία σχεδίων και υποδειγμάτων (ΕΕ 1998 L 289, σ. 28).
12 – Άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας 87/54/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με τη νομική προστασία των τοπογραφιών προϊόντων ημιαγωγών (ΕΕ 1987 L 24, σ. 36).
13 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 7.
14 – Η μόνη τροποποίηση ήταν η αντικατάσταση της φράσεως «του εν λόγω έργου» με τη φράση «του έργου αυτού».
15 – Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εναρμόνιση ορισμένων θεμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία των πληροφοριών, COM(97) 628 τελικό (ΕΕ 1998, C 108, σ. 6).
16 – Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 10.
17 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 1998, C-355/96, Silhouette (Συλλογή 1998, σ. I-4799).
18 – Βλ. υποσημείωση 6, σχετικά με την επέκταση της εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, στο σύνολο του ΕΟΧ.
19 – Σκέψη 18.
20 – Βλ. κατωτέρω, σημεία 38 έως 40.
21 – Βλ. σκέψη 21.
22 – Σημείο 17.
23 – Απόφαση της 8ης Ιουνίου 1971, 78/70, Deutsche Grammophon κατά Metro SB (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 839).
24 – Βλ. υποσημείωση 3.
25 – Σκέψεις 12 και 13.
26 – Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1981, 58/80, Dansk Supermarked (Συλλογή 1981, σ. 181).
27 – Σκέψη 12.
28 – Απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, 16/74, Centrafarm BV κ.λπ. κατά Winthrop BV (Συλλογή τόμος 1974, σ. 479).
29 – Απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, 15/74, Centrafarm BV κ.λπ. κατά Sterling Drug, Συλλογή τόμος 1974, σ. 451.
30 – Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί του δικαιώματος εκμίσθωσης, του δικαιώματος δανεισμού και ορισμένων δικαιωμάτων συγγενικών με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, της 24ης Ιανουαρίου 1991 (ΕΕ 1991, C 53, σ. 35).
31 – COM(90) 586 τελικό, σχόλιο για το άρθρο 7, παράγραφος 2, πρόδρομο του άρθρου 9, παράγραφος 2.
32 – Ούτε στην υπόθεση Silhouette επρόκειτο, εξάλλου, περί αυτού: βλ. σημείο 31 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs και σκέψη 19 της αποφάσεως.
33 – Σημείο 17.
34 – Ήτοι να επιτρέπεται στα κράτη μέλη, που το επιλέγουν, να διατηρούν, πλέον της (υποχρεωτικής) κοινοτικής αναλώσεως που επιβάλλει ο κοινοτικός νομοθέτης, κανόνα περί διεθνούς αναλώσεως.
35 – Σκέψη 27. Βλ. επίσης σημεία 41 και 42 των αντίστοιχων προτάσεων.
36 – Βλ. ανωτέρω, σημεία 38 έως 40.
37 – Προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 7 οδηγία για τα δικαιώματα εκμισθώσεως και δανεισμού· προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 8 οδηγία για τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών· προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 9 οδηγία για τις βάσεις δεδομένων· προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 10 οδηγία για τα σήματα· προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 11 οδηγία 98/71 για τη νομική προστασία σχεδίων και υποδειγμάτων· προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 12 οδηγία 87/54 για τη νομική προστασία των τοπογραφιών προϊόντων ημιαγωγών..
38 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 7, αιτιολογικές σκέψεις 1, 3 και 7.
39 – Σημείο 51 των προτάσεων στην υπόθεση Silhouette. Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου δεν θίγει το ζήτημα της επιβολής της υποχρεωτικής διεθνούς αναλώσεως.
40 – Επισημαίνεται ότι το ίδιο επιχείρημα προβλήθηκε ανεπιτυχώς στο πλαίσιο της υποθέσεως Silhouette: βλ. σημεία 48 έως 53 των προτάσεων.
41 – Όπώς έγινε δεκτό με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Otto-Preminger-Institut κατά Αυστρίας, σειρά Α αριθ. 295-A (1994).
42 – Άρθρο 6, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο επαναλαμβάνει τις αρχές που διαμορφώθηκαν με μια σειρά αποφάσεων (βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, C-112/00, Schmidberger, Συλλογή 2003, σ. Ι-5659, σκέψεις 71 έως 73, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
43 – Απόφαση Leander κατά Σουηδίας, σειρά A αριθ. 116 (1987), § 74· η υπογράμμιση δική μου.
44 – Προμνημονευθείσα στην υποσημείωση 42 απόφαση Schmidberger, σκέψεις 80 και 81.
45 – Βλ., ειδικότερα, ανωτέρω, σημείο 7, αιτιολογικές σκέψεις 1, 3 και 7.
46 – Βλ., ειδικότερα, ανωτέρω, σημείο 7, αιτιολογικές σκέψεις 1, 3 και 7.
47 – Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, C-274/99 P, Connolly κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-1611, σκέψη 46). Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως προστατεύει το δικαίωμα ιδιοκτησίας, το οποίο περικλείει το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας: απόφαση Smith Kline και French Laboratories κατά Κάτω Χωρών , 66 DR 70, σ. 79 (1990).
48 – Υπό την έννοια της συμμετοχής σε συζήτηση που αφορά το γενικό συμφέρον: βλ., ΕΔΔΑ, απόφαση VGT Verein gegen Tierfabriken κατά Ελβετίας, της 28ης Ιουνίου 2001, Recueil des arrêts et décisions 2001-VI, § 69 και 70), όπου μνημονεύεται η απόφαση Hertel κατά Ελβετίας, Reports 1998-VI, σ. 2325-26, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «επιβάλλεται, εντούτοις, ο περιορισμός του περιθωρίου εκτιμήσεως οσάκις δεν πρόκειται για τις αμιγώς «εμπορικού χαρακτήρα» δηλώσεις» ενός συγκεκριμένου ατόμου, αλλά για τη συμμετοχή του σε συζήτηση που αφορά το γενικό συμφέρον, όπως μια συζήτηση για τη δημόσια υγεία» (§ 47).
49 – Απόφαση της 25ης Μαρτίου 2004, C-71/02, Karner (Συλλογή 2004, σ. I-3025, σκέψη 51), όπου παρατίθεται νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (συμπεριλαμβανομένης της προμνημονευθείσας στην υποσημείωση 48 αποφάσεως VGT Verein gegen Tierfabriken).
50 – Μολονότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εξέφρασε την άποψη ότι η έλλειψη νομικής βάσεως οφείλεται στο γεγονός ότι η επιβολή της κοινοτικής αναλώσεως περιορίζει τον ανταγωνισμό. Το επιχείρημα αυτό εξετάσθηκε ανωτέρω, στα σημεία 57 και 58.
51 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 6.
52 – Προπαρατεθείσα το σημείο 7.
53 – Βλ. , ανωτέρω, υποσημείωση 17.
54 – Βλ., επίσης, το σημείο 46 των προτάσεων στην υπόθεση Silhouette, όπου εξηγείται ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας για τα σήματα δεν θα είχε ως αποτέλεσμα τη «ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των τρίτων χωρών», αν ερμηνευόταν ως απαγόρευση της διεθνούς αναλώσεως· βλ., ομοίως, τις σκέψεις 28 και 29 της αποφάσεως στην ίδια υπόθεση.
55 – «Προκειμένου να προωθήσει τα συμφέροντα των καταναλωτών και να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή, η Κοινότητα συμβάλλει στην προστασία της υγείας, της ασφάλειας και των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών, καθώς και στην προώθηση του δικαιώματός τους για ενημέρωση, εκπαίδευση [...]».
56 – «Η Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη των πολιτισμών των κρατών μελών [...]».
Full & Egal Universal Law Academy