ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
SHARPSTON
της 22ας Ιουνίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-496/04
J. Slob
κατά
Productschap Zuivel
1. Με την υπό εξέταση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, η οποία έπεται μιας προηγούμενης προδικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε σε σχέση με την ίδια δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου (2), ζητείται από το Δικαστήριο να παράσχει περαιτέρω στοιχεία ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 536/93, ο οποίος αφορά την εφαρμογή της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (3).
2. Συναφώς, το College van Beroep voor het bedrijfsleven (διοικητικό δικαστήριο αρμόδιο για εμπορικές και βιομηχανικές υποθέσεις), Κάτω Χώρες, ερωτά αν ένα κράτος μέλος μπορεί βάσει του εθνικού δικαίου να επιβάλλει σε παραγωγούς τέτοιων προϊόντων υποχρεώσεις τηρήσεως λογιστικής που βαίνουν πέραν αυτών που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο, προκειμένου να εξασφαλίζεται δεόντως η πληρωμή της συμπληρωματικής εισφοράς που οφείλεται, όταν η παραγωγή υπερβαίνει ορισμένη ποσότητα.
Οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
3. Το σύστημα επιβολής της συμπληρωματικής εισφοράς (4) στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων θεσπίσθηκε το 1984 (5). Είχε ως στόχο τη συγκράτηση της αυξήσεως της γαλακτοπαραγωγής, καθιστώντας συγχρόνως δυνατές τις αναγκαίες διαρθρωτικές εξελίξεις και προσαρμογές, λαμβανομένης υπόψη της ποικιλίας των καταστάσεων που επικρατούν στα κράτη μέλη, στις περιοχές ή στις ζώνες συγκεντρώσεως γάλακτος της Κοινότητας (6). Οι προϋποθέσεις επιβολής της εισφοράς καθορίζονται με τον βασικό κανονισμό. Η εισφορά οφείλεται από κάθε παραγωγό γάλακτος που παρέδωσε στον αγοραστή ή πώλησε απευθείας στην κατανάλωση γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα που υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί (7). Το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς δεν μπορεί να υπερβεί μια συνολική εγγυημένη ποσότητα που καθορίζεται από την Κοινότητα για κάθε κράτος μέλος (8).
4. Κατά τον χρόνο των υπό κρίση στην κύρια δίκη περιστατικών, η συμπληρωματική εισφορά οφειλόταν δυνάμει του κανονισμού 3950/92 (9), ο οποίος παρέτεινε την εισφορά (η οποία θα έληγε στις 31 Μαρτίου 1993) για επτά ακόμη έτη.
5. Το άρθρο 1 του κανονισμού 3950/92 προέβλεπε ότι θεσπίζεται, για επτά νέες διαδοχικές περιόδους δώδεκα μηνών, αρχής γενομένης από 1ης Απριλίου 1993, συμπληρωματική εισφορά, η οποία επιβαρύνει τους παραγωγούς γάλακτος «επί των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος, οι οποίες παραδίδονται σε αγοραστή ή πωλούνται απευθείας προς κατανάλωση», οι οποίες υπερβαίνουν τη συνολική εγγυημένη ποσότητα. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, προέβλεπε ότι η εισφορά πρέπει να κατανέμεται μεταξύ των παραγωγών που συνέβαλαν στην υπέρβαση.
6. Το άρθρο 4 περιείχε κανόνες για τη διάθεση ατομικών ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς.
7. Το άρθρο 5 αφορούσε την τροφοδοσία του εθνικού αποθέματος (10), προκειμένου να χορηγούνται πρόσθετες ή ειδικές ποσότητες σε καθορισμένους παραγωγούς. Προς τον σκοπό αυτόν, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 5 προέβλεπε ότι οι ποσότητες αναφοράς τις οποίες διαθέτουν οι παραγωγοί που δεν έχουν θέσει σε εμπορία γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα για περίοδο δώδεκα μηνών προστίθενται στο εθνικό απόθεμα και μπορούν να ανακατανεμηθούν.
8. Λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού 3950/92 τέθηκαν με τον κανονισμό 536/93 (11).
9. Ο κανονισμός 536/93, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική του σκέψη, αφορούσε, μεταξύ άλλων, τους κανόνες ελέγχου για την διαπίστωση του ομαλού ρυθμού της εισπράξεως της εισφοράς.
10. Στην όγδοη αιτιολογική σκέψη εκτίθενται τα εξής:
«ότι τα κράτη μέλη, πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα μέσα για την εκ των υστέρων διεξαγωγή ελέγχου προκειμένου να διαπιστώνουν εάν και σε ποιο βαθμό η εισφορά έχει εισπραχθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις [...] ότι οι διαπιστώσεις αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον ορισμένο αριθμό εργασιών που πρέπει να προσδιοριστούν».
11. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 536/93 όριζε τα εξής:
«Όσον αφορά τις απευθείας πωλήσεις, στο τέλος των περιόδων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92, ο παραγωγός ανακεφαλαιώνει σε δήλωση τον όγκο γάλακτος ή/και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων, ανά προϊόν, που έχουν πωληθεί απευθείας για κατανάλωση ή/και σε εμπόρους χονδρικής πωλήσεως, σε επιχειρήσεις κατεργασίας ή σε εμπόρους λιανικής πωλήσεως.»
12. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, ορίζει τα εξής:
«Πριν από τις 15 Μαΐου κάθε έτους, ο παραγωγός υποβάλλει την δήλωσή του στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους.
Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας, ο παραγωγός οφείλει την εισφορά για το σύνολο των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που έχουν πωληθεί απευθείας και υπερβαίνουν την ποσότητα αναφοράς που διαθέτει ή, αν δεν υφίσταται υπέρβαση, οφείλει πρόστιμο ίσο προς το ποσόν της οφειλόμενης εισφοράς για υπέρβαση 0,1 % της ποσότητας αναφοράς την οποία διαθέτει. [...]
Αν δεν υποβληθεί η δήλωση πριν από την 1η Ιουλίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 μετά τη λήξη προθεσμίας 30 ημερών η οποία ακολουθεί την προειδοποίηση του κράτους μέλους.»
13. Το άρθρο 7 του κανονισμού 536/93 όριζε, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ελέγχου προς διασφάλιση της είσπραξης της εισφοράς επί των ποσοτήτων γάλακτος και ισοδυνάμου γάλακτος που τίθενται σε εμπορία καθ’ υπέρβαση της μιας ή της άλλης των ποσοτήτων οι οποίες αναφέρονται στο [...] του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92. Για το σκοπό αυτό:
[…]
στ) οι παραγωγοί οι οποίοι διαθέτουν ποσότητα αναφοράς για απευθείας πώληση θέτουν στην διάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους, επί τρεις τουλάχιστον μήνες, αφενός, λογιστική υλικού [αποθήκης], ανά περίοδο δώδεκα μηνών, στην οποία αναφέρεται ανά μήνα και ανά προϊόν ο όγκος γάλακτος ή/και γαλακτοκομικών προϊόντων τα οποία πωλούνται απευθείας για κατανάλωση ή/και σε εμπόρους χονδρικής πωλήσεως, σε επιχειρήσεις κατεργασίας ή σε εμπόρους λιανικής πωλήσεως και, αφετέρου, το μητρώο των ζώων τα οποία χρησιμοποιούν για τη γαλακτοκομική παραγωγή στην εκμετάλλευση [...] και τα δικαιολογητικά στοιχεία που επιτρέπουν τον έλεγχο αυτής της λογιστικής υλικού [αποθήκης].
[…]
3. Το κράτος μέλος επαληθεύει στην πράξη την ακρίβεια της λογιστικής των ποσοτήτων γάλακτος και ισοδυνάμου γάλακτος που τίθενται σε εμπορία και, για το σκοπό αυτό, προβαίνει σε ελέγχους των μεταφερομένων ποσοτήτων γάλακτος κατά τη διάρκεια της περισυλλογής στις εκμεταλλεύσεις και διενεργεί επιτόπου έλεγχο:
[…]
β) όσον αφορά τους παραγωγούς που διαθέτουν ποσότητα αναφοράς απευθείας πωλήσεων, της αντιστοιχίας μεταξύ της δήλωσης που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, και της λογιστικής υλικού [αποθήκης] που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο στ΄.»
14. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1392/2001 της Επιτροπής (12) κατάργησε τον κανονισμό 536/93 από τις 31 Μαρτίου 2002 (δηλαδή μετά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών). Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 392/2001 επαναλαμβάνει το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 536/93.
15. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1392/2001 ορίζει επιπροσθέτως τα εξής:
«Το κράτος μέλος μπορεί να προβλέψει ότι ένας παραγωγός που διαθέτει ποσότητα αναφοράς για την απευθείας πώληση υποχρεούται να δηλώνει, ενδεχομένως, ότι δεν έχει πουλήσει γάλα κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου» (13).
16. Μόνον όταν ο κανονισμός 595/2004 κατάργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 1392/2001, οι κοινοτικοί κανόνες επέβαλαν, για πρώτη φορά, τον ειδικό όρο ότι η λογιστική των παραγωγών πρέπει να παρέχει διευκρινίσεις για «κάθε πώληση ή διάθεση γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και των προϊόντων που έχουν παραχθεί αλλά δεν έχουν πωληθεί ή διατεθεί» (14).
Οι σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου
17. Το άρθρο 26 της Regeling superheffing 1993 (κανονιστική απόφαση του 1993 για συμπληρωματικές εισφορές, εφεξής Regeling superheffing) (15), η οποία κατά τον χρόνο των περιστατικών συνιστούσε μεταφορά του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς στο ολλανδικο δίκαιο ορίζει ότι ο Productschap Zuivel (οργανισμός διαχειρίσεως γαλακτοκομικών προϊόντων, εφεξής productschap) είναι αρμόδιος για τον προσδιορισμό, την επιβολή και την είσπραξη της εισφοράς.
18. Το άρθρο 29, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
«1. Ο [...] παραγωγός οφείλει, σύμφωνα το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 και σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζονται από τον productschap, να δηλώνει στον οργανισμό αυτόν, ανά προϊόν, την ποσότητα γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων που κατά την προηγούμενη περίοδο εμπορίας παρέδωσε απ’ ευθείας στους καταναλωτές.»
19. Το άρθρο 31 ορίζει τα εξής:
1. «Ο παραγωγός, ο οποίος [...] υποχρεούται ή δύναται να υποχρεωθεί να καταβάλει εισφορά οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 και σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζονται από τον productschap, να τηρεί λογιστική.
2. Ο Productschap δύναται αυτεπαγγέλτως να καθορίσει την παραδοθείσα ποσότητα αν οι προβλεπόμενες από την παράγραφο 1 καθώς και από [...] το άρθρο 29, παράγραφος 1, υποχρεώσεις δεν έχουν τηρηθεί ή, κατά την κρίση του οργανισμού αυτού, δεν έχουν τηρηθεί επαρκώς.»
20. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening 1994, Uitvoering regeling superheffing (16) (εκτελεστική απόφαση του 1994 για την εφαρμογή της κανονιστικής αποφάσεως περί συμπληρωματικής εισφοράς, στο εξής: Zuivelverordening), περιέχει τους θεσπισθέντες από τον Productschap κανόνες, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 31 της Regeling superheffing. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Ο παραγωγός οφείλει, αφενός, να καταχωρίζει σε οικείο βιβλίο κάθε στοιχείο σχετικό με την επιχείρηση ή εκμετάλλευσή του ώστε ανά πάσα στιγμή να μπορούν να διαπιστωθούν η παραγωγή, τα αποθέματα και η ποσότητα επεξεργασμένου ή μεταποιημένου γάλακτος που έχει παραλάβει και παραδώσει, καθώς και τα συναφή οικονομικά στοιχεία και, αφετέρου, να διατηρεί το ως άνω βιβλίο και τα ως άνω στοιχεία τουλάχιστον επί τρία έτη.»
Οι διαδικασίες ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου
21. Ο J. Slob είναι παραγωγός γάλακτος στις Κάτω Χώρες, ο οποίος διέθετε κατά την περίοδο εμπορίας 1996/1997, για απ’ ευθείας πώληση προς κατανάλωση, ατομική ποσότητα αναφοράς 647 910 kg γάλακτος.
22. Η εκμετάλλευσή του επιθεωρήθηκε από την αρμόδια ολλανδική αρχή τον Δεκέμβριο του 1997. Από την επιθεώρηση προέκυψε ότι υπήρχε μια διαφορά περίπου 250 000 kg μεταξύ, αφενός, της υπολογισθείσας βάσει του μεγέθους του ζωικού κεφαλαίου της εκμεταλλεύσεως για την περίοδο εισφοράς 1996/97 ποσότητας παραχθέντος γάλακτος και, αφετέρου, της ποσότητας πωληθέντος γάλακτος, όπως εμφαίνεται στη δήλωση του Slob προς τον Productschap (17).
23. Ο Slob αναγνώρισε την ύπαρξη της ως άνω διαφοράς και διευκρίνισε ότι το πλεονάζον γάλα μεταποιήθηκε σε βούτυρο, κατά τη διαδικασία παρασκευής αποβουτυρωμένου γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παραγωγή τυριού. Ο J. Slob ισχυρίστηκε ότι το βούτυρο που παρασκευάστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, ήτοι συνολικώς 10 000 kg (18), καταστράφηκε αμέσως μετά την παραγωγή, απορριφθέν σε τάφρο κοπριάς.
24. Ο Slob τόνισε ότι το βούτυρο δεν πωλήθηκε ούτε σε χονδρέμπορο ούτε απ’ ευθείας σε καταναλωτή.
25. Στις γραπτές παρατηρήσεις των Κάτω Χωρών αναφέρεται ότι ο Slob ισχυρίσθηκε επίσης ότι δεν τηρούσε λογιστική αποθήκης για την παραγωγή και την καταστροφή του βουτύρου, εφόσον μια τέτοια λογιστική ήταν υποχρεωτική μόνο για το παρασκευαζόμενο τυρί (19).
26. Με απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1999, ο Productschap καθόρισε αυτεπαγγέλτως, βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 2, της Regeling superheffing, τις ποσότητες γάλακτος και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων που παρέδωσε ο Slob απ’ ευθείας για κατανάλωση κατά την περίοδο εμπορίας 1996/1997 και του ανακοίνωσε ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 536/93, πρέπει να καταβάλει ποσό 180 976,77 ολλανδικών φιορινίων (NLG) (περίπου 82 124 ευρώ) ως συμπληρωματική εισφορά.
27. Κατόπιν διοικητικής ενστάσεως του Slob, ο Productschap μείωσε, με απόφαση της 4ης Απριλίου 2000, το ποσό της συμπληρωματικής εισφοράς. Ωστόσο, ενέμεινε κατά τα λοιπά στην απόφασή του. Έκρινε ότι δεν τηρήθηκε λογιστική αποθήκης για περίπου 250 000 kg γάλακτος (20). Ο οργανισμός αυτός κατέληξε ότι ο Slob δεν τήρησε, κατά τη διάρκεια της περιόδου εισφοράς 1996/1997, ορθά και πλήρη λογιστικά στοιχεία ως προς την παραγωγή, τα αποθέματα και τις παραδόσεις γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως προβλέπει το άρθρο 7 του κανονισμού 536/93, σε συνδυασμό με το άρθρο 31, παράγραφος 1, της Regeling superheffing και το άρθρο 11 της Zuivelverordening.
28. Με την (πρώτη) έφεσή του ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven –το οποίο υπέβαλε την υπό εξέταση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως– κατά της αποφάσεως της 4ης Απριλίου 2000, ο Slob υποστήριξε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 536/93 δεν τον υποχρέωνε να τηρεί λογιστική για προϊόντα που δεν είχαν πωληθεί και είχαν καταστραφεί.
29. Αντέκρουσε επίσης τον ισχυρισμό του Productschap ότι, εφόσον δεν υπάρχει λογιστική για το βούτυρο, θα μπορούσε να συναχθεί ότι το πώλησε.
30. Ο Productschap υποστήριξε ότι ο Slob ήταν υποχρεωμένος να τηρεί λογιστική ως προς το εν λόγω γάλα.
31. Το αιτούν δικαστήριο είχε αμφιβολίες ως προς την ορθή ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 536/93. Κατά συνέπεια, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα στο πλαίσιο της υποθέσεως Slob I:
«Δύναται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, αρχή και στοιχείο στ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 να συναχθεί υποχρέωση του παραγωγού να τηρεί λογιστικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν, μεταξύ άλλων, η διαθεσιμότητα, η παραγωγή, η αποθήκευση, η χρήση, η επεξεργασία και η εξάλειψη του γάλακτος και/ή των γαλακτοκομικών προϊόντων στην εκμετάλλευσή του, η οποία λογιστική αποθήκης πρέπει περαιτέρω να αναφέρει, ανά μήνα και ανά προϊόν, την ποσότητα του πωληθέντος γάλακτος και/ή των πωληθέντων γαλακτοκομικών προϊόντων, ή καθιστά η διάταξη αυτή υποχρεωτική μόνον την καταχώριση των πιο πάνω στοιχείων που αφορούν τις πωλήσεις;»
32. Στις 12 Φεβρουαρίου 2004, το Δικαστήριο απάντησε σ’ αυτό το ερώτημα ως ακολούθως:
«Το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, και στοιχείο στ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η λογιστική αποθήκης την οποία ο παραγωγός έχει την υποχρέωση να τηρεί πρέπει να αναφέρει μόνον τον όγκο, ανά μήνα και ανά προϊόν, του πωληθέντος γάλακτος και/ή των πωληθέντων γαλακτοκομικών προϊόντων.»
33. Στο σκεπτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο εξέθεσε τα εξής:
«Πρέπει να διευκρινιστεί εκ προοιμίου ότι εναπόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει το αντικείμενο των ερωτημάτων που προτίθεται να υποβάλει στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν δύναται, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των διαδίκων της διαφοράς στην κύρια δίκη, να εξετάσει ερωτήματα που δεν του υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο. Σε περίπτωση κατά την οποία, ενόψει της εξελίξεως της διαφοράς, το εθνικό δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να λάβει συμπληρωματικά στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, σ’ αυτό εναπόκειται να απευθυνθεί εκ νέου στο Δικαστήριο […]
Δεν αποτελεί αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος η ενδεχόμενη αρμοδιότητα των κρατών μελών, η οποία συζητήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, για τη θέσπιση νομοθεσίας επιβάλλουσας στους παραγωγούς γάλακτος που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους υποχρεώσεις τηρήσεως λογιστικών στοιχείων πέραν των υποχρεώσεων που απορρέουν από την υπό ερμηνεία διάταξη» (21).
34. Επομένως, το ζήτημα αυτό δεν εξετάσθηκε από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υποθέσεως Slob I.
35. Σε μεταγενέστερη συζήτηση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου την 1η Οκτωβρίου 2004, ο Productschap υποστήριξε ότι η εκτίμηση των ποσοτήτων του επίδικου βουτύρου στηρίχθηκε όχι μόνο στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, του κανονισμού 536/93, αλλά επίσης, και χωριστά, στη μη συμμόρφωση του προσφεύγοντος προς το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening. Η διάταξη αυτή, κατά τον Productschap, έλκει τη νομιμότητά της από τη γενική υποχρέωση που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 536/93 να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ελέγχου προς διασφάλιση της εισπράξεως της συμπληρωματικής εισφοράς και να επαληθεύουν επιτόπου το υποστατό της πωλήσεως των ποσοτήτων γάλακτος και ισοδυνάμου γάλακτος, ειδικότερα δε την ακρίβεια της λογιστικής αποθήκης.
36. Ο Productschap τόνισε ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening υποχρεώνει τον παραγωγό να δικαιολογεί στη διοίκηση το σύνολο του παραγομένου βουτύρου και τη χρήση του, ακόμη κι αν το βούτυρο είχε καταστραφεί ή χρησιμοποιηθεί ως ζωοτροφή.
37. Το αιτούν δικαστήριο είχε αμφιβολίες ως προς το αν κράτος μέλος έχει εξουσία, βάσει του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 536/93, να επιβάλει στον παραγωγό, επιπροσθέτως της υποχρεώσεως τηρήσεως λογιστικής αποθήκης σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, μια υποχρέωση όπως αυτή του άρθρου 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening.
38. Κατά συνέπεια, ανέστειλε τη διαδικασία για δεύτερη φορά και υπέβαλε δύο συμπληρωματικά ερωτήματα στο Δικαστήριο:
«1. Έχει το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (EΟΚ) 536/93 την έννοια ότι η διάταξη αυτή παρέχει σε κράτος μέλος την ευχέρεια να θεσπίσει μια ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους εγκατεστημένους στο έδαφός του παραγωγούς γαλακτοκομικών προϊόντων υποχρεώσεις τηρήσεως λογιστικής που βαίνουν πέραν αυτών που απορρέουν από τη διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄;
2. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως σ’ αυτό το ερώτημα, πρέπει τότε, όσον αφορά μια διάταξη που επιβάλλει στον παραγωγό την υποχρέωση να δικαιολογεί στη διοίκησή του ποια ποσότητα βουτύρου παρήγαγε και ποιος ήταν ο προορισμός της, ακόμη δε κι αν το βούτυρο εξαλείφεται ή μεταποιείται για ζωοτροφή, να θεωρηθεί ότι αυτό παραμένει εντός του πλαισίου της κατ’ αυτόν τον τρόπο αφεθείσας στο κράτος μέλος ευχέρειας;»
39. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Slob, η Επιτροπή και οι Κάτω Χώρες, άπαντες δε παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Οι παρατηρήσεις
40. Οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο συνοψίζονται ως ακολούθως.
41. Ο Slob υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 536/93 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι παρέχει στα κράτη μέλη την εξουσία να επιβάλλουν δυνάμει του εθνικού δικαίου επί πλέον όρους για την τήρηση λογιστικής αποθήκης για γαλακτοκομικά προϊόντα.
42. Αναφερόμενος σε γενικές αρχές που διαμόρφωσε ενωρίς η νομολογία του Δικαστηρίου, ο Slob επισημαίνει τον όρο κατά τον οποίο οι εισφορές πρέπει να εφαρμοζονται με την ίδια δεσμευτική ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη (22) και υπενθυμίζει ότι, εφόσον οι κανονισμοί της Επιτροπής ισχύουν άμεσα, αποκλείεται γενικώς η δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν μέτρα που μεταβάλλουν το περιεχόμενο ή συμπληρώνουν τις διατάξεις τους (23). Οι κανονισμοί 3950/92 και 536/93 δεν παρέχουν ρητώς εξουσία στα κράτη μέλη να θεσπίζουν πρόσθετους κανόνες, το δε σύστημα σοβαρών χρηματοοικονομικών κυρώσεων, που επιβάλλουν οι κανονισμοί αυτοί στους παραγωγούς, πρέπει να εφαρμόζεται ομοιόμορφα παντού εντός της Κοινότητας. Η υποχρέωση των κρατών μελών να εφαρμόζουν με επιμέλεια το σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να θέτουν αυτοτελώς συμπληρωματικούς όρους. Άλλα κράτη μέλη πλην των κάτω Χωρών δεν επέβαλαν αυστηρότερους όρους λογιστικής για την περίοδο εισφοράς 1996/97. Στην Επιτροπή εναπόκειται να θεσπίσει λεπτομερέστερους κανόνες, αν κριθεί αναγκαίο.
43. Οι Κάτω Χώρες υποστηρίζουν ότι οι εφαρμοστέοι κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών κοινοτικοί κανόνες δεν ρύθμιζαν επαρκώς την τήρηση της λογιστικής αποθήκης της γαλακτοκομικής παραγωγής στις Κάτω Χώρες. Το πρόβλημα ανακύπτει διότι η γαλακτοκομική παραγωγή στο συγκεκριμένο κράτος μέλος περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό εγκαταστάσεων εκτροφής γαλακτοφόρων ζώων, η παραγωγή των οποίων διοχετεύεται στο εμπόριο εξ ολοκλήρου ή ως επί το πλείστον μέσω απευθείας πωλήσεων. Το κοινοτικό σύστημα, αντιθέτως, στηρίζεται στην υπόθεση ότι αμελητέες μόνο ποσότητες πωλούνται απευθείας για κατανάλωση.
44. Οι Κάτω Χώρες προβάλλουν δύο κύριους ισχυρισμούς. Πρώτον, τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση να διενεργούν κατάλληλους ελέγχους στην παραγωγή γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων προκειμένου να καταπολεμούν τις απάτες. Δεδομένης της ιδιαίτερης καταστάσεως στις Κάτω Χώρες όσον αφορά τις απευθείας πωλήσεις, το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening είναι αναγκαίο για να εξασφαλίζεται η ακρίβεια των στοιχείων που υποβάλλονται για τη συλλογή και τις απευθείας πωλήσεις γάλακτος. Άλλως, μπορεί να υπάρξουν σημαντικές αρνητικές χρηματοοικονομικές συνέπειες για την Κοινότητα, τις οποίες, κατά το άρθρο 280 ΕΚ (24), τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αντιμετωπίσουν. Με την απόφαση Slob I, το Δικαστήριο δεν απέκλεισε τη δυνατότητα υπάρξεως ανεπαρκειών στον ελεγκτικό μηχανισμό (25). Το άρθρο 24, παράγραφος 6, του κανονισμού 595/2004 έχει πλέον πληρώσει το κενό σε κοινοτικό επίπεδο.
45. Δεύτερον, προκειμένου να διενεργούν τέτοιους ελέγχους, τα κράτη μέλη έχουν εξουσία να επιβάλλουν όρους συμπληρωματικούς αυτών που ορίζονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1 και παράγραφος 3, του κανονισμού 536/93, οι οποίοι τους παρέχουν τη δυνατότητα να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από αυτές τις διατάξεις, εφόσον ενεργούν εντός του πλαισίου και σύμφωνα με τον σκοπό της συμπληρωματικής εισφοράς και τηρούν τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
46. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening σκοπό έχει να διευκολύνει την επίτευξη του κύριου σκοπού του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς, ο οποίος έγκειται στον κολασμό σε περίπτωση υπερπαραγωγής (26). Όταν ο προβλεπόμενος από τον κανονισμό 3950/92 μηχανισμός αποτυγχάνει, το κράτος μέλος υποχρεούται να λάβει μέτρα για τη διασφάλιση της εισπράξεως της συμπληρωματικής εισφοράς (27).
47. Η εν προκειμένω επίμαχη εθνική διάταξη δεν είναι αντίθετη προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening δεν βαίνει πέραν αυτού που είναι απαραίτητο για τη διασφάλιση του εύλογου σκοπού του, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, οι δε όροι που θέτει ήταν γνωστοί στους παραγωγούς, οπότε τηρούνται οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
48. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 536/93 επιτρέπει στα κράτη μέλη συμπληρωματικούς όρους για την τήρηση λογιστικής, όπως την υποχρέωση που περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening, που βαίνουν πέραν των προβλεπόμενων στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄. Η ερμηνεία αυτή συνάδει προς τον σκοπό του κανονισμού 536/93, διότι παρέχει το μέσο διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς και προλήψεως απατών και συνάδει με την υποχρέωση που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 7, παράγραφος 1, να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ελέγχου. Εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να αποδείξει ότι είναι αναγκαίοι αυστηρότεροι κανόνες και, αν όντως αυτό συμβαίνει, να διαμορφώσει αυτούς τους κανόνες. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται με την επιφύλαξη της απαγορεύσεως λήψεως αυθαίρετων μέτρων, των κανόνων περί καταχρήσεως εξουσίας και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, όπως της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου.
Εκτίμηση
49. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 536/93 απαριθμεί εξαντλητικώς τις υποχρεώσεις που μπορούν να επιβάλλονται σε παραγωγούς γάλακτος και προϊόντων ισοδυνάμου γάλακτος για την τήρηση λογιστικής ή αν οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν να συμπληρώνονται με όρους που επιβάλλονται με κανόνα του εθνικού δικαίου, όπως το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening.
50. Με τις αποφάσεις Penycoed (28) και Cooperativa Lattepiù (29) , το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του ζητήματος αν τα κράτη μέλη, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεων που υπέχουν από το σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς, μπορούν να λαμβάνουν μέτρα επιπροσθέτως αυτών που περιέχουν οι διατάξεις των κανονισμών 3950/92 και 536/93. Με αμφότερες τις αποφάσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 10 ΕΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τέτοια πρόσθετα μέτρα προς διασφάλιση της ορθής πληρωμής της εισφοράς (30).
51. Κατά συνέπεια, με την απόφαση Penycoed, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απορρέουσα από το άρθρο 10 ΕΚ υποχρέωση περιλαμβάνει, εφόσον είναι αναγκαίο, τη δυνατότητα ασκήσεως ευθείας αγωγής κατά του παραγωγού προς είσπραξη του οφειλομένου ποσού (31). Στην υπόθεση Cooperativa Lattepiù, το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί επί του ζητήματος αν βάσει των κανονισμών 3950/92 και 536/93 επιτρέπονταν εκ των υστέρων διορθώσεις των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που είχαν χορηγηθεί στους παραγωγούς γάλακτος και, κατά συνέπεια, η διόρθωση του ύψους των συμπληρωματικών εισφορών που αυτοί όφειλαν. Απαντώντας καταφατικά, το Δικαστήριο εξέτασε αν τα μέτρα αυτά είναι σύμφωνα προς το γράμμα και τον σκοπό αυτών των διατάξεων, προς τους σκοπούς και τη γενική οικονομία της ρυθμίσεως σχετικά με το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, καθώς και προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα δε τις αρχές της αναλογικότητας, της ασφαλείας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (32).
52. Παρομοίως, στην υπό εξέταση υπόθεση, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν ένα κράτος μέλος, στο πλαίσιο του ελέγχου πληρωμής της εισφοράς, μπορεί να λάβει μέτρα επιπροσθέτως αυτών που προβλέπονται στις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 3950/92 και του κανονισμού 536/93.
53. Η με την ίδια συλλογιστική προσέγγιση που υιοθέτησε το Δικαστήριο στην απόφαση Cooperativa Lattepiù μπορεί να εφαρμοσθεί επωφελώς εν προκειμένω.
54. Πρώτον, συνάδει μια υποχρέωση όπως η περιεχόμενη στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening προς το γράμμα των σχετικών διατάξεων των κανονισμών 3950/92 και 536/93;
55. Ως προκαταρκτική παρατήρηση, σημειώνω ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88 (33) (που προηγήθηκε του κανονισμού 536/93) όριζε με πολύ ευρεία διατύπωση ότι «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία συμπληρωματικά μέτρα: α) για να εξασφαλίσουν την είσπραξη της εισφοράς ιδίως τα μέτρα ελέγχου και εκείνα που εξασφαλίζουν την ενημέρωση των ενδιαφερομένων όσον αφορά τις ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις στις οποίες υπόκεινται, σε περίπτωση μη τήρησης των διατάξεων του παρόντος κανονισμού [...]».
56. Πουθενά στα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού 3950/92, ή στο άρθρο 7, παράγραφος 1, και στο άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 536/93, δεν αποκλείεται ρητώς η δυνατότητα των εθνικών αρχών να επιβάλλουν πρόσθετα μέτρα. Αντιθέτως: στην όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 536/93 εκτίθεται ρητώς ότι τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα μέσα για την εκ των υστέρων διεξαγωγή ελέγχου προκειμένου να διαπιστώνουν εάν και σε ποιο βαθμό η εισφορά έχει εισπραχθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και ότι οι διαπιστώσεις αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν «τουλάχιστον ορισμένο αριθμό» εργασιών που πρέπει να προσδιοριστούν. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν «όλα» τα αναγκαία μέτρα ελέγχου προς διασφάλιση της είσπραξης της οφειλόμενης εισφοράς και θέτει μια σειρά όρων προς διευκόλυνση αυτών των ελέγχων (34). Το άρθρο 7, παράγραφος 3, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επαληθεύουν στην πράξη την ακρίβεια της λογιστικής των ποσοτήτων γάλακτος και ισοδυνάμου γάλακτος που τίθενται σε εμπορία και, για τον σκοπό αυτό, να προβαίνουν σε ορισμένους ειδικούς ελέγχους.
57. Επομένως, το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 3, εξειδικεύει, σε κοινοτικό επίπεδο, ένα ελάχιστο αριθμό θεμελιωδών μέτρων ελέγχου. Τα μέτρα αυτά μπορούν να συμπληρώνονται με πρόσθετα εθνικά μέτρα για τη διασφάλιση της πληρωμής της εισφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι τα εθνικά αυτά μέτρα είναι πράγματι «αναγκαία» και τηρούνται οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με τα εκτιθέμενα στην όγδοη αιτιολογική σκέψη, κατά την οποία «οι διαπιστώσεις [...] πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον ορισμένο αριθμό εργασιών που πρέπει να προσδιοριστούν» στην κοινοτική νομοθεσία, ενώ αφήνει ευχέρεια στα κράτη μέλη να λαμβάνουν συμπληρωματικά μέτρα, ώστε να διαθέτουν κατάλληλα μέσα «για την εκ των υστέρων διεξαγωγή ελέγχου προκειμένου να διαπιστώνουν εάν και σε ποιο βαθμό η εισφορά έχει εισπραχθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις».
58. Δεύτερον, συνάδει το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening προς τον σκοπό και την όλη οικονομία του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς; Η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων των κανονισμών 3950/92 και 536/93, που εξέθεσα αμέσως προηγουμένως, είναι σύμφωνη με τους σκοπούς που επιδιώκονται με το σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς, στους οποίους φυσικά περιλαμβάνεται η δημιουργία ενός αποτελεσματικού μέσου εισπράξεως της οφειλόμενης εισφοράς. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Geelhoed στην υπόθεση Penycoed (35), ο σκοπός της παροχής εξουσίας στα κράτη μέλη για την είσπραξη της εισφοράς έγκειται στο να εξασφαλισθεί ότι η συμπληρωματική εισφορά εφαρμόζεται πράγματι σε όλα τα κράτη μέλη χωρίς απώλεια κοινοτικών πόρων, καθώς και να εξασφαλισθεί ομοιόμορφη εφαρμογή του συστήματος προς αποτροπή του ενδεχομένου να επηρεασθεί η παραγωγή γάλακτος εντός των κρατών μελών από ανισότητες στον τομέα του ανταγωνισμού. Αν ένα κράτος μέλος μπορεί να αποδείξει ότι είναι αναγκαίος πρόσθετος έλεγχος προκειμένου να είναι σε θέση να εκπληρώσει τις έναντι της Κοινότητας υποχρεώσεις του και το μέτρο που προτείνει είναι ανάλογο, έχει κατ’ αρχήν αρμοδιότητα να επιβάλει ένα τέτοιο έλεγχο.
59. Τρίτον, συνάδει το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening προς τις αρχές της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης; Μολονότι αυτό είναι ζήτημα το οποίο πρέπει να κρίνει το εθνικό δικαστήριο, το Δικαστήριο μπορεί να το βοηθήσει, παρέχοντάς του χρήσιμα προς τούτο στοιχεία.
60. Δεν συμφωνώ με τον ισχυρισμό του Slob ότι τα πρόσθετα για τη λογιστική μέτρα που επέβαλαν οι Κάτω Χώρες είναι δυσανάλογα. Το ζήτημα αυτό πρέπει να εξετασθεί σε τρία μέρη (36).
61. Πρώτον, ο σκοπός που επιδιώκεται με τη συμπληρωματική εισφορά είναι να διασφαλισθεί ότι η παραγωγή γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων στις Κάτω Χώρες πράγματι ελέγχεται –σκοπός που φαίνεται θεμιτός.
62. Δεύτερον, το ζήτημα αν ο πρόσθετος έλεγχος που εισήχθη με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening είναι αναγκαίος μπορεί να αναλυθεί ως ακολούθως. Οι Κάτω Χώρες διευκρίνισαν ότι τα ολλανδικά γαλακτοκομεία παρουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά –σε σχέση με τον βαθμό στον οποίο γάλα διατίθεται στο εμπόριο με απευθείας πωλήσεις– που δεν απαντούν στα γαλακτοκομεία γενικώς της Κοινότητας. Ούτε ο Slob ούτε η Επιτροπή αμφισβήτησαν την ορθότητα αυτού του ισχυρισμού. Ούτε προβλήθηκε (στο πλαίσιο των απευθείας πωλήσεων) ότι το είδος των διασταυρούμενων ελέγχων της δηλωμένης ποσότητας παραγωγής γάλακτος που προβλέπονται μέσω ενός μέτρου όπως του άρθρου 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening δεν χρειάζεται προκειμένου να διαπιστώνεται αν η δήλωση του παραγωγού είναι ειλικρινής. Πράγματι, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει έκτοτε προβλέψει έναν τέτοιο ακριβώς πρόσθετο διασταυρούμενο έλεγχο (37) σε κοινοτικό επίπεδο. Βάσει αυτών των στοιχείων –αυτά είναι όλα κι όλα που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου– καταλήγω ότι οι Κάτω Χώρες δικαιολογημένα θεώρησαν ότι ο πρόσθετος αυτός έλεγχος ήταν αναγκαίος.
63. Τέλος, δεν νομίζω ότι ο όρος της τηρήσεως λογιστικής εξειδικεύουσας τον προορισμό όλης της γαλακτοκομικής παραγωγής, περιλαμβανομένης αυτής που αποθηκεύεται ή καταστρέφεται, βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της πληρωμής της εισφοράς. Για να γίνεται αυτό αποτελεσματικά, τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν κάθε σημαντικό κίνδυνο πωλήσεως γάλακτος χωρίς λογιστική καταχώριση. Τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης βάσει του άρθρου 280, παράγραφος 1, ΕΚ να καταπολεμούν την απάτη ή οποιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, λαμβάνοντας μέτρα σύμφωνα με αυτό το άρθρο. Η υποχρέωση τηρήσεως λογιστικής, που επιβάλλει το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening, αντιμετωπίζει καταλλήλως αυτούς τους κινδύνους, υποχρεώνοντας τον παραγωγό να καταχωρίζει λογιστικώς ο,τιδήποτε αφορά την επιχείρηση ή την εκμετάλλευσή του, «ώστε ανά πάσα στιγμή να μπορούν να διαπιστωθούν η παραγωγή, τα αποθέματα και η ποσότητα επεξεργασμένου ή μεταποιημένου γάλακτος που έχει παραλάβει και παραδώσει».
64. Ομοίως, δεν με πείθει ο ισχυρισμός του Slob ότι τα πρόσθετα μέτρα είναι αντίθετα προς την ασφάλεια δικαίου, διότι υποσκάπτουν την ομοιόμορφη εφαρμογή του κανονισμού 536/93. Όπως εξέθεσα, τα κράτη μέλη έχουν εξουσία να συμπληρώνουν του όρους τηρήσεως λογιστικής που θέτει αυτός ο κανονισμός. Ακριβώς επειδή κάθε πρόσθετος κανόνας πρέπει να συμπληρώνει, αντί να τροποποιεί, τους όρους που τίθενται σε κοινοτικό επίπεδο, συνάγεται ότι δεν θα διακυβευθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων.
65. Όσον αφορά τον ισχυρισμό που στηρίζεται στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, στη διάταξη περί παραπομπής εκτίθεται ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening υποχρεώνει τον παραγωγό να δικαιολογεί στη διοίκηση το σύνολο του παραγομένου βουτύρου και τη χρήση του, ακόμη κι αν το βούτυρο έχει καταστραφεί ή χρησιμοποιηθεί ως ζωοτροφή. Επομένως, θα έπρεπε να ήταν αναμενόμενο για όλους τους γαλακτοπαραγωγούς που υπόκεινται στο ολλανδικό δίκαιο ότι οφείλουν να τηρούν μια τέτοια λογιστική. Δεν αιφνιδιάστηκαν ως προς την τήρηση αυτού του όρου και, κατά συνέπεια, δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
66. Επομένως, οι όροι που επιβάλλονται στους παραγωγούς με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening θεμιτώς συμπληρώνουν τα μέτρα ελέγχου που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 536/93.
67. Πρέπει, τέλος, να εξετάσω ένα σημαντικό επιχείρημα που διατύπωσε ο Slob κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Ο Slob επιχείρησε να διακρίνει μεταξύ αυτής της υποθέσεως και των υποθέσεων Penycoed και Cooperativa Lattepiù (38) , ισχυριζόμενος ότι εδώ οι πρόσθετοι εθνικοί κανόνες δεν πληρώνουν απλώς ένα κενό, αλλά τροποποιούν την ουσιαστική βάση της επιβολής της συμπληρωματικής εισφοράς. Αυτό συμβαίνει διότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening επιβάλλει την εισφορά όχι βάσει της λογιστικής που αφορά απευθείας πωλήσεις, αλλά μέσω εξετάσεως στοιχείων που αφορούν την παραγωγή. Επομένως, το αποτέλεσμα της αποφάσεως του Productschap ήταν να του επιβληθεί υποχρέωση καταβολής της συμπληρωματικής εισφοράς βάσει αποκλειστικώς του εθνικού δικαίου. Ισχυρίσθηκε ότι, εφόσον η εισφορά μπορεί να επιβληθεί μόνο βάσει του κοινοτικού δικαίου (ειδικότερα, του κανονισμού 3950/92), αυτό δεν ήταν σύννομο.
68. Συμφωνώ με τον Slob ως προς το ότι η συμπληρωματική εισφορά επιβάλλεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός 3950/92. Δεν μπορεί να επιβληθεί νομίμως βάσει πρόσθετων προϋποθέσεων που θέτει το εθνικό δίκαιο. Η δημιουργία μιας νέας νομικής βάσεως ευθύνης θα υπερέβαινε σαφώς τις εξουσίες που παρέχονται στα κράτη μέλη από τους κανονισμούς 3950/92 και 536/93.
69. Το άρθρο 1 του κανονισμού 3950/92 ορίζει ότι η εισφορά οφείλεται «επί των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος, οι οποίες παραδίδονται σε αγοραστή ή πωλούνται απευθείας προς κατανάλωση». Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει περαιτέρω ότι η εισφορά κατανέμεται μεταξύ των παραγωγών που συνέβαλαν στην υπέρβαση.
70. Οι λεπτομερείς κανόνες του κανονισμού 536/93 θεσπίσθηκαν για να καταστεί δυνατό στα κράτη μέλη να ελέγχουν ότι η εισφορά εισπράχθηκε πράγματι σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες (δηλαδή σύμφωνα με τον κανονισμό 3950/92) (39). Δεν συνιστούν καθ’ εαυτούς έρεισμα για την επιβολή της συμπληρωματικής εισφοράς. Πολλώ μάλλον, όταν ένα κράτος μέλος επιβάλλει (νομίμως) πρόσθετους όρους βάσει του εθνικού δικαίου, οι οποίοι συμπληρώνουν τα μέτρα ελέγχου που προβλέπει ο κανονισμός 536/93, οι πρόσθετοι αυτοί όροι δεν μπορούν, από μόνοι τους, να παράσχουν το νομικό έρεισμα για την επιβολή της εισφοράς.
71. Ποια είναι τότε η συνέπεια για τον παραγωγό που δεν συμμορφώθηκε προς αυτούς τους πρόσθετους όρους κατά το εθνικό δίκαιο; Θεωρώ ότι δύο διαφορετικά σενάρια είναι δυνατά.
72. Κατά το πρώτο, ο εν λόγω παραγωγός δεν συμμορφώθηκε με έναν όρο τηρήσεως λογιστικής. Όμως, λαμβανομένων υπόψη όλων των αποδείξεων, η αρμόδια εθνική αρχή διαπιστώνει ότι δεν μπορεί βασίμως να συναχθεί ότι ο παραγωγός ευθύνεται για «ποσότητ[ες] γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος, οι οποίες παραδίδονται σε αγοραστή ή πωλούνται απευθείας προς κατανάλωση», καθ’ υπέρβαση της οικείας ατομικής ποσότητας αναφοράς που του χορηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού 3950/92. Οι έλεγχοι που διενήργησαν οι εθνικές αρχές παρέχουν αξιόπιστη εικόνα ενός γαλακτοπαραγωγού με επίπεδο γαλακτοπαραγωγής που αντιστοιχεί στη δήλωση παραγωγού που υπέβαλε (40) για τον «όγκο γάλακτος ή/και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων, ανά προϊόν, που έχουν πωληθεί απευθείας για κατανάλωση ή/και σε εμπόρους χονδρικής πωλήσεως, σε επιχειρήσεις κατεργασίας ή σε εμπόρους λιανικής πωλήσεως» (41). Η λογιστική που αφορά απευθείας πωλήσεις είναι επίσης αξιόπιστη. Ο παραγωγός (κατ’ αυτό το σενάριο) δεν είναι μεταξύ «των παραγωγών που συνέβαλαν στην υπέρβαση» (άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 3950/92). Επομένως, δεν υπάρχει έρεισμα στον κανονισμό 3950/92 για να του ζητηθεί να πληρώσει συμπληρωματική εισφορά και, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν παράνομο να υποχρεωθεί προς τούτο.
73. Υπό τις περιστάσεις αυτές, συνάγεται ότι ο Productschap δεν θα δικαιούνταν να ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 31, παράγραφος 2, της Regeling superheffing για να προσδιορίσει την παραδιδόμενη ποσότητα και να επιβάλει αντίστοιχη εισφορά, όταν δεν έχουν τηρηθεί οι πρόσθετοι εθνικοί κανόνες (42). Πάντως, ο Productschap θα δικαιούνταν να επιβάλει κατάλληλη και ανάλογη κύρωση στον οικείο παραγωγό λόγω μη τηρήσεως του (εθνικού) όρου τηρήσεως λογιστικής.
74. Κατά το δεύτερο σενάριο, η μη τήρηση του πρόσθετου όρου για την τήρηση λογιστικής που επιβάλλεται βάσει του εθνικού δικαίου ενισχύει τις άλλες αποδείξεις που προκύπτουν από τον έλεγχο που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 536/93. Κατά συνολική θεώρηση, οι αποδείξεις πλήττουν την αξιοπιστία της δηλώσεως του παραγωγού για απευθείας πωλήσεις από αυτόν τον συγκεκριμένο γαλακτοπαραγωγό. Τα στοιχεία της παραγωγής δεν χρησιμοποιούνται για να τροποποιηθεί η βάση της εισπράξεως της συμπληρωματικής εισφοράς (πράγμα που, όπως εξέθεσα, θα ήταν πράγματι παράνομο), αλλά για να πραγματοποιηθεί διασταυρούμενος έλεγχος για την ορθότητα της λογιστικής που αφορά τις απευθείας πωλήσεις. Υπ’ αυτές τις περιστάσεις, οι εθνικές αρχές μπορούν ευλόγως να συναγάγουν ότι ο συγκεκριμένος παραγωγός ευθυνόταν για «ποσοτήτ[ες] γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος, οι οποίες παραδίδονται σε αγοραστή ή πωλούνται απευθείας προς κατανάλωση», καθ’ υπέρβαση της ατομικής του ποσότητας αναφοράς κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 3950/92. Επομένως, μπορούν να τον θεωρήσουν ως παραγωγό που συνέβαλε στην (τεκμαιρόμενη) υπέρβαση παραγωγής γάλακτος σ’ αυτό τo κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, μπορούν να τον υποχρεώσουν να πληρώσει τη συμπληρωματική εισφορά.
75. Αν, κατόπιν διεξοδικότερης αναλύσεως, προκύψει ότι οι περιστάσεις αυτές συντρέχουν εν προκειμένω, τίποτε δεν θα εμπόδιζε τον Productschap να ασκήσει τις κατά το άρθρο 31, παράγραφος 2, της Regeling superheffing εξουσίες του για να προσδιορίσει την ποσότητα γάλακτος που τεκμαίρεται ότι παραδόθηκε και να υποχρεώσει τον Slob να πληρώσει την επ’ αυτής της βάσεως υπολογισθείσα συμπληρωματική εισφορά.
76. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, ως μόνο αρμόδιο να κρίνει τα περιστατικά, να ελέγξει την απόφαση της εθνικής αρχής και τις αποδείξεις στις οποίες στηρίχθηκε και να καταλήξει στο αν η εισφορά επιβλήθηκε παράνομα (πρώτο σενάριο) ή νόμιμα (δεύτερο σενάριο).
Πρόταση
77. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το College van Beroep voor het bedrijfsleven ως ακολούθως:
(1) Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής επιτρέπει σε κράτος μέλος να θεσπίσει ένα κανόνα που επιβάλλει στους εγκατεστημένους στο έδαφός του παραγωγούς γαλακτοκομικών προϊόντων υποχρέωση τηρήσεως λογιστικής που βαίνει πέραν της κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, υποχρεώσεως, υπό την προϋπόθεση ότι ένας τέτοιος πρόσθετος όρος είναι αναγκαίος και τηρεί τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, ιδίως δε τις αρχές της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
(2) Βάσει των στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ένα εθνικό μέτρο όπως το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening πρέπει να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται προς αυτά τα κριτήρια. Σε περίπτωση μη τηρήσεως ενός τέτοιου εθνικού κανόνα, το κράτος μέλος μπορεί να επιβάλει κατάλληλη κύρωση. Πάντως, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, ως μόνο αρμόδιο να κρίνει τα περιστατικά, να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε συμπληρωματική εισφορά επιβάλλεται αποκλειστικώς βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C-236/02, Slob I (Συλλογή 2004, σ. I-1861)
3 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1993 L 57, σ. 12).
4 – Αποκαλείται έτσι, διότι, όταν θεσπίσθηκε για πρώτη φορά, υφίστατο ήδη μια «εισφορά συνυπευθυνότητας» (η οποία στη συνέχεια καταργήθηκε) στον τομέα του γάλακτος που παραδίδεται σε γαλακτοκομεία και ορισμένων πωλήσεων γαλακτομικών προϊόντων στο αγρόκτημα.
5 – Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, (ΕΕ L 90, σ. 10) για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων («βασικός κανονισμός») (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ.82).
6 – Άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, όπως προστέθηκε με τον κανονισμό 856/84.
7 – Βλ. το άρθρο 5γ, παράγραφοι 1 και 2, του βασικού κανονισμού, όπως προστέθηκε με τον κανονισμό 856/84.
8 – Στον βασικό κανονισμό, οι συνολικές εγγυημένες ποσότητες καθορίζονται στο άρθρο 5γ, παράγραφος 3.
9 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 405, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός, εξάλλου, έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από τις 24 Οκτωβρίου 2003 με τον κανονισμό (ΕΚ) 1788/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για θέσπιση εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 270, σ. 123). Επομένως, με σειρά κανονισμών του Συμβουλίου διατηρούνταν συνεχώς η συμπληρωματική εισφορά από της πρώτης θεσπίσεώς της το 1984.
10 – Στην αιτιολογική σκέψη 13 διευκρινίζεται ότι στο εθνικό απόθεμα θα καταλήγουν ποσότητες που, για οποιοδήποτε λόγο, δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο μεμονωμένης εκχώρησης.
11 – Παρατεθέντα στην υποσημείωση 3.
12 – Κανονισμός (ΕΚ) 1392/2001 της Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 2001, για λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 187, σ. 19). Ο ίδιος ο κανονισμός 1392/2001 έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από τις 3 Απριλίου 2004 με τον κανονισμό (ΕΚ) 595/2004 της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2004, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1788/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 94, σ. 22) (βλ. ανωτέρω την υποσημείωση 9).
13 – Η τροποποίηση αυτή επανελήφθη με παρόμοια, αν και ελαφρώς ευρύτερη διατύπωση, στο άρθρο 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 595/2004, παρατεθέντος στην υποσημείωση 12.
14 – Άρθρο 24, παράγραφος 6, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 595/2004, η υπογράμμιση δική μου.
15 – Nederlandse Staatscourant (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως) 1993 No 60, σ. 18.
16 – PBO-blad 1994, σ. 26.
17 – Η διάταξη περί παραπομπής παραμένει σιωπηλή ως προς το αν η ποσότητα γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων που καταχωρίσθηκε από τον Slob στη δήλωσή του ήταν κατώτερη της ατομικής του ποσότητας αναφοράς και, αν ναι, κατά πόσο. Οι παρατηρήσεις των Κάτω Χωρών δείχνουν απλώς (στο σημείο 7) ότι αρχικώς θεωρήθηκε ότι δεν οφειλόταν καμία συμπληρωματική εισφορά. Η συμπληρωματική εκτίμηση προέκυψε μόνο μετά την επιθεώρηση της εκμεταλλεύσεως του Slob.
18 – Η δυνατότητα αποδοχής αυτού του αριθμού ως ποσότητας βουτύρου που προέρχεται από 250 000 χιλιόγραμμα γάλακτος δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση.
19 – Στο σημείο 10 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση Slob I εκτίθεται ομοίως ότι ο Slob είχε τηρήσει λογιστική αποθήκης για το παρασκευαζόμενο τυρί, αλλά δεν είχε καταχωρίσει ούτε παραγωγή ούτε εξάλειψη του βουτύρου.
20 – Βάσει των περιστατικών που προεκτέθηκαν στα σημεία 21 έως 25, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο Slob και παρασκεύασε και καταχώρισε λογιστικώς το τυρί. Επομένως, αυτό που λείπει από τη λογιστική του δεν είναι τα 250 000 χιλιόγραμμα γάλακτος, αλλά το ανεπιθύμητο παραπροϊόν της παραγωγής τυριού (10 000 χιλιόγραμμα βουτύρου). Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, ως μόνο αρμόδιο να κρίνει τα περιστατικά, να λάβει καταλλήλως υπόψη αυτό το στοιχείο (βλ. περαιτέρω την ανάλυση στο σημείο 67 επ., ιδιαιτέρως δε στα σημεία 71 έως 76).
21 – Σκέψεις 29 και 30.
22 – Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1967, 17/67, Neumann (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 645, συγκεκριμένα σ. 654.
23 – Απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1970, 40/69, Bollmann (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 251, σκέψη 4).
24 – Κατά το άρθρο 280, παράγραφος 1, ΕΚ, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη καταπολεμούν την απάτη ή οιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, λαμβάνοντας μέτρα τα οποία θα έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα και θα προσφέρουν αποτελεσματική προστασία στα κράτη μέλη.
25 – Βλ. τη σχετική μνεία στη σκέψη 36 της αποφάσεως Slob I «[…] ανεπάρκεια του ως άνω ελεγκτικού μηχανισμού, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης […]».
26 – Βλ. την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2004, C-230/01, Penycoed (Συλλογή 2004, σ. I-937, σκέψη 40).
27 – Βλ. την απόφαση Penycoed, σκέψη 38.
28 – Παρατεθείσα στην υποσημείωση 26.
29 – Απόφαση της 25ης Μαρτίου 2004 C-231/00, C-303/00 και C-451/00, (Συλλογή 2004, σ. I-2869).
30 – Απόφαση Penycoed, σκέψεις 37 και 41, απόφαση Cooperativa Lattepiù, σκέψεις 55 και 56. Στην απόφαση της 2ας Ιουνίου 2004, C-2/93, Exportslachterijen van Oordegem (Συλλογή 2004, σ. I-2283), το Δικαστήριο υιοθέτησε παρόμοια προσέγγιση κατά την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), το οποίο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου, μεταξύ άλλων, να βεβαιώνονται για την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, αποτυπώνει, στον συγκεκριμένο αυτό τομέα, τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρο 10 ΕΚ). Το άρθρο αυτό, συνέχισε το Δικαστήριο, «επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση λήψεως των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και του νομοτύπου των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων, ακόμη και αν η συγκεκριμένη κοινοτική νομική πράξη δεν προβλέπει ρητά τη θέσπιση του τάδε ή του δείνα μέτρου ελέγχου[…]» (σκέψεις 17 και 18).
31 – Σκέψη 41.
32 – Βλ. τις σκέψεις 57 και 58.
33 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ L 139, σ. 12).
34 – Αυτοί περιλαμβάνουν την επιβαλλόμενη στους παραγωγούς υποχρέωση βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, να τηρούν λογιστική υλικού [αποθήκης] του γάλακτος ή/και γαλακτοκομικών προϊόντων τα οποία πωλούνται απευθείας για κατανάλωση ή/και σε εμπόρους χονδρικής πωλήσεως, σε επιχειρήσεις κατεργασίας ή σε εμπόρους λιανικής πωλήσεως.
35 – Βλ. τα σημεία 32 έως 34 των προτάσεών του.
36 – Όπως ακριβώς η δομή της Γαλατίας: βλ. Καίσαρ, De Bello Gallico, I, 1.
37 – Άρθρο 24, παράγραφος 6, του κανονισμού 595/2004.
38 – Βλ. ιδίως την απόφαση Penycoed, σκέψεις 34 και 36 έως 39, και την απόφαση Cooperativa Lattepiù, σκέψη 56 επ.
39 – Βλ. την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 536/93. Πράγματι, εφόσον ο κανονισμός 536/93 είναι απλώς ένας εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής, δεν θα μπορούσε αφ’ εαυτού να θεμελιώσει ευθύνη για την πληρωμή της εισφοράς.
40 – Όπως προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 536/93.
41 – Η κάπως ευρύτερη διατύπωση, στον κανονισμό 536/93, της φράσεως «ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος, οι οποίες παραδίδονται σε αγοραστή ή πωλούνται απευθείας προς κατανάλωση» που περιείχετο στο άρθρο 1 του κανονισμού 3950/92.
42 – Άρθρο 31, παράγραφος 2, της Regeling superheffing, σε συνδυασμό με το άρθρο 29, παράγραφος 1, και το άρθρο 31, παράγραφος 1, αυτής, καθώς και με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Zuivelverordening.
Full & Egal Universal Law Academy