ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 15ης Νοεμβρίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-499/04
Hans Werhof
κατά
Freeway Traffic Systems GmbH & Co. KG
[αίτηση του Landesarbeitsgericht Düsseldorf (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Μεταβίβαση επιχειρήσεων – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Σύμβαση εργασίας παραπέμπουσα σε συλλογική σύμβαση όσον αφορά τις μισθολογικές αυξήσεις – Επιχειρηματίας που δεν δεσμεύεται από συλλογικές συμφωνίες – Διατήρηση της δεσμεύσεως στις περιπτώσεις αντικαταστάσεως της συμβάσεως»
I – Εισαγωγή
1. Το Landesarbeitsgericht Düsseldorf (γερμανικό εφετείο σε υποθέσεις εργατικών διαφορών) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (2).
2. Οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου ανέκυψαν κατά την εξέταση συμβάσεως εργασίας η οποία, όσον αφορά την εξέλιξη των αποδοχών, παραπέμπει σε ισχύουσα συλλογική σύμβαση, την οποία είχε διαπραγματευθεί και υπογράψει εργοδοτική οργάνωση της οποίας είναι μέλος ο μεταβιβάζων την επιχείρηση αλλά όχι και ο αποκτών την επιχείρηση, λαμβανομένου, επιπλέον, υπόψη ότι, μετά την αλλαγή του επιχειρηματία, συνήφθη νέα συλλογική σύμβαση.
3. Είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μια τέτοια περίπτωση, καίτοι έχει επανειλημμένως ασχοληθεί με την προμνησθείσα διάταξη (3).
II – Το νομικό πλαίσιο
A – Το κοινοτικό δίκαιο
4. Οι μεταβιβάσεις επιχειρήσεων γεννούν συγκρούσεις στις οποίες υπεισέρχονται διάφοροι παράγοντες και ποικίλα συμφέροντα (4). Αφενός, οι εξελίξεις στο σύστημα παραγωγής συνεπάγονται οργανωτικές αλλαγές με σκοπό την προσαρμογή σε μια συνολική οικονομία χαρακτηριζόμενη από την αβεβαιότητα των διακυμάνσεων της ζητήσεως και την ταχεία ανανέωση της τεχνολογίας των προσφερομένων αγαθών. Αφετέρου, ο προβληματισμός των επιχειρηματιών συνυπάρχει με τις ανησυχίες των εργαζομένων και είναι δύσκολη η εξισορρόπηση των δύο (5), πράγμα που εξηγεί τις διαφορές που διαπιστώνονται στις νομοθεσίες των κρατών μελών όσον αφορά την προστασία των διαφόρων εμπλεκομένων κατηγοριών συμφερόντων.
5. Με την οδηγία 77/187 (6) πραγματοποιήθηκε μερική εναρμόνιση (7). Η οδηγία προσφέρει στους μισθωτούς ένα πλαίσιο τόσο συλλογικό όσο και ατομικό (8): το πρώτο αποβλέπει στην προαγωγή της διαπραγματεύσεως και της συνεννοήσεως όσον αφορά τα αποτελέσματα της μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, με σκοπό τη μείωση των επιπτώσεών της στις σχέσεις εργασίας· το δεύτερο αποβλέπει στη διατήρηση των συνομολογηθεισών υποχρεώσεων και στην εξασφάλιση της συνέχειας των συμβάσεων (9), που χαρακτηρίζονται από την ιδιαίτερη ζωτικότητά τους (10).
6. Κατά τη νομολογία, οι διατάξεις αυτές «αποβλέπουν […] στη διαφύλαξη, προς το συμφέρον των εργαζομένων […], των υφισταμένων σχέσεων εργασίας που αποτελούν τμήμα του μεταβιβασθέντος οικονομικού συνόλου» (11), ευνοώντας τη διατήρηση των μισθωτών στην υπηρεσία του νέου επιχειρηματία υπό τους ίδιους όρους που είχαν συμφωνήσει με τον προκάτοχό του (12).
7. Προς τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 3 ορίζει τα εξής:
«1. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, μεταβιβάζονται, εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα.
[…]
2. Μετά τη μεταβίβαση, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, ο εκδοχέας διατηρεί τους όρους εργασίας που έχουν συμφωνηθεί από συλλογική σύμβαση κατά το ίδιο μέτρο που αυτοί έχουν προβλεφθεί για τον εκχωρητή, μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή λήξεως της συλλογικής συμβάσεως ή της ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως.
Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν την διάρκεια διατηρήσεως των όρων εργασίας με την επιφύλαξη ότι δεν θα είναι κατώτερη του έτους.
[…]»
8. Η εξέλιξη της εσωτερικής αγοράς, οι νομοθετικές τάσεις στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες καθώς και η νομολογία του Δικαστηρίου εξηγούν τις αλλαγές τις οποίες επέφερε η οδηγία 98/50/ΕΚ (13), στην οποία η νέα διατύπωση του άρθρου 3 συμπίπτει, ωστόσο, κατ’ ουσίαν με την αρχική (14).
9. Η οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001 (15), αντικατέστησε την οδηγία 77/187, διατηρώντας κατά γράμμα το εν λόγω άρθρο 3, όπως είχε διαμορφωθεί από την οδηγία 98/50.
B – Η γερμανική νομοθεσία
10. Οι κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις είναι οι διατάξεις του Tarifvertragsgesetz (νόμου περί των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, στο εξής: TVG) και του Bürgerliches Gesetzbuch (Αστικού Κώδικα, στο εξής: BGB), το άρθρο 613a του οποίου προσαρμόζει τη γερμανική νομοθεσία στους κοινοτικούς κανόνες.
1. Ο TVG
11. Σύμφωνα με το οικείο άρθρο 1, παράγραφος 1, οι συλλογικές συμβάσεις διέπουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων και περιέχουν νομικούς κανόνες δυνάμενους να ρυθμίζουν το περιεχόμενο (16), τη σύναψη και τη λύση των σχέσεων εργασίας, καθώς και άλλα ζητήματα σχετικά με τους όρους εργασίας ή τις επιτροπές προσωπικού των επιχειρήσεων.
12. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, οι εν λόγω νομικοί κανόνες εφαρμόζονται άμεσα από τα πρόσωπα που έχουν υπογράψει τη συλλογική σύμβαση, ήτοι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 3, από τα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και των ενώσεων εργοδοτών που έχουν υπογράψει τη σύμβαση καθώς και από κάθε εργοδότη που έχει προσχωρήσει στη σύμβαση ως ανεξάρτητος εργοδότης.
13. Το άρθρο 5 προβλέπει τη δήλωση περί της γενικής δεσμευτικής ισχύος της συλλογικής συμβάσεως.
2. Ο BGB
14. Tο άρθρο 613a, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι, «[ε]πί δικαιοπρακτικής μεταβιβάσεως εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως, ο αποκτών υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις υφιστάμενες κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως σχέσεις εργασίας» (17).
15. Το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου προσθέτει τα ακόλουθα: «Εάν αυτά τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις ρυθμίζονται από τους κανόνες συλλογικής συμβάσεως ή κανονισμού εκμεταλλεύσεως, τότε καθίστανται περιεχόμενο της σχέσεως εργασίας μεταξύ του αποκτώντος και του εργαζομένου και δεν μπορούν να μεταβληθούν εις βάρος του εργαζομένου πριν από την πάροδο ενός έτους από της μεταβιβάσεως» (18).
III – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16. Ο Η. Werhof προσλήφθηκε στη DUEWAG AG την 1η Απριλίου 1985, αρχικά με σύμβαση εργασίας ορισμένης διάρκειας και, στη συνέχεια, από 1ης Σεπτεμβρίου 1985, εργάζεται με σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας.
17. Σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως εργασίας, η σχέση εργασίας του διεπόταν από τη γενική συλλογική σύμβαση και την εκάστοτε ισχύουσα συμφωνία περί αποδοχών των εργαζομένων στους τομείς της σιδηρουργίας, της μεταλλουργίας και της ηλεκτροβιομηχανίας του Land της Ρηνανίας και Βόρειας Βεστφαλίας, τις οποίες είχε διαπραγματευθεί η Industriegewerkschaft Metall (συνδικαλιστική οργάνωση της μεταλλουργίας), στην οποία ο ενδιαφερόμενος δεν ήταν εγγεγραμμένος την εποχή εκείνη, με την Verband der Metall- und Elektroindustrie Nordrhein-Westfalen (Ομοσπονδία μεταλλουργίας και ηλεκτροβιομηχανίας του Land, στο εξής AGV), της οποίας μέλος ήταν η επιχείρηση.
18. Την 1η Απριλίου 1999, η εταιρία μετονομάστηκε σε Siemens DUEWAG GmbH και, μερικούς μήνες αργότερα, μεταβίβασε στην Freeway Traffic Systems GmbH & Co. KG, η οποία δεν μετείχε σε καμία από τις εργοδοτικές οργανώσεις που είχαν υπογράψει τις συλλογικές συμβάσεις, μέρος της εγκαταστάσεώς της στο Ντύσσελντορφ (Königsberger Strasse), όπου εργαζόταν ο Η. Werhof, του οποίου η σύμβαση εργασίας επίσης μεταβιβάστηκε.
19. Στις 2 Αυγούστου 2001, η νέα ιδιοκτήτρια επιχείρηση κατάρτισε με την επιτροπή προσωπικού της επιχειρήσεως ένα σχέδιο για την κατάταξη των εργαζομένων βάσει των συμβατικών διατάξεων που ίσχυαν στον τομέα της μεταλλουργίας και της ηλεκτροβιομηχανίας του Land. Στις 13 Αυγούστου 2001, συμφωνήθηκε μια εφάπαξ καταβολή προς το προσωπικό· σε αντάλλαγμα, ο ενδιαφερόμενος υπέγραψε επιστολή με την οποία παραιτήθηκε από όλες τις τυχόν αξιώσεις του από αυξήσεις αποδοχών για τις προγενέστερες περιόδους.
20. Στις 29 Αυγούστου 2001, η εταιρία συνήψε με τον Η. Werhof συμπληρωματική σύμβαση εργασίας όσον αφορά τις αποδοχές του.
21. Η προμνησθείσα συνδικαλιστική οργάνωση και η εν λόγω ομοσπονδία ενέκριναν, στις 23 Μαΐου 2002, νέα συλλογική σύμβαση η οποία προέβλεπε αυξήσεις μισθών 2,6 % καθώς και την καταβολή συμπληρωματικής παροχής από 1ης Ιουνίου 2003.
22. Ο Η. Werhof ζήτησε δικαστικώς την καταβολή, από της τελευταίας αυτής ημερομηνίας, της διαφοράς μεταξύ των ποσών τα οποία είχε εισπράξει και των ποσών που προέκυπταν από την εν λόγω συλλογική σύμβαση.
23. Το Arbeitsgericht Wuppertal (πρωτοβάθμιο δικαστήριο αρμόδιο επί εργατικών διαφορών) απέρριψε την αγωγή με απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004.
24. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, το Landesarbeitsgericht Düsseldorf, αφού διαπίστωσε ότι η γερμανική νομοθεσία δεν παρείχε στον εφεσείοντα δικαίωμα επί των αποδοχών που διεκδικούσε (19), οπότε ο εργαζόμενος αυτός μπορούσε να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών αυτών μόνο βάσει των κοινοτικών διατάξεων, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι σύμφωνο με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (20), να δεσμεύεται ο αποκτών την εγκατάσταση, ο οποίος δεν δεσμεύεται από συλλογική σύμβαση εργασίας μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του εργαζομένου, σύμφωνα με την οποία εφαρμόζονται οι εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις περί αποδοχών, από τις οποίες δεσμεύεται ο μεταβιβάζων, υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται η κατά τον χρόνο μεταβιβάσεως της εγκαταστάσεως ισχύουσα συλλογική σύμβαση περί αποδοχών, δεν εφαρμόζονται όμως οι συλλογικές συμβάσεις περί αποδοχών που τίθενται μεταγενέστερα σε ισχύ;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα:
Είναι σύμφωνο με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/50/ΕΚ να δεσμεύεται ο μη δεσμευόμενος από συλλογική σύμβαση εργασίας αποκτών την εγκατάσταση από συλλογική σύμβαση περί αποδοχών, που τέθηκε σε ισχύ μετά τη μεταβίβαση της εγκαταστάσεως, μόνο για το χρονικό διάστημα για το οποίο υφίσταται τέτοια δέσμευση για τον μεταβιβάζοντα;»
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
25. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, εντός της προθεσμίας του άρθρου 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, ο Η. Werhof, η Freeway Traffic Systems GmbH & Co. KG, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
26. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Οκτωβρίου 2005, ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους οι εκπρόσωποι του Η. Werhof, της Freeway Traffic Systems GmbH & Co. KG και της Επιτροπής.
V – Ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων
A – Προκαταρκτικό ζήτημα: η εφαρμοστέα κοινοτική διάταξη
27. Η Επιτροπή παρατηρεί, προκαταρκτικώς, ότι οι τροποποιήσεις της οδηγίας 77/187 τις οποίες επέφερε η οδηγία 98/50 ενσωματώθηκαν στο γερμανικό δίκαιο το 2002, ενώ η προβλεπόμενη προς τούτο προθεσμία είχε λήξει από τις 17 Ιουλίου 2001. Η ενσωμάτωση αυτή έγινε, συνεπώς, σε χρόνο μεταγενέστερο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως την 1η Οκτωβρίου 1999. Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού ότι, παρά τις σκέψεις που εκθέτει συναφώς το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αρχική διατύπωση αυτής της διατάξεως, όπως προκύπτει από την απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2003, Abler κ.λπ. (21).
28. Ακριβώς η μέρα κατά την οποία έγινε η μεταβίβαση της κυριότητας της επιχειρήσεως και, ως εκ τούτου, η υποκατάσταση είναι εκείνη που καθορίζει την εφαρμοστέα ρύθμιση. Στην υπό κρίση υπόθεση, η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος της οδηγίας 98/50 (22), προτού όμως εκπνεύσει ακόμα η προθεσμία μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο, οπότε, ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου κατά το οποίο η εσωτερική έννομη τάξη προσαρμόστηκε προς την οδηγία, η ανάλυση πρέπει να γίνει βάσει της αρχικής διατυπώσεως της κοινοτικής διατάξεως.
29. Η σύγκριση μεταξύ των δύο διατυπώσεων του άρθρου 3 καταδεικνύει ότι η παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, είναι ουσιαστικά ίδια και στα δύο κείμενα (23) και ότι η αρχική δεύτερη παράγραφος μετατράπηκε, μετά την αναδιατύπωση των διατάξεων, σε παράγραφο 3, διατηρώντας ωστόσο το ίδιο περιεχόμενο (24).
Β – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
1. Οι ρήτρες παραπομπής
30. Η σύμβαση εργασίας μπορεί να παραπέμπει, με ρήτρες προσαρμογής, σε άλλες νομικές πράξεις, όπως οι συλλογικές συμβάσεις, έστω και αν δεν τις έχουν υπογράψει οι συμβαλλόμενοι στη σύμβαση εργασίας (25).
31. Οι παραπομπές αυτές θεσπίζουν ορισμένους κοινούς κανόνες για το σύνολο ή μέρος του προσωπικού και αποσκοπούν στην εγκαθίδρυση ίσης μεταχειρίσεως, ανεξαρτήτως της εντάξεως του εργαζομένου σε συνδικαλιστική οργάνωση (26).
32. Οι ρήτρες αυτές λειτουργούν κατά τρόπο είτε στατικό είτε δυναμικό, αναλόγως του αν παραπέμπουν σε συγκεκριμένη ισχύουσα συλλογική σύμβαση ή σε συλλογική σύμβαση όπως αυτή εκάστοτε ισχύει σε μια επιχείρηση ή έναν οικονομικό τομέα στο πλαίσιο του οποίου ασκείται η δραστηριότητα (27).
33. Τα ζητήματα που θέτει η υπό κρίση υπόθεση αφορούν τα έννομα αποτελέσματα τα οποία, μετά από μεταβίβαση επιχειρήσεως, πρέπει να αναγνωρίζονται σε συμβατική ρήτρα η οποία προβλέπει την εφαρμογή δεσμεύσεων ως προς τις αποδοχές που έχουν συνομολογηθεί μεταξύ συνδικαλιστικής οργανώσεως και εργοδοτικής ομοσπονδίας στην οποία υπάγεται ο πρώτος εργοδότης, όχι όμως και η εταιρία που αποκτά την εγκατάσταση, και τούτο στην περίπτωση που, μετά την αλλαγή, η συλλογική συμφωνία αντικαθίσταται με άλλη.
34. Στο πλαίσιο αυτό, η κύρια αμφιβολία του αιτούντος δικαστηρίου έγκειται στο αν, μεταξύ των δικαιωμάτων που μεταβιβάζονται στον νέο κύριο της εγκαταστάσεως δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 77/187, περιλαμβάνεται και το δικαίωμα συμμετοχής στις τροποποιήσεις της συλλογικής συμβάσεως που επέρχονται μετά την υποκατάσταση.
35. Η δυσκολία προέρχεται από το γεγονός ότι, σε εθνικό επίπεδο, το Bundesarbeitsgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών) ερμήνευσε το άρθρο 613a του BGB υπό την έννοια ότι, σύμφωνα με τη δεύτερο εδάφιό του, οι διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων ενσωματώνονται στη σύμβαση εργασίας ως είχαν κατά τον χρόνο αλλαγής του κυρίου της εγκαταστάσεως, αποκλειομένων των μεταγενεστέρων τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να επωφεληθούν από τη δυναμική εξέλιξη των συλλογικών διαπραγματεύσεων, δεδομένου ότι η προστασία των δικαιωμάτων τους είναι στατική. Το Bundesarbeitsgericht, εφαρμόζοντας το πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 4 του TVG, θεωρεί επίσης ότι η υπαγωγή των εργαζομένων στις διαδοχικές συλλογικές συμβάσεις δεν μπορεί να αγνοήσει αυτή του εργοδότη, δεδομένου ότι, στην περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, η κατάσταση των μισθωτών θα εξηρτάτο άλλως από την υπογραφή συμφωνίας περί εξομοιώσεως (28).
2. Η μεταβίβαση επιχειρήσεων
36. Η μεταβίβαση επιχειρήσεων συνεπάγεται περίπλοκα αποτελέσματα· γι’ αυτόν τον λόγο, η οδηγία 77/187 προστατεύει τους εργαζομένους, από χρονικής απόψεως, διττώς: όσον αφορά το παρελθόν, εξασφαλίζοντας κατά τρόπο ασυνήθη την εκπλήρωση των προγενεστέρων υποχρεώσεων και, όσον αφορά το μέλλον, προβλέποντας τη διατήρηση της ισχύος των συμβάσεων εργασίας χωρίς μεταβολή του περιεχομένου τους (29), πλην της υποκαταστάσεως υποκειμένου που συνεπάγεται η αλλαγή εργοδότη.
37. Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως συνεπεία του γεγονότος και μόνο της μεταβιβάσεως (30), προστατεύοντας το συμφέρον προς διατήρηση της σχέσεως εργασίας ως προς όλες τις πτυχές της, ούτως ώστε να μην εξαλειφθεί ή αλλοιωθεί η σχέση αυτή, δεδομένου ότι η βασική παροχή του εργοδότη –η καταβολή της αμοιβής– στερείται οιουδήποτε προσωποπαγούς χαρακτήρα (31).
38. Ανεξάρτητα από τη διατήρηση της σχέσεως εργασίας –πράγμα που δεν αμφισβητείται στην υπό κρίση υπόθεση–, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σχέση αυτή προκύπτουν από ατομικές ή συλλογικές συμφωνίες. Μεταξύ των μεν και των δε υφίστανται μεγάλες διαφορές, καθόσον, λόγω της προελεύσεώς τους, οι πρώτες προκύπτουν από συμφωνία μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη, ενώ οι δεύτερες είναι αποτέλεσμα διαπραγματεύσεως μεταξύ των αντιστοίχων εκπροσώπων τους. Από απόψεως συνεπειών, οι ατομικές συμφωνίες επηρεάζουν αποκλειστικώς τους συμβαλλομένους, ενώ οι συλλογικές συμφωνίες επιβάλλονται στα πρόσωπα που εκπροσωπούνται από τις συνδικαλιστικές ή εργοδοτικές οργανώσεις που τις συνάπτουν.
39. Οι διαφορές αυτές αντικατοπτρίζονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 77/187, η παράγραφος 1 του οποίου αφορά τις ρήτρες που συνομολογούνται ατομικώς και η παράγραφος 2 τις ρήτρες που συνομολογούνται με συλλογική σύμβαση.
40. Η διάκριση αυτή έχει μεγάλη σημασία, δεδομένου ότι η επιβίωση των συλλογικών συμβάσεων υπόκειται σε ορισμένα χρονικά όρια: την ημερομηνία καταγγελίας ή λήξεως της ισχύος της συμφωνίας ή την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος μιας νέας συμβάσεως, εκτός εάν τα κράτη καθορίσουν συναφώς μια ανώτατη διάρκεια ισχύος, η οποία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη του έτους.
41. Ωστόσο, παράλληλα με αυτά τα δύο είδη ρητρών, υπάρχει και ένα τρίτο είδος, που μνημόνευσα ανωτέρω και το οποίο απορρέει από τη φύση των δύο άλλων: πρόκειται για την περίπτωση που το έγγραφο που έχει υπογραφεί από τον εργαζόμενο και τον εργοδότη παραπέμπει σε συλλογική σύμβαση για τη ρύθμιση κάποιου ζητήματος, όπως αυτό των αποδοχών.
42. Η ρήτρα περί παραπομπής, εφόσον περιλαμβάνεται στην ατομική σύμβαση, εμπίπτει στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, πράγμα που συνεπάγεται την παράταση του συμφωνηθέντος νομικού καθεστώτος, υπό την επιφύλαξη τυχόν τροποποιήσεως η οποία, ανεξαρτήτως της μεταβιβάσεως, αναγνωρίζεται γενικώς από την εργατική νομοθεσία και προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της ίδιας της οδηγίας (32).
43. Αντιθέτως, οι διατάξεις συλλογικής συμβάσεως στις οποίες παραπέμπουν οι συμβαλλόμενοι διέπονται από την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 3.
3. Εξέταση του ζητήματος
44. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, διάφοροι λόγοι με ωθούν να απαντήσω καταφατικώς στο υποβληθέν ερώτημα, δεδομένου ότι σε μια περίπτωση όπως η υπό κρίση, όπου ο νυν εργοδότης δεν ανήκει στην εργοδοτική ομοσπονδία που διαπραγματεύτηκε με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, ενώ η ατομική σύμβαση διευκρινίζει ότι τα του μισθού ρυθμίζονται από τις συμβατικές διατάξεις που δέσμευαν τον προκάτοχό του, η προστασία που παρέχει η ρήτρα παραπομπής δεν είναι δυναμική αλλά στατική και υπόκειται, ως εκ τούτου, στα ίδια χρονικά όρια όπως και οι «συμφωνηθέντες με συλλογική σύμβαση όρ[οι] εργασίας». (33)
45. Καταρχήν, το σύνολο των συμφωνηθέντων στο πλαίσιο της σχέσεως εργασίας διατηρείται, καθόσον ο αποκτών την επιχείρηση λαμβάνει τη θέση του μεταβιβάζοντος, πράγμα που συνεπάγεται ότι, σε ατομικό επίπεδο, τη διατήρηση της ισχύος της συλλογικής συμβάσεως η οποία διέπει τη σχέση (34), ακόμα και όταν ο νέος επιχειρηματίας δεν δεσμεύεται από τη σύμβαση αυτή.
46. Απλώς για λόγους διαλεκτικής θα μπορούσε να προβληθεί το επιχείρημα ότι ο τελευταίος αυτός επιχειρηματίας δεν δεσμεύεται από μια συλλογική συμφωνία στην οποία δεν μετέχει. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πρόσφορος προς αμφισβήτηση της διατηρήσεως της ισχύος της συμβάσεως, διότι, εφόσον η σύμβαση αυτή έχει εγκριθεί, πρέπει να τηρείται. Η αλλαγή εργοδότη έχει εξίσου μικρή σημασία όπως και η αλλαγή οποιουδήποτε εργαζομένου ή της επιτροπής προσωπικού της επιχειρήσεως.
47. Πάντως, η παραπομπή δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει επ’ αόριστον, εφαρμοζόμενη στη συλλογική σύμβαση που ισχύει κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως καθώς και σε όλες τις συλλογικές συμβάσεις που τη διαδέχονται.
48. Το απαραβίαστο των όρων εργασίας περιορίζει τη διευθυντική εξουσία του επιχειρηματία (35) και καταδικάζει σε αποτυχία κάθε απόπειρα εναρμονίσεως (36).
49. Όταν η ειδικώς προβλεπόμενη δεσμευτικότητα ορισμένης διατάξεως παραπέμπει στις περί αποδοχών διατάξεις των διαδοχικών συλλογικών συμβάσεων, χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό, ανακύπτει μείζον ζήτημα: συγκεκριμένα, αν ο νέος ιδιοκτήτης επιθυμεί να παρέμβει στις συμφωνίες που συνάπτονται με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, είναι υποχρεωμένος να εγγραφεί μέλος της εργοδοτικής οργανώσεως που τις διαπραγματεύεται, πράγμα το οποίο, αναμφισβήτητα, θίγει την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι.
50. Η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι περιλαμβάνει διάφορες συμπληρωματικές πτυχές, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του μη συνεταιρίζεσθαι (37). Περιλαμβάνεται μεταξύ των θεμελιωδών δικαωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (38). Προηγουμένως, δύο αποφάσεις της 8ης Οκτωβρίου 1974, Union Syndicale, Maasa και Kortner κατά Συμβουλίου (39), αφενός, και Syndicat Général du Personnel κατά Επιτροπής (40), αφετέρου, αναγνώρισαν αυτή την πτυχή της συνδικαλιστικής ελευθερίας στο πλαίσιο της Κοινότητας. H απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995 στην υπόθεση Bosman (41) αναφέρει ότι η αρχή αυτή, «την οποία καθιερώνει το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και η οποία απορρέει από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελεί μέρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, […] προστατεύονται στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης» (42).
51. Το δικαίωμα αυτό, που ανήκει στον αποκτώντα την επιχείρηση, πρέπει να υπερισχύει κάθε άλλου κατώτερου δικαιώματος, όπως το δικαίωμα του εργαζομένου επί των οικονομικών πλεονεκτημάτων που απορρέουν από την εξέλιξη των συλλογικών συμβάσεων που έχουν υπογραφεί από τον μεταβιβάζοντα την επιχείρηση.
52. Άλλωστε, αν οι μελλοντικές συλλογικές συμβάσεις μπορούσαν να επηρεάζουν μονίμως έναν εργοδότη που δεν μετέχει στη διαπραγμάτευσή τους, οι συνέπειες θα ήταν παρόμοιες με εκείνες των συμβάσεων που επιβάλλουν υποχρεώσεις σε τρίτους, πράγμα το οποίο θα συνιστούσε παραβίαση της γενικής αρχής pacta tertiis nec nocent. Αυτό θα είχε, μάλιστα, ως αποτέλεσμα να υπέχει ο εργοδότης που δεν έχει υπογράψει μια συλλογική σύμβαση σε περισσότερες υποχρεώσεις από τον εργοδότη που την έχει υπογράψει, καθόσον θα τελούσε σε αβεβαιότητα, εκτεθειμένος σε τυχόν συμφωνίες που θα συνάπτονταν εν αγνοία του.
53. Για τους λόγους αυτούς, δεν αρμόζει «δυναμική» ερμηνεία σε μια ρήτρα παραπομπής όπως η επίδικη στην υπό κρίση υπόθεση. Στην υπόθεση που παρέπεμψε στο Δικαστήριο το Landesarbeitsgericht, βρισκόμαστε ενώπιον μιας ενδιάμεσης καταστάσεως, όπου η εν λόγω ρήτρα παράγει όλα τα αποτελέσματά της που συνδέονται με τη συλλογική σύμβαση την οποία έχει συνάψει ο αρχικός ιδιοκτήτης της επιχειρήσεως, παύει όμως να παράγει αποτελέσματα στις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 77/187: λήξη, καταγγελία ή υποκατάταση καθώς και, όταν το κράτος μέλος το έχει προβλέψει, παρέλευση τουλάχιστον ενός έτους από της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως. Η ρήτρα αυτή δεν καλύπτει τις μεταγενέστερες συνδικαλιστικές συμφωνίες, εκτός εάν, φυσικά, ο νέος εργοδότης εκφράσει διαφορετική βούληση.
54. Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι με την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2003, Martin κ.λπ. (43), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η κοινοτική νομοθεσία δεν επιτρέπει στον αποκτώντα την επιχείρηση να προτείνει όρους λιγότερο ευνοϊκούς από εκείνους που εφάρμοζε ο μεταβιβάσας την επιχείρηση όσον αφορά την πρόωρη συνταξιοδότηση, εκτός αν οι ευνοϊκότεροι όροι προκύπτουν από συλλογική σύμβαση η οποία νομίμως δεν έχει εφαρμογή (σκέψη 48). Το τελευταίο αυτό στοιχείο απαντάται στην άποψη που εξέθεσα στην υπό κρίση υπόθεση.
55. Εξάλλου, εφόσον πρόκειται για μεταβατική ρύθμιση, δικαιολογείται να βρίσκονται προσωρινώς οι υπάλληλοι του αποκτώντος και οι υπάλληλοι που προέρχονται από τον μεταβιβάζοντα σε διαφορετική κατάσταση (44). Ο καθορισμός ενός ελαχίστου χρονικού διαστήματος κατά τη διάρκεια του οποίου η συλλογική σύμβαση πρέπει να τηρείται επιτρέπει στους μισθωτούς να διανύσουν μια περίοδο προσαρμογής στον νέο εργοδότη (45), ανεξαρτήτως της τύχης που θα έχουν αργότερα οι συναφθείσες συμβάσεις.
56. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, η προστασία που προσφέρει η οδηγία 77/187 καλύπτει, σύμφωνα με τον σκοπό της, τα δικαιώματα που υπάρχουν κατά τον χρόνο της υποκαταστάσεως, δηλαδή τα δικαιώματα που έχει αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος και τα οποία έχουν καταστεί αναπόσπαστο μέρος της περιουσίας του (46). Δεν περιλαμβάνονται απλές προσδοκίες και, ως εκ τούτου, υποθετικά ωφελήματα απορρέοντα από μελλοντικές συλλογικές συμβάσεις (47).
57. Τελικά, καίτοι τίποτε δεν εμποδίζει την πρωτοβουλία του εργοδότη να επιφέρει στη σύμβαση τις προσήκουσες αλλαγές, κάνοντας χρήση των μηχανισμών που προβλέπει γενικώς η νομοθεσία (48), η ευχέρεια αυτή δεν καθιστά κενές περιεχομένου τις ειδικές διατάξεις που ισχύουν όσον αφορά τη μεταβίβαση εγκαταστάσεων επιχειρήσεων.
Γ – Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
58. Το Landesarbeitsgericht Düsseldorf ερωτά επίσης αν, ακόμα και στην περίπτωση που το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν επιτρέπει στον αποκτώντα την επιχείρηση να μην εφαρμόσει τις μεταγενέστερες της μεταβιβάσεως συλλογικές συμβάσεις, οι συμβάσεις αυτές παραμένουν δεσμευτικές έναντι του αποκτώντος όπως ήταν έναντι του μεταβιβάζοντος.
59. Κατόπιν της απαντήσεως που προτείνω όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου ερωτήματος.
60. Ωστόσο, για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα επιθυμούσε να ασχοληθεί παρεμπιπτόντως με το ζήτημα αυτό στην παρούσα δίκη, θεωρώ ότι, λόγω του ότι η παροχή του εργοδότη δεν έχει προσωποπαγή χαρακτήρα, η υπαγωγή στη συλλογική σύμβαση δεν εξαρτάται από την κατάσταση του μεταβιβάζοντος· πρέπει να τηρείται η σύμβαση ανεξαρτήτως της αλλαγής υποκειμένου που μεσολάβησε.
VI – Πρόταση
61. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο από τα δύο προδικαστικά ερωτήματα του Landesarbeitsgericht Dusseldorf ως εξής:
«Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, δεν απαγορεύει στον αποκτώντα την επιχείρηση, όταν η σύμβαση εργασίας του εργαζομένου παραπέμπει σε συλλογική σύμβαση δεσμεύουσα τον μεταβιβάζοντα την επιχείρηση και όταν ο αποκτών δεν είναι μέλος της εργοδοτικής οργανώσεως που διαπραγματεύεται τις συμβάσεις αυτές, να μην εφαρμόσει τις συλλογικές συμβάσεις που αντικατέστησαν εκείνη που ίσχυε κατά τον χρόνο της αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επιχειρήσεως.».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171.
3 – Ο Rodríguez-Piñero Royo, M.C., «Transmisión de empresas y derecho europeo», στο συλλογικό έργο La transmisión de empresas en Europa, εκδ. Cacucci, Μπάρι, 1999, σ. 5, γράφει ότι η οδηγία αυτή έχει αποτελέσει το αντικείμενο της πλουσιότερης νομολογίας, λόγω «της μεγάλης συχνότητας των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, της ποικιλίας και της εκτάσεως του πεδίου αυτού, καθώς και των διαφορών, μεταξύ των εθνικών συστημάτων, όσον αφορά την νομική αντιμετώπιση των καταστάσεων αυτών, έστω και αν ενίοτε υπάρχει η αίσθηση ότι ο πραγματικός λόγος […] έγκειται στις ίδιες τις ατέλειες της οδηγίας».
4 – Οι Conforti, L., και Zucchetti, R., Diritto comunitario del lavoro-Tutela delle condizioni economiche e giuridiche dei lavoratori, sicurezza e salute sui luoghi di lavoro, Bufetti, Ρώμη, 1994, σ. 224, αναφέρονται σε «μια εξαιρετική και τραυματική κατάσταση».
5 – Desdentado Bonete, A., «La sucesión de empresa: una lectura del nuevo artículo 44 del Estatuto de los Trabajadores desde la jurisprudencia», Revista del Ministerio de Trabajo y Asuntos Sociales, αριθ. 38, Μαδρίτη, 2002, σ. 241 επ.
6 – Για τις προπαρασκευαστικές εργασίες αυτής της οδηγίας, βλ. Puissochet, J.P., «La directive concernant le maintien des droits des travailleurs en cas de transferts d'entreprises et la jurisprudence de la Cour», Journal des tribunaux du travail, αριθ. 725, 1999, σ. 1.
7 – Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, C-425/02, Delahaye (η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 32).
8 – Οι Conforti, L., και Zucchetti, R., όπ. αν., διακρίνουν μια ουσιαστική προστασία, η οποία περιλαμβάνει τη συνέχεια των σχέσεων εργασίας και των όρων τους, και μια τυπική προστασία.
9 – González Biedma, E., «El régimen jurídico de la transmisión de empresas en el derecho español», στο La transmisión…, όπαν., σ. 173.
10 – Alonso Olea, M., και Casas Bahamonde, M.E., Derecho del trabajo, 19η έκδοση, Civitas, Μαδρίτη, 2001, σ. 393.
11 – Αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1988, 324/86, Daddy's Dance Hall (Συλλογή 1988, σ. 739, σκέψη 13), και της 5ης Μαΐου 1988, 144/87 και 145/87, Berg και Busschers, (Συλλογή 1988, σ. 2559, σκέψη 13).
12 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 287/86, Ny Mølle Kro (Συλλογή 1987, σ. 5465, σκέψη 12)· προμνησθείσες αποφάσεις Daddy's Dance Hall (σκέψη 9) και Berg y Busschers (σκέψη 17)· αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-362/89, D'Urso κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I‑4105, σκέψη 9)· της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-132/91, C-138/91 και C-139/91, Κατσίκας κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. I‑6577, σκέψη 21)· της 12ης Νοεμβρίου 1998, C-399/96, Europeíces (Συλλογή 1998, σ. I-6965, σκέψη 37)· της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C-343/98, Collino και Chiappero (Συλλογή 2000, σ. I-6659, σκέψη 49), και, ως πλέον πρόσφατη, της 26ης Μαΐου 2005, C‑478/03, Celtec (η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 26).
13 – Για την τροποποίηση της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ (ΕΕ L 201, σ. 88).
14 – Βλ. σημείο 29 και υποσημειώσεις 23 και 24 των παρουσών προτάσεων.
15 – ΕΕ L 82, σ. 16.
16 – Μεταξύ των κανόνων αυτών, σύμφωνα με την αρχή αυτή, περιλαμβάνονται και εκείνοι που καθορίζουν το ύψος της αμοιβής.
17 – Η υποκατάσταση αυτή απαντάται στην πλειονότητα των νομοθεσιών των άλλων κρατών μελών, π.χ. στην ιταλική νομοθεσία (άρθρο 2112, παράγραφος 1, του Codice Civile), στη βελγική νομοθεσία (άρθρο 7 της συλλογικής συμβάσεως 32 bis) ή στην ισπανική νομοθεσία (άρθρο 44 του Estatuto de los Trabajadores)· Ojeda Avilés, A., Rodríguez Ramos, M.J., και Gorelli Hernández, J., «La transferencia de empresas: un análisis comparado de la trasposición al derecho italiano, francés, belga, alemán, inglés y español, de la Directiva 77/187», Latransmisión…, όπ. αν.., σ. 279.
18 – Το δεύτερο αυτό εδάφιο προστάθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 5, του νόμου της 13ης Αυγούστου 1980 περί της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών στον τόπο εργασίας και της διατηρήσεως των δικαιωμάτων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως (BGBl. 1980 I, σ. 1308), που ψηφίστηκε για τη μεταφορά κοινοτικών κανόνων όπως η οδηγία 77/187 στο εσωτερικό δίκαιο. Η οδηγία 98/50 μεταφέρθηκε στο γερμανικό δίκαιο με τον νόμο της 28ης Μαρτίου 2002, περί τροποποιήσεως του νόμου σχετικά με τις συμβάσεις εργασίας των ναυτικών και άλλων νόμων (BGBl. 2002 I, σ. 1163).
19 – Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι η Freeway Traffic Systems GmbH & Co. KG δεν δεσμεύεται από τη συλλογική σύμβαση της 23ης Μαΐου 2002 καθόσον δεν είναι μέλος της AGV και η συλλογική αυτή σύμβαση δεν έχει κηρυχθεί υποχρεωτική erga omnes (άρθρα 1 και 4 του TVG)· ο εν λόγω εργαζόμενος δεν μπορούσε να στηρίξει την αξίωσή του ούτε στο άρθρο 613a, παράγραφος 1, του BGB, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία του Bundesarbeitsgericht, αφενός, οι μεταγενέστερες της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως τροποποιήσεις της συλλογικής συμφωνίας δεν ασκούν επιρροή επί της συμβάσεως και, αφετέρου, σε περίπτωση μεταβιβάσεως, οι όροι εργασίας των μισθωτών εξομοιώνονται, ανεξαρτήτως της καταστάσεως των εργαζομένων από πλευράς συλλογικής συμβάσεως.
20 – Πρέπει να εννοηθεί ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 όπως αυτό διατυπώθηκε με την οδηγία 98/50, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή οδηγία περιέχει τέσσερις διατάξεις: η πρώτη αλλάζει τον τίτλο και το κείμενο των άρθρων 1 έως 7 της οδηγίας 77/187· η δεύτερη περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη· η τρίτη ορίζει την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας, ενώ η τέταρτη αναφέρει τους αποδέκτες της.
21 – Υπόθεση C-340/01, Συλλογή 2003, σ. I-14023. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο, κρίνοντας επί προδικαστικού ερωτήματος σχετικού με την ερμηνεία του άρθρου 1 της οδηγίας 77/187, αποφάνθηκε ότι η οδηγία 98/50 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 77/187 (ΕΕ L 201, σ. 88), η προθεσμία για την εφαρμογή της οποίας έληγε στις 17 Ιουλίου 2001, είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μετά την κίνηση της διαδικασίας της κύριας δίκης και, συνεπώς, δεν ασκούσε επιρροή στην υπόθεση (σκέψη 5).
22 – Ήτοι, σύμφωνα με το οικείο άρθρο 3, τη 17η Ιουλίου 1998, ημέρα της δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
23 – Η μόνη διαφορά έγκειται στη διαγραφή της αναφερόμενης στη μεταβίβαση φράσης «κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1», που υπήρχε στην αρχική διατύπωση.
24 – Οι διαφορές συνίστανται, αφενός, παράλληλα με την προμνησθείσα αλλαγή, στην εξάλειψη της φράσεως «κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1» και, αφετέρου, στην αντικατάσταση της φράσεως «κατά το ίδιο μέτρο που αυτοί έχουν προβλεφθεί για τον εκχωρητή» από τη φράση «ως αυτοί εφαρμόζονται και έναντι του εκχωρητή».
25 – Στη Γερμανία, το 90 % περίπου των συμβάσεων εργασίας περιλαμβάνουν κανόνες αυτού του είδους· Annuβ, G., «Die einzelvertragliche Bezugnahme auf Tarifverträge», Betriebs-Berater, αριθ. 49, 1999, σ. 2558· και Preis, GrundfragenderVertragsgestaltungimArbeitsvertrag, S. 51, στο οποίο παραπέμπουν οι Hanau, P., και Kania, T., «Die Bezugnahme auf Tarifverträge durch Arbeitsvertrag und betriebliche Übung», TarifautonomiefüreinneuesJahrhundert, FestschriftfürGünterSchaub, Μόναχο, 1998, σ. 239.
26 – Annuβ, G., όπ. αν., σ. 2558.
27 – Beseler, L., στο Beseler, L., Düwell, F.J., και Göttling, W., ArbeitsrechtlicheProblemebeiBetriebsübergang, BetriebsänderungundUnternehmensumwandlung, 2η έκδοση, Dülmen, 2005, σ. 105· Hanau, P., και Kania, T., όπ. αν., σ. 239.
28 – Αποφάσεις του Bundesarbeitsgericht της 20ής Ιουνίου 2001 – 4 AZR 295/00, της 29ης Αυγούστου 2001 – 4 AZR 332/00 και της 16ης Δεκεμβρίου 2002 – 4 AZR 467/01.
29 – González Biedma, E., όπ. αν., σ. 174.
30 – Προμνησθείσες αποφάσεις D'Urso κ.λπ., σκέψη 20, και Celtec, σκέψη 38· απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1996, C-305/94, Rotsart de Hertaing, Συλλογή 1996, σ. I-5927, σκέψη 18).
31 – Κατά τους Alonso Olea, M., και Casas Bahamonde, M.E., όπ. αν., σ. 394, οι ουσιαστικές αιτίες είναι οργανωτικής και μετανομικής φύσεως: «[…] η αντικατάσταση του εργαζομένου καταστρέφει τη σύμβαση εργασίας του· αν ίσχυε το ίδιο και για την αντικατάσταση του εργοδότη, όλες οι συμβάσεις θα έπαυαν ομαδικά να ισχύουν. Συνεπώς, η επιλογή της διατηρήσεως των συμβάσεων σε μια τέτοια περίπτωση είναι κατανοητή, πέραν του ότι, αν δεν είχε υιοθετηθεί αυτή η λύση, θα παρεχόταν στον εργοδότη, σε περίπτωση εκούσιας μεταβιβάσεως μεταξύ ζώντων, εξουσία μονομερούς καταγγελίας των συμβάσεων […]».
32 – Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο αυτής της διατάξεως, η μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως, μιας εγκαταστάσεως ή ενός τμήματος επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως δεν συνιστά αυτή καθαυτή λόγο απολύσεως για τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα, πράγμα που δεν εμποδίζει απολύσεις για οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς λόγους, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού. Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε ορισμένες ειδικές κατηγορίες εργαζομένων που δεν καλύπτονται από τη νομοθεσία ή την πρακτική των κρατών μελών ως προς την προστασία τους έναντι της απολύσεως. Εξάλλου, η παράγραφος 2 ορίζει ότι, αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί ή λυθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας εις βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή η λύση της εργασιακής σχέσεως θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη. Βλ., συναφώς, προμνησθείσες αποφάσεις Daddy’s Dance Hall, σκέψεις 16 και 17, και Collino και Chiappero, σκέψη 52, και απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1992, C-209/91, Watson Rask και Christensen (Συλλογή 1992, σ. Ι-5755, σκέψη 28).
33 – Ο Beseler, L., όπ. αν., σ. 106, επίσης θεωρεί ότι μια δυναμική ρήτρα παραπομπής καθίσταται στατική με τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως· υπό το ίδιο πνεύμα, βλ. Heinze, M., «Ausgewählte Rechtsfragen zu §613a BGB», Tarifautonomie für ein neues Jahrhundert, Festschrift für Günter Schaub, Μόναχο, 1998, σ. 281· Henssler, M., Unternehmensumstrukturierung und Tarifrecht, Festschrift für Günter Schaub, Μόναχο, 1998, σ. 322· και Gaul, B., «Einzelvertragliche Bezugnahmeklausel beim Übergang des Arbeitsverhältnisses auf nicht tarifgebundenen Arbeitgeber», Betriebs-Berater, αριθ. 21, 2000, σ. 1086 επ.. Διαφορετική άποψη υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, οι Thüsing, G., και Lambrich, T., «Arbeitsvertragliche Bezugnahme auf Tarifnormen», Recht der Arbeit, αριθ. 4, 2002, σ. 211 και 212, και Annuβ, G., όπ. αν., σ. 2560. Εξάλλου, οι Hanau, P., και Kania, T., όπ. αν., σ. 256, διακρίνουν αναλόγως των περιστάσεων κάθε υποθέσεως και του είδους της συμβάσεως· σε καταστάσεις όπως η υπό κρίση, κλίνουν υπέρ της στατικής εκδοχής.
34 – Martín Correa, J.M., «La sucesión de empresas. Reflexión a la luz de la Directiva CE 2001/23», Revista del Ministerio de Trabajo y Asuntos Sociales, αριθ. 48, Μαδρίτη, 2004, σ. 92.
35 – Monereo Pérez, J.L., Las relaciones de trabajo en la transmisión de la empresa, Υπουργείο Ρεγασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Μαδρίτη, 1987, σ. 334.
36 – Desdentado Bonete, A., όπ. αν., σ. 256.
37 – Το άρθρο 20, παράγραφος 2, της Οικουμενικής Διακηρύξεως των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζει ότι «κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί να συμμετέχει σε ορισμένο σωματείο». Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επίσης έχει επιβεβαιώσει την αρνητική αυτή μορφή του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι με τις αποφάσεις Young, James και Webster κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 13ης Αυγούστου 1981, σειρά A αριθ. 44, § 52, Sigurdur A. Sigurjónsson κατά Ισλανδίας, της 30ής Ιουνίου 1993, σειρά A αριθ. 264, § 35, και Gustafsson κατά Σουηδίας, της 25ης Απριλίου 1996, Recueildesarrêtsetdécisions, 1996-II, § 45.
38 – Άρθρο 12, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που εγκρίθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ C 364, σ. 1), το οποίο επαναλαμβάνεται στο άρθρο II-72, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης (ΕΕ 2004, C 310, σ. 1).
39 – Υπόθεση 175/73, Συλλογή τόμος 1974, σ. 423.
40 – Υπόθεση 18/74, Συλλογή τόμος 1974, σ. 425.
41 – Υπόθεση C-415/93, Συλλογή 1995, σ. I-4921.
42 – Σκέψη 79.
43 – Υπόθεση C-4/01, Συλλογή 2003, σ. I-12859.
44 – Ojeda Avilés, A., Rodríguez Ramos, M.J., και Gorelli Hernández, J., όπ. αν., σ. 309.
45 – Carabelli, U., «Alcune riflessioni sulla tutela di e laboratorio nei trasferimenti d'azienda: la dimensione individuale», Rivista Italiana di Diritto del Lavoro, αριθ. 1, 1995, σ. 62.
46 – Και τούτο, σύμφωνα με την προμνησθείσα απόφαση Martin κ.λπ., ανεξάρτητως του κατά πόσον η εφαρμογή τους συνδέεται ή όχι με την επέλευση ενός συγκεκριμένου περιστατικού εξαρτώμενου από τη βούληση του εργοδότη (σκέψη 29).
47 – Η προμνησθείσα απόφαση Collino και Chiappero, δεν δέχεται ότι η προϋπηρεσία συνιστά δικαίωμα που μπορούν οι εργαζόμενοι να προβάλουν έναντι του νέου εργοδότη τους, έστω και αν βάσει αυτής καθορίζονται άλλα δικαιώματά τους, οικονομικής φύσεως, τα οποία οι εργαζόμενοι μπορούν να διεκδικήσουν έναντι του νέου εργοδότη (σκέψη 50).
48 – Προμνησθείσες αποφάσεις Daddy’s Dance Hall, σκέψεις 16 και 17, και Watson Rask και Christensen, σκέψεις 27 έως 29.
Full & Egal Universal Law Academy