ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 11ης Ιανουαρίου 2007 1(1)
Υπόθεση C-508/04
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας
«Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας – Μεταφορά της οδηγίας 92/43 στην εθνική έννομη τάξη»
I – Εισαγωγή
1. Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι δεν μεταφέρθηκαν ορθώς οι διατάξεις της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (2) (στο εξής: οδηγία περί οικοτόπων) στα διάφορα ομόσπονδα κράτη της Αυστριακής Δημοκρατίας.
2. Η διαδικασία κινήθηκε στις 13 Απριλίου 2000 μέσω προσκλήσεως για την υποβολή παρατηρήσεων (έγγραφο οχλήσεως) και συνεχίστηκε με την από 15 Οκτωβρίου 2003 αιτιολογημένη γνώμη. Τέλος, στις 8 Δεκεμβρίου 2004 η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
3. Κατόπιν διαφόρων τροποποιήσεων της αυστριακής νομοθεσίας που επήλθαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
– Η Δημοκρατία της Αυστρίας, παραλείποντας να μεταφέρει πλήρως και ορθώς στο αυστριακό δίκαιο το άρθρο 1, το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 12, το άρθρο 13, το άρθρο 16, παράγραφος 1, και το άρθρο 22, στοιχείο β΄, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, παρέβη την υποχρέωσή της περί ορθής και πλήρους μεταφοράς της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιό της.
– Καταδικάζει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.
4. Η Δημοκρατία της Αυστρίας ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει ως αβάσιμη την υπό κρίση προσφυγή· τούτο δε στον βαθμό που, εν πάση περιπτώσει, επήλθαν εν τω μεταξύ ορισμένες τροποποιήσεις στην αυστριακή νομοθεσία και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
II – Εκτίμηση
5. Η προσφυγή πρέπει να κριθεί βάσει της νομοθεσίας που ίσχυε κατά τον χρόνο λήξεως της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής προθεσμίας. Δεδομένου ότι η αιτιολογημένη γνώμη περιήλθε στη μόνιμη αντιπροσωπεία της Αυστρίας στις 17 Οκτωβρίου 2003, η κρίσιμη ημερομηνία είναι η 17η Δεκεμβρίου 2003.
6. Η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν αμφισβητεί την αιτίαση της Επιτροπής ότι δεν μετέφερε ή δεν μετέφερε πλήρως τα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας περί οικοτόπων, πλην όμως μελετά την τροποποίηση της νομοθεσίας της. Το αυτό ισχύει σε σχέση με τις αιτιάσεις περί μη ορθής μεταφοράς του άρθρου 16, παράγραφος 1, στη νομοθεσία των ομόσπονδων κρατών Steiermark (3) και Τιρόλου. Δεδομένου ότι η νομοθεσία δεν τροποποιήθηκε μέχρι της λήξεως της προθεσμίας που όριζε η αιτιολογημένη γνώμη, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να θεωρηθεί ως προς το σημείο αυτό ομολογημένη.
7. Κατά τα λοιπά, πρέπει να υπομνησθεί ότι από την τέταρτη και την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι οι οικότοποι και τα είδη που απειλούνται αποτελούν μέρος της φυσικής κληρονομιάς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ότι τα απειλούντα στοιχεία είναι συχνά διασυνοριακής φύσεως, οπότε η λήψη μέτρων διατηρήσεως αποτελεί κοινή ευθύνη όλων των κρατών μελών. Συνεπώς, η ακριβής μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο έχει ιδιαίτερη σημασία σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, δεδομένου ότι η διαχείριση της κοινής κληρονομιάς έχει ανατεθεί στα κράτη μέλη, όσον αφορά το έδαφος καθενός από αυτά (4).
Α – Επί του άρθρου 1 της οδηγίας περί οικοτόπων
8. Η Επιτροπή προσάπτει στην Αυστρία ότι το ομόσπονδο κράτος του Σάλτσμπουργκ δεν μετέφερε στη νομοθεσία του διάφορους ορισμούς εννοιών του άρθρου 1 της οδηγίας περί οικοτόπων: «κατάσταση της διατήρησης ενός φυσικού οικοτόπου» (στοιχείο ε΄), «είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος» (στοιχείο ζ΄), «κατάσταση διατήρησης ενός είδους» (στοιχείο θ΄) και «ειδική ζώνη διατήρησης» (στοιχείο ιβ΄). Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι επιβάλλεται η μεταφορά των ορισμών του άρθρου 1 της οδηγίας περί οικοτόπων στη νομοθεσία των κρατών μελών (5).
9. Η Δημοκρατία της Αυστρίας αντιτάσσει ότι οι ορισμοί αυτοί καλύπτονται επαρκώς από την έννοια της επεμβάσεως σε συνδυασμό με τους σκοπούς της διατηρήσεως.
1. Επί του άρθρου 1, στοιχεία ε΄ και θ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων
10. Αντικείμενο αμφοτέρων των ορισμών αυτών είναι η κατάσταση διατηρήσεως φυσικών οικοτόπων και ειδών καθώς και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες κρίνεται ως ικανοποιητική αυτή η κατάσταση διατηρήσεως. Η διατύπωσή τους έχει ως εξής:
«ε) “κατάσταση της διατήρησης ενός φυσικού οικοτόπου”: το αποτέλεσμα του συνόλου των παραγόντων που επιδρούν σε ένα φυσικό οικότοπο, καθώς και στα χαρακτηριστικά είδη που βρίσκονται σε αυτόν και οι οποίοι παράγοντες μπορούν να αλλοιώσουν μακροπρόθεσμα τη φυσική του κατανομή, τη δομή του και τις λειτουργίες του, καθώς και τη μακροπρόθεσμη επιβίωση των χαρακτηριστικών ειδών του στο αναφερόμενο στο άρθρο 2 έδαφος.
Η “κατάσταση της διατήρησης” ενός φυσικού οικοτόπου θεωρείται “ικανοποιητική” όταν:
– η περιοχή της φυσικής κατανομής του και οι εκτάσεις που περιέχει μένουν σταθερές ή αυξάνονται
και
– η δομή και οι ειδικές λειτουργίες που απαιτούνται για την μακροπρόθεσμη συντήρησή του υφίστανται και είναι δυνατόν να συνεχίσουν να υφίστανται κατά το προβλεπτό μέλλον
και
– η κατάσταση της διατήρησης των χαρακτηριστικών ειδών κρίνεται ικανοποιητική κατά την έννοια του στοιχείου θ΄·
[…]
θ) “κατάσταση διατήρησης ενός είδους”: το αποτέλεσμα του συνόλου των παραγόντων που, επιδρώντας στο οικείο είδος, είναι δυνατόν να αλλοιώσουν μακροπρόθεσμα την κατανομή και το μέγεθος των πληθυσμών του στο αναφερόμενο στο άρθρο 2 έδαφος.
Η “κατάσταση της διατήρησης” κρίνεται ως “ικανοποιητική” όταν:
– τα δεδομένα τα σχετικά με την πορεία των πληθυσμών του οικείου είδους δείχνουν ότι το είδος αυτό εξακολουθεί και μπορεί να εξακολουθεί μακροπρόθεσμα να αποτελεί ένα ζωτικό στοιχείο των φυσικών οικοτόπων στους οποίους ανήκει
και
– η περιοχή της φυσικής κατανομής του είδους αυτού δεν φθίνει ούτε υπάρχει κίνδυνος να μειωθεί κατά το προβλεπτό μέλλον
και
– υπάρχει και θα συνεχίσει πιθανόν να υπάρχει ένας οικότοπος σε επαρκή έκταση ώστε οι πληθυσμοί του να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα.»
11. Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει την άποψη ότι οι ορισμοί αυτοί καλύπτονται επαρκώς από το άρθρο 5, σημεία 8 και 9, καθώς και το άρθρο 22a, παράγραφοι 3 και 4, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του ομόσπονδου κράτους του Σάλτσμπουργκ.
12. Με τις διατάξεις αυτές ορίζονται οι έννοιες της επεμβάσεως και των σκοπών της διατηρήσεως (άρθρο 5, σημεία 8 και 9), το περιεχόμενο των κανονιστικών αποφάσεων περί ζωνών διατηρήσεως καθώς και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδείας παρεκκλίσεως από τις προβλεπόμενες σε αυτές απαγορεύσεις, ιδίως η εκτίμηση των επιπτώσεων (άρθρο 22a, παράγραφοι 3 και 4). Η έννοια της ικανοποιητικής καταστάσεως διατηρήσεως χρησιμοποιείται μεν, ωστόσο δεν ορίζεται.
13. Επομένως, οι ορισμοί των άρθρων 1, στοιχεία ε΄ και θ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων δεν μεταφέρθηκαν στην εσωτερική νομοθεσία, ενώ αποτελούν τη λογική προϋπόθεση εφαρμογής των εκάστοτε ρυθμίσεων. Εντούτοις, αυτή η νομοτεχνική επιλογή δεν εγγυάται ότι πράγματι συνεκτιμώνται όλα τα στοιχεία των ορισμών κατά την εφαρμογή των σχετικών ρυθμίσεων. Τα στοιχεία αυτά είναι κρίσιμα για την έκταση της προστασίας των οικοτόπων και των ειδών.
14. Ειδικότερα, π.χ. στην περίπτωση της εκτιμήσεως των επιπτώσεων επί ενός οικοτόπου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον η γενική εικόνα του, αλλά και τα χαρακτηριστικά –που αναφέρει το άρθρο 1, στοιχείο ε΄– είδη του. Ως εκ τούτου, σχέδια τα οποία δεν μειώνουν μεν τη συνολική έκταση ενός τύπου οικοτόπου σε μια συγκεκριμένη επιφάνεια ούτε απειλούν την ύπαρξή του, αλλά βλάπτουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά είδη, έχουν βαρύνουσα σημασία για την κατάσταση διατηρήσεως αυτού του τύπου οικοτόπου.
15. Επομένως, το άρθρο 5, σημεία 8 και 9, καθώς και το άρθρο 22a, παράγραφοι 3 και 4, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του ομόσπονδου κράτους του Σάλτσμπουργκ δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκής μεταφορά του άρθρου 1, στοιχεία ε΄ και θ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων.
2. Επί του άρθρου 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων
16. Το άρθρο 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων ορίζει τα εξής:
«ζ) “είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος”: τα είδη τα οποία, στο έδαφος που αναφέρεται στο άρθρο 2:
i) διατρέχουν κίνδυνο, εξαιρουμένων εκείνων η περιοχή φυσικής κατανομής των οποίων εκτείνεται οριακά μόνον στο προαναφερόμενο έδαφος και τα οποία δεν διατρέχουν κίνδυνο ούτε είναι ευπρόσβλητα στην περιοχή του δυτικού παλαιοαρκτικού ή
ii) είναι ευπρόσβλητα, δηλαδή πιθανολογείται ότι στο προσεχές μέλλον ενδέχεται να περιληφθούν στην κατηγορία των ειδών που διατρέχουν κίνδυνο, εφόσον εξακολουθήσουν να υπάρχουν οι παράγοντες που δημιουργούν αυτόν τον κίνδυνο ή
iii) είναι σπάνια, δηλαδή οι πληθυσμοί τους είναι ολιγάριθμοι, και μολονότι δεν διατρέχουν επί του παρόντος κίνδυνο ούτε είναι ευπρόσβλητα, υπάρχει κίνδυνος να καταστούν. Τα είδη αυτά ευρίσκονται σε γεωγραφικές περιοχές μικρές ή αραιά διασκορπισμένες σε μια μεγαλύτερη έκταση ή
iv) είναι ενδημικά και απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, λόγω της ιδιομορφίας του οικοτόπου τους ή/και των ενδεχομένων επιπτώσεων που μπορεί να έχει η εκμετάλλευσή τους στην κατάσταση της διατήρησής τους.
Τα είδη αυτά αναγράφονται ή θα ήταν δυνατό να αναγραφούν στο παράρτημα II ή/και IV ή V.»
17. Η μεταφορά του ορισμού αυτού στην εσωτερική νομοθεσία είναι αναγκαία, διότι προσδιορίζει το περιεχόμενο του σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων. Κατά τη διάταξη αυτή, τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται σύμφωνα με την οδηγία περί οικοτόπων αποσκοπούν στη διασφάλιση της διατηρήσεως ή της αποκαταστάσεως, σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως, των φυσικών οικοτόπων και των άγριων ειδών χλωρίδας και πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος. Από τον προσδιορισμό του περιεχομένου του εξαρτάται η έκταση της υποχρεώσεως εποπτείας που επιβάλλει το άρθρο 11 της οδηγίας περί οικοτόπων, πρέπει δε η υποχρέωση αυτή να αποτελέσει αντικείμενο λεπτομερούς, σαφούς και ακριβούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο (6).
18. Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι οι ορισμοί αυτοί καλύπτονται επαρκώς από τα άρθρα 3a, 22a, 22b και τα άρθρα 29 επ. του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του ομόσπονδου κράτους του Σάλτσμπουργκ.
19. Εντούτοις, αντικείμενο των αντίστοιχων ρυθμίσεων είναι μόνον η στάθμιση συμφερόντων και τα αντισταθμιστικά μέτρα (άρθρο 3a), οι ευρωπαϊκές ζώνες διατηρήσεως (άρθρα 22a και 22b), καθώς και η προστασία της χλωρίδας (άρθρα 29 επ.). Η έννοια του είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος ούτε καν μνημονεύεται σε αυτές. Επομένως, οι εν λόγω διατάξεις δεν μεταφέρουν ορθώς στην εθνική νομοθεσία το άρθρο 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων.
3. Επί του άρθρου 1, στοιχείο ιβ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων
20. Το άρθρο 1, στοιχείο ιβ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων ορίζει:
«ιβ) “ειδική ζώνη διατήρησης”: ένας τόπος κοινοτικής σημασίας ορισμένος από τα κράτη μέλη μέσω κανονιστικής, διοικητικής ή/και συμβατικής πράξης, στον οποίο εφαρμόζονται τα μέτρα διατήρησης που απαιτούνται για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των φυσικών οικοτόπων ή/και των πληθυσμών των ειδών για τα οποία ορίστηκε ο τόπος.»
21. Η Δημοκρατία της Αυστρίας φρονεί ότι ο ορισμός αυτός μεταφέρθηκε επαρκώς με το άρθρο 5, σημείο 9, καθώς και με το άρθρο 22a του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του ομόσπονδου κράτους του Σάλτσμπουργκ. Οι ρυθμίσεις αυτές αφορούν τους σκοπούς διατηρήσεως των ευρωπαϊκών ζωνών διατηρήσεως (άρθρο 5, σημείο 9) και το καθεστώς προστασίας που πρέπει να εφαρμόζεται επί των ζωνών αυτών (άρθρο 22a). Πέραν των διατάξεων που επικαλείται η Δημοκρατία της Αυστρίας, πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη ο ορισμός των ευρωπαϊκών ζωνών διατηρήσεως του άρθρου 5, σημείο 10.
22. Η έννοια «ειδική ζώνη διατήρησης» δεν χρησιμοποιείται στον νόμο περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του ομόσπονδου κράτους του Σάλτσμπουργκ. Ο νόμος χρησιμοποιεί αντ’ αυτής την έννοια της «ευρωπαϊκής ζώνης διατήρησης». Το άρθρο 5, σημείο 10, δεν παραπέμπει συναφώς, όπως πράττει ο ορισμός της έννοιας αυτής του άρθρου 1, στοιχείο ιβ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων, στις ζώνες τις οποίες τα κράτη μέλη έχουν καθορίσει μέσω κανονιστικής ή διοικητικής πράξεως και/ή μέσω συμβατικών συμφωνιών, αλλά στις ζώνες τις οποίες η Επιτροπή έχει περιλάβει δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων στον κατάλογο των ζωνών κοινοτικού ενδιαφέροντος, καθώς και στις ζώνες τις οποίες η ομόσπονδη περιφέρεια του Σάλτσμπουργκ έχει προτείνει να περιληφθούν στον κατάλογο αυτόν δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της ανωτέρω οδηγίας. Εντούτοις, τούτο δεν επηρεάζει την ακριβή μεταφορά του ορισμού στην εσωτερική νομοθεσία, δεδομένου ότι αυτό και μόνο συνεπάγεται μία –ακόμη και ευκταία– από χρονικής απόψεως διευρυμένη προστασία των «ευρωπαϊκών ζωνών διατήρησης».
23. Πέραν τούτου, το άρθρο 5, σημείο 10, παραπέμπει μόνο στις καλυπτόμενες ζώνες, όχι όμως –όπως το άρθρο 1, στοιχείο ιβ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων– στα μέτρα που πρέπει να ληφθούν βάσει της διατάξεως αυτής. Εντούτοις, η διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 5, σημείο 9, στο οποίο ως επιδιωκόμενοι σκοποί διατηρήσεως μιας ευρωπαϊκής ζώνης διατηρήσεως μνημονεύεται «η διατήρηση ή αποκατάσταση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης», μεταξύ άλλων, των φυσικών οικοτόπων που αναφέρει το παράρτημα Ι της οδηγίας περί οικοτόπων, καθώς και των ζωικών και φυτικών ειδών που αναφέρει το παράρτημα ΙΙ. Το άρθρο 22a, παράγραφος 2, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Σάλτσμπουργκ μνημονεύει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την επίτευξη των σκοπών αυτών υπό τη μορφή κανονιστικών πράξεων της κυβερνήσεως της ομόσπονδης περιφέρειας.
24. Επομένως, από την από κοινού εξέταση των διατάξεων του άρθρου 5, σημεία 9 και 10, καθώς και του άρθρου 22a, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Σάλτσμπουργκ συνάγεται ότι στην πράξη ο ορισμός της έννοιας της «ευρωπαϊκής ζώνης διατήρησης» λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία του ορισμού της «ειδικής ζώνης διατήρησης» του άρθρου 1, στοιχείο ιβ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων. Ως εκ τούτου, ο ορισμός του άρθρου 1, στοιχείο ιβ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων έχει μεταφερθεί επαρκώς στο Σάλτσμπουργκ.
Β – Επί του άρθρου 6 της οδηγίας περί οικοτόπων
1. Επί του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων
25. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβούν στον καθορισμό των αναγκαίων μέτρων διατηρήσεως για τις ειδικές ζώνες διατηρήσεως, έχει δε ως εξής:
«Για τις ειδικές ζώνες διατήρησης, τα κράτη μέλη καθορίζουν τα αναγκαία μέτρα διατήρησης που ενδεχομένως συνεπάγονται ειδικά ενδεδειγμένα σχέδια διαχείρισης ή ενσωματωμένα σε άλλα σχέδια διευθέτησης και τα δέοντα κανονιστικά, διοικητικά ή συμβατικά μέτρα που ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις των τύπων φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I και των ειδών του παραρτήματος II, τα οποία απαντώνται στους τόπους.»
α) Κάτω Αυστρία
26. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων πρέπει να λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα διατηρήσεως σε κάθε περίπτωση και όχι μόνον όταν «ενδεχομένως» παρίσταται ανάγκη. Τούτο δεν συνέβη στην περίπτωση της Κάτω Αυστρίας. Το άρθρο 9, παράγραφος 5, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας ορίζει ότι «[γ]ια τις ευρωπαϊκές ζώνες διατηρήσεως […] πρέπει να λαμβάνονται ενδεχομένως τα ενδεδειγμένα μέτρα προστασίας, αναπτύξεως και διατηρήσεως είτε στο πλαίσιο της ασκήσεως δημόσιας εξουσίας είτε μέσω συμβατικών συμφωνιών».
27. Συναφώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων κάνει λόγο μόνο για τα «αναγκαία μέτρα διατήρησης», το δε άρθρο 9, παράγραφος 5, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πάντοτε, εφόσον απαιτείται η λήψη μέτρων διατηρήσεως, πρέπει να θεωρείται ότι παρίσταται «ενδεχομένως» ανάγκη και, ως εκ τούτου, να λαμβάνονται μέτρα διατηρήσεως.
28. Τόσο το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων όσο και το άρθρο 9, παράγραφος 5, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας χρησιμοποιούν την έννοια «ενδεχομένως». Ωστόσο, η έννοια αυτή αφορά, στην περίπτωση της διατάξεως της Κάτω Αυστρίας, εν γένει τα μέτρα διατηρήσεως, ενώ στην οδηγία περί οικοτόπων έχει ως αντικείμενο τα διάφορα μέσα διατηρήσεως.
29. Επομένως, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων πρέπει να λαμβάνονται μέτρα διατηρήσεως εφόσον είναι αναγκαία. Περιθώριο εκτιμήσεως υφίσταται μόνο στο πλαίσιο της επιλογής των μέτρων που πρέπει να ληφθούν. Αντιθέτως, κατά τη διατύπωση του άρθρου 9, παράγραφος 5, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας, τα μέτρα διατηρήσεως δεν είναι υποχρεωτικά, αλλά πρέπει να λαμβάνονται μόνον αν παρίσταται «ενδεχομένως» ανάγκη. Ωστόσο, δεν διευκρινίζεται πότε συντρέχει μια τέτοια περίπτωση κατά την οποία πρέπει να ληφθούν μέτρα διατηρήσεως.
30. Συνεπώς, το άρθρο 9, παράγραφος 5, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκής μεταφορά της υποχρεώσεως προς λήψη των αναγκαίων μέτρων διατηρήσεως σε κάθε περίπτωση.
31. Η ανωτέρω διαπίστωση δεν μεταβάλλεται ούτε από τον ισχυρισμό της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι η εθνική διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι στην περίπτωση που είναι αναγκαία η λήψη μέτρων διατηρήσεως τα μέτρα αυτά πράγματι λαμβάνονται. Η σύμφωνη προς την οδηγία ερμηνεία διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας δεν εξασφαλίζει τη σαφήνεια και την ακρίβεια που απαιτούνται προς πλήρωση της επιταγής της ασφάλειας δικαίου (7). Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά σύννομη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από το κοινοτικό δίκαιο η απλή ύπαρξη μιας διοικητικής πρακτικής η οποία από τη φύση της μπορεί να μεταβάλλεται κατά το δοκούν από τη διοίκηση και η οποία στερείται της προσήκουσας δημοσιότητας (8). Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν –όπως στην περίπτωση της οδηγίας περί προστασίας των πτηνών– επιβάλλεται να μεταφερθεί η οδηγία με ιδιαίτερη ακρίβεια στην εσωτερική έννομη τάξη (9).
β) Άνω Αυστρία
32. Η Επιτροπή φρονεί ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και των φυσικών τοπίων της Κάτω Αυστρίας δεν συνιστά ορθή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων στην έννομη τάξη της Άνω Αυστρίας. Η διάταξη αυτή του ως άνω νόμου ορίζει τα εξής:
«Η κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους μπορεί να εκπονεί σχέδια διατηρήσεως του φυσικού τοπίου για ζώνες προστασίας φυσικών τοπίων (άρθρο 11), προστατευόμενα μέρη φυσικών τοπίων (άρθρο 12), ευρωπαϊκές ζώνες διατηρήσεως (άρθρο 24) ή φυσικές ζώνες διατηρήσεως (άρθρο 25) με τα οποία καθορίζονται τα μέτρα που είναι, δυνάμει της παραγράφου 1, αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον και τα οποία δεν δυσχεραίνουν σε σημαντικό βαθμό την επιτρεπόμενη οικονομική εκμετάλλευση των οικείων εδαφών.»
33. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εκπόνηση σχεδίων διατηρήσεως φυσικών τοπίων, ήτοι η λήψη μέτρων διατηρήσεως, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των διοικητικών αρχών. Αντιθέτως, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων είναι υποχρεωτική η λήψη κανονιστικών, διοικητικών μέτρων ή μέτρων στο πλαίσιο συμβατικών συμφωνιών εν αντιθέσει προς την κατάρτιση σχεδίων διαχειρίσεως.
34. Συναφώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν την ελευθερία να επιλέξουν το είδος των μέτρων που πρέπει να ληφθούν, δεδομένου ότι η διατύπωση «ενδεχομένως» του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν αφορά μόνον την κατάρτιση σχεδίων διαχειρίσεως, αλλά και τα «δέοντα κανονιστικά, διοικητικά ή συμβατικά μέτρα».
35. Είναι μεν ορθό ότι –όπως υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας– η οδηγία παρέχει στα κράτη μέλη εν προκειμένω ορισμένο περιθώριο ελιγμών σε σχέση με το είδος των ενεργειών. Εντούτοις, το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 2, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και των φυσικών τοπίων της Άνω Αυστρίας δεν αποκλείει διεύρυνση της διακριτικής ευχέρειας του ομόσπονδου κράτους ως προς τα μέτρα διατηρήσεως που πρέπει να ληφθούν. Όπως ήδη ελέχθη, τούτο δεν εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών (10). Επομένως, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν συνιστά ορθή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων.
36. Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα προβλεπόμενα μέτρα δεν πρέπει να δυσχεραίνουν σημαντικά την επιτρεπόμενη οικονομική εκμετάλλευση των οικείων περιοχών. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων δεν προβλέπει την εξαίρεση αυτή. Συναφώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι «επιτρεπόμενη» είναι η οικονομική εκμετάλλευση μόνο στην περίπτωση που συνάδει με τις προστατευτικές διατάξεις που εφαρμόζονται επί της ζώνης διατηρήσεως.
37. Η προαναφερθείσα εθνική διάταξη δεν διευκρινίζει, αφενός, την έννοια της «επιτρεπόμενης» οικονομικής εκμεταλλεύσεως. Η ερμηνεία που προτείνει η Δημοκρατία της Αυστρίας είναι μεν δυνατή, εντούτοις είναι εξίσου πιθανό μια νομίμως ασκούμενη οικονομική εκμετάλλευση να συνιστά εμπόδιο στην ευόδωση των αναγκαίων μέτρων διατηρήσεως. Επομένως, η ρύθμιση αυτή είναι τουλάχιστον ασαφής και δεν μεταφέρει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, με την απαιτούμενη ακρίβεια.
38. Πέραν τούτου, η διατύπωση αυτή θέτει πράγματι το ζήτημα κατά πόσον μπορούν να λαμβάνονται υπόψη οικονομικά κριτήρια στο πλαίσιο του καθορισμού των μέτρων διατηρήσεως του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων.
39. Μέχρι τούδε, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί μόνο σχετικά με τη δυνατότητα συνεκτιμήσεως μη οικολογικών παραγόντων στο πλαίσιο της επιλογής των ζωνών διατηρήσεως δυνάμει του άρθρου 4 της οδηγίας περί προστασίας των πτηνών (11) καθώς και δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων. Στο πλαίσιο της επιλογής αυτής καθώς και της οριοθετήσεως μιας ειδικής ζώνης διατηρήσεως δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη οι μνημονευόμενες σε άλλα άρθρα των οδηγιών απαιτήσεις μη οικολογικού χαρακτήρα (12). Τούτο γενικεύεται υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται κατ’ αρχήν να λαμβάνονται υπόψη μη οικολογικοί παράγοντες σε περιπτώσεις που ρητώς δεν το προβλέπει η οδηγία περί οικοτόπων –και επομένως π.χ. στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων (13).
40. Αντιθέτως, ο γενικός εισαγγελέας Fenelly φρονεί ότι τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του καθορισμού των αναγκαίων μέτρων διατηρήσεως δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, πρέπει να επιτυγχάνουν την εξισορρόπηση μεταξύ των οικολογικών απαιτήσεων και των «οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών απαιτήσεων, καθώς και των περιφερειακών και τοπικών ιδιαιτεροτήτων» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων (14).
41. Υπέρ της προσεγγίσεως αυτής συνηγορεί μεταξύ άλλων η ανάγκη να μπορεί να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των μέτρων διατηρήσεως η αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου (15). Ενδεχομένως, για τον λόγο αυτό πρέπει να εφαρμόζονται στο πλαίσιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, καθώς και στην περίπτωση της παραγράφου 2 (16), τα κριτήρια της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο του καθορισμού των αναγκαίων μέτρων διατηρήσεως θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και οι οικονομικές απαιτήσεις καθώς και οι λοιποί παράγοντες που μνημονεύει το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων, ήτοι οι κοινωνικές και πολιτιστικές απαιτήσεις καθώς και οι περιφερειακές και τοπικές ιδιομορφίες.
42. Ωστόσο, δεν συνάγεται από τα ανωτέρω ότι νόμιμες δραστηριότητες οικονομικής εκμεταλλεύσεως έχουν αυτομάτως μεγαλύτερη βαρύτητα έναντι των προστατευτικών σκοπών, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να συναχθεί από το άρθρο 15, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και των φυσικών τοπίων της Άνω Αυστρίας. Αντιθέτως, απαιτείται πάντοτε εξέταση των εναλλακτικών λύσεων και στάθμισή τους σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση καθώς και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, η λήψη περαιτέρω μέτρων για τη διασφάλιση της συνοχής του προγράμματος Natura 2000. Συνεπώς, εκ του λόγου αυτού η διάταξη δεν συνιστά επαρκή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων.
2. Επί του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων
43. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων ορίζει:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε στις ειδικές ζώνες διατήρησης να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών, καθώς και οι ενοχλήσεις που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ζώνες έχουν ορισθεί, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις σημαντικές όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας.»
44. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από καμία διάταξη του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Τιρόλου δεν συνάγεται η μεταφορά της ανωτέρω διατάξεως της οδηγίας. Η Επιτροπή τονίζει ότι και το άρθρο 14, παράγραφος 1, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Τιρόλου, το οποίο προστέθηκε με τον νόμο LGBl. 50/2004, αποτελεί μια γενική διάταξη με την οποία καθορίζεται ο σκοπός που πρέπει να επιτευχθεί, το δε περιεχόμενό της είναι παρεμφερές προς αυτό των αιτιολογικών σκέψεων της οδηγίας περί οικοτόπων.
45. Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι ο νόμος περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Τιρόλου δεν περιέχει μεν ρητή διάταξη περί απαγορεύσεως της υποβαθμίσεως, ωστόσο λαμβάνεται υπόψη η απαγόρευση της υποβαθμίσεως ιδίως με το προστεθέν για τις περιοχές που καλύπτονται από το πρόγραμμα Natura 2000 άρθρο 14, παράγραφος 1, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Τιρόλου.
46. Συναφώς, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η διαπίστωση ότι το εν λόγω άρθρο 14 όπως και π.χ. το άρθρο 22a του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Τιρόλου προστέθηκαν το πρώτον με τον τροποποιητικό νόμο LGBl. 50/2004, ήτοι μετά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις αυτές δεν ασκούν επιρροή επί της εκτιμήσεως της παρούσας προσφυγής λόγω παραβάσεως. Είναι προφανές ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής ως προς το ζήτημα αυτό αποτελούν αποκλειστικά συμπληρωματική αιτιολογία, γεγονός που προκύπτει μεταξύ άλλων από το ότι η Επιτροπή επικαλείται με το δικόγραφο της προσφυγής της την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ το τροποποιηθέν άρθρο 14 του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Τιρόλου. Επομένως, το αίτημά της αποτελεί παραδεκτό αίτημα περί διαπιστώσεως της πλημμελούς μεταφοράς του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων μέσω των διατάξεων του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Τιρόλου, ο οποίος τροποποιήθηκε εσχάτως με τον νόμο LGBl. 89/2002.
47. Η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν αμφισβητεί την αιτίαση περί πλημμελούς μεταφοράς του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων, σε σχέση με τη νομοθεσία που ίσχυε πριν από τη θέσπιση του άρθρου 14 του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Τιρόλου και, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός αυτός ο λόγος προσφυγής.
48. Κατά τα λοιπά, πρέπει να τονιστεί ότι και μετά την τροποποίησή του με τον τροποποιητικό νόμο LGBl. 50/2004 ο νόμος περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Τιρόλου δεν συνιστά επαρκή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων. Το Δικαστήριο έχει κρίνει σε σχέση με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων ότι απαιτείται ρητή διάταξη στην εσωτερική νομοθεσία των κρατών μελών η οποία να υποχρεώνει τις αρμόδιες διοικητικές αρχές να αποφεύγουν την υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των ειδών, διότι άλλως η εσωτερική νομοθεσία παρουσιάζει το στοιχείο της ανασφάλειας δικαίου σε σχέση με τις υποχρεώσεις προς τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται οι διοικητικές αρχές (17). Το αυτό ισχύει για την απαγόρευση της ενοχλήσεως των ειδών που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2.
49. Ούτε το άρθρο 14 ούτε τα άρθρα 22 έως 24 του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Τιρόλου πληρούν την απαίτηση αυτή. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του ανωτέρω νόμου περιέχει απλώς τον γενικό σκοπό «της διασφαλίσεως της υπάρξεως ή, εφόσον παρίσταται ανάγκη, της αποκαταστάσεως μιας ικανοποιητικής καταστάσεως διατηρήσεως των τύπων φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των ειδών στη φυσική περιοχή κατανομής τους». Πέραν του γεγονότος ότι η διάταξη αυτή ουδέν ορίζει σχετικά με την απαγόρευση της ενοχλήσεως των ειδών, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων απαιτεί να αποφεύγεται η υποβάθμιση και η πρόκληση ενοχλήσεων σε σχέση με τις ορισθείσες ζώνες. Η απαγόρευση της προκλήσεως ενοχλήσεων στα είδη δεν μεταφέρεται ούτε με το άρθρο 23 του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Τιρόλου, δεδομένου ότι δεν αφορά τα είδη εντός της ζώνης διατηρήσεως, ήτοι τα είδη του παραρτήματος ΙΙ και τα χαρακτηριστικά είδη τύπων οικοτόπων, αλλά τα δυνάμει του άρθρου 12 προστατευτέα είδη του παραρτήματος IV, στοιχείο α΄, της οδηγίας περί οικοτόπων.
Γ – Επί του άρθρου 16 της οδηγίας περί οικοτόπων
50. Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων αφορά τις εξαιρέσεις από την προστασία των ειδών. Η διάταξη αυτή προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει άλλη αποτελεσματική λύση και ότι η παρέκκλιση δεν παραβλάπτει τη διατήρηση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών στην περιοχή της φυσικής τους κατανομής, μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις των άρθρων 12, 13, 14 και 15, στοιχεία α΄ και β΄:
α) για να προστατεύσουν την άγρια πανίδα και χλωρίδα και να διατηρήσουν τους φυσικούς οικοτόπους·
β) για να προλάβουν σοβαρές ζημίες, ιδίως των καλλιεργειών, της κτηνοτροφίας, των δασών, των πληθυσμών ιχθύων και των υδάτων και ιδιοκτησιών άλλης μορφής·
γ) για λόγους δημόσιας υγείας και ασφαλείας ή για άλλους επιτακτικούς λόγους προέχοντος δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν λόγων κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα και ευεργετικών συνεπειών πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον·
δ) για εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς λόγους, για λόγους αποκατάστασης πληθυσμών και επανεισαγωγής των εν λόγω ειδών και για επιχειρήσεις αναπαραγωγής που απαιτούνται για τους σκοπούς αυτούς, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής αναπαραγωγής των φυτών·
ε) για να επιτρέψουν, υπό όρους αυστηρά ελεγχόμενους, την επιλεκτική και ποσοτικά περιορισμένη σύλληψη ή κράτηση περιορισμένου αριθμού, προσδιορισμένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, μερικών δειγμάτων των ειδών που αναφέρει το παράρτημα IV.
[…]»
1. Κάτω Αυστρία
51. Σε σχέση με το άρθρο 20, παράγραφος 4, και το άρθρο 21 του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας, η Επιτροπή επισημαίνει, πέραν της παραλείψεως του κριτηρίου της «διατήρησ[ης], σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης», ότι η διάταξη αυτή δεν περιλαμβάνει εξαντλητική απαρίθμηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται παρέκκλιση από τα άρθρα 12 έως 15 της οδηγίας περί οικοτόπων.
52. Η Δημοκρατία της Αυστρίας υποστηρίζει ότι η απαιτούμενη από την οδηγία περί οικοτόπων προστασία παρέχεται διότι οι εθνικές διοικητικές αρχές υποχρεούνται να ενεργούν κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία και διότι, επιπλέον, τηρούν και τα οριζόμενα στο κυνηγετικό δίκαιο κριτήρια υπό την έννοια της ομοιόμορφης ισχύος της έννομης τάξεως. Τούτο έχει ως συνέπεια να χορηγούνται στην πράξη ελάχιστες άδειες εξαιρέσεως. Τούτο διασφαλίζεται και από τη νομολογία των ανώτατων δικαστηρίων.
53. Όπως προελέχθη, η σύμφωνη προς την οδηγία διοικητική πρακτική δεν αρκεί προκειμένου να διασφαλιστεί η μεταφορά της οδηγίας (18). Αντιθέτως, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο τόσο σε σχέση με το άρθρο 16 της οδηγίας περί οικοτόπων (19) όσο και σε σχέση με το παρεμφερές άρθρο 9 της οδηγίας περί προστασίας των πτηνών (20), τα κριτήρια βάσει των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις προβλεπόμενες στην οδηγία απαγορεύσεις πρέπει να μεταφέρονται με σαφήνεια στις διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας. Συναφώς, το άρθρο 16 της οδηγίας περί οικοτόπων πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς, δεδομένου ότι καθορίζει με ακρίβεια τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται τα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από τα άρθρα 12 έως 15, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας (21).
54. Το άρθρο 20, παράγραφος 4, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας ορίζει ότι μπορούν να χορηγούνται άδειες εξαιρέσεως «εφόσον δεν υφίσταται κάποια σημαντική απειλή για τον προστατευόμενο πληθυσμό […]». Αντιθέτως, το άρθρο 16 της οδηγίας περί οικοτόπων απαιτεί όπως η παρέκκλιση «δεν παραβλάπτει τη διατήρηση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης» των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών. Η διατύπωση του άρθρου 20, παράγραφος 4, δημιουργεί την ανησυχία ότι επιτρέπονται ως μη «σημαντικές» οι απαγορευόμενες προσβολές ακόμη και στην περίπτωση που ο οικείος πληθυσμός δεν βρίσκεται σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως. Εντούτοις, στην περίπτωση που δεν υπάρχει ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως αυτού του είδους οι προσβολές δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 16.
55. Ενδέχεται μεν να συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες, μολονότι δεν υφίσταται ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως, είναι δυνατή η εξαίρεση από τις απαγορεύσεις που αφορούν την προστασία των ειδών για υπέρτερους λόγους γενικού συμφέροντος (22), εντούτοις το κριτήριο του μη σημαντικού κινδύνου του είδους δεν προϋποθέτει τη συνδρομή τέτοιου είδους περιστάσεων.
56. Επιπλέον, το άρθρο 20, παράγραφος 4, του ανωτέρω νόμου περιορίζεται, σε σχέση με τους επιτρεπόμενους λόγους που δικαιολογούν παρέκκλιση, στη μνεία ενός παραδείγματος, επιτρέπει δε τη δυνατότητα παρεκκλίσεως «ιδίως για επιστημονικούς ή διδακτικούς σκοπούς». Συνεπώς, δεν υπάρχει εξαντλητική απαρίθμηση των λόγων που δικαιολογούν παρέκκλιση.
57. Περαιτέρω, η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας περί οικοτόπων. Όπως και βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας περί προστασίας των πτηνών, τα κράτη μέλη μπορούν να προβαίνουν σε ορισμένες παρεκκλίσεις προκειμένου να επιτρέψουν, υπό όρους αυστηρά ελεγχόμενους, την επιλεκτική και ποσοτικά περιορισμένη σύλληψη ή κράτηση περιορισμένου αριθμού, προσδιορισμένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, μερικών δειγμάτων των ειδών ζώων και φυτών που αναφέρει το παράρτημα IV. Η Δημοκρατία της Αυστρίας ορθώς διαπιστώνει ότι κατά τη διάταξη αυτή δεν απαιτείται η συνδρομή οποιουδήποτε λόγου παρεκκλίσεως.
58. Εντούτοις, και η παρέκκλιση αυτή μπορεί δυνάμει του άρθρου 16 της οδηγίας περί οικοτόπων να χρησιμοποιηθεί μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχει άλλη αποτελεσματική λύση και υπό την προϋπόθεση ότι η παρέκκλιση δεν παραβλάπτει τη διατήρηση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως, των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών στην περιοχή της φυσικής τους κατανομής. Το άρθρο 20, παράγραφος 4, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας δεν περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις αυτές.
59. Πέραν τούτου, το άρθρο 20, παράγραφος 4, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας θα έπρεπε να απαιτεί την τήρηση των ειδικών κριτηρίων του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας περί οικοτόπων, ήτοι τον αυστηρό έλεγχο, την επιλεκτικότητα του μέτρου και την περιορισμένη έκταση της βλάβης. Ειδικότερα, θα έπρεπε η «περιορισμένη έκταση» να εξειδικεύεται περαιτέρω μέσω ενός δείκτη (23). Το άρθρο 20, παράγραφος 4, δεν πληροί ούτε τις προϋποθέσεις αυτές.
60. Η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν μπορεί να αμφισβητήσει το βάσιμο των αιτιάσεων σε σχέση με το άρθρο 20, παράγραφος 4, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας, επικαλούμενη τις διατάξεις του κυνηγετικού δικαίου. Βεβαίως, υφίστανται ρυθμίσεις σχετικά με τη μέθοδο και τα μέσα θηρεύσεως, εντούτοις αφορούν μόνον τον τομέα της θηρεύσεως και, εξάλλου, δεν αποτελούν αντικείμενο κριτικής από την Επιτροπή ως προς το σημείο αυτό. Εντούτοις, η εφαρμογή του άρθρου 20, παράγραφος 4, ενδέχεται να έχει ως συνέπεια την παραβίαση των άρθρων 12 έως 16 της οδηγίας περί οικοτόπων εκτός του πεδίου της θήρας.
61. Το επίσης επικρινόμενο άρθρο 21 του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας εξαιρεί την επαγγελματική καθώς και τη γεωργική και δασοκομική χρήση από τις απαγορεύσεις που αφορούν την προστασία ορισμένων ειδών. Εντούτοις, οι ρήτρες αυτές που προβλέπουν ορισμένες παρεκκλίσεις ρητώς δεν ισχύουν για την εκ προθέσεως βλάβη σε προστατευόμενα φυτά και ζώα.
62. Το άρθρο 16 της οδηγίας περί οικοτόπων δεν προβλέπει παρεκκλίσεις από τις απαγορεύσεις που αφορούν την προστασία ορισμένων ειδών στην περίπτωση επαγγελματικής καθώς και γεωργικής και δασοκομικής χρήσεως. Ωστόσο, οι παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 21 του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας δεν ισχύουν, λόγω των εξαιρέσεων που εισάγονται στις προβλεπόμενες παρεκκλίσεις, για την εκ προθέσεως πρόκληση βλάβης σε προστατευόμενα φυτά και ζώα. Ωστόσο, οι απαγορεύσεις του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ έως γ΄, καθώς και των άρθρων 13 έως 15 προϋποθέτουν ρητώς ή εμμέσως πλην σαφώς την ύπαρξη πράξεως τελούμενης εκ προθέσεως (24). Επομένως, οι περιοριζόμενες στις μη εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις παρεκκλίσεις του άρθρου 21 δεν παραβιάζουν τις διατάξεις αυτές. Συνεπώς, παρέλκει ως προς το σημείο αυτό η εξέταση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 16 παρεκκλίσεις (25).
63. Άλλως έχουν τα πράγματα στην περίπτωση του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων. Η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή απαγόρευση προκλήσεως οποιασδήποτε βλάβης ή καταστροφής στους τόπους αναπαραγωγής ή αναπαύσεως δεν προϋποθέτει την ύπαρξη προθέσεως (26). Ως προς το σημείο αυτό, οι παρεκκλίσεις του άρθρου 21 του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας από τις απαγορεύσεις που αφορούν την προστασία ορισμένων ειδών πρέπει να δικαιολογούνται όπως ορίζει το άρθρο 16. Το άρθρο 21 δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές, δεδομένου ότι δεν μνημονεύονται η έλλειψη άλλης αποτελεσματικής λύσεως, η παραμονή του πληθυσμού σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως και οι ειδικές παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ έως ε΄.
64. Τέλος, η Δημοκρατία της Αυστρίας επικαλείται επίσης σε σχέση με το άρθρο 21 του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας τις διατάξεις του κυνηγετικού δικαίου οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Εντούτοις, ακόμη και στην περίπτωση που οι εθνικές αρχές τηρούν τα κριτήρια που καθορίζει το κυνηγετικό δίκαιο, δεν δημιουργείται με τον τρόπο αυτόν μια νομική κατάσταση η οποία θα μπορούσε να συγκριθεί, σε σχέση με το επίπεδο προστασίας και την ασφάλεια δικαίου, με έναν κανόνα δικαίου ο οποίος περιέχει εξαντλητική απαρίθμηση των λόγων που επιτρέπουν παρέκκλιση. Το άρθρο 95 του νόμου περί θήρας της Κάτω Αυστρίας που επικαλείται η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν περιέχει εξαντλητική απαρίθμηση των λόγων αυτών, αλλά απαγορεύει συγκεκριμένες μόνο θηρευτικές μεθόδους που αφορούν συγκεκριμένα είδη ζώων. Επομένως, η αιτίαση περί ανεπαρκούς μεταφοράς του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων σε σχέση με την Κάτω Αυστρία είναι στο σύνολό της βάσιμη.
2. Σάλτσμπουργκ
65. Η Επιτροπή προσάπτει στη Δημοκρατία της Αυστρίας σε σχέση με το άρθρο 34 του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Σάλτσμπουργκ και του άρθρου 104, παράγραφος 4, του νόμου περί θήρας του Σάλτσμπουργκ ότι η πρόβλεψη παρεκκλίσεων δεν προϋποθέτει τη διατήρηση των πληθυσμών σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως, αλλά την απαγόρευση της υποβαθμίσεως του πληθυσμού των οικείων ζωικών και φυτικών ειδών ή θηραμάτων αντιστοίχως. Η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη ότι η διατύπωση αυτή αντιβαίνει στην υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων περί αποκαταστάσεως σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως εφόσον παρίσταται ανάγκη.
66. Η Δημοκρατία της Αυστρίας αντιτάσσει ότι με την έννοια της «διατήρησης» του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων νοείται μόνον η διατήρηση, όχι όμως και η αποκατάσταση της ικανοποιητικής καταστάσεως διατηρήσεως. Θα ήταν αντίθετο προς τη συστηματική διάρθρωση της οδηγίας και ανέφικτο να απαιτείται στο πλαίσιο της χορηγήσεως αδείας παρεκκλίσεως η υποχρέωση αποκαταστάσεως μιας ικανοποιητικής καταστάσεως διατηρήσεως.
67. Πράγματι, ο όρος «διατήρηση» οδηγεί κατ’ αρχάς στο συμπέρασμα ότι με αυτόν νοείται η διατήρηση της καταστάσεως. Εντούτοις, η κατάσταση που πρέπει να διατηρηθεί είναι η ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο θ΄, της οδηγίας περί οικοτόπων. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι –στον βαθμό που δεν έχει εισέτι επιτευχθεί η ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως κατά την ανωτέρω έννοια– δεν επιτρέπονται κατ’ αρχήν –υπό την επιφύλαξη της συνδρομής εξαιρετικών περιστάσεων– παρεκκλίσεις στηριζόμενες στο άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων.
68. Η εθνική διάταξη δεν λαμβάνει τούτο επαρκώς υπόψη, δεδομένου ότι επιτρέπει παρεκκλίσεις και στην περίπτωση που «ο αριθμός των οικείων ζωικών και φυτικών ειδών αντιστοίχως […] δεν υποβαθμίζεται», χωρίς να θέτει ως κριτήριο τον απόλυτο σκοπό της διατηρήσεως των πληθυσμών σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως.
69. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δυνάμει του άρθρου 34 του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος του Σάλτσμπουργκ επιτρέπεται η χορήγηση αδειών παρεκκλίσεως για την παραγωγή ποτών (παράγραφος 1, σημείο 2) και την κατασκευή εγκαταστάσεων (παράγραφος 1, σημείο 9). Η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν αντικρούει τους ισχυρισμούς αυτούς, αλλά αντιθέτως δηλώνει ότι προτίθεται να τροποποιήσει τη σχετική νομοθεσία.
70. Συνεπώς, αυτός ο λόγος προσφυγής πρέπει να γίνει δεκτός στο σύνολό του.
Δ – Το άρθρο 22 της οδηγίας περί οικοτόπων
71. Το άρθρο 22 της οδηγίας περί οικοτόπων ορίζει:
«Κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη:
[…]
β) μεριμνούν ώστε η ηθελημένη εισαγωγή ενός μη τοπικού είδους στο φυσικό περιβάλλον να ρυθμίζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη παραβλάπτει καθόλου τους φυσικούς οικοτόπους στην περιοχή της φυσικής τους κατανομής ούτε την τοπική άγρια πανίδα και χλωρίδα, όποτε δε το κρίνουν αναγκαίο, απαγορεύουν την εν λόγω εισαγωγή. Τα αποτελέσματα των μελετών εκτίμησης ανακοινώνονται στην επιτροπή προς ενημέρωση·
[…]»
72. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 5, του νόμου περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της Κάτω Αυστρίας επιτρέπει τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από την κατ’ αρχήν απαγόρευση της μεταφυτεύσεως ή της μεταφοράς μη ενδημικών φυτών και ζώων, εφόσον με τον τρόπο αυτό δεν «παραβλάπτονται κατά τρόπο μόνιμο» οι φυσικές (γενετικές) ιδιότητες ενδημικών ειδών ζώων και φυτών ή η ομορφιά και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας ενός τοπίου. Με τον τρόπο αυτό εισάγεται ένα επιπλέον κριτήριο το οποίο δεν υπάρχει στην οδηγία.
73. Τα ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτά. Εν αντιθέσει προς την οδηγία, η εθνική διάταξη δεν προβλέπει την απόλυτη απαγόρευση οποιασδήποτε ζημίας, αλλά απαγορεύει μόνον τη βλάβη κατά τρόπο μόνιμο των φυσικών οικοτόπων και των ενδημικών ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας διά της εκ προθέσεως εισαγωγής μη ενδημικών ειδών. Τούτο δεν συνιστά νομότυπη μεταφορά της διατάξεως της οδηγίας.
III – Επί των δικαστικών εξόδων
74. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Στον βαθμό που εκκρεμεί η προσφυγή, νικήσασα διάδικος είναι σε μεγάλο βαθμό η Επιτροπή και, ως εκ τούτου, η Δημοκρατία της Αυστρίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Το αυτό ισχύει κατά το άρθρο 69, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας σε σχέση με τους λόγους προσφυγής από τους οποίους παραιτήθηκε η Επιτροπή. Συναφώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας προκάλεσε την άσκηση της προσφυγής, δεδομένου ότι η νομοθεσία της προσαρμόστηκε εκπρόθεσμα στις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου. Ως εκ τούτου, η Δημοκρατία της Αυστρίας φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.
IV – Πρόταση
75. Επομένως, βάσει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1. Η Δημοκρατία της Αυστρίας, παραλείποντας να μεταφέρει ορθώς στην εσωτερική νομοθεσία της τις ακόλουθες διατάξεις:
– το άρθρο 1, στοιχεία ε΄, ζ΄ και θ΄, όσον αφορά το ομόσπονδο κράτος του Σάλτσμπουργκ,
– το άρθρο 6, παράγραφος 1, σε σχέση με τα ομόσπονδα κράτη της Κάτω και Άνω Αυστρίας,
– το άρθρο 6, παράγραφος 2, σε σχέση με το ομόσπονδο κράτος του Τιρόλου,
– το άρθρο 12, σε σχέση με τα ομόσπονδα κράτη του Steiermark και του Τιρόλου,
– το άρθρο 13, σε σχέση με τα ομόσπονδα κράτη του Kärnten, του Steiermark και του Τιρόλου,
– το άρθρο 16, παράγραφος 1, σε σχέση με τα ομόσπονδα κράτη της Κάτω Αυστρίας, του Σάλτσμπουργκ, του Steiermark και του Τιρόλου καθώς και
– το άρθρο 22, στοιχείο β΄, σε σχέση με το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Αυστρίας,
παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 10 και 249 της Συνθήκης καθώς και το άρθρο 23 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας.
2. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3. Η Δημοκρατία της Αυστρίας φέρει τα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 206, σ. 7, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/62/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ L 305, σ. 42).
3 – Το ότι η Επιτροπή εμμένει στην αιτίαση αυτή, μολονότι ο επικρινόμενος νόμος τροποποιήθηκε εν τω μεταξύ σε σχέση με τη θανάτωση ορισμένων ζώων εξηγείται από το γεγονός ότι τα επιτρεπόμενα βάσει του νόμου αυτού μέτρα προκειμένου να αποτραπεί η πρόκληση, άνευ προθέσεως θανατώσεως, βλαβών σε θηράματα μπορούν να καλύψουν ορισμένα προστατευόμενα βάσει του άρθρου 12 της οδηγίας περί οικοτόπων είδη, π.χ. υπό τη μορφή της εκ προθέσεως προκλήσεως βλάβης, χωρίς να συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένης παρεκκλίσεως δυνάμει του άρθρου 16.
4 – Αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-98/03, Επιτροπή κατά Γερμανίας (συμμόρφωση) (Συλλογή 2006, σ. I-53, σκέψη 59) και της 20ής Οκτωβρίου 2005, C‑6/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (συμμόρφωση) (Συλλογή 2005, σ. I-9017, σκέψη 25).
5 – Αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 2003, C‑75/01, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (συμμόρφωση) (Συλλογή 2003, σ. I-1585, σκέψεις 22 επ.), και της 24ης Ιουνίου 2003, C-72/02, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (συμμόρφωση) (Συλλογή 2003, σ. I‑6597, σκέψη 17).
6 – Απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 65).
7 – Αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2001, C-144/99, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2001, σ. I‑3541, σκέψη 21) και της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, C‑236/95, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1996, σ. I‑4459, σκέψεις 12 επ.), ομοίως από τον τομέα του περιβάλλοντος προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl της 14ης Ιανουαρίου 2003, C-233/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (απόφαση της 26ης Ιουνίου 2003, Συλλογή 2003, σ. I-6625, σημείο 73).
8 – Αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1997, C‑197/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1997, σ. I‑1489, σκέψη 14), της 9ης Μαρτίου 2000, C‑358/98, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2000, σ. I‑1255, σκέψη 17), της 7ης Μαρτίου 2002, C‑145/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2002, σ. I‑2235, σκέψη 30) και της 10ης Μαρτίου 2005, C‑33/03, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2005, σ. I-1865, σκέψη 25).
9 – Βλ. ανωτέρω σημείο 7.
10 – Βλ. ανωτέρω σημείο 29.
11 – Οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202).
12 – Βλ., σχετικά με την οδηγία περί προστασίας των πτηνών, τις αποφάσεις της 2ας Αυγούστου 1993, C-355/90, Επιτροπή κατά Ισπανίας [το έλος της Santoña] (Συλλογή 1993, σ. I-4221, σκέψεις 17 επ. και 26) και της 11ης Ιουλίου 1996, C-44/95, Royal Society for the Protection of Birds [Lappel Bank] (Συλλογή 1996, σ. I-3805, σκέψεις 25 επ.), σε σχέση δε με την οδηγία περί οικοτόπων, την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2000, C-371/98, First Corporate Shipping (Συλλογή 2000, σ. I-9235, σκέψη 25).
13 – Την άποψη αυτή υποστηρίζει π.χ. ο Ennöckl, D., Natura 2000, DieVogelschutz- undFauna-Flora-HabitatrichtlinieundihreUmsetzungim österreichischenNaturschutzrecht, Βιέννη 2002, σ. 66· διαφορετική είναι π.χ. η άποψη της Επιτροπής, σε Διαχείριση των τόπων της Natura 2000 – Οι διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας περί οικοτόπων (92/43/ΕΟΚ), 2000, σ. 20 και 21.
14 – Προτάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-256/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας [συμμόρφωση] (Συλλογή 1999, I-2487, σημείο 22).
15 – Βλ., π.χ. τις αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, C-127/95, Norbrook Laboratories (Συλλογή 1998, σ. I-1531, σκέψη 89), της 12ης Μαρτίου 2002, C-27/00 και C-122/00, Omega Air κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-2569, σκέψη 62) και της 5ης Δεκεμβρίου 2005, C‑453/03, C‑11/04, C‑12/04 και C‑194/04, ABNA κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I‑10423, σκέψη 68).
16 – Βλ. συναφώς τις προτάσεις μου της 29ης Ιανουαρίου 2004 επί της υποθέσεως C-127/02, Waddenvereniging και Vogelbeschermingsvereniging (απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, Συλλογή 2004, σ. I-7405, σημείο 27).
17 – Απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (συμμόρφωση) (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 37).
18 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 31.
19 – Απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας [συμμόρφωση] (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 57 επ.).
20 – Απόφαση της 15ης Μαρτίου 1990, 339/87, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών [συμμόρφωση] (Συλλογή 1990, σ. I-851, σκέψη 28).
21 – Απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου [συμμόρφωση] (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 111)· βλ., επίσης, την απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας [συμμόρφωση] (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 61).
22 – Βλ. τις προτάσεις μου της 30ής Νοεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Φινλανδίας [θήρα λύκου], C-342/05 (που δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 51 επ.).
23 – Βλ., σε σχέση με το παρεμφερές άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας περί προστασίας των πτηνών, την απόφαση της 8ης Ιουνίου 2006, WWF Italia κ.λπ., C-60/05 (Συλλογή 2006, σ. I-5083, σκέψη 36).
24 – Σχετικά με την έννοια της προθέσεως στη συνάφεια αυτή βλ. την απόφαση της 18ης Μαΐου 2006, C-221/04, Επιτροπή κατά Ισπανίας [θήρα αλεπούς] (Συλλογή 2006, σ. I‑4515, σκέψη 71).
25 – Βλ., επί των αντίστοιχων ρυθμίσεων της οδηγίας περί προστασίας των πτηνών, τις προτάσεις μου με σημερινή ημερομηνία επί της υποθέσεως C-507/04, Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Αυστρίας (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημείο 130).
26 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου [συμβατότητα] (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 79) και Επιτροπή κατά Γερμανίας [συμβατότητα] (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 55).
Full & Egal Universal Law Academy