ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 17ης Ιανουαρίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-509/04
Magpar VI BV
κατά
Staatssecretaris van Financiën
[αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 69/335/ΕΟΚ – Έμμεσοι φόροι επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων – Φόρος εισφοράς – Απαλλαγή»
1. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά δύο προδικαστικά ερωτήματα που έθεσε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, το Hoge Raad der Nederlanden (Ακυρωτικό Δικαστήριο των Κάτω Χωρών, στο εξής: Hoge Raad) ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (2), όπως τροποποιήθηκε από τις οδηγίες 73/79/ΕΟΚ (3) και 85/303/ΕΟΚ (4) (στο εξής: οδηγία 69/335 ή απλώς οδηγία).
I – Νομικό πλαίσιο
Το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο
2. Όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική της σκέψη, σκοπός της οδηγίας 69/335 είναι η προώθηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων. Ο σκοπός αυτός προϋποθέτει ιδίως ότι η εφαρμογή «επί των κεφαλαίων, τα οποία συγκεντρώνονται στο πλαίσιο μιας εταιρίας, ενός φόρου επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων δεν πρέπει να επιβάλλεται παρά μόνο μία φορά στο πλαίσιο της κοινής αγοράς και ότι η φορολογία αυτή, για να μη διαταράσσει την κυκλοφορία των κεφαλαίων, πρέπει να ευρίσκεται στο αυτό επίπεδο σε όλα τα κράτη μέλη» (έκτη αιτιολογική σκέψη). Προς τούτο, η οδηγία προβλέπει την εναρμόνιση αυτού του φόρου, τόσο όσον αφορά τη μορφή του όσο και τους συντελεστές του (έβδομη αιτιολογική σκέψη).
3. Κατά συνέπεια, το άρθρο 1 της οδηγίας προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη εισπράττουν φόρο επί των εισφορών σε κεφαλαιουχικές εταιρίες εναρμονισμένο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 9 [...]».
4. Κρίσιμο εν προκειμένω είναι και το άρθρο 7, το οποίο ορίζει τα εξής:
«1. [...]
α) ο συντελεστής του φόρου εισφοράς δεν είναι δυνατό να υπερβεί το 2 % ούτε να είναι μικρότερος του 1 %·
β) ο συντελεστής αυτός μειώνεται κατά 50 % ή και περισσότερο, όταν μία ή περισσότερες κεφαλαιουχικές εταιρίες εισφέρουν το σύνολο της περιουσίας τους ή ένα ή περισσοτέρους τομείς της δραστηριότητός τους σε μία ή περισσότερες συνιστώμενες ή υφιστάμενες κεφαλαιουχικές εταιρίες.
Η μείωση αυτή προϋποθέτει ότι:
– για τις εισφορές, έναντι των οποίων παρέχονται ως αντάλλαγμα αποκλειστικώς εταιρικά μερίδια, τα κράτη μέλη θα έχουν την ευχέρεια να επεκτείνουν τη χορήγηση μειώσεως στις περιπτώσεις όπου έναντι των εισφορών παρέχονται εταιρικά μερίδια, συγχρόνως δε καταβάλλεται σε μετρητά κατ’ ανώτατο όριο ποσοστό 10 % της ονομαστικής τους αξίας,
– οι εταιρίες, οι οποίες συμμετέχουν στην ανωτέρω πράξη, πρέπει να έχουν την έδρα της πραγματικής τους διευθύνσεως ή την καταστατική τους έδρα στο έδαφος ενός κράτους μέλους·
[...]»
5. Η οδηγία 73/79/ΕΟΚ τροποποίησε το άρθρο 7, παράγραφος 1, προσθέτοντας την περίπτωση ββ, που ορίζει τα εξής:
«ββ) Ο συντελεστής του φόρου εισφοράς δύναται να μειωθεί κατά 50 % ή περισσότερο, όταν μία συνιστωμένη ή υφισταμένη κεφαλαιουχική εταιρία λαμβάνει μερίδια, αντιπροσωπεύοντα τουλάχιστον 75 % του εταιρικού κεφαλαίου του εκδοθέντος προηγουμένως υπό άλλης κεφαλαιουχικής εταιρίας. Σε περίπτωση κατά την οποία το ποσοστό αυτό επιτευχθεί διά περισσοτέρων πράξεων, μόνο η πράξη, χάρη στην οποία το ποσοστό αυτό επετεύχθη, ως επίσης και οι μεταγενέστερες πράξεις, διά των οποίων αυξάνεται το ποσοστό αυτό, απολαύουν του μειωμένου συντελεστού.
Εν τούτοις, το ποσό του φόρου, το οποίο δεν εισπράττεται βάσει της παρούσης διατάξεως, οφείλεται, αν η αποκτώσα εταιρία, η οποία απολαύει του μειωμένου συντελεστού, δεν διατηρεί για χρονικό διάστημα πέντε ετών από της ημερομηνίας κατά την οποία η πράξη διενεργείται όλα τα μερίδια της άλλης εταιρίας και τουλάχιστο 75 % του εταιρικού κεφαλαίου αυτής της εταιρίας τα οποία κατέχει κατόπιν αυτής της διενεργηθείσης πράξεως, συμπεριλαμβανομένων των μεριδίων, τα οποία απεκτήθησαν προηγουμένως και κατείχοντο κατά τη διάρκεια της αναφερθείσης πράξεως. Η ωφέλεια του μειωμένου συντελεστού διατηρείται παρά ταύτα, αν εντός της προθεσμίας αυτής τα μερίδια αυτά εκχωρούνται διά μιας πράξεως, η οποία απολαύει του μειωμένου συντελεστού βάσει της πρώτης παραγράφου ή του στοιχείου β΄ ή κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως της αποκτώσης εταιρίας.
Η μείωση αυτή υπόκειται στον όρο ότι:
– έναντι των εισφορών παρέχονται αποκλειστικώς εταιρικά μερίδια, ενώ τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να επεκτείνουν τη χορήγηση της μειώσεως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έναντι των εισφορών παρέχονται εταιρικά μερίδια με σύγχρονη καταβολή σε μετρητά ποσοστού κατ’ ανώτατο όριο 10 % επί της ονομαστικής αξίας,
– η εταιρία, η οποία λαμβάνει την εισφορά και η εταιρία της οποίας τα μερίδια εισφέρονται, έχουν την έδρα της πραγματικής τους διευθύνσεως ή την καταστατική τους έδρα στην επικράτεια κράτους μέλους».
6. Τέλος, υπενθυμίζεται η οδηγία 85/303, που αντικατέστησε το κείμενο του άρθρου 7 με το ακόλουθο:
«1. Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν από τον φόρο εισφοράς τις πράξεις εκτός από τις αναφερόμενες στο άρθρο 9 οι οποίες, την 1η Ιουλίου 1984, απαλλάσσονταν ή υπάγονταν στη φορολογία με συντελεστή 0,50 % ή μικρότερο.
Η απαλλαγή υπόκειται στους όρους που ίσχυαν κατά την ημερομηνία αυτή για τη χορήγηση απαλλαγής ή, ενδεχομένως, για την επιβολή φορολογικού συντελεστή 0,50 % ή μικρότερου.
[...]»
7. Εφόσον το νέο κείμενο του άρθρου 7, παράγραφος 1, παραπέμπει ρητώς, όσον αφορά την απαλλαγή από τον φόρο εισφοράς, «στους όρους που ίσχυαν [την 1η Ιουλίου 1984] για τη χορήγηση απαλλαγής ή, ενδεχομένως, για την επιβολή φορολογικού συντελεστή 0,50 % ή μικρότερου», αυτό σημαίνει ότι εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ και περίπτωση ββ, της οδηγίας 69/335, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 73/79.
Το εθνικό δίκαιο
8. Στις Κάτω Χώρες, ο φόρος εισφοράς διέπεται από τον Wet op belastingen van rechtsverkeer (νόμος περί φορολογίας των πράξεων μεταβιβάσεως, στο εξής: WBR) (5). Σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφος 1, του WBR, η εισφορά εταιρικού κεφαλαίου σε εταιρείες εγκατεστημένες στις Κάτω Χώρες υπόκειται σε φόρο εισφοράς.
9. Το άρθρο 37 του WBR προβλέπει τα εξής:
«1. Υπό τις προϋποθέσεις που θα καθορισθούν με κανονιστική ρύθμιση γενικής ισχύος, οι εισφορές εταιρικού κεφαλαίου απαλλάσσονται από τον φόρο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
a. σε περίπτωση συγχωνεύσεως, διασπάσεως και εσωτερικής αναδιοργανώσεως·
[…]
2. Η απαλλαγή που προβλέπεται στην παράγραφο 1, στοιχείο a, χορηγείται μόνον εφόσον:
a. νομικό πρόσωπο, το κεφάλαιο του οποίου είναι κατανεμημένο σε εταιρικά μερίδια, αποκτά, έναντι εκχωρήσεως των μεριδίων του, αποκλειστικώς εταιρικά μερίδια άλλου νομικού προσώπου του ιδίου τύπου και με τη συγκεκριμένη πράξη αποκτά τουλάχιστον το 75 % των μεριδίων του άλλου νομικού προσώπου ή αυξάνει το ποσοστό των μεριδίων που κατέχει ώστε να φθάσει το 75 % ή περισσότερο του εταιρικού κεφαλαίου·
b. νομικό πρόσωπο, το κεφάλαιο του οποίου είναι κατανεμημένο σε εταιρικά μερίδια, αποκτά, έναντι εκχωρήσεως των μεριδίων του, αποκλειστικώς το σύνολο της περιουσίας ή της επιχειρήσεως ή αυτοτελές τμήμα της επιχειρήσεως άλλου νομικού προσώπου του ιδίου τύπου·
[…]» (6)
10. Κρίσιμο για την υπό κρίση υπόθεση είναι και το άρθρο 14 του εκτελεστικού διατάγματος του WBR (7), το οποίο προβλέπει τα εξής:
«1. Ο φόρος ο οποίος δεν εισπράττεται, βάσει του άρθρου 37, παράγραφος 1, στοιχείο a, του νόμου, σε περίπτωση συγχωνεύσεως, υπό την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 2, στοιχείο a, του [WBR], οφείλεται εν πάση περιπτώσει από το νομικό πρόσωπο αν αυτό δεν διατηρεί πλέον, μετά από διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία της εισφοράς, όλα τα μερίδια του άλλου νομικού προσώπου τα οποία απέκτησε ή τα οποία κατείχε ήδη κατά την εν λόγω ημερομηνία και κατ’ ελάχιστο το 75 % των μεριδίων του άλλου νομικού προσώπου.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση μεταβιβάσεως των εταιρικών μεριδίων λόγω συγχωνεύσεως ή εσωτερικής αναδιοργανώσεως, υπό την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 2, του νόμου, καθώς και σε περίπτωση λύσεως ή εκκαθαρίσεως του αποκτώντος νομικού προσώπου» (8).
11. Τέλος, υπενθυμίζεται το άρθρο 2:311 του ολλανδικού αστικού κώδικα, κατά το οποίο τα νομικά πρόσωπα τα οποία συμμετέχουν σε συγχώνευση, εκτός του αποκτώντος, παύουν να υφίστανται από τη στιγμή κατά την οποία αρχίζει να παράγει αποτελέσματα η συγχώνευση.
II – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
12. Κατά τη διάρκεια του 1998, η εταιρία M. J. Hoffmann Beheer BV (στο εξής: Hoffmann ή εισφέρουσα εταιρία) και τέσσερις άλλες εταιρίες περιορισμένης ευθύνης συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία Magnus Management Consultants. Κάθε μία από αυτές τις πέντε εταιρίες (στο εξής: παλαιές εταιρίες) ήταν μονοπρόσωπη με το σύνολο των εταιρικών μεριδίων τους στην κατοχή ενός μόνο φυσικού προσώπου.
13. Τον Αύγουστο 1998, συστήθηκε η εταιρία Magpar VI BV (στο εξής: Magpar ή αποδέκτρια της εισφοράς εταιρία) και τέσσερις άλλες εταιρίες περιορισμένης ευθύνης. Αυτές οι πέντε εταιρίες (στο εξής: νέες εταιρίες) απέκτησαν, η κάθε μια, ως αντάλλαγμα για τα εταιρικά τους μερίδια, όλα τα εταιρικά μερίδια μιας από τις παλαιές εταιρίες. Στο πλαίσιο της εν λόγω ανταλλαγής συμμετοχών, η Magpar απέκτησε όλα τα εταιρικά μερίδια της Hoffmann, μιας από τις παλαιές εταιρίες.
14. Η εισφορά των εταιρικών μεριδίων της Hoffmann BV στην Magpar απαλλάχθηκε του φόρου εισφοράς βάσει του άρθρου 37, παράγραφος 1, στοιχείο a, σε συνδυασμό με το άρθρο 37, παράγραφος 2, στοιχείο a, του WBR (στο εξής: απαλλαγείσα πράξη).
15. Στις 31 Αυγούστου 1998, συνεστήθη η Magnus Holding NV (στο εξής: Magnus Holding) κατόπιν πράξεως συγχωνεύσεως. Με την πράξη αυτήν, i) η Magnus Holding απέκτησε ως καθολικός διάδοχος την περιουσία των παλαιών εταιριών (μεταξύ των οποίων και της Hoffmann) και ii) οι νέες εταιρίες (μεταξύ των οποίων η Magpar) –οι οποίες κατείχαν, η κάθε μία, όλα τα εταιρικά μερίδια μιας από τις παλαιές εταιρίες– απέκτησαν εταιρικά μερίδια της Magnus Holding κατά ποσοστό ανάλογο με τη συμμετοχή τους στις παλαιές εταιρείες.
16. Την ίδια ημερομηνία, συστήθηκε και ο Coöperatie Pym UA (στο εξής: συνεταιρισμός), μέλη του οποίου έγιναν δεκατρείς εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, μεταξύ των οποίων και η Magpar. Η τελευταία εκχώρησε στον συνεταιρισμό τα μερίδια της Magnus Holding, τα οποία κατείχε, με αντάλλαγμα την απόκτηση των δικαιωμάτων του μέλους του συνεταιρισμού.
17. Στις 27 Νοεμβρίου 1998, η Magnus Holding εισήλθε στο Χρηματιστήριο Αξιών του Άμστερνταμ.
18. Στις 5 Φεβρουαρίου 1999, κοινοποιήθηκε στην Magpar πράξη επιβολής φόρου εισφοράς με την οποία της καταλογίστηκε ποσό 87 782 ολλανδικών φιορινίων (NLG), από τον οποίο φόρο, όπως προαναφέρθηκε, είχε απαλλαγεί αρχικά.
19. Στη Magpar καταλογίστηκε, ειδικότερα, ότι παρέβη την απαγόρευση εκχωρήσεως του άρθρου 14 του εκτελεστικού διατάγματος του WBR, διότι δεν διατήρησε στην κατοχή της επί πέντε έτη από την απαλλαγείσα πράξη τα μερίδια της Magnus Holding, δηλαδή τα μερίδια τα οποία έλαβε κατόπιν της συγχωνεύσεως ως αντάλλαγμα της συμμετοχής για την οποία είχε χορηγηθεί η απαλλαγή (τα μερίδια της Hoffmann). Με άλλα λόγια, οι ολλανδικές φορολογικές αρχές έκριναν ότι η υποχρέωση διατηρήσεως επί πενταετία των εταιρικών μεριδίων της Hofmann έπρεπε να θεωρηθεί ότι μεταβιβάζεται στα εταιρικά μερίδια της Magnus Holding, της εταιρίας που απέκτησε την εισφέρουσα, τα οποία κατείχε η Magpar πριν τα εκχωρήσει στον συνεταιρισμό.
20. Μετά την απόρριψη από τον Inspecteur der Belastingdienst/Ondernemingen (οικονομικό έφορο) της ενστάσεως που άσκησε κατά της εν λόγω πράξεως, η Magpar προσέφυγε ενώπιον του Gerechtshof te Arnhem (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του Άρνεμ).
21. Μετά την απόρριψη και της προσφυγής, η Magpar άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Hoge Raad, το οποίο, διατηρώντας αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, αποφάσισε, με διάταξη που εξέδωσε στις 10 Δεκεμβρίου 2004, την αναστολή της ενώπιόν του διαδικασίας και την υποβολή στο Δικαστήριο των εξής προδικαστικών ερωτημάτων:
«1) Πρέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 73/79/ΕΟΚ, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, αν μία εταιρία στο διάστημα των πέντε ετών από την απόκτηση εταιρικών μεριδίων στο πλαίσιο συγχωνεύσεως με ανταλλαγή εταιρικών μεριδίων απαλλασσόμενης από τον φόρο εισφοράς κεφαλαίου έπαυσε να κατέχει τα μερίδια αυτά καθόσον συγχωνεύθηκε η εταιρία της οποίας κατείχε τα μερίδια, ισχύουν οι προϋποθέσεις που θέτει η προαναφερθείσα διάταξη της οδηγίας για τα εταιρικά μερίδια της εταιρίας που προέκυψε από τη συγχώνευση;
2) Έχει για το [ανωτέρω] ερώτημα σημασία το αν η εταιρία, τα εταιρικά μερίδια της οποίας κατέχονται, έπαυσε να υφίσταται συνεπεία νομικής συγχωνεύσεως με άλλη εταιρία (άρθρο 311, παράγραφος 1, του δεύτερου βιβλίου του αστικού κώδικα), οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για κατά κυριολεξία εκχώρηση εταιρικών μεριδίων;»
22. Στο πλαίσιο της κινηθείσας διαδικασίας, υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών και η Επιτροπή.
III – Νομική ανάλυση
Επί του πρώτου ερωτήματος
23. Με το πρώτο ερώτημα, το Hoge Raad ζητά κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει την έκταση της απαγορεύσεως εκχωρήσεως την οποία θέτει το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 73/79, στο οποίο παραπέμπει η ισχύουσα ρύθμιση. Όπως είδαμε, η απαγόρευση αυτή προβλέπει ότι το ποσό του φόρου εισφοράς που δεν εισπράττεται για πράξη ανταλλαγής εταιρικών μεριδίων «οφείλεται, αν η αποκτώσα εταιρία δεν διατηρεί για χρονικό διάστημα πέντε ετών από της ημερομηνίας κατά την οποία η πράξη διενεργείται, όλα τα μερίδια της άλλης εταιρίας και τουλάχιστον 75 % του εταιρικού κεφαλαίου αυτής».
24. Για να γίνει καλύτερα κατανοητό το παρόν ερώτημα, κρίνω πρωτίστως σκόπιμο να απαριθμήσω συνοπτικά τις διάφορες πράξεις τις οποίες αφορά η κυρία δίκη.
25. Με την πρώτη από τις εν λόγω πράξεις, η Magpar απέκτησε, όπως είδαμε, δι’ ανταλλαγής συμμετοχών, το σύνολο των μεριδίων της Hoffmann. Εφόσον πρόκειται για πράξη αποκτήσεως συμμετοχής η οποία αντιπροσωπεύει ολόκληρο το εταιρικό κεφάλαιο μιας εταιρίας, η πράξη αυτή απηλλάγη, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, του φόρου εισφοράς. Η απαλλαγή αυτή συνεπώς υπέκειτο, μεταξύ άλλων, σε απαγόρευση εκχωρήσεως των μεριδίων της Hoffmann εντός πέντε ετών από την απόκτησή τους από τη Magpar.
26. Σε διάστημα μικρότερο του μηνός από την απαλλαγείσα πράξη, το σύνολο της περιουσίας της Hoffmann μεταβιβάστηκε στη Magnus Holding κατόπιν συγχωνεύσεως. Η Magpar, αν και μετά την εν λόγω πράξη απώλεσε τα μερίδια της Hoffmann τα οποία είχε αποκτήσει προηγουμένως, διατήρησε εντούτοις το ωφέλημα της απαλλαγής, εφόσον η συγχώνευση αποτελούσε επίσης απαλλασσόμενη πράξη δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄.
27. Τέλος, η Magpar εκχώρησε στον συνεταιρισμό τα μερίδια της Magnus Holding τα οποία είχε αποκτήσει κατόπιν της πράξεως συγχωνεύσεως.
28. Αυτή ακριβώς η τελευταία εκχώρηση μεριδίων ενδέχεται, κατά το αιτούν δικαστήριο, να αποτελεί παράβαση της προαναφερθείσας απαγορεύσεως εκχωρήσεως.
29. Πράγματι, το Hoge Raad αμφιβάλλει κατά πόσον μπορεί να εφαρμοστεί μία τέτοια απαγόρευση επί μεριδίων (εν προκειμένω των μεριδίων της Magnus Holding) τα οποία λαμβάνει εταιρία που έχει απαλλαγεί του φόρου εισφοράς σε αντάλλαγμα των μεριδίων που εισφέρθηκαν (εν προκειμένω των μεριδίων της Hoffmann). Με άλλα λόγια, ερωτά κατά πόσον η υποχρέωση διατήρησης την οποία θέτει το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, μεταβιβάζεται σε συμμετοχές διαφορετικές από εκείνες που αποτελούσαν την απαλλαγείσα εισφορά. Κατά τη γνώμη του αιτούντος δικαστηρίου, μία τέτοια ερμηνεία θα σήμαινε ότι, για να συνεχίσει να δικαιούται απαλλαγής, η Magpar θα έπρεπε να είχε διατηρήσει τα μερίδια της Magnus Holding επί πέντε έτη, προϋπόθεση η οποία σαφώς δεν τηρήθηκε, εφόσον τα εν λόγω μερίδια εκχωρήθηκαν στον συνεταιρισμό πριν την πάροδο του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος.
30. Οι Κάτω Χώρες και η Επιτροπή δίνουν στο εξεταζόμενο ερώτημα εντελώς διαφορετικές απαντήσεις, με αιτιολογίες οι οποίες θα εκτεθούν, όπου αυτό είναι σκόπιμο, στη συνέχεια. Πράγματι, κατά την άποψη της Επιτροπής, η εφαρμογή της υποχρεώσεως, την οποία θέτει το άρθρο 7, παράγραφος 1, να διατηρούνται οι συμμετοχές που αποκτώνται σε αντάλλαγμα των αρχικώς εισφερθεισών αποτελεί πρόσθετη προϋπόθεση για την εφαρμογή της απαλλαγής από τον φόρο εισφοράς, την οποία δεν προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η ερμηνεία απαγορεύσεως της εκχωρήσεως προς την οποία κλίνει το αιτούν δικαστήριο είναι σύμφωνη τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα της οδηγίας, ιδίως διότι ευνοεί τη σταθερότητα των επενδύσεων.
31. Δηλώνω ευθύς εξαρχής ότι δεν συμμερίζομαι την άποψη των ολλανδικών αρχών. Πράγματι, φρονώ, όπως και η Επιτροπή, ότι η απάντηση στο ερώτημα προκύπτει ευχερώς από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας.
32. Όπως προεκτέθηκε, η υπό εξέταση διάταξη προβλέπει συγκεκριμένο και λεπτομερές εναρμονισμένο καθεστώς για τις απαλλαγές από τον φόρο εισφοράς (όπ.π., παράγραφοι 4 έως 6). Ειδικότερα, καθορίζει τις κατηγορίες απαλλασσομένων πράξεων και στη συνέχεια τάσσει τις προϋποθέσεις απαλλαγής, οι οποίες αφορούν το αντάλλαγμα για την εισφορά, την έδρα των ενδιαφερομένων εταιριών, καθώς και την ελάχιστη περίοδο διατήρησης του εισφερομένου κεφαλαίου από τον δικαιούχο της απαλλαγής.
33. Όσον αφορά την τελευταία αυτή πτυχή, η οποία ασκεί ουσιώδη επιρροή εν προκειμένω, το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, προβλέπει ότι, σε περίπτωση εκχωρήσεως των εταιρικών μεριδίων, τα οποία αποκτήθηκαν με απαλλασσόμενη πράξη, εντός πέντε ετών από της απαλλασσομένης πράξεως, η ωφέλεια της απαλλαγής διατηρείται μόνον εάν οι συμμετοχές εκχωρηθούν «διά μιας πράξεως, η οποία απολαύει του μειωμένου συντελεστού βάσει της πρώτης παραγράφου ή του στοιχείου β΄ ή κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως της αποκτώσας εταιρίας».
34. Προκειμένου λοιπόν να διατηρηθεί η απαλλαγή, αρκεί να πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση, δηλαδή ο δικαιούχος της απαλλαγής να μη διαθέτει πλέον τις συμμετοχές τις οποίες αφορούσε η απαλλαγή λόγω μεταγενέστερης ανταλλαγής συμμετοχών (άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, πρώτη παράγραφος), μεταβιβάσεως του συνόλου της περιουσίας ή ενός τομέα δραστηριότητας κεφαλαιουχικής εταιρίας (άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄) ή λόγω εκκαθαρίσεώς του.
35. Εκτός από αυτή την προϋπόθεση, η οδηγία δεν προβλέπει κάποιον άλλο περιορισμό σχετικώς, πολύ περισσότερο δε μεταγενέστερη απαγόρευση εκχωρήσεως του είδους που περιγράφει το αιτούν δικαστήριο.
36. Συνεπώς, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι ολλανδικές αρχές, το συμπέρασμα αυτό νομίζω ότι συνάδει επίσης προς τον σκοπό της οδηγίας, με την οποία επιδιώκεται ειδικότερα να μειωθούν «οι οικονομικές συνέπειες του φόρου εισφοράς [οι οποίες] είναι δυσμενείς για τη συνένωση και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων» (δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 85/303) (9).
37. Συγκεκριμένα, θεωρώ ότι δεν θα συμβιβαζόταν με τον σκοπό αυτό η, δυσμενής για τον φορολογούμενο, λύση η οποία θα έθετε περαιτέρω προϋποθέσεις για τη διατήρηση του ωφελήματος της απαλλαγής, ιδίως μάλιστα όταν, όπως εν προκειμένω, η επίμαχη πρόσθετη προϋπόθεση μεταβιβάζεται και συνεπώς επιβαρύνει πράξεις μετατροπής ή εταιρικής συγχωνεύσεως διαφορετικές από την αρχικώς απαλλαγείσα, αποθαρρύνοντας έτσι τον δικαιούχο της απαλλαγής από τη συμμετοχή σε ανάλογες πράξεις ή καθιστώντας τη συμμετοχή του σε αυτές δαπανηρότερη.
38. Για τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω, φρονώ συνεπώς ότι εάν, εντός πέντε ετών από την εισφορά συμμετοχών οι οποίες έχουν απαλλαγεί από τον φόρο εισφοράς, η εταιρία η οποία απέκτησε τις συμμετοχές δεν τις έχει πλέον στην κατοχή της, διότι η εισφέρουσα εταιρία συγχωνεύθηκε, οι προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν εφαρμόζονται στα μερίδια της διαδόχου της εισφέρουσας εταιρίας τα οποία κατέχει πλέον, μετά τη συγχώνευση, η εταιρία στην οποία είχαν μεταβιβασθεί οι απαλλαγείσες συμμετοχές.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
39. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί ουσιαστικά να πληροφορηθεί αν για την εφαρμογή της απαλλαγής την οποία προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι κρίσιμο το γεγονός ότι η εισφέρουσα εταιρία (Hoffmann) λύθηκε λόγω συγχωνεύσεως με άλλη εταιρία (Magnus Holding).
40. Κατά τη διατύπωση του εν λόγω ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο παρέπεμψε ιδίως στο άρθρο 2:311, παράγραφος 1, του ολλανδικού αστικού κώδικα, δυνάμει του οποίου η εταιρία η οποία απορροφάται από άλλη εταιρία κατόπιν συγχωνεύσεως «παύει να υφίσταται» αφ’ ης στιγμής παράγει αποτελέσματα η πράξη συγχωνεύσεως. Υπό το πρίσμα της εν λόγω διατάξεως, κατά τη διάρκεια της κυρίας δίκης εκφράστηκαν ορισμένες αμφιβολίες για το αν συγχωνεύσεις όπως η επίδικη εμπίπτουν στο άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, της οδηγίας, όσον αφορά τις προϋποθέσεις διατηρήσεως της απαλλαγής. Το πρόβλημα ανακύπτει από το γεγονός ότι η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι, για να διατηρηθεί η απαλλαγή, τα εταιρικά μερίδια τα οποία είχαν εισφερθεί αρχικώς πρέπει να “εκχωρούνται” στο πλαίσιο απαλλασσομένης πράξεως. Σύμφωνα με μία τυπική προσέγγιση, οι συμμετοχές εταιρίας η οποία πρόκειται να λυθεί λόγω συγχωνεύσεως δεν μπορούν να εκχωρηθούν. Πράγματι, σύμφωνα με το ολλανδικό δίκαιο, η συγχώνευση με λύση της συγχωνευομένης εταιρίας δεν πραγματοποιείται με εκχώρηση συμμετοχών (10), και συνεπώς η εξεταζόμενη προϋπόθεση ενδέχεται να μη πληρούται.
41. Προσωπικά, συμφωνώ με την Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών και την Επιτροπή ότι η απάντηση στο προκείμενο ερώτημα πρέπει να είναι αρνητική.
42. Πράγματι, παρόλο που είναι αληθές ότι η χρησιμοποίηση του ρήματος «εκχωρώ» στο άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ (11), δεύτερη παράγραφος, δεν στερείται κάποιας αμφισημίας, φρονώ ότι η συνολική διατύπωση της διατάξεως διαλύει ευχερώς ενδεχόμενες αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία που πρέπει να της δοθεί.
43. Πράγματι, όπως προανέφερα (όπ.π., σημεία 33 και 34), η εν λόγω διάταξη προβλέπει ρητώς ότι ο δικαιούμενος απαλλαγής από τον φόρο εισφοράς μπορεί να εκποιήσει τα εισφερθέντα εταιρικά μερίδια, χωρίς να απολέσει το ωφέλημα της απαλλαγής, όχι μόνο με μεταγενέστερη πράξη ανταλλαγής μεριδίων, αλλά και με πράξεις άλλου είδους, όπως η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας κεφαλαιουχικής εταιρίας ή ενός ή περισσοτέρων τομέων της δραστηριότητάς της. Παρόλον ότι στις περιπτώσεις αυτές η εταιρία στην οποία έγινε η εισφορά δεν «εκχωρεί» τυπικώς τις εισφερθείσες συμμετοχές, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, εφόσον η εταιρία αποστερείται της κατοχής τους κατόπιν πράξεως που επίσης απαλλάσσεται του φόρου εισφοράς.
44. Συνοψίζοντας, η stricto sensu εκχώρηση συμμετοχών δεν αποτελεί τον μοναδικό τρόπο «διατηρήσεως» της απαλλαγής την οποία προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ. Επισημαίνω, εξάλλου, ότι, υπό το πρίσμα της οδηγίας, θεωρείται ότι οι προαναφερθείσες πράξεις μεταβιβάσεως του συνόλου περιουσίας «δύνα[ν]ται πράγματι να εξομοιωθ[ούν] στο οικονομικό πεδίο» με ανταλλαγές εταιρικών μεριδίων (δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 73/79) (12).
45. Φρονώ συνεπώς πως το γεγονός ότι μία πράξη συγχωνεύσεως δεν συνεπάγεται εκχώρηση εταιρικών μεριδίων δεν αποτελεί αφεαυτού στοιχείο κρίσιμο για τη διατήρηση ή όχι της απαλλαγής, εφόσον η εν λόγω συγχώνευση εμπίπτει στις πράξεις τις οποίες απαριθμεί το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ. Αυτό θεωρώ ότι ισχύει αναμφίβολα στην περίπτωση των συγχωνεύσεων, όπως η επίδικη, μέσω των οποίων μία κεφαλαιουχική εταιρία αποκτά το σύνολο της περιουσίας μιας άλλης εταιρίας.
46. Καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι η εισφέρουσα εταιρία λύεται λόγω συγχωνεύσεως ανάλογης με αυτή την οποία αφορά η κυρία δίκη δεν είναι κρίσιμο για τη διατήρηση ή όχι του ωφελήματος της απαλλαγής από την καταβολή φόρου εισφοράς κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας.
IV – Πρόταση
47. Υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο Hoge Raad der Nederlanden τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Εάν, εντός πέντε ετών από την εισφορά συμμετοχών οι οποίες έχουν απαλλαγεί από τον φόρο εισφοράς, η εταιρία η οποία απέκτησε τις συμμετοχές δεν τις έχει πλέον στην κατοχή της διότι η εισφέρουσα εταιρία συγχωνεύθηκε, οι προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, δεν εφαρμόζονται στα μερίδια της διαδόχου της εισφέρουσας εταιρίας τα οποία κατέχει πλέον, μετά τη συγχώνευση, η εταιρία στην οποία είχαν εισφερθεί οι απαλλαγείσες συμμετοχές.
2) Το γεγονός ότι η εισφέρουσα εταιρία λύεται λόγω συγχωνεύσεως ανάλογης με αυτή την οποία αφορά η κυρία δίκη δεν είναι κρίσιμο για τη διατήρηση ή όχι του ωφελήματος της απαλλαγής από την καταβολή φόρου εισφοράς κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/303/ΕΟΚ».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20.
3 – Οδηγία 73/79/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Απριλίου 1973, περί τροποποιήσεως του πεδίου εφαρμογής του μειωμένου συντελεστού του φόρου εισφοράς, του προβλεπομένου υπέρ ορισμένων πράξεων αναδιαρθρώσεως εταιριών στο άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση β΄, της οδηγίας περί εμμέσων φόρων, των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (στο εξής: οδηγία 73/79· ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 38).
4 – Οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, για την τροποποίηση της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (στο εξής: οδηγία 85/303· ΕΕ 1985, L 156, σ. 23).
5 – Stb. 1970, σ. 611, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 13ης Δεκεμβρίου 1996, Stb. 1996, σ. 652.
6 – Ανεπίσημη μετάφραση.
7 – Διάταγμα της 22ας Ιουνίου 1971, Stb. 1971, σ. 793, όπως τροποποιήθηκε τελευταία, για τις κρίσιμες εν προκειμένω τροποποιήσεις, με το διάταγμα της 27ης Φεβρουαρίου 1996, Stb. 1996, σ. 144.
8 – Ανεπίσημη μετάφραση.
9 – Βλ., στην ίδια κατεύθυνση, απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1992, C-50/91, Commerz-Credit-Bank (Συλλογή 1992, σ. I-5225, σκέψη 11). Επισημαίνεται ότι η τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 85/303 διακηρύσσει ότι «η καλύτερη λύση για την επίτευξη των στόχων αυτών [ενθάρρυνση της συνένωσης και ανάπτυξης των επιχειρήσεων και ανάκαμψη των επενδύσεων] θα ήταν η κατάργηση του φόρου εισφοράς».
10 – Στις προτάσεις του ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου –τις οποίες μνημονεύει το εθνικό δικαστήριο στη διάταξη με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου– ο γενικός εισαγγελέας του Hoge Raad εξηγεί ότι, κατά το ολλανδικό δίκαιο, μια συγχώνευση όπως αυτή την οποία αφορά η κυρία δίκη δεν περιλαμβάνει πραγματική και αληθή μεταβίβαση συμμετοχών. Στην πραγματικότητα, μετά τη συγχώνευση, οι μεριδιούχοι της συγχωνευθείσας εταιρίας καθίστανται αυτοδικαίως μεριδιούχοι της απορροφώσας εταιρίας (ή των απορροφωσών εταιριών).
11 – Παραπέμπω στην ακόλουθη φράση του άρθρου 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ: «Η ωφέλεια του μειωμένου συντελεστού διατηρείται παρά ταύτα, αν εντός της προθεσμίας αυτής τα μερίδια αυτά εκχωρούνται διά μιας πράξεως, η οποία απολαύει του μειωμένου συντελεστού βάσει της πρώτης παραγράφου ή του στοιχείου β΄ ή κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως της αποκτώσης εταιρίας.»
12 – Βλ., στην ίδια κατεύθυνση, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991, C-164/90, Muwi Bouwgroep (Συλλογή 1991, σ. I-6049, σκέψη 23).
Full & Egal Universal Law Academy