Υπόθεση C-96/04
Διαδικασία την οποία κίνησε το Standesamt Stadt Niebüll
(αίτηση του Amtsgericht Niebüll για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Προδικαστική παραπομπή — Προσδιορισμός του επωνύμου του τέκνου — Διαδικασία περί μεταβιβάσεως του δικαιώματος προσδιορισμού σε έναν από τους γονείς — Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs της 30ής Ιουνίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 27ης Απριλίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
Προδικαστικά ερωτήματα — Υποβολή στο Δικαστήριο — Εθνικό δικαστήριο κατ’ άρθρο 234 ΕΚ — Έννοια
(Άρθρο 234 ΕΚ)
Από το άρθρο 234 ΕΚ προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο μόνον εφόσον εκκρεμεί ενώπιόν τους διαφορά και εφόσον καλούνται να αποφανθούν στο πλαίσιο διαδικασίας που πρόκειται να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα.
Επομένως, το Amtsgericht (Γερμανία) αποφαινόμενο ως Familiengericht δεν μπορεί να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, όταν ενεργεί ως διοικητική αρχή χωρίς συγχρόνως να καλείται να επιλύσει μια διαφορά.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν καλείται να μεταβιβάσει το δικαίωμα προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου σε έναν από τους γονείς, εφόσον οι γονείς, οι οποίοι δεν έχουν κοινό οικογενειακό επώνυμο αλλά ασκούν από κοινού την επιμέλεια του τέκνου, δεν επιλέγουν, με δήλωσή τους ενώπιον του ληξιάρχου, είτε το επώνυμο του πατέρα είτε το επώνυμο της μητέρας ως επώνυμο του τέκνου αυτού, καθόσον το Familiengericht καλείται να αποφασίσει χωρίς ο αρμόδιος ληξίαρχος να έχει λάβει ή να έχει τη δυνατότητα να λάβει θέση επί του ζητήματος και δεδομένου ότι η διαφορά υφίσταται μεταξύ των γονέων και της διοικήσεως ως προς τη δυνατότητα καταχωρίσεως διπλού επωνύμου αποτελούμενου από τα επώνυμα των γονέων, έχει κριθεί σε τελευταίο βαθμό από άλλο δικαστήριο και δεν αποτελεί αντικείμενο της εκκρεμούς διαδικασίας ενώπιον του Amtsgericht, ενώ δεν υφίσταται διαφορά μεταξύ των γονέων, οι οποίοι είναι σύμφωνοι ως προς το επώνυμο που επιθυμούν να φέρει το τέκνο τους, ήτοι το διπλό επώνυμο που συντίθεται από τα επώνυμα του καθενός εξ αυτών.
(βλ. σκέψεις 13-19)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 27ης Απριλίου 2006 (*)
«Προδικαστική παραπομπή – Προσδιορισμός του επωνύμου του τέκνου – Διαδικασία περί μεταβιβάσεως του δικαιώματος προσδιορισμού σε έναν από τους γονείς – Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου»
Στην υπόθεση C-96/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Amtsgericht Niebüll (Γερμανία) με απόφαση της 2ας Ιουνίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Φεβρουαρίου 2004 στο πλαίσιο της διαδικασίας που κίνησε το
Standesamt Stadt Niebüll
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, N. Colneric, J. N. Cunha Rodrigues, M. Ilešič και E. Levits, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Απριλίου 2005,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– το ανήλικο τέκνο Leonhard Matthias, εκπροσωπούμενο από τον πατέρα του, S. Grunkin,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Tiemann και τον A. Dittrich,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Goldman,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις Ε.-Μ. Μαμούνα, Σ. Βώδινα και Γ. Σκιάνη,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Braquehais Conesa,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την A. Bodard-Hermant,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις H. G. Sevenster και C. W. Wissels,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις M. Κοντού-Durande και S. Grünheid,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Ιουνίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 12 ΕΚ και 18 ΕΚ.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας την οποία κίνησε το Standesamt Stadt Niebüll (ληξιαρχείο του Niebüll, στο εξής: Standesamt), σχετικά με τη μεταβίβαση του δικαιώματος προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου σε έναν από τους γονείς του. Οι γονείς δεν δέχθηκαν επώνυμο άλλο πέραν του διπλού επωνύμου που αποτελείται από την παράθεση του επωνύμου καθενός εξ αυτών, με το οποίο το εν λόγω τέκνο είχε εγγραφεί σε μητρώο στη Δανία, όπου και γεννήθηκε.
Το εθνικό νομικό πλαίσιο
Το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο
3 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του Einführungsgesetz zum Bürgerlichen Gesetzbuch (γερμανικού Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, στο εξής: EGBGB) προβλέπει:
«Το επώνυμο του φυσικού προσώπου καθορίζεται από το δίκαιο της ιθαγένειας.»
Το αστικό δίκαιο
4 Για τις περιπτώσεις προσδιορισμού του επωνύμου τέκνου του οποίου οι γονείς φέρουν διαφορετικά επώνυμα, το άρθρο 1617 του Bürgerliches Gesetzbuch (γερμανικού Αστικού Κώδικα, στο εξής: BGB) ορίζει:
«(1) Όταν οι γονείς δεν έχουν κοινό οικογενειακό επώνυμο αλλά ασκούν από κοινού την επιμέλεια του τέκνου, οφείλουν να προσδιορίσουν, με δήλωσή τους ενώπιον του ληξιάρχου, το επώνυμο του τέκνου κατά τον χρόνο της γεννήσεώς του, επιλέγοντας μεταξύ των επωνύμων που χρησιμοποιούν οι ίδιοι κατά τον χρόνο της εν λόγω δηλώσεως. […]
(2) Αν οι γονείς δεν προβούν στην ανωτέρω δήλωση εντός μηνός από τη γέννηση του τέκνου, το Familiengericht [δικαστήριο οικογενειακών διαφορών] μεταβιβάζει το δικαίωμα προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου σε έναν από τους γονείς. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται mutatis mutandis. Το δικαστήριο μπορεί να θέσει χρονικό περιορισμό στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Αν το δικαίωμα προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου δεν ασκηθεί μέχρι το πέρας της τεθείσας προθεσμίας, το τέκνο φέρει το επώνυμο του γονέα στον οποίο το δικαστήριο μεταβίβασε το εν λόγω δικαίωμα.
(3) Σε περίπτωση τέκνου γεννηθέντος εκτός της γερμανικής επικράτειας, το δικαστήριο μεταβιβάζει το δικαίωμα προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου σε έναν από τους γονείς, σύμφωνα με την παράγραφο 2, μόνον κατόπιν σχετικής αιτήσεως ενός από τους γονείς ή του ιδίου του τέκνου ή μόνον αν επιβάλλεται η καταχώριση του επωνύμου του τέκνου είτε σε γερμανικά ληξιαρχικά βιβλία είτε σε άλλο επίσημο γερμανικό δελτίο ταυτότητας.»
5 Το άρθρο 46α του Gesetz über die Angelegenheiten der freiwilligen Gerichtsbarkeit (νόμου περί εκούσιας δικαιοδοσίας, στο εξής: FGG) ορίζει:
«Το Familiengericht, πριν εκδώσει απόφαση περί μεταβιβάσεως του δικαιώματος προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου σε έναν από τους γονείς, σύμφωνα με το άρθρο 1617, παράγραφος 2, του [BGB], οφείλει να ακούσει αμφότερους τους γονείς και να αναζητήσει λύση κοινής αποδοχής. Το Familiengericht δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του, η οποία δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.»
Η διαδικασία της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
6 Το τέκνο του συζυγικού ζεύγους S. Grunkin και D. Paul, Γερμανών υπηκόων, γεννήθηκε στις 27 Ιουνίου 1998 στη Δανία. Το τέκνο αυτό, το οποίο έχει και τη γερμανική ιθαγένεια, κατοικούσε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως περί παραπομπής στη Δανία.
7 Σύμφωνα με βεβαίωση περί του επωνύμου («navnebevis») την οποία εξέδωσε η αρμόδια δανική αρχή, το εν λόγω τέκνο έλαβε, δυνάμει της δανικής νομοθεσίας, το επώνυμο Grunkin-Paul, το οποίο καταχωρίσθηκε στη συνταχθείσα στη Δανία ληξιαρχική πράξη γεννήσεως.
8 Οι γερμανικές ληξιαρχικές υπηρεσίες αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν το επώνυμο του τέκνου των D. Paul και S. Grunkin όπως αυτό είχε καθορισθεί στη Δανία, με την αιτιολογία ότι, δυνάμει του άρθρου 10 του EGBGB, το επώνυμο καθορίζεται από το δίκαιο της ιθαγένειας και ότι το γερμανικό δίκαιο απαγορεύει στο τέκνο να φέρει διπλό επώνυμο, συντιθέμενο από το επώνυμο του πατέρα και από το επώνυμο της μητέρας του. Οι προσφυγές που άσκησαν η D. Paul και ο S. Grunkin κατά της αρνήσεως αυτής απορρίφθηκαν, σε τελευταίο βαθμό με απόφαση του Kammergericht Berlin. Το Bundesverfassungsgericht (ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο) αρνήθηκε να επιληφθεί προσφυγής που ασκήθηκε επ’ ονόματι του τέκνου.
9 Η D. Paul και ο S. Grunkin, ο γάμος των οποίων λύθηκε στο μεταξύ με διαζύγιο, δεν έχουν κοινό οικογενειακό επώνυμο και αρνήθηκαν να προσδιορίσουν το επώνυμο του τέκνου τους σύμφωνα με το άρθρο 1617, παράγραφος 1, του BGB.
10 Το Standesamt κίνησε διαδικασία ενώπιον του Amtsgericht Niebüll, το οποίο αποφαινόμενο ως Familiengericht εξέτασε το ζήτημα της μεταβιβάσεως του δικαιώματος προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου σε έναν από τους γονείς του, σύμφωνα με το άρθρο 1617, παράγραφοι 2 και 3, του BGB. Το Amtsgericht Niebüll, εκτιμώντας ότι η ενώπιόν του διαδικασία θα καταστεί άνευ αντικειμένου εφόσον γίνει δεκτό ότι το κοινοτικό δίκαιο επιτάσσει την αναγνώριση εντός της γερμανικής εννόμου τάξεως του εγκύρως ορισθέντος στη Δανία επωνύμου, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία αυτή και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Βάσει της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 12 ΕΚ και της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας που διασφαλίζεται σε όλους τους πολίτες της Ενώσεως με το άρθρο 18 ΕΚ, εξακολουθεί να είναι ισχυρός ο προβλεπόμενος στο άρθρο 10 του EGBGB κανόνας συγκρούσεως, καθόσον προβλέπει αποκλειστικώς την ιθαγένεια ως στοιχείο συνδέσεως για τον καθορισμό των κανόνων που διέπουν το επώνυμο ενός προσώπου;»
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
11 Δυνάμει του άρθρου 234, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, το Δικαστήριο αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις, μεταξύ άλλων, επί της ερμηνείας της Συνθήκης ΕΚ και των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού προσθέτει ότι «[δ]ικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτού». Το τρίτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου ορίζει ότι «[δ]ικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.»
12 Συναφώς, το Δικαστήριο, προκειμένου να εκτιμήσει αν το αιτούν όργανο είναι δικαστήριο κατά την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ, ζήτημα που ρυθμίζεται αποκλειστικώς κατά το κοινοτικό δίκαιο, λαμβάνει υπόψη μια σειρά στοιχείων, όπως η ίδρυση του οργάνου αυτού με νόμο, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλία χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή των κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C-54/96, Dorsch Consult, Συλλογή 1997, σ. Ι-4961, σκέψη 23 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία· της 21ης Μαρτίου 2000, C-110/98 έως C-147/98, Gabalfrisa κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. Ι-1577, σκέψη 33· της 14ης Ιουνίου 2001, C-178/99, Salzmann, Συλλογή 2001, σ. I-4421, σκέψη 13, και της 30ής Νοεμβρίου 2000, C-195/98, Österreichischer Gewerkschaftsbund, Συλλογή 2000, σ. I10497, σκέψη 24, και της 15ης Ιανουαρίου 2002, C‑182/00, Lutz κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I-547, σκέψη 12).
13 Εξάλλου, μολονότι το άρθρο 234 ΕΚ δεν εξαρτά την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο από τον κατ’ αντιμωλίαν χαρακτήρα της διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα (βλ. απόφαση της 17ης Μαΐου 1994, C-18/93, Corsica Ferries, Συλλογή 1994, σ. I-1783, σκέψη 12), εντούτοις από το άρθρο αυτό προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να υποβάλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο μόνον εφόσον εκκρεμεί ενώπιόν τους διαφορά και εφόσον καλούνται να αποφανθούν στο πλαίσιο διαδικασίας που πρόκειται να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα (βλ. διατάξεις της 18ης Ιουνίου 1980, 138/80, Borker, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 315, σκέψη 4, και της 5ης Μαρτίου 1986, 318/85, Greis Unterweger, Συλλογή 1986, σ. 955, σκέψη 4· απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-111/94, Job Centre, Συλλογή 1995, σ. I-3361, σκέψη 9· προαναφερθείσα απόφαση Salzmann, σκέψη 13, και απόφαση της 30ής Ιουνίου 2005, C-165/03, Längst, Συλλογή 2005, σ. I-5637, σκέψη 25).
14 Επομένως, όταν ενεργεί ως διοικητική αρχή χωρίς συγχρόνως να καλείται να επιλύσει μια διαφορά, το αιτούν όργανο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτελεί δικαιοδοτική λειτουργία, ακόμη και όταν πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις που παρατίθενται στη σκέψη 12 της παρούσας αποφάσεως (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Job Centre, σκέψη 11, Salzmann, σκέψη 15, και Lutz κ.λπ., σκέψη 14).
15 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όταν οι γονείς, οι οποίοι δεν έχουν κοινό οικογενειακό επώνυμο, αλλά ασκούν από κοινού την επιμέλεια του τέκνου, δεν επιλέγουν, με δήλωσή τους ενώπιον του ληξιάρχου, είτε το επώνυμο του πατέρα είτε το επώνυμο της μητέρας ως επώνυμο του τέκνου αυτού, τότε το γερμανικό δίκαιο προβλέπει ότι το Familiengericht είναι αρμόδιο να μεταβιβάσει το δικαίωμα προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου σε έναν από τους γονείς.
16 Εντεύθεν προκύπτει ότι το Familiengericht καλείται να αποφασίσει χωρίς ο ληξίαρχος να έχει λάβει ή να έχει τη δυνατότητα να λάβει θέση επί του ζητήματος. Εν προκειμένω, από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι το Standesamt περιορίσθηκε να παραπέμψει το ζήτημα στο Amtsgericht Niebüll.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Amtsgericht Niebüll ενεργεί ως διοικητική αρχή, χωρίς συγχρόνως να καλείται να επιλύσει μια διαφορά.
18 Είναι, βεβαίως, αληθές ότι υφίστατο διαφορά μεταξύ των γονέων και της διοικήσεως ως προς τη δυνατότητα καταχωρίσεως του διπλού επωνύμου «Grunkin-Paul» στη Γερμανία. Εντούτοις, το Kammergericht Berlin επιλήφθηκε σε τελευταίο βαθμό της διαφοράς αυτής, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της εκκρεμούς διαδικασίας ενώπιον του Amtsgericht Niebüll.
19 Εξάλλου, δεν υφίσταται εν προκειμένω διαφορά μεταξύ των γονέων, οι οποίοι είναι σύμφωνοι ως προς το επώνυμο που επιθυμούν να φέρει το τέκνο τους, ήτοι το διπλό επώνυμο που συντίθεται από τα επώνυμα του καθενός εξ αυτών.
20 Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Amtsgericht Niebüll επιτελεί δικαιοδοτική λειτουργία. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο ερώτημα που υπέβαλε το Amtsgericht Niebüll με την απόφασή του της 2ας Ιουνίου 2003.
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του Amtegericht Niebüll, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο ερώτημα που υπέβαλε το Amtsgericht Niebüll με την απόφασή του της 2ας Ιουνίου 2003.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy