Υπόθεση C-129/04
Espace Trianon SA
και
Société wallonne de location-financement SA (Sofibail)
κατά
Office communautaire et régional de la formation professionnelle
et de l’emploi (FOREM)
[αίτηση του Conseil d’État (Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Δημόσιες συμβάσεις — Οδηγία 89/665/ΕΟΚ — Διαδικασία ασκήσεως προσφυγής σε θέματα συνάψεως δημοσίων συμβάσεων — Πρόσωπα που πρέπει να έχουν πρόσβαση στις διαδικασίες ασκήσεως προσφυγής — Κοινοπραξία υποβαλούσα προσφορά — Απαγόρευση για ένα από τα μέλη κοινοπραξίας να ασκήσει προσφυγή ατομικώς — Έννοια “του συμφέροντος συνάψεως δημοσίας συμβάσεως”»
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl της 15ης Μαρτίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 8ης Σεπτεμβρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Προσέγγιση των νομοθεσιών — Διαδικασίες προσφυγής σε θέματα συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων — Οδηγία 89/665 — Υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν διαδικασία ασκήσεως προσφυγής — Πρόσβαση στις διαδικασίες προσφυγής — Εθνική νομοθεσία απαγορεύουσα στα μέλη υποβαλούσας προσφορά κοινοπραξίας χωρίς νομική προσωπικότητα να ασκήσoυν ατομικώς προσφυγή — Επιτρέπεται
(Οδηγία του Συμβουλίου 89/665, άρθρο 1)
Το άρθρο 1 της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει εθνική νομοθεσία κατά την οποία μόνον το σύνολο των μελών κοινοπραξίας χωρίς νομική προσωπικότητα, η οποία μετέσχε ως τέτοια σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως και δεν της ανατέθηκε το αντικείμενο της εν λόγω συμβάσεως, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως περί συνάψεως της συμβάσεως και όχι μόνον ένα από τα μέλη της ατομικώς.
Το ίδιο ισχύει αν όλα τα μέλη τέτοιας κοινοπραξίας ασκήσουν μεν από κοινού προσφυγή αλλά η προσφυγή ενός από τα μέλη της είναι απαράδεκτη.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, πράγματι, η εθνική νομοθεσία απαιτεί απλώς από τους προσφεύγοντες να πληρούν τις σχετικές με την ενεργητική νομιμοποίηση προϋποθέσεις αναλόγως της νομικής μορφής που έχουν επιλέξει τα ίδια τα μέλη. Τέτοιου είδους προϋποθέσεις είναι γενικής ισχύος και δεν περιορίζουν κατά τρόπο αντίθετο προς την οδηγία 89/665 την αποτελεσματικότητα των προσφυγών και τη δυνατότητα των υποβαλόντων προσφορά να ασκήσουν προσφυγές.
(βλ. σκέψεις 28-29 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 8ης Σεπτεμβρίου 2005 (*)
«Δημόσιες συμβάσεις – Οδηγία 89/665/ΕΟΚ – Διαδικασία ασκήσεως προσφυγής σε θέματα συνάψεως δημοσίων συμβάσεων – Πρόσωπα που πρέπει να έχουν πρόσβαση στις διαδικασίες ασκήσεως προσφυγής – Κοινοπραξία υποβαλούσα προσφορά – Απαγόρευση για ένα από τα μέλη κοινοπραξίας να ασκήσει προσφυγή ατομικώς – Έννοια “του συμφέροντος συνάψεως δημοσίας συμβάσεως”»
Στην υπόθεση C-129/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Conseil d’État (Βέλγιο) με απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Μαρτίου 2004, στο πλαίσιο της διαδικασίας
Espace Trianon SA,
Société wallonne de location-financement SA (Sofibail)
κατά
Office communautaire et régional de la formation professionnelle et de l’emploi (FOREM),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann (εισηγητή), R. Schintgen, Γ. Αρέστη και J. Klučka, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: K. Sztranc, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Δεκεμβρίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Espace Trianon SA και η société wallonne de location-financement SA (Sofibail), εκπροσωπούμενες από τους P. Coenraets και C. Lépinois, avocats,
– το office communautaire et régional de la formation professionnelle et de l’emploi (FOREM), εκπροσωπούμενο από τους M. Uyttendaele, M. Mareschal και D. Gerard, avocats,
– η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Fruhmann,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους K. Wiedner και B. Stromsky,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαρτίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1, στο εξής: οδηγία 89/665).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ενδικάσεως διαφοράς μεταξύ, αφενός, των Espace Trianon SA (στο εξής: Espace Trianon) και société wallonne de location-financement SA (στο εξής: Sofibail), μελών της κοινοπραξίας «Trianon-Sofibail», και, αφετέρου, του office communautaire et régional de la formation professionnelle et de l’emploi (τοπικού οργανισμού επαγγελματικής καταρτίσεως και απασχολήσεως εργατικού δυναμικού, στο εξής: FOREM), ως προς διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665 προβλέπει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, έτσι ώστε, όσον αφορά τις διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 71/305/ΕΟΚ, 77/62/ΕΟΚ και 92/50/ΕΟΚ [...], οι αποφάσεις των αναθετουσών αρχών να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, σύμφωνα με τους όρους που τίθενται στα ακόλουθα άρθρα καθώς και, ιδίως, στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στην περίπτωση όπου οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν την κοινοτική νομοθεσία στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ή τους εθνικούς κανόνες που θέτουν σε εφαρμογή την κοινοτική νομοθεσία.
[…]
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες προσφυγής μπορούν να κινηθούν, σύμφωνα με προϋποθέσεις που μπορούν να καθορίζουν τα κράτη μέλη, τουλάχιστον από οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση κρατικών προμηθειών ή δημοσίων έργων και το οποίο υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από μια εικαζόμενη παράβαση […]»
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται όσον αφορά τις διαδικασίες προσφυγής που ορίζονται στο άρθρο 1 να προβλέπουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου:
[…]
β) να ακυρώνουν ή να επιτρέπουν την ακύρωση των παράνομων αποφάσεων, και ιδίως να καταργούν τις τεχνικές, οικονομικές και χρηματοδοτικές προδιαγραφές που εισάγουν διακρίσεις και περιλαμβάνονται στα έγγραφα με τα οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό, στις συγγραφές υποχρεώσεων ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης της συγκεκριμένης σύμβασης·
[…]»
5 Το άρθρο 21 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (EE L 199, σ. 54), ορίζει:
«Οι κοινοπραξίες εργοληπτών επιτρέπεται να υποβάλλουν προσφορές. Οι εν λόγω κοινοπραξίες δεν είναι δυνατόν να υποχρεωθούν να περιβληθούν ιδιαίτερη νομική μορφή προκειμένου να υποβάλουν την προσφορά· η επιλεγείσα κοινοπραξία μπορεί, ωστόσο, να υποχρεωθεί να πράξει τούτο, όταν της ανατεθεί το έργο.»
Η εθνική νομοθεσία
6 Δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, των κωδικοποιημένων νόμων, της 12ης Ιανουαρίου 1973, περί του Conseil d’État (Moniteur belge της 21ης Μαρτίου 1973, σ. 3461), το Conseil d’État είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των προσφυγών ακυρώσεως που ασκούνται κατά των αποφάσεων περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.
7 Το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, των ίδιων κωδικοποιημένων νόμων που ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποιήσεως στις περιπτώσεις προσφυγής ακυρώσεως, ορίζει:
«Οι […] προσφυγές ακυρώσεως […] μπορούν να ασκούνται ενώπιον του διοικητικού τμήματος από κάθε διάδικο που αποδεικνύει ότι έχει υποστεί ζημία ή έχει έννομο συμφέρον και υποβάλλονται εγγράφως στο τμήμα σύμφωνα με τον τύπο και τις προθεσμίες που καθορίζονται από τον Βασιλέα.»
8 Όσον αφορά την απόφαση περί προσφυγής στη δικαιοσύνη, το άρθρο 522, παράγραφος 2, του κώδικα εταιριών προβλέπει για τις ανώνυμες εταιρίες:
«Το διοικητικό συμβούλιο εκπροσωπεί την εταιρία έναντι των τρίτων και ενώπιον δικαστηρίων είτε ως προσφεύγον είτε ως καθού. Ωστόσο, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου εκπροσωπούν νομίμως την εταιρία είτε ατομικώς είτε από κοινού. Η ρήτρα αυτή είναι αντιτάξιμη σε τρίτους. […]»
9 Ο εν λόγω κώδικας διέπει το καθεστώς των κοινοπραξιών, οι οποίες εκαλούντο προηγουμένως «συμπράξεις εταιριών». Η κοινοπραξία ορίζεται στο άρθρο 47 του ιδίου κώδικα ως «εταιρία χωρίς νομική προσωπικότητα η οποία έχει ως αντικείμενο να ασκεί, χωρίς εταιρική επωνυμία, μία ή περισσότερες συγκεκριμένες εμπορικές δραστηριότητες».
Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Στις 30 Σεπτεμβρίου 1997, ο FOREM, ως αναθέτουσα αρχή, δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκήρυξη διαγωνισμού για τη σύναψη συμβάσεως με αντικείμενο «τον σχεδιασμό, την κατασκευή και τη χρηματοδότηση κτιρίου επιφάνειας περίπου 6 500 m2» προοριζομένου για τις ανάγκες της περιφερειακής διευθύνσεως της Λιέγης.
11 Στις 20 Φεβρουαρίου 1998, ανοίχθηκαν οι υποβληθείσες προσφορές. Είχαν υποβληθεί πέντε προσφορές, μεταξύ των οποίων η προσφορά της κοινοπραξίας Espace Trianon-Sofibail.
12 Στις 22 Δεκεμβρίου 1998, η εκτέλεση του αντικειμένου της συμβάσεως ανατέθηκε από την επιτροπή διαχειρίσεως του FOREM σε άλλη κοινοπραξία, την CIDP-BPC. Στις 8 Ιανουαρίου 1999, η ίδια επιτροπή διαχειρίσεως επιβεβαίωσε την από 22 Δεκεμβρίου 1998 απόφασή της. Στις 25 Ιανουαρίου 1999, η απόφαση περί αναθέσεως του αντικειμένου της συμβάσεως κοινοποιήθηκε στην Espace Trianon και στη Sofibail.
13 Στις 19 Φεβρουαρίου 1999 και στις 8 Μαρτίου 1999, αντιστοίχως, οι εν λόγω δύο εταιρίες κατέθεσαν προσφυγές με σκοπό την ακύρωση των από 22 Δεκεμβρίου 1998 και 8 Ιανουαρίου 1999 αποφάσεων της επιτροπής διαχειρίσεως του FOREM.
14 Το Conseil d’État παρατηρεί, στην απόφαση παραπομπής, ότι οι αποφάσεις περί ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους της Espace Trianon ελήφθησαν από δύο μέλη της και όχι από το διοικητικό της συμβούλιο όπως προβλέπει το καταστατικό της. Συνεπώς, οι αποφάσεις αυτές είναι παράτυπες. Αντιθέτως, το Conseil d’État τονίζει ότι η νομιμότητα των αποφάσεων ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους της Sofibail δεν αμφισβητείται.
15 Δεδομένου ότι οι εν λόγω εταιρίες κατέθεσαν την προσφορά τους επ’ ονόματι της κοινοπραξίας Espace Trianon-Sofibail και οι αποφάσεις ασκήσεως προσφυγής της Espace Trianon είναι παράτυπες, το Conseil d’État αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, για να καθοριστεί αν οι προσφυγές της Sofibail είναι παραδεκτές εφόσον είναι η μόνη που εξακολουθεί να αμφισβητεί τις αποφάσεις της επιτροπής διαχειρίσεως του FOREM της 22ας Δεκεμβρίου 1998 και της 8ης Ιανουαρίου 1999:
«1) Αποκλείει το άρθρο 1 της οδηγίας 89/665 […] την εφαρμογή διατάξεως εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, των νόμων περί του Conseil d’État, όπως κωδικοποιήθηκαν στις 12 Ιανουαρίου 1973, ερμηνευομένης υπό την έννοια ότι υποχρεώνει τα μέλη μιας κοινοπραξίας, η οποία δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα και η οποία μετέσχε ως τέτοια σε διαγωνισμό για την κατασκευή δημοσίου έργου χωρίς να καταστεί ανάδοχος, να ενεργούν από κοινού, με την ιδιότητα του μέλους της κοινοπραξίας ή ατομικά, προκειμένου να ασκήσουν προσφυγή κατά της αποφάσεως περί κατακυρώσεως του σχετικού διαγωνισμού;
2) Είναι διαφορετική η απάντηση στο πρώτο ερώτημα στην περίπτωση στην οποία τα μέλη της κοινοπραξίας ενήργησαν μεν από κοινού αλλά η προσφυγή ενός από αυτά είναι απαράδεκτη;
3) Αποκλείει το άρθρο 1 της οδηγίας 89/665 […] την εφαρμογή διατάξεως εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, των νόμων περί του Conseil d’État, όπως κωδικοποιήθηκαν στις 12 Ιανουαρίου 1973, υπό την έννοια ότι απαγορεύει σε ένα μέλος μιας τέτοιας κοινοπραξίας να ασκήσει ατομικώς προσφυγή κατά της αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής είτε με την ιδιότητα του μέλους της κοινοπραξίας είτε εξ ονόματός του;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
16 Με το πρώτο και τρίτο ερώτημα, που αρμόζει να εξεταστούν από κοινού, ερωτάται αν το άρθρο 1 αποκλείει την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας κατά την οποία, όταν κοινοπραξία που δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα μετέσχε ως τέτοια σε διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως και δεν της ανατέθηκε το αντικείμενο της εν λόγω συμβάσεως, μόνον το σύνολο των μελών της εν λόγω κοινοπραξίας μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως περί αναθέσεως. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η απάντηση στο πρώτο και τρίτο ερώτημα θα μπορούσε να είναι διαφορετική αν τα μέλη της κοινοπραξίας ενήργησαν μεν από κοινού, αλλά η προσφυγή ενός από αυτά είναι απαράδεκτη.
17 Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, , οι αποφάσεις των αναθετουσών αρχών πρέπει να υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών προσφυγών και, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου, οι διαδικασίες προσφυγής μπορούν να κινηθούν τουλάχιστον από οποιοδήποτε πρόσωπο έχει συμφέρον να συνάψει δημόσια σύμβαση.
18 Η Espace Trianon, η Sofibail και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστηρίζουν ότι, υπό συνθήκες όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, εθνικός δικονομικός κανόνας κατά τον οποίο τα μέλη κοινοπραξίας μόνον από κοινού νομιμοποιούνται ενεργητικώς και, κατά συνέπεια, πρέπει να αποφασίζουν ομοφώνως για την άσκηση προσφυγής κατά αποφάσεως περί αναθέσεως του αντικειμένου δημόσιας συμβάσεως δεν πληροί την προϋπόθεση της δυνατότητας κινήσεως των διαδικασιών προσφυγής του άρθρου 1, παράγραφος 3, . Κατά την Espace Trianon, τη Sofibail και την Επιτροπή, η παροχή αποτελεσματικής ένδικης προστασίας προϋποθέτει ότι τα μέλη μιας τέτοιας κοινοπραξίας πρέπει να έχουν ατομικό δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής.
19 Συναφώς, επισημαίνεται ότι το εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 3, αναφερόμενο σε κάθε πρόσωπο που έχει συμφέρον να συνάψει δημόσια σύμβαση εννοεί, σε περιπτώσεις όπως αυτή της κύριας δίκης, το πρόσωπο εκείνο το οποίο, υποβάλλοντας προσφορά για την οικεία δημόσια σύμβαση, αποδεικνύει το συμφέρον του να συνάψει την εν λόγω σύμβαση.
20 Ωστόσο, σε μια τέτοια περίπτωση, προσφορά υποβάλλει η κοινοπραξία καθ’ εαυτή και όχι τα μέλη της ατομικώς. Επίσης, όλα τα μέλη της εν λόγω κοινοπραξίας, αν τους είχε ανατεθεί η εκτέλεση του αντικειμένου της οικείας συμβάσεως, θα είχαν την υποχρέωση να συνάψουν τη σύμβαση και να εκτελέσουν τις εργασίες.
21 Αντίθετα με άλλες υποθέσεις που τέθηκαν υπό την κρίση του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2004, , Grossmann Air Service, Συλλογή 2004, σ. I-1829, σκέψη 28, και της 11ης Ιανουαρίου 2005, , Stadt Halle και RPL Lochau, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 41), στην υπόθεση της κύριας δίκης τα μέλη κοινοπραξίας είχαν τη δυνατότητα να ασκήσουν από κοινού, με την ιδιότητα του μέλους της κοινοπραξίας ή εξ ονόματός τους, προσφυγή ακυρώσεως κατά των από 22 Δεκεμβρίου 1998 και 8 Ιανουαρίου 1999 αποφάσεων.
22 Κατά συνέπεια, εθνικός δικονομικός κανόνας κατά τον οποίο προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως της αναθέτουσας αρχής περί συνάψεως δημοσίας συμβάσεως πρέπει να ασκείται από το σύνολο των μελών μιας κοινοπραξίας υποβαλούσας προσφορά δεν περιορίζει τη δυνατότητα ασκήσεως τέτοιας προσφυγής κατά τρόπο αντίθετο προς το άρθρο 1, παράγραφος 3, .
23 Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, κατά το βελγικό δίκαιο, τα μέλη τέτοιας κοινοπραξίας μπορούν ανά πάσα στιγμή, προ της ασκήσεως προσφυγής, να διευθετήσουν το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της κοινοπραξίας με εσωτερική συμφωνία, άνευ τηρήσεως άλλου τύπου.
24 Περαιτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής ότι νομοθεσία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία υποχρεώνει τις κοινοπραξίες εργοληπτών να περιβληθούν ιδιαίτερη νομική μορφή προκειμένου να υποβάλουν την προσφορά, αντίκειται στο άρθρο 21 . Πράγματι, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική νομοθεσία απαιτεί απλώς ότι η κοινοπραξία, ως προς την ενεργητική νομιμοποίησή της, πρέπει να εκπροσωπείται σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονται στη νομική μορφή που επέλεξαν τα ίδια τα μέλη της προκειμένου να υποβάλουν προσφορά.
25 Εξάλλου, επισημαίνεται ότι ο δικονομικός κανόνας, τον οποίο αφορά η παρούσα υπόθεση, εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλες τις προσφυγές που ασκούν τα μέλη κοινοπραξιών σε σχέση με τις πράξεις στις οποίες προβαίνουν στο πλαίσιο της δραστηριότητάς τους, χωρίς να έχει σημασία αν οι προσφυγές στηρίζονται σε παραβίαση του κοινοτικού ή του εθνικού δικαίου, αν αφορούν συμβάσεις δημοσίων έργων ή άλλες πράξεις.
26 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, δεν μπορεί επίσης να υποστηριχθεί ότι νομοθεσία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορεί να έρθει σε αντίθεση με την επιταγή περί παροχής δυνατότητας ασκήσεως αποτελεσματικών προσφυγών, την οποία επιβάλλει το άρθρο 1, παράγραφος 1, . Η εν λόγω αρχή δεν απαιτεί να κρίνεται παραδεκτή προσφυγή όταν δεν τηρούνται οι διατάξεις σχετικά με την εκπροσώπηση ενώπιον δικαστηρίου, οι οποίες απορρέουν από τη νομική μορφή που έχει περιβληθεί το πρόσωπο που ασκεί την προσφυγή.
27 Τέλος, όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί διαφορετικά η περίπτωση κατά την οποία η προσφυγή ασκήθηκε εξαρχής μόνον από ορισμένα μέλη της κοινοπραξίας σε σχέση με την περίπτωση κατά την οποία η προσφυγή ασκήθηκε μεν, αρχικώς, από το σύνολο των εν λόγω μελών, αλλά η προσφυγή ενός εξ αυτών κρίθηκε, κατόπιν, απαράδεκτη.
28 Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η προσφυγή είναι απαράδεκτη δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας που απαιτεί απλώς από τους προσφεύγοντες να πληρούν τις σχετικές με την ενεργητική νομιμοποίηση προϋποθέσεις αναλόγως της νομικής μορφής που έχουν επιλέξει τα ίδια τα μέλη. Τέτοιου είδους προϋποθέσεις είναι γενικής ισχύος και δεν περιορίζουν κατά τρόπο αντίθετο προς την την αποτελεσματικότητα των προσφυγών και τη δυνατότητα των υποβαλόντων προσφορά να ασκήσουν προσφυγές. Επιπλέον, το απαράδεκτο της προσφυγής ενός από τα μέλη της κοινοπραξίας μπορεί να δικαιολογείται από περιστάσεις που αποδεικνύουν ότι δεν δηλώθηκε νομοτύπως η βούληση του εν λόγω μέλους να ασκήσει προσφυγή.
29 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα:
– το άρθρο 1 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει εθνική νομοθεσία κατά την οποία μόνον το σύνολο των μελών κοινοπραξίας χωρίς νομική προσωπικότητα, η οποία μετέσχε ως τέτοια σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως και δεν της ανατέθηκε το αντικείμενο της εν λόγω συμβάσεως, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως περί συνάψεως της συμβάσεως και όχι μόνον ένα από τα μέλη της ατομικώς·
– το ίδιο ισχύει αν όλα τα μέλη τέτοιας κοινοπραξίας ασκήσουν μεν από κοινού προσφυγή αλλά η προσφυγή ενός από τα μέλη της είναι απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
30 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 1 της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αποκλείει εθνική νομοθεσία κατά την οποία μόνον το σύνολο των μελών κοινοπραξίας χωρίς νομική προσωπικότητα, η οποία μετέσχε ως τέτοια σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως και δεν της ανατέθηκε το αντικείμενο της εν λόγω συμβάσεως, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως περί συνάψεως της συμβάσεως και όχι μόνον ένα από τα μέλη της ατομικώς.
Το ίδιο ισχύει αν όλα τα μέλη τέτοιας κοινοπραξίας ασκήσουν μεν από κοινού προσφυγή αλλά η προσφυγή ενός από τα μέλη της είναι απαράδεκτη.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy