Υπόθεση C-137/04
Amy Rockler
κατά
Försäkringskassan, πρώην Riksförsäkringsverket
[αίτηση του Regeringsrätten (Σουηδία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων — Μόνιμοι και μη μόνιμοι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Γονικά επιδόματα — Συνυπολογισμός της περιόδου υπαγωγής στο κοινό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων»
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 16ης Φεβρουαρίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Εργαζόμενοι — Ίση μεταχείριση
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 48 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ)]
Το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ) έχει την έννοια ότι σε περίπτωση εφαρμογής εθνικής ρυθμίσεως περί χορηγήσεως γονικών επιδομάτων, η οποία, για τον υπολογισμό του ύψους των εν λόγω επιδομάτων, προβλέπει ελάχιστη διάρκεια υπαγωγής σε ασφαλιστικό ταμείο ασθενείας, η περίοδος κατά την οποία ένας εργαζόμενος υπαγόταν στο κοινό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
(βλ. σκέψη 28 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 16ης Φεβρουαρίου 2006 (*)
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Μόνιμοι και μη μόνιμοι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Γονικά επιδόματα – Συνυπολογισμός της περιόδου υπαγωγής στο κοινό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων»
Στην υπόθεση C-137/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, υποβληθείσα από το Regeringsrätten (Σουηδία) με απόφαση της 8ης Μαρτίου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Μαρτίου 2004, στο πλαίσιο της δίκης
Amy Rockler
κατά
Försäkringskassan, πρώην Riksförsäkringsverket,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), Γ. Αρέστη και J. Klučka, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 17ης Νοεμβρίου 2005,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Försäkringskassan, πρώην Riksförsäkringsverket, εκπροσωπούμενη από την H. Almström,
– η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Kruse,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους D. Martin και K. Simonsson,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 39 ΕΚ).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Α. Rockler και, αφετέρου, της εθνικής υπηρεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως της Σουηδίας (Försäkringskassan, πρώην Riksförsäkringsverket) όσον αφορά τη συνεκτίμηση, για τον υπολογισμό του ύψους των γονικών επιδομάτων, της περιόδου απασχολήσεως κατά την οποία η Α. Rockler είχε υπαχθεί στο κοινό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το κεφάλαιο 4 του σουηδικού νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως [lag (1962:381) om allmän försäkring, στο εξής: AFL] περιλαμβάνει διατάξεις περί γονικών επιδομάτων.
4 Σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, άρθρο 3, του AFL, τα γονικά επιδόματα καταβάλλονται στους γονείς λόγω γεννήσεως τέκνου επί 450 ημέρες κατ’ ανώτατο όριο, το αργότερο δε μέχρις ότου το τέκνο συμπληρώσει την ηλικία των 8 ετών ή ολοκληρώσει την πρώτη του σχολική χρονιά, αν η τελευταία αυτή ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.
5 Σύμφωνα με το κεφάλαιο 4, άρθρο 6, του AFL, το γονικό επίδομα ανέρχεται σε τουλάχιστον 60 SEK (σουηδικές κορώνες) ημερησίως (στο εξής: εγγυημένο ποσό). Εξάλλου, ορίζεται ότι το γονικό επίδομα, για τις πρώτες 180 ημέρες, ισοδυναμεί με το ποσό που αντιστοιχεί στο επίδομα ασθενείας του γονέα, εάν αυτός ήταν ασφαλισμένος σε ταμείο ασφαλίσεως ασθενείας, για επίδομα ασθενείας ανώτερο του εγγυημένου ποσού, επί, τουλάχιστον, 240 διαδοχικές ημέρες πριν από τη γέννηση ή την προβλεπόμενη ημερομηνία γεννήσεως.
6 Σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, άρθρο 2, του AFL, το επίδομα ασθενείας υπολογίζεται βάσει του ετησίου εισοδήματος το οποίο μπορεί να πραγματοποιήσει ο ασφαλισμένος, χωρίς μεταβολή της καταστάσεώς του, ως αμοιβή για την επαγγελματική του δραστηριότητα στη Σουηδία.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
7 Η Α. Rockler, Σουηδή υπήκοος, αφού εργάστηκε ως προϊσταμένη αεροσυνοδός σε αεροπορική εταιρία μέχρι τις 15 Οκτωβρίου 1996, απασχολήθηκε ως γραμματέας στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στις Βρυξέλλες, από τις 16 Οκτωβρίου 1996 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997. Την 1η Ιανουαρίου 1998 επέστρεψε στην προηγούμενη θέση της αεροσυνοδού. Στις 2 Ιουλίου του ιδίου έτους, γέννησε θυγατέρα.
8 Με τις από 16 Ιανουαρίου και 20 Μαρτίου 1998 αποφάσεις της, η σουηδική εθνική υπηρεσία κοινωνικής ασφαλίσεως αρνήθηκε να χορηγήσει στην Α. Rockler γονικό επίδομα αντίστοιχο προς το επίδομα ασθενείας για τις πρώτες 180 ημέρες της γονικής της αδείας, προβάλλοντας ότι η ενδιαφερομένη δεν ήταν ασφαλισμένη στο εθνικό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας, για επίδομα ασθενείας ανώτερο του εγγυημένου ποσού, επί, τουλάχιστον, 240 διαδοχικές ημέρες πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία του τοκετού, ότι δεν είχε υποχρέωση να είναι ασφαλισμένη ούτε αποδείκνυε περίοδο ασφαλίσεως βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
9 Η Α. Rockler άσκησε προσφυγή κατά των εν λόγω αποφάσεων ενώπιον του länsrätten i Skåne län, το οποίο τις ακύρωσε με την από 24 Μαρτίου 1999 απόφασή του.
10 Η εθνική υπηρεσία κοινωνικής ασφαλίσεως άσκησε έφεση κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Kammarrätten i Göteborg, το οποίο τη μεταρρύθμισε με την από 27 Δεκεμβρίου 2000 απόφασή του.
11 Η Α. Rockler άσκησε αναίρεση κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
12 Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Regeringsrätten αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν οι διατάξεις του άρθρου [48 της Συνθήκης] την έννοια ότι –κατά την εφαρμογή διατάξεως εθνικού δικαίου, η οποία ορίζει ότι ο εργαζόμενος πρέπει να ήταν ασφαλισμένος επί ορισμένο χρόνο, για να μπορεί να λάβει κατά τη διάρκεια της γονικής του αδείας, παροχή ίση προς το επίδομα ασθενείας– πρέπει να συνυπολογισθεί στον χρόνο αυτόν η περίοδος κατά την οποία ο εργαζόμενος υπαγόταν στο κοινό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας, σύμφωνα με τους κανόνες του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
13 Με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να μάθει εάν, κατά την εφαρμογή εθνικής διατάξεως όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, το άρθρο 48 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρέπει να συνυπολογιστεί η περίοδος εργασίας κατά την οποία ο εργαζόμενος υπαγόταν στο κοινό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
14 Κατά πάγια νομολογία, κάθε κοινοτικός υπήκοος, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας του και της ιθαγενείας του, ο οποίος χρησιμοποίησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και ο οποίος άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο της κατοικίας του, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 48 της Συνθήκης (αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-385/00, De Groot, Συλλογή 2002, σ. I-11819, σκέψη 76· της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-232/01, Van Lent, Συλλογή 2003, σ. I-11525, σκέψη 14, και της 13ης Νοεμβρίου 2003, C-209/01, Schilling και Fleck-Schilling, Συλλογή 2003, σ. I-13389, σκέψη 23).
15 Εξάλλου, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι ο υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει την ιδιότητα του διακινούμενου εργαζομένου. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει επίσης από πάγια νομολογία, ο κοινοτικός υπήκοος που εργάζεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο της καταγωγής του δεν χάνει την ιδιότητα του εργαζομένου, κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 1, της Συνθήκης, επειδή απασχολείται σε διεθνή οργανισμό, έστω και εάν οι προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής του στη χώρα όπου εργάζεται ρυθμίζονται ειδικώς από διεθνή σύμβαση (αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 1989, 389/87 και 390/87, Echternach και Moritz, Συλλογή 1989, σ. 723, σκέψη 11· Schilling και Fleck-Schilling, προπαρατεθείσα, σκέψη 28, και της 16ης Δεκεμβρίου 2004, C-293/03, My, Συλλογή 2004, σ. I-12013, σκέψη 37).
16 Συνεπώς, ένας εργαζόμενος υπήκοος κράτους μέλους, όπως η Α. Rockler, δεν μπορεί να στερηθεί του ευεργετήματος των κοινωνικών δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων που του απονέμει το άρθρο 48 της Συνθήκης (προπαρατεθείσες αποφάσεις Echternach και Moritz, σκέψη 12, και My, σκέψη 38).
17 Το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι όλες οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σκοπό έχουν να διευκολύνουν, για τους κοινοτικούς υπηκόους, την άσκηση πάσης φύσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων σε ολόκληρο το έδαφος της Κοινότητας και απαγορεύουν τα μέτρα που θα μπορούσαν να αποβούν δυσμενή για τους εν λόγω υπηκόους, όταν αυτοί επιθυμούν να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1992, C-370/90, Singh, Συλλογή 2002, σ. I-4265, σκέψη 16· De Groot, προπαρατεθείσα, σκέψη 77, και Van Lent, προπαρατεθείσα, σκέψη 15).
18 Εν προκειμένω, διατάξεις που εμποδίζουν ή αποθαρρύνουν υπήκοο κράτους μέλους να εγκαταλείψει το κράτος καταγωγής του, προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας, συνιστούν εμπόδιο για την ελευθερία αυτή, ακόμη και αν εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των σχετικών εργαζομένων (προπαρατεθείσες αποφάσεις De Groot, σκέψη 78· Van Lent, σκέψη 16, καθώς και Schilling και Fleck-Schilling, σκέψη 25).
19 Εθνική ρύθμιση η οποία δεν λαμβάνει υπόψη, για τον υπολογισμό του ποσού του γονικού επιδόματος, τις περιόδους απασχολήσεως που έχει συμπληρώσει ο ενδιαφερόμενος ως ασφαλισμένος στο κοινό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δύναται να αποθαρρύνει τους υπηκόους κράτους μέλους να εγκαταλείψουν το κράτος αυτό για να αναλάβουν επαγγελματική δραστηριότητα σε θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ευρισκόμενο στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, καθόσον, αποδεχόμενοι θέση απασχολήσεως σε τέτοιο όργανο, θα στερούνταν της δυνατότητας να τύχουν οικογενειακής παροχής, χορηγουμένης βάσει του εθνικού συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας, στην οποία θα είχαν δικαίωμα εάν δεν είχαν αποδεχθεί την ως άνω θέση απασχολήσεως (βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα, την προπαρατεθείσα απόφαση My, σκέψη 47).
20 Κατά συνέπεια, εθνική ρύθμιση, όπως η επίδικη στην υπόθεση της κύριας δίκης, αποτελεί περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που απαγορεύεται, κατ’ αρχήν, από το άρθρο 48 της Συνθήκης.
21 Ωστόσο, πρέπει να εξεταστεί εάν ο εν λόγω περιορισμός μπορεί να δικαιολογείται βάσει των διατάξεων της Συνθήκης.
22 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μέτρο περιοριστικό των θεμελιωδών ελευθεριών, τις οποίες εξασφαλίζει η Συνθήκη, μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον εάν επιδιώκει θεμιτό σκοπό συμβιβαζόμενο με τη Συνθήκη και εφόσον συνάδει προς την αρχή αναλογικότητας. Προς τούτο, το εν λόγω μέτρο πρέπει να είναι κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και να μη βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου προς επίτευξη του σκοπού αυτού (βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1993, C-19/92, Kraus, Συλλογή 1993, σ. I-1663, σκέψη 32, και της 26ης Νοεμβρίου 2002, C-100/01, Oteiza Olazabal, Συλλογή 2002, σ. I-10981, σκέψη 43).
23 Η Σουηδική Κυβέρνηση προβάλλει ότι ο AFL στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία, ανεξάρτητα της ιθαγενείας των ενδιαφερομένων και ανάλογα προς τον θεμιτώς επιδιωκόμενο σκοπό, ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή καταχρηστικής εφαρμογής της αρχής του συνυπολογισμού των περιόδων ασφαλίσεως. Κατά την άποψη της κυβερνήσεως αυτής, η χορήγηση γονικών επιδομάτων που υπερβαίνουν το εγγυημένο ποσό σε διακινούμενους εργαζομένους, οι οποίοι είχαν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα σε θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, θα συνεπαγόταν σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τα εθνικά συστήματα κοινωνικής αρωγής, οπότε τα κράτη μέλη τα οποία, όπως το Βασίλειο της Σουηδίας, χορηγούν γονικά επιδόματα, των οποίων το ποσό είναι αυξημένο, θα αναγκάζονταν να μειώσουν τα επιδόματα αυτά.
24 Εν προκειμένω, καθαρώς οικονομικοί λόγοι δεν είναι δυνατόν να δικαιολογήσουν προσβολή των δικαιωμάτων τα οποία αντλούν οι ιδιώτες από τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
25 Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι δικαιολογητικοί λόγοι, οι οποίοι μπορούν να προβληθούν από ένα κράτος μέλος, πρέπει να συνοδεύονται από ανάλυση της καταλληλότητας και της αναλογικότητας του περιοριστικού μέτρου που λαμβάνεται από το κράτος αυτό (απόφαση της 18ης Μαρτίου 2004, C-8/02, Leichtle, Συλλογή 2004, σ. I-2641, σκέψη 45).
26 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τέτοια ανάλυση ελλείπει. Συγκεκριμένα, η Σουηδική Κυβέρνηση περιορίζεται να υπαινιχθεί, χωρίς να προσκομίζει συγκεκριμένα στοιχεία δυνάμενα να τεκμηριώσουν την επιχειρηματολογία της, υποθετική οικονομική επιβάρυνση για το εθνικό σύστημα κοινωνικής αρωγής, εάν λαμβανόταν υπόψη, για την εφαρμογή του κεφαλαίου 4, άρθρο 6, του AFL, η περίοδος απασχολήσεως που συμπλήρωσε ο διακινούμενος εργαζόμενος ως ασφαλισμένος στο κοινό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
27 Κατά συνέπεια, δεν είναι δικαιολογημένος ο περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, ο οποίος απορρέει από τη μη συνεκτίμηση, για τον υπολογισμό του ποσού των γονικών επιδομάτων, των περιόδων απασχολήσεως που συμπλήρωσαν διακινούμενοι εργαζόμενοι ως ασφαλισμένοι στο κοινό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 48 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι, κατά την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η περίοδος κατά την οποία ένας εργαζόμενος υπαγόταν στο κοινό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να ληφθεί υπόψη.
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ) έχει την έννοια ότι κατά την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, η περίοδος κατά την οποία ένας εργαζόμενος υπαγόταν στο κοινό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να ληφθεί υπόψη.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.
Full & Egal Universal Law Academy