Υπόθεση C-142/04
Μαρία Ασλανίδου
κατά
Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας
(αίτηση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 92/51/ΕΟΚ — Εργαζόμενοι — Αναγνώριση διπλωμάτων — Εργοθεραπεύτρια»
Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 14ης Ιουλίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Εργαζόμενοι — Αναγνώριση των διπλωμάτων — Οδηγία 92/51 — Πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή εξάσκησή του υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς (άρθρο 3) — Άμεσο αποτέλεσμα χωρίς αναγνώριση της ισοτιμίας των τίτλων του ενδιαφερομένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές — Επιβολή μέτρων αναπληρώσεως — Όρια
(Οδηγία 92/51 του Συμβουλίου, άρθρο 3, εδ. 1, στοιχ. α΄)
Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/51, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48, ορίζει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δεν μπορεί να αρνηθεί σε υπήκοο κράτους μέλους, λόγω ελλείψεως προσόντων, την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή την άσκησή του υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα, όπως ορίζεται στην οδηγία αυτή, που απαιτείται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την άσκησή του στο έδαφός του και έχει αποκτήσει το δίπλωμα αυτό σε κράτος μέλος.
Ελλείψει μέτρων μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, ληφθέντων εντός της προθεσμίας που τάσσει η οδηγία, ένας υπήκοος κράτους μέλους μπορεί να επικαλεστεί την εν λόγω διάταξη για να λάβει, εντός του κράτους μέλους υποδοχής, άδεια ασκήσεως νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος.
Η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την αναγνώριση της ισοτιμίας των τίτλων του ενδιαφερομένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.
Εξάλλου, τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/51 μέτρα αναπληρώσεως μπορούν να επιβληθούν στον ενδιαφερόμενο μόνον εφόσον προβλέπονται από την ισχύουσα κατά την εξέταση της σχετικής αιτήσεως εθνική νομοθεσία, πράγμα που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να καθορίσει.
(βλ. σκέψεις 31, 36, 42 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 14ης Ιουλίου 2005(*)
«Οδηγία 92/51/ΕΟΚ – Εργαζόμενοι – Αναγνώριση διπλωμάτων – Εργοθεραπεύτρια»
Στην υπόθεση C-142/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ελλάδα) με απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Μαρτίου 2004, στο πλαίσιο της διαδικασίας
Μαρία Ασλανίδου
κατά
Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, N. Colneric και K. Schiemann (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Μ. Ασλανίδου, εκπροσωπούμενη από τον Α. Ι. Βάγια, δικηγόρο,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Ε. Σκανδάλου,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Πατακιά και τον H. Støvlbæk,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, ελλείψει μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ (ΕΕ L 209, σ. 25), μπορεί, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, να γίνει επίκληση ορισμένων διατάξεών της από κάτοχο διπλώματος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της. Επικουρικώς, με την αίτηση ζητείται η ερμηνεία των άρθρων 48 και 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 39 ΕΚ και 43 ΕΚ).
2 Η αίτηση αυτή, πολύ παρεμφερής εκείνης την οποία αφορά η (μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή) απόφαση στην υπόθεση C-141/04, Πέρος, που εκδόθηκε την ίδια ημέρα με την παρούσα απόφαση, υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Μ. Ασλανίδου και του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, σχετικά με την εκ μέρους του τελευταίου απόρριψη αιτήσεως της Μ. Ασλανίδου για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος της εργοθεραπεύτριας στην Ελλάδα. Η αιτούσα υπέβαλε την αίτησή της στηριζόμενη στο ότι έχει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού στη Γερμανία.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Η οδηγία 92/51 θεσπίζει ένα συμπληρωματικό γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των επαγγελματικών σπουδών το οποίο καλύπτει τα επίπεδα εκπαιδεύσεως που δεν καλύπτονται από το αρχικό γενικό σύστημα που θεσπίστηκε με την οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (ΕΕ 1989, L 19, σ. 16), και το οποίο έχει εφαρμογή μόνο στους τίτλους τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως.
4 Σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/51, το συμπληρωματικό αυτό σύστημα βασίζεται στις ίδιες αρχές και περιλαμβάνει, τηρουμένων των αναλογιών, τους ίδιους κανόνες με το αρχικό γενικό σύστημα.
5 Δυνάμει του άρθρου 1 της οδηγίας 92/51, ένας τίτλος από τον οποίο προκύπτει ότι ο κάτοχός του παρακολούθησε επιτυχώς έναν από τους κύκλους σπουδών που μνημονεύονται στο παράρτημα Γ της οδηγίας αυτής αποτελεί δίπλωμα υπό την έννοια της οδηγίας αυτής όταν:
– έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους,
– ο κάτοχός του διαθέτει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα για την πρόσβαση στο επάγγελμα εντός του εν λόγω κράτους μέλους, και
– η εκπαίδευση που πιστοποιείται από τον τίτλο αυτόν έχει πραγματοποιηθεί κατά το μεγαλύτερό της μέρος εντός της Κοινότητας.
6 Μία από τις εκπαιδεύσεις που προβλέπονται στο παράρτημα Γ της οδηγίας 92/51, όπως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, ήτοι προτού τροποποιηθεί με την απόφαση 2004/108/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιανουαρίου 2004 (ΕΕ L 32, σ. 15), είναι εκείνη του εργασιοθεραπευτή [«Beschäftigungs- und Arbeitstherapeut(in)»], που μνημονεύεται ως τρίτη περίπτωση του μέρους που αφορά τη Γερμανία, στο σημείο 1 του παραρτήματος, που επιγράφεται «Παραϊατρικός και κοινωνικοπαιδαγωγικός τομέας».
7 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/51 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ, όταν στο κράτος μέλος υποδοχής, η πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή η άσκησή του προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος, όπως αυτό ορίζεται στην παρούσα οδηγία […], η αρμόδια αρχή δεν μπορεί να αρνείται σε υπήκοο κράτους μέλους την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή την εξάσκησή του υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, επικαλούμενη την έλλειψη προσόντων:
α) αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα, όπως ορίζεται στην παρούσα οδηγία […], και το οποίο επιβάλλεται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την άσκησή του στο έδαφός του και το οποίο έχει ληφθεί σε ένα κράτος μέλος […]»
8 Παρά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να απαιτήσει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις τις οποίες καθορίζει, από τον αιτούντα να αποδείξει ότι διαθέτει συγκεκριμένης διάρκειας επαγγελματική πείρα, να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση προσαρμογής επί τρία έτη κατ’ ανώτατο όριο, ή να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας (στο εξής: μέτρα αναπληρώσεως). Το ίδιο άρθρο θέτει ορισμένους κανόνες και όρους εφαρμογής των μέτρων αναπληρώσεως που μπορούν να επιβληθούν.
9 Το άρθρο 10 της οδηγίας 92/51 απαριθμεί τα σχετικά με την εντιμότητα, το ήθος, τη μη κήρυξη σε πτώχευση καθώς και τη σωματική και ψυχική υγεία δικαιολογητικά που μπορούν να απαιτηθούν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, περιλαμβάνει δε ορισμένες διατάξεις σχετικές με τον τύπο του όρκου ή της επίσημης δηλώσεως που μπορούν να επιβληθούν στους υπηκόους άλλων κρατών μελών.
10 Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/51, τα κράτη μέλη ορίζουν, εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 17 της οδηγίας, ήτοι πριν από τις 18 Ιουνίου 1994, τις αρχές που είναι αρμόδιες να δέχονται τις αιτήσεις καθώς και να λαμβάνουν τις αποφάσεις στις οποίες αναφέρεται η ίδια οδηγία, ενημερώνουν δε σχετικά τα λοιπά κράτη μέλη και την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η εθνική νομοθεσία
11 Στην Ελλάδα, τα του επαγγέλματος του εργοθεραπευτή ρυθμίζονται από το προεδρικό διάταγμα 83/1989 που τιτλοφορείται «Επαγγελματικά δικαιώματα πτυχιούχων των τμημάτων: […] γ) Εργοθεραπείας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (TEI)» (ΦΕΚ A΄ 37).
12 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, του διατάγματος αυτού, για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού απαιτείται άδεια χορηγούμενη από το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (στο εξής: Υπουργείο Υγείας).
13 Η απόφαση A4β/251 της 23ης Ιανουαρίου 1990 (ΦΕΚ B΄ 94) του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας απαιτούσε, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως της Μ. Ασλανίδου, να συνοδεύονται οι αιτήσεις αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του εργοθεραπευτή από αντίγραφο του πτυχίου και, «προκειμένου περί πτυχιούχων εξωτερικού, [από] απόφαση αναγνωρίσεως ισοτιμίας πτυχίου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων».
14 Με τον νόμο 1404/1983 της 22ας/24ης Νοεμβρίου 1983 (ΦΕΚ A΄ 173), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, ιδρύθηκε δημόσια υπηρεσία με την ονομασία «Ινστιτούτο Τεχνολογικής Εκπαίδευσης» (στο εξής: ΙΤΕ), υπαγόμενη στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, αποστολή της οποίας ήταν να εισηγείται στο υπουργείο για εκπαιδευτικά και επιστημονικά θέματα της τριτοβάθμιας τεχνολογικής εκπαιδεύσεως.
15 Δυνάμει του άρθρου 14, II, παράγραφος 2, του νόμου 1404/1983, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 71, παράγραφος 5, του νόμου 1566/1985 της 30ής Σεπτεμβρίου 1985 (ΦΕΚ A΄ 167), το ΙΤΕ είχε κυρίως ως αποστολή να αποφαίνεται ως προς το ομοταγές των σχολών ή τμημάτων της τριτοβάθμιας μη πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως της αλλοδαπής καθώς και την ισοτιμία των τίτλων σπουδών που χορηγούν έναντι των ελληνικών Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των χορηγουμένων από αυτά τίτλων.
16 Το άρθρο 2 του προεδρικού διατάγματος 567/1984 της 3ης Αυγούστου/17ης Δεκεμβρίου 1984 (ΦΕΚ A΄ 204), περί της λειτουργίας του ΙΤΕ, προέβλεπε τη σύσταση, στο πλαίσιο του ΙΤΕ, ενός Επιστημονικού Συμβουλίου και όριζε ότι «η αναγνώριση της ισοτιμίας τίτλου σπουδών ή [του ομοταγούς] της σχολής γίνονται με πράξη του Επιστημονικού Συμβουλίου η οποία ανακοινώνεται περιληπτικά στον ενδιαφερόμενο από τον πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου. Η ανακοίνωση αυτή αποτελεί απόδειξη της ισοτιμίας του τίτλου σπουδών.»
17 Σε χρόνο μεταγενέστερο των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν την αφορμή της διαφοράς της κύριας δίκης, για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στην ελληνική έννομη τάξη εκδόθηκε το προεδρικό διάταγμα 231/1998, της 29ης Ιουλίου 1998 (ΦΕΚ A΄ 178).
18 Το άρθρο 14 του διατάγματος αυτού απονέμει αποκλειστική αρμοδιότητα στο Συμβούλιο Επαγγελματικής Αναγνώρισης Τίτλων Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, ειδικώς προς τούτο συσταθέν κρατικό όργανο, για την αναγνώριση, σε κάτοχο διπλώματος εμπίπτοντος στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, του δικαιώματος ασκήσεως στην Ελλάδα του αντιστοίχου νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος. Το όργανο αυτό είναι το μόνο αρμόδιο προς τούτο, η δε γνώμη του δεσμεύει το αρμόδιο για τη χορήγηση της αδείας ασκήσεως επαγγέλματος υπουργείο.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19 Η Μ. Ασλανίδου, Ελληνίδα υπήκοος, αφού παρακολούθησε πρόγραμμα τριετών σπουδών, έλαβε αποδεικτικό επιτυχούς συμμετοχής στην κρατική εξέταση εργοθεραπευτών (Zeugnis über die Staatliche Prüfung für Beschäftigungs- und Arbeitstherapeuten) από την αναγνωρισμένη σχολή εργοθεραπευτών της Στουτγάρδης (Γερμανία), το οποίο της παρείχε πρόσβαση στο επάγγελμα του εργοθεραπευτή στη Γερμανία.
20 Επιθυμώντας να ασκήσει το επάγγελμα αυτό στην Ελλάδα, η Μ. Ασλανίδου υπέβαλε, την 1η Σεπτεμβρίου 1997, στη Διεύθυνση Υγιεινής της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης αίτηση χορηγήσεως άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος βάσει της οδηγίας 89/48. Η αίτηση αυτή διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Υγείας προκειμένου να εξεταστεί η συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Τίτλων Εργοθεραπευτών (στο εξής: ΣΑΕΤΕ).
21 Το ΣΑΕΤΕ ανέβαλε τη λήψη αποφάσεως και ζήτησε από το ΙΤΕ να αποφανθεί ως προς το αν η σχολή στην οποία είχε φοιτήσει η Μ. Ασλανίδου στη Γερμανία «ανήκει στην αντίστοιχη ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση». Κατόπιν της απαντήσεως του ΙΤΕ, σύμφωνα με την οποία το πτυχίο της αιτούσας δεν ήταν ισότιμο των τίτλων σπουδών που χορηγούν τα ελληνικά Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, το ΣΑΕΤΕ έκρινε ότι τα δικαιολογητικά που είχε καταθέσει η Μ. Ασλανίδου δεν ανταποκρίνονταν στα προβλεπόμενα από την οδηγία 89/48 και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να χορηγήσει στην αιτούσα άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του εργοθεραπευτή βάσει της οδηγίας 89/48. Κατά συνέπεια, της πρότεινε να υποβάλει εκ νέου αίτηση μετά τη μεταφορά της οδηγίας 92/51 στο ελληνικό δίκαιο.
22 Με την απόφαση 1 της 12ης Μαΐου 1998, το ΣΑΕΤΕ απέρριψε τελικά ρητώς την αίτηση αδείας της Μ. Ασλανίδου με την αιτιολογία ότι ο τίτλος σπουδών που προσκόμισε δεν αποτελούσε δίπλωμα τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως, καθόσον, για την εισαγωγή στην εν λόγω γερμανική σχολή, απαιτείται βασική εκπαίδευση οκτώ έως δέκα ετών, και όχι δώδεκα ετών, και, επομένως, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις της οδηγίας 89/48.
23 Η Μ. Ασλανίδου προσέφυγε κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 21 Ιουλίου 1998.
24 Στη διαφορά της κύριας δίκης, κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν αμφισβητείται ότι, έστω και αν η Μ. Ασλανίδου είχε ζητήσει να της χορηγηθεί η άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του εργοθεραπευτή κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 89/48, η αρμόδια αρχή όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την αίτηση και τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε η αιτούσα από πλευράς του προσήκοντος κανόνα δικαίου, ήτοι της οδηγίας 92/51.
25 Ως προς το θέμα αυτό, το Συμβούλιο της Επικρατείας διερωτάται αν, μεταξύ της λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας 92/51 στην εσωτερική έννομη τάξη και της καθυστερημένης μεταφοράς της στο ελληνικό δίκαιο, ένας ιδιώτης, επικαλούμενος το ότι είναι κάτοχος διπλώματος κτηθέντος εντός άλλου κράτους μέλους και εμπίπτοντος στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, μπορούσε, στηριζόμενος στις σχετικές διατάξεις της, να ζητήσει από τις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής να του επιτρέψουν να ασκήσει το αντίστοιχο νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα εντός του κράτους μέλους υποδοχής.
26 Στη διαφορά της κύριας δίκης, η πλειοψηφήσασα στο Συμβούλιο της Επικρατείας άποψη υποστηρίζει ότι οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 10 της οδηγίας 92/51 είναι ανεπιφύλακτες και επαρκώς σαφείς ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι αρχές του κράτους μέλους υποδοχής υποχρεούνται να επιτρέψουν στον κάτοχο διπλώματος κτηθέντος εντός άλλου κράτους μέλους την πρόσβαση σε επάγγελμα νομοθετικά κατοχυρωμένο εντός του κράτους μέλους υποδοχής και ότι, κατά συνέπεια, είναι δεκτικές επικλήσεως από τον κάτοχο τέτοιου διπλώματος, ο οποίος μπορεί να τις επικαλεστεί μετά τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη.
27 Κατά την πλειοψηφήσασα αυτή άποψη, η παράλειψη του κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/51 καθορισμού της αρμόδιας αρχής δεν επηρεάζει τη δυνατότητα επικλήσεως των διατάξεων αυτών στην περίπτωση κατά την οποία η νομοθεσία του κράτους μέλους, όπως αυτή ίσχυε πριν από τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο, ανέθετε σε συγκεκριμένο διοικητικό όργανο τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων προσβάσεως στο επίμαχο επάγγελμα και, σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών, τη χορήγηση της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού στον ενδιαφερόμενο.
28 Ωστόσο, σύμφωνα με τη μειοφηψήσασα στο Συμβούλιο της Επικρατείας άποψη, η απόρριψη της αιτήσεως χορηγήσεως αδείας δικαιολογούνταν λόγω του ότι, αφενός, ένας ιδιώτης δεν μπορούσε να επικαλεστεί τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 92/51 κατά τον χρόνο καταθέσεως της επίδικης αιτήσεως και, αφετέρου, δεν είχε ακόμα οριστεί η αρμόδια για την εξέταση των αιτήσεων αρχή σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
29 Το Συμβούλιο της Επικρατείας διερωτάται, εξάλλου, μήπως, στον βαθμό που οι διατάξεις της οδηγίας 92/51 δεν ήταν δεκτικές επικλήσεως ενώπιον του Υπουργείου Υγείας, το τελευταίο είχε, εντούτοις, την υποχρέωση, δυνάμει των άρθρων 48 και 52 της Συνθήκης, να εξετάσει αν ο τίτλος που είχε αποκτήσει η αιτούσα στη Γερμανία ήταν ισότιμος των ελληνικών διπλωμάτων.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 4 παράγραφοι 1, εδάφια α΄ και β΄, και 2, και 10, παράγραφοι 1 έως 4, της οδηγίας 92/51 […] ανεπιφύλακτες και επαρκώς σαφείς, ώστε, κατά το χρονικό διάστημα, το οποίο μεσολάβησε μεταξύ της λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας αυτής και της καθυστερημένης μεταφοράς της στην εσωτερική έννομη τάξη ορισμένου κράτους μέλους (κράτους μέλους υποδοχής), να είναι δεκτικές επικλήσεως ενώπιον διοικητικού οργάνου του τελευταίου τούτου κράτους μέλους, στο οποίο η εθνική νομοθεσία, όπως ίσχυε προ της μεταφοράς της οδηγίας, ανέθετε την αρμοδιότητα χορηγήσεως της αδείας ασκήσεως ορισμένου, νομοθετικώς κατοχυρωμένου, επαγγέλματος, από ιδιώτη ο οποίος, επικαλούμενος ότι είναι κάτοχος διπλώματος, κτηθέντος σε άλλο κράτος μέλος και εμπίπτοντος στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων της οδηγίας, ζητεί να του επιτραπεί, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, η πρόσβαση στο συγκεκριμένο επάγγελμα και η περαιτέρω άσκησή του στο κράτος μέλος υποδοχής;
2) Υπό την εκδοχή ότι κατά το χρονικό διάστημα, το οποίο μεσολάβησε μεταξύ της λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 92/51 […] και της καθυστερημένης μεταφοράς της στην εσωτερική έννομη τάξη ορισμένου κράτους μέλους (κράτους μέλους υποδοχής), οι διατάξεις της οδηγίας δεν ήσαν δεκτικές επικλήσεως, από ιδιώτη, ενώπιον διοικητικού οργάνου του τελευταίου τούτου κράτους μέλους, στο οποίο η εθνική νομοθεσία, όπως ίσχυε προ της μεταφοράς της οδηγίας, ανέθετε την αρμοδιότητα χορηγήσεως της αδείας ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος είτε στους πτυχιούχους του οικείου ΤΕΙ είτε στους κατόχους αλλοδαπού διπλώματος, αναγνωρισθέντος ως ισοτίμου προς τους τίτλους των ΤΕΙ του κράτους τούτου, κατόπιν τηρήσεως της, γενικής εφαρμογής, διαδικασίας που περιγράφεται στο αιτιολογικό, μπορούσε το ανωτέρω όργανο, λαμβανομένων υπ’ όψη των οριζομένων στα άρθρα [48 και 52 της Συνθήκης] […], να εξαρτήσει την αποδοχή αιτήματος ιδιώτη –ο οποίος, επικαλούμενος τίτλο, κτηθέντα σε άλλο κράτος μέλος, ζήτησε, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, να του επιτραπεί η πρόσβαση στο ως άνω επάγγελμα και η εξάσκησή του στο κράτος μέλος υποδοχής– από προηγούμενη αναγνώριση, κατά την ως άνω γενική διαδικασία, της ισοτιμίας του τίτλου που κατέχει προς τους τίτλους που χορηγούν τα ΤΕΙ του κράτους τούτου ή ώφειλε να προχωρήσει το ίδιο σε συγκριτική εξέταση των ικανοτήτων που πιστοποιεί ο προσκομιζόμενος τίτλος προς τις γνώσεις και τα προσόντα που απαιτεί η εθνική νομοθεσία και να κρίνει αναλόγως;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
31 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/51 ορίζει ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δεν μπορεί να αρνηθεί σε υπήκοο κράτους μέλους, λόγω ελλείψεως προσόντων, την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή την άσκησή του υπό τους ίδιους όρους με τους ημεδαπούς, αν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα, όπως ορίζεται στην οδηγία αυτή, που απαιτείται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο εν λόγω επάγγελμα ή την άσκησή του στο έδαφός του και έχει αποκτήσει το δίπλωμα αυτό σε κράτος μέλος.
32 Η Μ. Ασλανίδου είναι κάτοχος διπλώματος κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 92/51, σε συνδυασμό με το σημείο 1 του παραρτήματος Γ της οδηγίας. Επομένως, η περίπτωσή της εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται να αποφανθεί το Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, της ίδιας οδηγίας, το οποίο έχει εφαρμογή μόνον αν το εν λόγω επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο εντός του κράτους μέλους καταγωγής.
33 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48, το κείμενο του οποίου είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημο με εκείνο του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/51, αποτελεί διάταξη της οποίας το περιεχόμενο είναι ανεπιφύλακτο και επαρκώς σαφές, οπότε οι ιδιώτες δικαιούνται να την επικαλεστούν ενώπιον εθνικού δικαστηρίου έναντι του κράτους αν αυτό έχει παραλείψει να μεταφέρει εμπροθέσμως την οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη (απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-102/02, Beuttenmüller, Συλλογή 2004, σ. Ι-5405, σκέψη 55). Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/51, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, το συμπληρωματικό γενικό σύστημα που θεσπίζει το άρθρο αυτό βασίζεται ρητώς στις ίδιες αρχές και περιλαμβάνει, τηρουμένων των αναλογιών, τους ίδιους κανόνες με το αρχικό γενικό σύστημα που θεσπίστηκε με την οδηγία 89/48.
34 Όσον αφορά τη δυνατότητα εξαρτήσεως της προσβάσεως σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα από την προϋπόθεση να έχει προηγουμένως ανταποκριθεί ο αιτών σε κάποιο από τα μέτρα αναπληρώσεως που μνημονεύει το άρθρο 4 της οδηγίας 92/51, το Δικαστήριο έκρινε στο πλαίσιο της οδηγίας 89/48 ότι, καταρχήν, αν αυτό προβλέπεται από την ισχύουσα κατά τον χρόνο εξετάσεως της εν λόγω αιτήσεως εθνική νομοθεσία, η αρμόδια αρχή έχει το δικαίωμα να επιβάλει στον ενδιαφερόμενο τα μέτρα αναπληρώσεως στα οποία αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, εφόσον πληρούνται ο σχετικές προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C-285/01, Burbaud, Συλλογή 2003, σ. I-8219, σκέψη 55).
35 Αντιθέτως, αν η ισχύουσα εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει την επιβολή τέτοιων μέτρων αναπληρώσεως, από τη νομολογία προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος το οποίο παρέβη την υποχρέωσή του να μεταφέρει τις διατάξεις ορισμένης οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη του δεν μπορεί να αντιτάξει στους κοινοτικούς πολίτες τους περιορισμούς που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές ούτε να απαιτήσει από αυτούς συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από την οδηγία αυτή (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ., Συλλογή 1991, σ. I-5357, σκέψη 21, και προμνησθείσα απόφαση Beuttenmüller, σκέψη 63).
36 Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει, ενδεχομένως, σε ποιο βαθμό η ισχύουσα κατά τον χρόνο εξετάσεως της επίδικης αιτήσεως νομοθεσία επέτρεπε την επιβολή μέτρων αναπληρώσεως όπως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της εφαρμοστέας οδηγίας. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν μια κατάσταση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ορισμένης οδηγίας, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται, εφαρμόζοντας το εθνικό του δίκαιο, να λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των κανόνων του εθνικού δικαίου και να τους ερμηνεύει, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος καθώς και του σκοπού της οδηγίας αυτής, προκειμένου να καταλήξει σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που αυτή επιδιώκει (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-397/01 έως C-403/01, Pfeiffer κ.λπ., η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 119).
37 Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όταν μία από τις οδηγίες 89/48 και 92/51 έχει εφαρμογή, ένας δημόσιος οργανισμός κράτους μέλους, που υποχρεούται να τηρεί τους κανόνες της συγκεκριμένης οδηγίας, δεν μπορεί πλέον να απαιτεί την αναγνώριση των τίτλων του ενδιαφερομένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές (απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-234/97, Fernández de Bobadilla, Συλλογή 1999, σ. I-4773, σκέψη 27).
38 Το άρθρο 10 της οδηγίας 92/51 απλώς απαριθμεί τα σχετικά με την εντιμότητα, το ήθος, τη μη κήρυξη σε πτώχευση καθώς και τη σωματική και ψυχική υγεία δικαιολογητικά που μπορούν να απαιτηθούν από την αρμόδια αρχή, περιλαμβάνει δε ορισμένες διατάξεις σχετικές με τον τύπο του όρκου ή της επίσημης δηλώσεως που μπορούν να επιβληθούν στους υπηκόους άλλων κρατών μελών. Δεδομένου ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής δεν απαίτησε κανένα από τα εν λόγω δικαιολογητικά ή δηλώσεις, το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αποφανθεί ως προς την ερμηνεία αυτής της διατάξεως, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να επηρεάσει τη δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής.
39 Ούτε η υποχρέωση των κρατών μελών να ορίσουν, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/51, τις αρχές που είναι αρμόδιες να δέχονται τις αιτήσεις και να λαμβάνουν τις αποφάσεις στις οποίες αναφέρεται η οδηγία αυτή μπορεί να αναιρέσει τη δυνατότητα επικλήσεως του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της ίδιας αυτής οδηγίας. Πράγματι, από την ανάγνωση του άρθρου 13, παράγραφος 1, υπό το φως των λοιπών παραγράφων του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να διευκολύνει την εφαρμογή του συστήματος αναγνωρίσεως των διπλωμάτων το οποίο θεσπίζει η οδηγία 92/51, καθιστώντας περισσότερο διαφανή τη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων η οποία εφαρμόζεται εντός ενός κράτους μέλους. Αντιθέτως, δεν είναι απαραίτητο να έχουν οριστεί οι αρμόδιες αρχές δυνάμει του εν λόγω άρθρου 13, παράγραφος 1, για να μπορούν να προσδιοριστούν οι αρμόδιες αρχές στις οποίες αναφέρεται το εν λόγω άρθρο 3, και οι οποίες είναι οι αρχές που ελέγχουν την πρόσβαση στα νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα.
40 Από τη νομολογία προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αντιτάξει σε ιδιώτη ότι δεν έχει θεσπίσει τις διατάξεις που έχουν ακριβώς ως σκοπό τη διευκόλυνση της εφαρμογής του καθεστώτος το οποίο εγκαθιδρύει η επίδικη οδηγία (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2002, C-141/00, Kügler, Συλλογή 2002, σ. I-6833, σκέψη 52, και της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-45/01, Dornier, Συλλογή 2003, σ. I-12911, σκέψη 79). Συνεπώς, η παράλειψη του καθορισμού της αρμόδιας αρχής δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/51 δεν εμποδίζει την επίκληση του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής έναντι της αρχής η οποία είναι στην πράξη αρμόδια να ρυθμίζει τα της προσβάσεως σε συγκεκριμένο επάγγελμα δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας.
41 Στη διαφορά της κύριας δίκης, φαίνεται ότι το Υπουργείο Υγείας, υπό την αιγίδα του οποίου λειτουργούσε το ΣΑΕΤΕ, αποτελεί αρμόδια αρχή κατά την έννοια του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/51, δεδομένου ότι η άσκηση του επαγγέλματος του εργοθεραπευτή προϋποθέτει, κατά την εθνική νομοθεσία, τη χορήγηση αδείας από το υπουργείο αυτό. Ως εκ τούτου, το Υπουργείο Υγείας δεν μπορεί να αρνηθεί σε πρόσωπο ευρισκόμενο στη θέση της Μ. Ασλανίδου την πρόσβαση στο επάγγελμα του εργοθεραπευτή επικαλούμενο έλλειψη προσόντων, υπό τη μόνη επιφύλαξη της τυχόν εφαρμογής μέτρων αναπληρώσεως κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, αν τέτοια μέτρα προβλέπονταν από την εθνική νομοθεσία.
42 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι, ελλείψει μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 92/51 στο εσωτερικό δίκαιο, ληφθέντων εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 17 της οδηγίας, ένας υπήκοος κράτους μέλους μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής για να λάβει, εντός του κράτους μέλους υποδοχής, άδεια ασκήσεως νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος όπως το επάγγελμα του εργοθεραπευτή. Η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την αναγνώριση της ισοτιμίας των τίτλων του ενδιαφερομένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/51 μέτρα αναπληρώσεως μπορούν να επιβληθούν στον ενδιαφερόμενο μόνον εφόσον προβλέπονται από την ισχύουσα κατά την εξέταση της σχετικής αιτήσεως εθνική νομοθεσία.
43 Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Ελλείψει μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με ένα δεύτερο γενικό σύστημα αναγνώρισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης, το οποίο συμπληρώνει την οδηγία 89/48/ΕΟΚ, στο εσωτερικό δίκαιο, ληφθέντων εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 17 της οδηγίας, ένας υπήκοος κράτους μέλους μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής για να λάβει, εντός του κράτους μέλους υποδοχής, άδεια ασκήσεως νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος όπως το επάγγελμα του εργοθεραπευτή.
Η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την αναγνώριση της ισοτιμίας των τίτλων του ενδιαφερομένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.
Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/51 μέτρα αναπληρώσεως μπορούν να επιβληθούν στον ενδιαφερόμενο μόνον εφόσον προβλέπονται από την ισχύουσα κατά την εξέταση της σχετικής αιτήσεως εθνική νομοθεσία.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy