Υπόθεση C-203/04
Gebrüder Stolle GmbH & Co. KG
κατά
Heidegold Geflügelspezialitäten GmbH
(αίτηση του Landgericht Frankfurt am Main για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κρέας πουλερικών — Κανόνες εμπορίας — Απαγόρευση της αναγραφής στην επισήμανση ορισμένων ενδείξεων σχετικών με τη μέθοδο εκτροφής — Κανονισμός (ΕΟΚ) 1538/91»
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 14ης Ιουλίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Γεωργία — Κοινή οργάνωση των αγορών — Κρέας πουλερικών — Κανόνες εμπορίας — Νομοθετική ρύθμιση των ενδείξεων που σχετίζονται με τη μέθοδο εκτροφής — Απαγόρευση της αναγραφής της ενδείξεως «ελεγχόμενης εκτροφής» στην επισήμανση των προϊόντων
(Κανονισμός 1538/91 της Επιτροπής, άρθρο 10 § 1)
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1538/91, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων ενόψει της εφαρμογής του κανονισμού 1906/90 σχετικά με ορισμένους κανόνες εμπορίας για το κρέας πουλερικών, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 1321/2002, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ένδειξη «ελεγχόμενης εκτροφής» («kontrollierte Aufzucht») αποτελεί ένδειξη της μεθόδου εκτροφής και ότι, κατά συνέπεια, το ίδιο άρθρο δεν επιτρέπει σε μια επιχείρηση να αναγράφει την εν λόγω ένδειξη στην επισήμανση προϊόντος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.
(βλ. σκέψη 17 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 14ης Ιουλίου 2005 (*)
«Κρέας πουλερικών – Κανόνες εμπορίας – Απαγόρευση της αναγραφής στην επισήμανση ορισμένων ενδείξεων σχετικών με τη μέθοδο εκτροφής – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1538/91»
Στην υπόθεση C-203/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Landgericht Frankfurt am Main (Γερμανία) με απόφαση της 28ης Απριλίου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Μαΐου 2004, στο πλαίσιο της δίκης
Gebrüder Stolle GmbH & Co. KG
κατά
Heidegold Geflügelspezialitäten GmbH,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, A. Borg Barthet (εισηγητή), A. La Pergola, U. Lõhmus και A. Ó Caoimh, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Απριλίου 2005,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Gebrüder Stolle GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τον P. Deutschbein, Rechtsanwalt,
– η Heidegold Geflügelspezialitäten GmbH, εκπροσωπούμενη από τους U. Brückmann, H.-G. Kamann και T. Beyerlein, Rechtsanwälte,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον C.-D. Quassowski και την A. Tiemann,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Γ. Κανελλόπουλο, τον B. Κοντόλαιμο και την Ι. Πουλή,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την A. Colomb,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Braun,
έχοντας υπόψη την απόφαση που ελήφθη, κατόπιν ακροάσεως του γενικού εισαγγελέα, να κριθεί η υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων εκ μέρους του,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1538/91 της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 1991, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων ενόψει της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1906/90 του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένους κανόνες εμπορίας για το κρέας πουλερικών (ΕΕ L 143, σ. 11).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της επιχειρήσεως Gebrüder Stolle GmbH & Co. KG (στο εξής: Gebrüder Stolle) και της εταιρίας Heidegold Geflügelspezialität GmbH (στο εξής: Heidegold), με αφορμή τη χρησιμοποίηση από τη δεύτερη εκ των ως άνω εταιριών, για την εμπορία των προϊόντων της, επισημάνσεως με την ένδειξη «Heidegold Deutsches Qualitäts-Geflügel aus kontrollierter Aufzucht» (Heidegold, γερμανικό κοτόπουλο ποιότητας, ελεγχόμενης εκτροφής, στο εξής: η επίμαχη ένδειξη).
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 10 του κανονισμού 1538/91, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1321/2002 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 2002 (ΕΕ L 194, σ. 17), προβλέπει τα εξής:
«1. Για την ένδειξη των κτηνοτροφικών μεθόδων [Haltungsformen], εξαιρουμένων των οργανικών και βιολογικών μεθόδων, μόνον οι κάτωθι όροι που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται στη σήμανση, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο α), της οδηγίας 2000/13/ΕΚ, εφόσον πληρούνται οι αντίστοιχες προϋποθέσεις που διευκρινίζονται κατωτέρω:
α) “Έχει τραφεί με . . . % . . . ”·
β) “Εκτατικής εκτροφής”·
γ) “Ελεύθερης βοσκής”·
δ) “Πτηνοτροφείο περιορισμένης βοσκής”·
ε) “Απεριόριστης ελεύθερης βοσκής”.
Οι όροι αυτοί είναι δυνατό να συμπληρωθούν με ενδείξεις που αναφέρονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αντίστοιχων τύπων εκτροφής [“jeweilige Haltungsform”].
Εφόσον στη σήμανση κρέατος προερχόμενου από πάπιες και χήνες που εκτρέφονται για την παραγωγή φουά γκρα αναφέρεται η παραγωγή ελευθέρας βοσκής [στοιχεία γ), δ) και ε)], εμφαίνεται επίσης ο όρος “για την παραγωγή φουά γκρα”.
2. Η ένδειξη της ηλικίας κατά τη στιγμή της σφαγής, ή της διάρκειας της περιόδου πάχυνσης, πρέπει να επιτρέπεται μόνον εφόσον γίνεται χρήση ενός από τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και για ηλικία όχι μικρότερη από αυτήν που αναφέρεται στο παράρτημα IV στοιχείο β), γ) ή δ). Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τα κοτοπουλάκια».
4 Η έβδομη αιτιολογική σκέψη του ίδιου κανονισμού αναφέρει τα εξής:
«[Εκτιμώντας] ότι, μεταξύ των ενδείξεων οι οποίες είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται προαιρετικά στη σήμανση, περιλαμβάνονται αυτές που αφορούν τη μέθοδο ψύξης και τις ειδικές μεθόδους εκτροφής [“Haltungsform”]· ότι η εφαρμογή αυτών των ειδικών μεθόδων εκτροφής, για την προστασία των καταναλωτών, χρειάζεται να υπόκειται στην τήρηση αυστηρά ορισμένων κριτηρίων όσον αφορά, αφενός, τις κτηνοτροφικές συνθήκες [“Aufzucht”] και τα ποσοτικά κατώφλια για τη διατύπωση ορισμένων κριτηρίων όπως η ηλικία κατά τη σφαγή ή η διάρκεια της περιόδου πάχυνσης και, αφετέρου, το περιεχόμενο ορισμένων συστατικών ζωοτροφών».
5 Η οδηγία 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (ΕΕ L 109, σ. 29) κατάργησε την οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ 1979, L 33, σ. 1). Το άρθρο της 1, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, ορίζει την έννοια της επισημάνσεως.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
6 Η Heidegold εκμεταλλεύεται σφαγείο ειδικευμένο στην τελική παραγωγή προϊόντων πουλερικών. Για τη διάθεση των προϊόντων της στο εμπόριο χρησιμοποιεί επισήμανση που φέρει την επίμαχη ένδειξη.
7 Η Gebrüder Stolle, ανταγωνιστική της Heidegold επιχείρηση, εκτιμά ότι η χρησιμοποίηση της επισημάνσεως αυτής αποτελεί παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1538/91 και συνιστά παρανόμως αποκτηθέν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Για τον λόγο αυτόν, η Gebrüder Stolle ενήγαγε την Heidegold ενώπιον του Landgericht Frankfurt am Main. Με την αγωγή της επιδιώκει την απαγόρευση της χρησιμοποιήσεως της επίμαχης ενδείξεως βάσει του άρθρου 1 του Gesetz gegen den unlauteren Wettbewerb (νόμου κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού). Η Heidegold υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι δεν συντρέχει παράβαση του κανονισμού 1538/91, διότι η έννοια του «Aufzucht» δεν ισοδυναμεί με αυτήν του «Haltung». Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη Heidegold, η επίμαχη ένδειξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη της μεθόδου εκτροφής («Haltungsform»).
8 Το Landgericht Frankfurt am Main αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1538/91, της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 1991 (κανόνες εμπορίας για το κρέας πουλερικών) την έννοια ότι, κατά την επισήμανση σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ, ο όρος “ελεγχόμενης εκτροφής” αποτελεί ένδειξη των κτηνοτροφικών μεθόδων κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1538/91;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
9 Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, παρότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1538/91, ως είχε προγενεστέρως, όταν περιελάμβανε παραπομπή στην οδηγία 79/112 που αφορά ιδίως την επισήμανση, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η οδηγία αυτή καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2000/13. Στο εξής θα γίνεται αναφορά στο άρθρο 10 του κανονισμού 1538/91, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1321/2002 (στο εξής: κανονισμός 1538/91), το οποίο παραπέμπει στην οδηγία 2000/13.
10 Όπως υποστηρίζει η Heidegold, το κοινοτικό δίκαιο χρησιμοποιεί ενίοτε τους όρους «Haltung» και «Aufzucht» με διαφορετική έννοια. Ειδικότερα, ο ορισμός της εκμεταλλεύσεως που δίδει το άρθρο 2, σημείο 8, της οδηγίας 90/539/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1990, σχετικά με τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και τις εισαγωγές πουλερικών και αυγών για επώαση από τρίτες χώρες (ΕΕ L 303, σ. 6), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 93/120/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ L 340, σ. 35, στο εξής: οδηγία 90/539), εισάγει διάκριση των δύο όρων, καθόσον ως εκμετάλλευση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει να θεωρείται «εγκατάσταση […] που χρησιμοποιείται για την εκτροφή [«Aufzucht»] ή την κατοχή [«Haltung»] πουλερικών αναπαραγωγής ή απόδοσης». Επίσης, το Δικαστήριο χρησιμοποίησε τους δύο όρους με διαφορετική έννοια στο σημείο 2 της αποφάσεως της 5ης Μαΐου 1998, National Farmers’ Union κ.λπ. (C‑157/96, Συλλογή 1998, σ. I-2211), περιγράφοντας τις επιχειρήσεις που εκπροσωπούνταν από την προσφυγούσα επαγγελματική ένωση ως «γεωργικές εταιρίες ειδικευμένες στην εκτροφή [«Aufzucht»] ζώων προς πώληση, στις ζωοτροφές, τον σταυλισμό [«Haltung»] ζώων, στη μεταφορά και εξαγωγή βοοειδών».
11 Από τα ως άνω παραδείγματα και από τη διατύπωση του άρθρου 2, σημείο 9, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 90/539 προκύπτει ότι ο όρος «Aufzucht» σχετίζεται μάλλον με την περίοδο της αναπτύξεως των ζώων, ενώ ο όρος «Haltung», που έχει γενικότερη έννοια, αναφέρεται στο σύνολο της διαδικασίας εκτροφής των ζώων.
12 Εξάλλου, η έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1538/91 αναφέρει ότι η ένδειξη της μεθόδου εκτροφής («Haltungsform») πρέπει να υπόκειται σε ακριβή κριτήρια σχετικά με τις συνθήκες εκτροφής («Aufzucht»).
13 Επιπλέον, η διατύπωση του άρθρου 10 του ίδιου κανονισμού περιλαμβάνει όχι μόνον εκφράσεις που παραπέμπουν στις συνθήκες κατοχής των ζώων («εκτατικής εκτροφής», «ελεύθερης βοσκής» κ.λπ.) και που αντιστοιχούν στις συνθήκες εκτροφής κατά την έννοια της εκφράσεως «Haltungsformen», αλλά και όρους που παραπέμπουν στην ανάπτυξη των ζώων («έχει τραφεί με . . . % . . .», καθορισμό ελάχιστου ορίου ηλικίας για τη σφαγή τους) και που αναφέρονται περισσότερο, σύμφωνα με τη γλωσσική διάκριση της σκέψεως 11 της παρούσας αποφάσεως, στον όρο «Aufzucht».
14 Το ίδιο ισχύει και για τις συνθήκες που προβλέπονται στο παράρτημα IV του κανονισμού 1538/91, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού και οι οποίες λαμβάνουν ιδίως υπόψη την ηλικία των ζώων κατά τον χρόνο της σφαγής για να διακρίνουν τις διάφορες μεθόδους εκτροφής.
15 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του κανονισμού 1538/91, οι όροι «Aufzucht» και «Haltung» έχουν σε μεγάλο βαθμό την ίδια έννοια, αλλά και ότι ο όρος «Haltung» είναι ευρύτερος από τον όρο «Aufzucht» και ότι οι μέθοδοι εκτροφής («Haltungsformen») αφορούν και τις κτηνοτροφικές συνθήκες («Aufzucht»).
16 Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από την εξέταση του κειμένου του κανονισμού σε άλλες γλώσσες, από τις οποίες προκύπτει ότι ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται στη διατύπωση της έβδομης αιτιολογικής σκέψεως. Έτσι, από την εξέταση των γλωσσικών αποδόσεων του κειμένου αυτού προκύπτει ότι ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται στη γαλλική («mode d’élevage/conditions d’élevage»), στην ισπανική («sistemas particulares de cría/condiciones de cría») και στην ολλανδική («bijzondere houderijsystemen/houderijsystemen»).
17 Κατόπιν των ανωτέρω, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο το το 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1538/91 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ένδειξη «ελεγχόμενης εκτροφής» («kontrollierte Aufzucht») αποτελεί ένδειξη της μεθόδου εκτροφής («Haltungsform») και ότι, κατά συνέπεια, δεν επιτρέπεται σε μια επιχείρηση να αναγράφει την ένδειξη αυτή στην επισήμανση προϊόντος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο το το 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1538/91 της Επιτροπής, της 5ης Ιουνίου 1991, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων ενόψει της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1906/90 του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένους κανόνες εμπορίας για το κρέας πουλερικών, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 1321/2002 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 2002, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ένδειξη «ελεγχόμενης εκτροφής» («kontrollierte Aufzucht») αποτελεί ένδειξη της μεθόδου εκτροφής και ότι, κατά συνέπεια, το ίδιο άρθρο δεν επιτρέπει σε μια επιχείρηση να αναγράφει την εν λόγω ένδειξη στην επισήμανση προϊόντος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy