Υπόθεση C-275/04
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου του Βελγίου
«Παράβαση κράτους μέλους — Εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση — Κανονισμοί (ΕΟΚ) 2913/92 και 2454/93 — Ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων — Απόδοση — Προθεσμίες — Τόκοι υπερημερίας — Παράλειψη διατηρήσεως και κοινοποιήσεως των δικαιολογητικών που αφορούν τη βεβαίωση και την απόδοση ιδίων πόρων»
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 5ης Οκτωβρίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Αντικείμενο της διαφοράς — Καθορισμός κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Βεβαίωση και απόδοση εκ μέρους των κρατών μελών
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 2913/92, άρθρο 243 §§ 1 και 2 και 1150/2000, άρθρα 6, § 3,στοιχεία a΄ και β΄, 9, 10 και 11)
3. Κράτη μέλη — Υποχρεώσεις — Ασκούμενη από την Επιτροπή εποπτεία — Καθήκον των κρατών μελών — Συνεργασία στις έρευνες σχετικά με την παράβαση κράτους μέλους
(Άρθρα 10 ΕΚ και 226 ΕΚ, κανονισμός 1552/89 του Συμβουλίου, άρθρο 18)
1. Στο πλαίσιο προσφυγής κατά παραβάσεως, καίτοι τα αιτήματα που περιέχονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν καταρχήν να επεκταθούν και πέραν των παραβάσεων στις οποίες αναφέρονται το διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και το έγγραφο οχλήσεως, εντούτοις, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει παραδεκτώς την αναγνώριση παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το αρχικό κείμενο μιας κοινοτικής πράξεως, τροποποιηθείσας ή καταργηθείσας ακολούθως, και που διατηρήθηκαν σε ισχύ με νέες διατάξεις. Αντιθέτως, το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να επεκταθεί σε υποχρεώσεις που απορρέουν από νέες διατάξεις, αντίστοιχες των οποίων δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο της εν λόγω πράξεως, διότι τούτο θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου, η οποία θα έθιγε το νομότυπο της διαπιστώνουσας την παράβαση διαδικασίας.
(βλ. σκέψη 35)
2. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να βεβαιώσουν μια απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων από τη στιγμή που οι τελωνειακές τους αρχές μπορούν να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη και, ως εκ τούτου, να προβούν στη λογιστική καταχώριση των εν λόγω απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 1150/2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
Όσον αφορά το δικαίωμα των κρατών μελών να εγγράφουν τις διαπιστωθείσες απαιτήσεις στην ξεχωριστή λογιστική του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού (λογιστική Β), μόνη η μη πληρωμή των επίδικων ποσών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με αμφισβήτηση των απαιτήσεων κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Πράγματι, κατά την έννοια του άρθρου 243, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 2913/92 περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, η αμφισβήτηση αυτή πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο προσφυγής, η οποία πρέπει να «ασκείται» στο κράτος μέλος στο οποίο ελήφθη η απόφαση ή υπεβλήθη η αίτηση για την έκδοσή της, κατ’ αρχάς, ενώπιον της τελωνειακής αρχής και, στη συνέχεια, ενώπιον μιας ανεξάρτητης αρχής. Η κατ’ αυτόν τον τρόπο προβλεπόμενη υποχρέωση ασκήσεως τυπικής προσφυγής επιβάλλεται για λόγους ασφάλειας δικαίου και παρέχει τη δυνατότητα εξασφαλίσεως γρήγορης και ομοιόμορφης εφαρμογής των τελωνειακών διατάξεων, με σκοπό τη γρήγορη και αποτελεσματική απόδοση των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
Η εσφαλμένη καταχώριση των απαιτήσεων στη λογιστική B μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την καθυστερημένη εγγραφή των ιδίων πόρων που πιστώνονται στον λογαριασμό της Επιτροπής, η οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10 του κανονισμού 1150/2000, πρέπει να διενεργείται εντός της ίδιας προθεσμίας με αυτήν που προβλέπεται για την καταχώριση των απαιτήσεων αυτών στη λογιστική A κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του ίδιου κανονισμού. Δυνάμει του άρθρου 11 του ίδιου κανονισμού, κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων για όλη την περίοδο της καθυστερήσεως. Αυτοί οι τόκοι υπερημερίας είναι απαιτητοί ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο η εγγραφή αυτών των ιδίων πόρων στον λογαριασμό της Επιτροπής έγινε εκπρόθεσμα.
(βλ. σκέψεις 63, 68, 73-74)
3. Από το άρθρο 10 ΕΚ προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να συνεργάζονται καλοπίστως όσον αφορά οποιαδήποτε έρευνα που η Επιτροπή διεξάγει δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ και να παρέχουν στην τελευταία όλες τις ζητούμενες για τον σκοπό αυτό πληροφορίες.
Όσον αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν, σε καλόπιστη συνεργασία με την Επιτροπή, όλα τα μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής των κοινοτικών διατάξεων περί βεβαιώσεως των ενδεχόμενων ιδίων πόρων, από την εν λόγω υποχρέωση ιδίως, η οποία προβλέπεται ειδικότερα σε σχέση με τον έλεγχο από το άρθρο 18 του κανονισμού 1552/89, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, προκύπτει ότι, όταν η Επιτροπή εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα παρεχόμενα από το οικείο κράτος μέλος στοιχεία, το κράτος μέλος αυτό υποχρεούται να θέτει τα δικαιολογητικά και άλλα χρήσιμα έγγραφα στη διάθεση της Επιτροπής υπό εύλογες συνθήκες, προκειμένου το εν λόγω όργανο να μπορεί να ελέγχει εάν και, ενδεχομένως, σε ποιο βαθμό τα οικεία ποσά αφορούν ιδίους πόρους των Κοινοτήτων.
(βλ. σκέψεις 82-83)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 5ης Οκτωβρίου 2006 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Εξωτερική κοινοτική διαμετακόμιση – Κανονισμοί (ΕΟΚ) 2913/92 και 2454/93 – Ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων – Απόδοση – Προθεσμίες – Τόκοι υπερημερίας – Παράλειψη διατηρήσεως και κοινοποιήσεως των δικαιολογητικών που αφορούν τη βεβαίωση και την απόδοση ιδίων πόρων»
Στην υπόθεση C-275/04,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 29 Ιουνίου 2004,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους C. Giolito και G. Wilms, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από την E. Dominkovits και τον M. Wimmer,
καθού,
υποστηριζόμενου από
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από την C. Jackson, επικουρούμενη από τους M. Angiolini και R. Anderson, barristers,
παρεμβαίνον,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), K. Lenaerts, E. Juhász και M. Ilešič, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: K. Sztranc-Sławiczek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Απριλίου 2006,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι:
– παραλείποντας να καταχωρίσει εμπροθέσμως τις βεβαιωθείσες απαιτήσεις στα λογιστικά βιβλία του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130, σ. 1),
– παραλείποντας να ελέγξει αν, από την 1η Ιανουαρίου 1995, υπήρξαν και άλλες καθυστερήσεις στην απόδοση των ιδίων πόρων κατόπιν καθυστερημένης καταχωρίσεως στα λογιστικά βιβλία του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1150/2000, καταστρέφοντας τα αρχεία που αφορούν την περίοδο αυτή, και να γνωστοποιήσει τις εν λόγω καθυστερήσεις στην Επιτροπή, προκειμένου αυτή να μπορέσει να υπολογίσει τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας που της οφείλονται, σύμφωνα με το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού, λόγω καθυστερημένης αποδόσεως των ιδίων πόρων,
το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 6, 9, 10 και 11 του κανονισμού 1150/2000, ο οποίος, από τις 31 Μαΐου 2000, κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΟΚ, Eυρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 155, σ. 1), του οποίου το αντικείμενο είναι πανομοιότυπο, και από το άρθρο 10 της Συνθήκης ΕΚ.
Το νομικό πλαίσιο
Το καθεστώς των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων
2 Το άρθρο 2 του κανονισμού 1552/89, με τίτλο «Γενικές διατάξεις», ορίζει τα εξής:
«1. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ θεωρείται ως βεβαιωθείσα όταν η αρμόδια υπηρεσία του κράτους μέλους ανακοινώσει το οφειλόμενο ποσό στον οφειλέτη. Η ανακοίνωση αυτή πραγματοποιείται μόλις ο οφειλέτης γίνει γνωστός και το ποσό της απαίτησης μπορεί να υπολογιστεί από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές, αφού τηρηθούν όλες οι εφαρμοστέες εν προκειμένω κοινοτικές διατάξεις.
[…]»
3 Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 175, σ. 3), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 14 Ιουλίου 1996, και το περιεχόμενό της περιλήφθηκε στο άρθρο 2 του κανονισμού 1150/2000, το οποίο προβλέπει τα εξής:
«1. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄ της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ θεωρείται βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώρηση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.
2. Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία λογιστικής καταχώρησης που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.
[…]»
4 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000, που περιλαμβάνεται στον ίδιο τίτλο Ι, ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε τα δικαιολογητικά που αφορούν τη βεβαίωση και την απόδοση των ιδίων πόρων να φυλάττονται επί τρία τουλάχιστον ημερολογιακά έτη από το τέλος του έτους το οποίο αφορούν.»
5 Σύμφωνα με το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1552/89:
«Σε περίπτωση που ο έλεγχος που πραγματοποιεί η εθνική διοίκηση μόνη της ή από κοινού με την Επιτροπή στα δικαιολογητικά που αφορούν κάποια βεβαίωση αποκαλύψει την ανάγκη να διορθωθεί η τελευταία, τα εν λόγω δικαιολογητικά διατηρούνται πέραν της προθεσμίας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο για το χρονικό διάστημα που επιτρέπει την πραγματοποίηση της διόρθωσης και τον έλεγχο της τελευταίας.»
6 Σύμφωνα με το άρθρο 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1150/2000:
«Εάν ο έλεγχος ο οποίος διενεργείται δυνάμει των άρθρων 18 και 19 του παρόντος κανονισμού ή του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1553/89, όσον αφορά τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, αποκαλύψει την ανάγκη διόρθωσης, τα εν λόγω δικαιολογητικά φυλάττονται και πέραν της προθεσμίας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο επί όσο χρονικό διάστημα απαιτεί η διόρθωση και ο έλεγχος της.»
7 Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1552/89, που περιλαμβάνεται στον τίτλο II «Λογιστική καταχώρηση των ιδίων πόρων» (νυν άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1150/2000), ορίζει τα εξής:
«1. Λογαριασμοί των ιδίων πόρων, υποδιαιρούμενοι κατά είδος αυτών, τηρούνται στο Δημόσιο Ταμείο κάθε κράτους μέλους ή στον οργανισμό που ορίζεται από αυτό.
2. α) Οι απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία [συνήθως αποκαλούμενα “λογιστική Α”], υπό την επιφύλαξη του στοιχείου β΄ της παρούσας παραγράφου, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί το μήνα κατά τον οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση.
β) Οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί αλλά δεν έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία που αναφέρονται στο στοιχείο α΄ διότι δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι’ αυτές καμία ασφάλεια, καταχωρούνται, εντός της προθεσμίας του στοιχείου α΄, σε χωριστά λογιστικά βιβλία [συνήθως αποκαλούμενα “λογιστική Β”]. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενεργήσουν κατά τον ίδιο τρόπο σε περίπτωση που οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί και καλύπτονται από εγγυήσεις αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές συνεπεία αντιδικίας.»
8 Το άρθρο 9 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000, που περιλαμβάνεται στον τίτλο III «Απόδοση των ιδίων πόρων», έχει ως εξής:
«1. Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10, το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει.
Δεν καταβάλλονται έξοδα για το λογαριασμό αυτό.
2. Τα εγγεγραμμένα ποσά μετατρέπονται από την Επιτροπή και εμφανίζονται στα λογιστικά της βιβλία […]».
9 Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000, αντιστοίχως, που περιλαμβάνεται στον ίδιο τίτλο III:
«Αφού αφαιρεθεί το 10 % του ποσού των ιδίων πόρων για έξοδα είσπραξης, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, [των αποφάσεων, αντιστοίχως, 88/367 και 94/728] η εγγραφή των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄ [των αποφάσεων αυτών] διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση βάσει του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού.
Πάντως, για τις απαιτήσεις που βάσει [των άρθρων αντιστοίχως, 6, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄] καταχωρούνται [στη λογιστική Β], η εγγραφή πρέπει να γίνει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δευτέρου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της είσπραξης των απαιτήσεων.»
10 Σύμφωνα με το άρθρο 11 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000, που περιλαμβάνονται επίσης στον ως άνω τίτλο III:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ’ αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.»
11 Το άρθρο 18 του κανονισμού 1552/89 (νυν άρθρο 18 του κανονισμού 1150/2000), που περιλαμβάνεται στον τίτλο VII με τίτλο «Διατάξεις περί του ελέγχου», ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε ελέγχους και έρευνες σχετικά με τη βεβαίωση και την απόδοση των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄ [των αποφάσεων 88/367 και 94/728, αντιστοίχως]. Η Επιτροπή ασκεί τις αρμοδιότητές της σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.
2. Στο πλαίσιο της παραγράφου 1 τα κράτη μέλη:
– προβαίνουν σε συμπληρωματικούς ελέγχους, μετά από αίτηση της Επιτροπής. Η τελευταία πρέπει να αναφέρει στην αίτησή της τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται συμπληρωματικός έλεγχος·
– συνεργάζονται με την Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, στους ελέγχους που διεξάγουν.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε μέτρο ικανό να διευκολύνει τους ελέγχους αυτούς. Όταν η Επιτροπή συμμετέχει στους ελέγχους αυτούς, τα κράτη μέλη θέτουν στη διάθεσή της τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στο άρθρο 3.
[…]»
Η κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία
12 Το άρθρο 217, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας), ορίζει τα εξής:
«Κάθε ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή, που στο εξής καλείται “ποσό των δασμών”, υπολογίζεται από τις τελωνειακές αρχές μόλις αυτές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και εγγράφεται από τις εν λόγω αρχές στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση βιβλίων (βεβαίωση).
[…]»
13 Σύμφωνα με το άρθρο 218, παράγραφος 3, του ίδιου κώδικα:
«Σε περίπτωση που γεννάται τελωνειακή οφειλή υπό όρους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η βεβαίωση του ποσού των αντίστοιχων δασμών πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή είναι σε θέση:
α) να υπολογίσει το εν λόγω ποσό των δασμών
και
β) να ορίσει τον οφειλέτη.»
14 Σύμφωνα με το άρθρο 219 του ίδιου κώδικα:
«1. Οι προθεσμίες για τη βεβαίωση των δασμών που προβλέπονται στο άρθρο 218 μπορεί να παραταθούν:
α) είτε για λόγους που συνδέονται με τη διοικητική οργάνωση των κρατών μελών, και ιδίως σε περίπτωση που λειτουργεί σύστημα κεντρικής λογιστικής υπηρεσίας·
β) είτε όταν, λόγω ειδικών περιστάσεων, η τελωνειακή αρχή δεν είναι σε θέση να τηρήσει τις εν λόγω προθεσμίες.
Οι προθεσμίες που παρατείνονται για τους λόγους αυτούς δεν μπορούν να υπερβούν τις 14 ημέρες.
2. Οι προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις τυχαίου γεγονότος ή ανωτέρας βίας.»
15 Σύμφωνα με το άρθρο 220, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα:
«Όταν το ποσό των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 219 ή έχει βεβαιωθεί σε ύψος χαμηλότερο εκείνου που νομίμως οφειλόταν, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που έχει ή που απομένει να εισπραχθεί, πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει τον οφειλέτη (βεβαίωση εκ των υστέρων). Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 219.»
16 Σύμφωνα με το άρθρο 221, παράγραφος 1, του κώδικα αυτού:
«Το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις βεβαιωθεί.»
17 Σύμφωνα με το άρθρο 243 του ίδιου κώδικα:
«1. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας οι οποίες το αφορούν άμεσα και ατομικά.
Έχει επίσης δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή το πρόσωπο το οποίο έχει υποβάλει σχετική αίτηση στην αρμόδια τελωνειακή αρχή χωρίς όμως να επιτύχει την έκδοση απόφασης μέσα στην προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2.
Η προσφυγή πρέπει να ασκείται στο κράτος μέλος στο οποίο ελήφθη η απόφαση ή υπεβλήθη η αίτηση για την έκδοσή της.
2. Το δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκηθεί:
α) σε πρώτο στάδιο, ενώπιον της τελωνειακής αρχής που ορίζεται για τον σκοπό αυτό από τα κράτη μέλη·
β) σε δεύτερο στάδιο, ενώπιον μιας ανεξάρτητης αρχής η οποία μπορεί να είναι μία δικαστική αρχή ή ένα ισοδύναμο ειδικευμένο όργανο σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη.»
18 Σύμφωνα με το άρθρο 245 του τελωνειακού κώδικα:
«Οι διατάξεις για τη θέση σε εφαρμογή της διαδικασίας της προσφυγής θεσπίζονται από τα κράτη μέλη.»
19 Σύμφωνα με το άρθρο 246 του εν λόγω κώδικα:
«Ο παρών τίτλος δεν εφαρμόζεται στις προσφυγές που ασκούνται για την ακύρωση ή την τροποποίηση αποφάσεως που λαμβάνεται από τις τελωνειακές αρχές βάσει του ποινικού δικαίου.»
20 Το άρθρο 378, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1, στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός), ορίζει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 215 του [τελωνειακού] κώδικα, όταν η αποστολή δεν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού και ο τόπος όπου διεπράχθη η παράβαση ή παρατυπία δεν μπορεί να προσδιοριστεί, θεωρείται ότι η εν λόγω παράβαση ή παρατυπία διεπράχθη:
– στο κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο αναχώρησης,
ή
– στο κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται το τελωνείο διέλευσης κατά την είσοδο στην Κοινότητα και στο οποίο κατατέθηκε δελτίο διέλευσης,
εκτός αν, εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο άρθρο 379, παράγραφος 2, αποδειχθεί επαρκώς, κατά την κρίση των τελωνειακών αρχών, η κανονικότητα της πράξης διαμετακόμισης ή ο τόπος όπου πράγματι διεπράχθη η παράβαση ή η παρατυπία.
2. Όταν, ελλείψει αποδείξεως, η εν λόγω παράβαση ή παρατυπία θεωρείται ότι διεπράχθη στο κράτος μέλος αναχώρησης ή εισόδου, όπως προβλέπεται στη δεύτερη περίπτωση του πρώτου εδαφίου, οι δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις για τα εν λόγω εμπορεύματα εισπράττονται από αυτό το κράτος μέλος σύμφωνα με τις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις.»
21 Σύμφωνα με το άρθρο 379 του εκτελεστικού κανονισμού:
«1. Όταν κάποια αποστολή δεν προσκομιστεί στο τελωνείο προορισμού και δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παράβαση ή παρατυπία, το τελωνείο αναχώρησης ενημερώνει σχετικά τον κύριο υπόχρεο το συντομότερο δυνατό και το αργότερο πριν από τη λήξη του ενδέκατου μηνός από την ημερομηνία καταχώρησης της δήλωσης κοινοτικής διαμετακόμισης.
2. Η ανακοίνωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να αναφέρει κυρίως την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να αποδεικνύεται, κατά τρόπο ικανοποιητικό, στο τελωνείο αναχώρησης η κανονικότητα της πράξης διαμετακόμισης ή ο τόπος όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία. Η προθεσμία αυτή ανέρχεται σε τρεις μήνες από την ημερομηνία της ανακοίνωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Εάν, εντός της προθεσμίας αυτής, δεν προσκομιστεί η εν λόγω απόδειξη, το αρμόδιο κράτος μέλος προβαίνει στην είσπραξη των σχετικών δασμών και άλλων επιβαρύνσεων. Στην περίπτωση που αυτό το κράτος μέλος δεν είναι το ίδιο με εκείνο στο οποίο βρίσκεται το τελωνείο αναχώρησης, αυτό το τελευταίο ειδοποιεί το συντομότερο το εν λόγω κράτος μέλος.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
22 Στο πλαίσιο ελέγχου των παραδοσιακών ιδίων πόρων που διενεργήθηκε από την 1η έως τις 5 Δεκεμβρίου1997, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής διαπίστωσαν, μεταξύ άλλων, στο τελωνείο της Αμβέρσας ότι, σε σχέση με τρεις υποθέσεις μη εξοφλήσεως δηλώσεων εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως (δηλώσεων T1 της 10ης Ιουνίου 1996, της 20ής Δεκεμβρίου 1995 και της 17 Ιανουαρίου 1996, αντιστοίχως), η αναγκαστική είσπραξη των αντίστοιχων ιδίων πόρων αφορούσε ποσά τα οποία, ενώ, σύμφωνα με την Επιτροπή, καλύπτονταν από εγγύηση και δεν αποτελούσαν αντικείμενο αμφισβητήσεως, είχαν εγγραφεί στη λογιστική Β κατά τη βεβαίωσή τους και καταχωρίστηκαν στη λογιστική Α μόνον κατά την πραγματική είσπραξή τους. Οι εν λόγω δασμοί ανέρχονταν στα ποσά των 1 800 βελγικών φράγκων (BEF) (44,62 ευρώ), 8 292 BEF (205,55 ευρώ) και 4 509 BEF (111,78 ευρώ) αντιστοίχως.
23 Με επιστολή της 28ης Απριλίου 1998, η Επιτροπή κοινοποίησε στις βελγικές αρχές την έκθεση 97-0-1 σχετικά με τον έλεγχο του μηνός Δεκεμβρίου του 1997 και τις κάλεσε να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της τηρήσεως των κοινοτικών διατάξεων όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση και να εγγράψουν αυτεπαγγέλτως τα ποσά των βεβαιωθέντων, εγγυημένων και μη αμφισβητούμενων δασμών στη λογιστική A, καθόσον η μη εξόφλησή τους είχε βεβαιωθεί εμπροθέσμως. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης από τις εν λόγω αρχές να εξετάσουν εάν, από την 1η Ιανουαρίου 1995, είχαν σημειωθεί και άλλες καθυστερήσεις στην απόδοση των ιδίων πόρων μετά από καθυστερημένη εγγραφή στη λογιστική Α. Τέλος, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των αρχών αυτών στις διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού 1552/89, σχετικά με την καταβολή τόκων υπερημερίας.
24 Με την από 8 Οκτωβρίου 1998 απάντησή τους της, οι βελγικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι είχαν συμμορφωθεί προς τους κοινοτικούς κανόνες και ότι, ως εκ τούτου, το αίτημα για έλεγχο από 1ης Ιανουαρίου 1995 σε όλα τα βελγικά τελωνεία είχε καταστεί άνευ αντικειμένου.
25 Με την από 2 Φεβρουαρίου 2000 επιστολή της, η Επιτροπή επισήμανε ότι η αποτελεσματική είσπραξη των ιδίων πόρων και ιδίως τα ποσά που καλύπτονται από εγγύηση συσταθείσα στο πλαίσιο της διαδικασίας του καθεστώτος εξωτερικής διαμετακομίσεως (δήλωση T1, δελτίο TIR, δελτίο ATA, κ.λπ.) απόκειται στα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, τα ποσά αυτά μπορούν να καταχωρίζονται στη λογιστική Β μόνο σε περίπτωση που αμφισβητούνται νομοτύπως, δηλαδή ιδίως εντός των προβλεπόμενων σχετικώς προθεσμιών και με άσκηση έγγραφης προσφυγής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επανέλαβε το αίτημά της για προσαρμογή της πρακτικής των βελγικών αρχών στη σχετική κοινοτική νομοθεσία.
26 Με την από 31 Μαΐου 2000 επιστολή τους, οι εν λόγω αρχές επανέλαβαν ότι η θέση τους όσον αφορά την επεξεργασία των μη εκκαθαρισμένων δηλώσεων T και δελτίων TIR ήταν σύμφωνη προς την κοινοτική νομοθεσία.
27 Η Επιτροπή αμφισβήτησε εκ νέου την επιχειρηματολογία αυτή και, στις 13 Νοεμβρίου 2001, απηύθυνε προς το Βασίλειο του Βελγίου έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο επανέλαβε τις αιτιάσεις της και απέρριψε τα επιχειρήματα των αρχών του εν λόγω κράτους μέλους, καλώντας τις εκ νέου να προσκομίσουν κατάσταση όλων των μη εμπροθέσμως εκκαθαρισμένων δηλώσεων εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως από 1ης Ιανουαρίου 1995, με ακριβείς ενδείξεις για τη λογιστική τους αντιμετώπιση. Υπενθύμισε επίσης στις εν λόγω αρχές την υποχρέωση να καταβάλουν τους τόκους υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89.
28 Με την από 12 Μαρτίου 2002 απαντητική επιστολή του, το Βασίλειο του Βελγίου ενέμεινε στην άποψή του· κατόπιν αυτού, η Επιτροπή απηύθυνε στις 28 Οκτωβρίου 2002 αιτιολογημένη γνώμη προς το εν λόγω κράτος μέλος, με την οποία το κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεως προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της.
29 Στις 19 Δεκεμβρίου 2002, οι βελγικές αρχές ζήτησαν από την Επιτροπή παράταση της προθεσμίας απαντήσεως στην αιτιολογημένη γνώμη μέχρι τις 28 Ιανουαρίου 2003. Με την 30 Ιανουαρίου 2003 επιστολή τους, οι εν λόγω αρχές υποστήριξαν ότι, επειδή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου παρόμοια υπόθεση που αφορά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (υπόθεση C‑105/02), έπρεπε να αναμείνουν την απόφαση του Δικαστηρίου προτού αποφανθούν επί της παρούσας υποθέσεως.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
31 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 30ής Νοεμβρίου 2004, έγινε δεκτό το αίτημα του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβει προς στήριξη των ισχυρισμών του Βασιλείου του Βελγίου.
Επί της προσφυγής
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
32 Η Βελγική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, κατά τον χρόνο γενέσεως των δικαιωμάτων που αφορούν τους επίδικους ίδιους πόρους των Κοινοτήτων, ίσχυε ως εφαρμοστέα νομοθεσία ο κανονισμός 1552/89.
33 Η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς ότι οι προϋποθέσεις γενέσεως απαιτήσεως των Κοινοτήτων επί τελωνειακής οφειλής παρέμειναν οι ίδιες πριν και μετά την κωδικοποίηση που πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό 1150/2000.
34 Συναφώς, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη παραβάσεως στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 226 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας που ισχύει κατά την παρέλευση της προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή στο οικείο κράτος μέλος προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1996, σ. Ι-3989, σκέψη 42, και της 9ης Νοεμβρίου 1999, C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1999, σ. Ι-7773, σκέψη 32).
35 Καίτοι τα αιτήματα που περιέχονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν καταρχήν να επεκταθούν και πέραν των παραβάσεων στις οποίες αναφέρονται το διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και το έγγραφο οχλήσεως, εντούτοις, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει παραδεκτώς την αναγνώριση παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το αρχικό κείμενο μιας κοινοτικής πράξεως, τροποποιηθείσας ή καταργηθείσας ακολούθως, και οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με νέες διατάξεις. Αντιθέτως, το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να επεκταθεί σε υποχρεώσεις που απορρέουν από νέες διατάξεις, αντίστοιχες των οποίων δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο της εν λόγω πράξεως, διότι τούτο θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου, η οποία θα έθιγε το νομότυπο της διαπιστώνουσας την παράβαση διαδικασίας (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, C-363/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2003, σ. I-5767, σκέψη 22).
36 Δεν αμφισβητείται ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 3, 6, παράγραφοι 1 και 3, στοιχεία α΄ και β΄, 9, παράγραφος 1, 10, παράγραφος 1, και 11 του κανονισμού 1150/2000 είχαν ήδη εφαρμογή δυνάμει των άρθρων 3, 6, παράγραφοι 1 και 2, στοιχεία α΄ και β΄, 9, παράγραφος 1, 10, παράγραφος 1, και 11 του κανονισμού 1552/89 (βλ. όσον αφορά τα ως άνω άρθρα 9, παράγραφος 1, και 11, προπαρατεθείσα απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 23).
37 Όσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται ως βεβαιωθείσα όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους ανακοινώσουν το οφειλόμενο ποσό στον οφειλέτη και ότι η ανακοίνωση αυτή πραγματοποιείται μόλις ο οφειλέτης γίνει γνωστός και το ποσό της απαίτησης μπορεί να υπολογιστεί από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές, αφού τηρηθούν όλες οι εφαρμοστέες σχετικώς κοινοτικές διατάξεις (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, C-460/01, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2005, σ. I-2613, σκέψη 85). Ομοίως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1552/89, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 1355/96 και έχει περιληφθεί στο άρθρο 2 του κανονισμού 1150/2000, έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διαπιστώνουν απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων από τη στιγμή που οι τελωνειακές τους αρχές μπορούν να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη (απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005, C-392/02, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 2005, σ. I-9811, σκέψη 61).
38 Υπ’ αυτές τις συνθήκες, όπως άλλωστε παραδέχεται η Βελγική Κυβέρνηση, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 2 του κανονισμού 1150/2000, όσον αφορά τη βεβαίωση απαιτήσεως των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων, είχαν ήδη εφαρμογή δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 1552/89.
39 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή παραδεκτώς ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 6, 9, 10 και 11 του κανονισμού 1150/2000.
Επί της ουσίας
Επί της πρώτης αιτιάσεως περί καθυστερημένης εγγραφής των βεβαιωθεισών απαιτήσεων στη λογιστική A
– Επιχειρήματα των διαδίκων
40 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000, οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί, αλλά δεν έχουν εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι’ αυτές καμία ασφάλεια, καταχωρίζονται στη λογιστική Β. Το ίδιο ισχύει και για τις απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί, αλλά δεν έχουν εισπραχθεί και καλύπτονται από εγγύηση, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αμφισβητήσεώς τους, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή διατυπώνεται εγγράφως. Τα βεβαιωμένα ποσά τα οποία καλύπτονται με εγγύηση και δεν αμφισβητούνται πρέπει να εγγράφονται στη λογιστική A, και μάλιστα εντός των ταχθεισών προς τούτο προθεσμιών, χωρίς να αναμένεται η πραγματική τους είσπραξη.
41 Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία (απόφαση της 16ης Μαΐου 1991, C-96/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1991, σ. I-2461, σκέψη 38), η υποχρέωση εγγραφής των ποσών στη λογιστική Α δεν συνδέεται με την είσπραξη των απαιτήσεων από το κράτος μέλος. Αντίθετα, επίσης, με όσα υποστηρίζει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η εν λόγω υποχρέωση υπάρχει από τη στιγμή που η απαίτηση έχει βεβαιωθεί, καλύπτεται από εγγύηση και δεν αμφισβητείται, ακόμη και αν οι εν λόγω πόροι δεν έχουν εισπραχθεί.
42 Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τηρούν την περιοριστική προθεσμία των άρθρων 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, και 10 του κανονισμού 1150/2000 για τη λογιστική καταχώριση και την απόδοση των ιδίων πόρων παρά την ύπαρξη εθνικού κανόνα σύμφωνα με τον οποίον ο οφειλέτης μπορεί να αμφισβητήσει την τελωνειακή οφειλή μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, διαφορετικά, η εν λόγω προθεσμία λογιστικής εγγραφής και αποδόσεως των εν λόγω ποσών, θα εστερείτο της πρακτικής της αποτελεσματικότητας. Η υποχρέωση αυτή δεν εμποδίζει τον οφειλέτη να ασκήσει εκτός της προθεσμίας αυτής προσφυγή, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση ή διόρθωση της οφειλής (άρθρα 2, παράγραφος 4, και 8 του κανονισμού 1150/2000).
43 Κατά την Επιτροπή, ο όρος «αμφισβήτηση» αναφέρεται πρωτίστως στη διαδικασία ασκήσεως της προσφυγής των άρθρων 243 και 245 του τελωνειακού κώδικα και μόνο δευτερευόντως στην εθνική νομοθεσία, η οποία πρέπει να είναι σύμφωνη με την κοινοτική νομοθεσία. Αν αυτή η τελευταία δεν περιέχει πλήρη ρύθμιση όσον αφορά τα ένδικα βοηθήματα σε τελωνειακές υποθέσεις, η αμφισβήτηση των απαιτήσεων πρέπει, πάντως να «ασκείται», όπως προβλέπει το άρθρο 243 του τελωνειακού κώδικα, και η άσκηση αυτή, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, προϋποθέτει ενέργεια του οφειλέτη εκδηλούμενη κατά τρόπο αντιληπτό κατά της βεβαιώσεως της οφειλής, δηλαδή έγγραφη αμφισβήτηση. Απλή παράλειψη πληρωμής δεν αρκεί συναφώς. Έτσι διασφαλίζεται η αναλογία των τύπων, δεδομένου ότι η βεβαίωση της οφειλής γίνεται επίσης εγγράφως, και η δυνατότητα να προσκομιστεί απόδειξη της ελλείψεως συγκαταθέσεως στη βεβαίωση της οφειλής, καθώς επίσης και η απαίτηση γρήγορης και ομοιόμορφης αποδόσεως των ιδίων πόρων (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-112/01, SPKR, Συλλογή 2002, σ. I-10655, σκέψεις 34 και επ.).
44 Επιπλέον, η άρνηση του εγγυοδοτικού οργανισμού να καλύψει την τελωνειακή οφειλή του οφειλέτη σημαίνει ότι αμφισβητεί, κατ’ αρχήν, όχι το βάσιμο της κύριας οφειλής, αλλά μάλλον την υποχρέωση πληρωμής της οφειλής αυτής, αφ’ ης στιγμής έχει κινηθεί η διαδικασία υποχρεωτικής εισπράξεώς της. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αμφισβήτηση του εγγυητή θεωρείται αμφισβήτηση κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000, αυτό ουδαμώς επηρεάζει την υποχρέωση εγγραφής που προβλέπει η διάταξη αυτή, δεδομένου ότι, όπως οι ίδιες οι βελγικές αρχές παραδέχθηκαν, η αμφισβήτηση του υπεύθυνου εγγυοδοτικού οργανισμού εκδηλώθηκε εν προκειμένω μετά την παρέλευση της υποχρεωτικής και καθοριστικής για την εγγραφή των ιδίων πόρων προθεσμίας.
45 Κατά την Επιτροπή, στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί το γεγονός ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν υποστήριξε ούτε απέδειξε ότι οι εν λόγω απαιτήσεις αμφισβητήθηκαν από τον εγγυητή.
46 Οι βελγικές αρχές δεν μπορούν να επικαλεστούν ούτε το γεγονός ότι ο συνολικός χαρακτήρας της εγγυήσεως τις εμποδίζει να μάθουν αν καλύπτει πράγματι μια δήλωση T1, καθόσον το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000 δεν κάνει καμιά διάκριση ως προς τη φύση της εγγυήσεως. Εξάλλου, η ευθύνη του εγγυητή είναι παρεπόμενου χαρακτήρα. Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να προσδιορίζουν το είδος των εγγυήσεων που απαιτούν για την κάλυψη τελωνειακής οφειλής, υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι η εγγύηση αυτή είναι πραγματική και επαρκής, άλλως τα εν λόγω κράτη υποχρεούνται να υποστούν τις συνέπειες. Η αντίθετη ερμηνεία, την οποία συμμερίζεται η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στη περιεχόμενο του άρθρου 6 του κανονισμού 1150/2000.
47 Από το άρθρο 195, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα προκύπτει σαφώς ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αρνηθούν την εγγύηση όταν κρίνουν ότι δεν εξασφαλίζεται απόλυτα η καταβολή της τελωνειακής οφειλής. Σε περίπτωση συστάσεως συνολικής εγγυήσεως, το άρθρο 192, τελευταίο εδάφιο, του ίδιου κώδικα προβλέπει ότι το ποσό της εγγυήσεως πρέπει να καθορίζεται σε επίπεδο που να επιτρέπει την κάλυψη ανά πάσα στιγμή του ποσού των εν λόγω τελωνειακών οφειλών. Κατά την Επιτροπή, οι διατάξεις αυτές αποδεικνύουν σαφώς ότι η ανεπαρκής εγγύηση της τελωνειακής οφειλής δεν επηρεάζει την ύπαρξη της υποχρεώσεως να διασφαλίζεται η κάλυψη της εν λόγω οφειλής με τη σύσταση εγγυήσεως. Ο ισχυρισμός των βελγικών αρχών ότι η εγγραφή ενός ποσού στη λογιστική A δεν μπορεί ποτέ να υπερβαίνει την αξία της εγγυήσεως δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στον κανονισμό 1150/2000 και δεν μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτός.
48 Η Βελγική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, σε περίπτωση μη εκκαθαρίσεως ή καταδολιευτικής εκκαθαρίσεως μιας δηλώσεως Τ1, το άρθρο 2 του κανονισμού 1552/89 προβλέπει τέσσερις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί βεβαιωθείσα μία απαίτηση των Κοινοτήτων επί του ποσού τελωνειακής οφειλής, ήτοι ότι οι τελωνειακές αρχές πρέπει να έχουν διαπιστώσει τη μη εκκαθάριση, να έχουν μπορέσει να υπολογίσουν το νομίμως οφειλόμενο ποσό, να έχουν προσδιορίσει τον οφειλέτη και να τον έχουν ενημερώσει σχετικά με την τελωνειακή οφειλή.
49 Η εν λόγω κυβέρνηση υπενθυμίζει επίσης ότι, σε περίπτωση που μία δήλωση δεν έχει εκκαθαριστεί και που ο πρωτοφειλέτης δεν προσκομίζει την απόδειξη της κανονικότητας της διαμετακομίσεως ή του τόπου όπου διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία εντός τριών μηνών από την ανακοίνωση της μη εκκαθαρίσεως, η οποία ανακοίνωση πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί εντός των ένδεκα μηνών που ακολουθούν την καταχώριση της δηλώσεως, το κράτος μέλος αναχωρήσεως οφείλει να προβαίνει στην είσπραξη των οφειλόμενων απαιτήσεων βάσει των άρθρων 378 και 379 του εκτελεστικού κανονισμού.
50 Μετά τη βεβαίωσή τους, οι απαιτήσεις πρέπει να περιλαμβάνονται στη λογιστική των ιδίων πόρων (πρόκειται για την ίδια καταχώριση με εκείνη που προβλέπουν τα άρθρα 217 και 220 του τελωνειακού κώδικα) που τηρεί κάθε κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1552/89. Σε περίπτωση που ένα ποσό που δεν έχει ακόμη εισπραχθεί καλύπτεται από εγγύηση, περιλαμβάνεται στη λογιστική A, χωρίς ωστόσο η εγγραφή να υπερβαίνει την αξία της εγγυήσεως. Όταν οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί και που καλύπτονται από εγγύηση αποτελούν αντικείμενο αμφισβητήσεως και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές κατόπιν αντιδικίας, το ποσό που καλύπτεται από εγγύηση εγγράφεται στη λογιστική B.
51 Αφού πραγματοποιηθεί η βεβαίωση, οι ίδιοι πόροι πρέπει επίσης να αποδοθούν στην Επιτροπή (άρθρο 10 του κανονισμού 1552/89), εκτός αν η είσπραξη δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας ή αδυναμίας εισπράξεως που δεν μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος μέλος (άρθρο 17 του ίδιου κανονισμού). Κάθε καθυστέρηση συνεπάγεται την καταβολή τόκων υπερημερίας (άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού).
52 Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, από τα άρθρα 10 και 17 του κανονισμού 1552/89 προκύπτει ότι η λογιστική B δημιουργήθηκε για να παράσχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προβαίνουν στη απόδοση των ποσών από τη στιγμή της εισπράξεώς τους, με σκοπό να απαλλάξει κατ’ αυτόν τον τρόπο το κράτος μέλος από την υποχρέωση να επιβαρύνεται το ίδιο με τα ποσά που δεν μπορούν να εισπραχθούν εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1552/89.
53 Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει επιπλέον ότι η περίπτωση αμφισβητήσεως των απαιτήσεων που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1552/89 προϋποθέτει ότι οι αμφισβητούμενες απαιτήσεις γνωστοποιήθηκαν στον οφειλέτη (κατόπιν της ανακοινώσεώς τους και άρα μετά την βεβαίωσή τους), κατά τρόπον ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως απαιτήσεων που δεν έχουν ακόμη εισπραχθεί, τα κράτη μέλη οφείλουν πάντοτε να εγγράφουν το ποσό των απαιτήσεων στη λογιστική B, δεδομένου ότι δεν είναι σε θέση να ξέρουν κατά τον χρόνο εκείνο αν οι απαιτήσεις θα αμφισβητηθούν αργότερα από τον οφειλέτη.
54 Η Βελγική Κυβέρνηση φρονεί ότι ο κανονισμός 1552/89 ουδαμώς συνδέει τη διαδικασία προσφυγής των άρθρων 243 και 245 του τελωνειακού κώδικα με την έννοια της «αμφισβητήσεως» που περιέχεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού και ότι δεν παρέχεται καμία διευκρίνιση όσον αφορά τον τύπο με τον οποίον πρέπει να εκδηλώνεται η αμφισβήτηση αυτή. Εξάλλου, η κοινοτική νομοθεσία δεν περιέχει καμιά διάταξη σχετική με τον τρόπο και την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να αμφισβητείται μία οφειλή. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η αναγωγή στην εθνική νομοθεσία ή στις διοικητικές πρακτικές που βρίσκονται σε ισχύ στο κράτος μέλος.
55 Κατά το έτος 1997, στη διάρκεια του οποίου έπρεπε, σύμφωνα με την Επιτροπή, να έχουν εκδηλωθεί ρητώς οι αμφισβητήσεις, δεν κινήθηκε καμία διοικητική διαδικασία προσφυγής από τους οφειλέτες στο Βέλγιο και, επιπλέον, η μη εκκαθάριση ή η καταδολιευτική εκκαθάριση των εγγράφων εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως τιμωρούνταν ως ποινικό αδίκημα. Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, ωστόσο, αυτό δεν εμπόδιζε τον οφειλέτη να αμφισβητήσει την απαίτηση ατύπως (χωρίς να υπόκειται σε τύπους ή προθεσμίες). Συναφώς, το γεγονός καθεαυτό ότι ο πρωτοφειλέτης δεν δίνει συνέχεια στο αίτημα πληρωμής ερμηνεύεται από τη διοίκηση, βάσει τεκμηρίων και της μακράς πείρας της σε θέματα παρατυπιών στο καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως, ως αμφισβήτηση των απαιτήσεων.
56 Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει επιπλέον ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η εγγύηση είναι συνολική και συστήνεται για να καλύψει περισσότερες δηλώσεις. Καίτοι το τελωνείο αναχωρήσεως μπορεί, κατά την επικύρωση της δηλώσεως T1 να ελέγξει την ύπαρξη και το κύρος της εγγυήσεως μέσω του πιστοποιητικού και της εν λόγω δηλώσεως, δεν έχει, εντούτοις, τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν η συνολική εγγύηση έχει ήδη χρησιμοποιηθεί από άλλα τελωνεία για την κάλυψη άλλων δηλώσεων T1 ή αν το ποσό της συνολικής εγγυήσεως έχει ήδη χρησιμοποιηθεί στο σύνολό του ή, ακόμη, αν το έγγραφο είναι πλαστό. Ως εκ τούτου, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 379, παράγραφος 2, του εκτελεστικού κανονισμού, το τελωνείο αναχωρήσεως δεν μπορεί να είναι βέβαιο για την αποτελεσματικότητα της εγγυήσεως αυτής, οπότε δικαιολογείται η καταχώριση των αμφισβητούμενων ποσών στη λογιστική B. Επιπλέον, ο εγγυητής έχει επίσης δικαίωμα να αμφισβητήσει την απόφαση των τελωνειακών αρχών, αν παράγει δυσμενείς γι’ αυτόν συνέπειες. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη την κοινοτική νομοθεσία στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας δίκης.
57 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι, όταν μία απαίτηση καλύπτεται εξ ολοκλήρου από μεμονωμένη εγγύηση (η οποία προβλέπεται από το άρθρο 373 του εκτελεστικού κανονισμού), οπότε το κράτος μέλος μπορεί να είναι βέβαιο ότι πρόκειται για εγγύηση πραγματική και επαρκή και μπορεί να καθορίσει ελεύθερα το είδος της εγγυήσεως που απαιτεί, το κράτος αυτό υποχρεούται να εγγράφει το ποσό αυτό στη λογιστική A κατά τη λήξη της σχετικής προθεσμίας (σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1150/2000), εκτός αν έχει εκδηλωθεί αμφισβήτηση που μπορεί να προκαλέσει μεταβολή στο ποσό των εν λόγω απαιτήσεων από τον κύριο οφειλέτη, τον εγγυητή ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και πριν τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας. Σε περίπτωση που η απαίτηση δεν καλύπτεται από εγγύηση, εν όλω ή εν μέρει, και που οι τελωνειακές αρχές έχουν ασκήσει ορθώς την εξουσία, που τους παρέχεται στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, να χορηγούν απαλλαγή από την εγγύηση ή μείωση του ποσού της, δυνάμει του άρθρου 361 του εκτελεστικού κανονισμού, πρέπει να θεωρηθεί ότι, για τους σκοπούς της νομοθεσίας, η οφειλή δεν καλύπτεται από εγγύηση και ότι πρέπει να εγγραφεί στη λογιστική B. Επικουρικώς, σε περίπτωση που μία απαίτηση καλύπτεται εν μέρει μόνον από εγγύηση, το κράτος μέλος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εγγράφει στη λογιστική A μόνο το μέρος που καλύπτεται πράγματι από εγγύηση. Επικουρικότερα, σε περίπτωση που μία απαίτηση καλύπτεται από συνολική εγγύηση, πρέπει παρ’ όλα αυτά να θεωρείται ότι δεν καλύπτεται, μέχρις ότου οι τελωνειακές αρχές επιβεβαιώσουν ότι η απαίτηση καλύπτεται πράγματι από πραγματική και επαρκή εγγύηση.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
58 Επιβάλλεται η επισήμανση ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν αμφισβητούνται ούτε η ύπαρξη της τελωνειακής οφειλής ούτε το ποσό των επίδικων απαιτήσεων, ήτοι τα ποσά των 44,62 ευρώ, 205,55 ευρώ και 111,78 ευρώ, αντιστοίχως. Αντιθέτως, η Βελγική Κυβέρνηση αμφισβητεί την αιτίαση της Επιτροπής ότι ενέγραψε τα επίδικα ποσά στη λογιστική A καθυστερημένα, δηλαδή μόνο μετά την πραγματική είσπραξή τους στα τέλη του 1997.
59 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν λογαριασμούς των ιδίων πόρων στο Δημόσιο Ταμείο ή στον οργανισμό που εκείνα ορίζουν. Κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 3, στοιχεία α΄ και β΄, του ίδιου άρθρου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταχωρίζουν τις απαιτήσεις «που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2» του ίδιου κανονισμού, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση, είτε στη λογιστική Α, όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, είτε στη λογιστική Β.
60 Κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1150/2000, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων βεβαιώνεται «άπαξ και πληρούνται» οι προϋποθέσεις που προβλέπει η τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη «λογιστική καταχώριση» του ποσού της απαιτήσεως και την «ανακοίνωσή» του στον οφειλέτη. Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση που προβλέπει η παράγραφος 1 είναι η ημερομηνία της λογιστικής καταχωρίσεως που προβλέπει η τελωνειακή νομοθεσία.
61 Όσον αφορά τη «λογιστική καταχώριση» και την «ανακοίνωση» του ποσού της απαιτήσεως στον οφειλέτη, το άρθρο 2 του κανονισμού 1150/2000 παραπέμπει στην τελωνειακή νομοθεσία, δηλαδή, εν προκειμένω, στον τελωνειακό κώδικα και στον εκτελεστικό κανονισμό.
62 Όπως έκρινε το Δικαστήριο στη σκέψη 59 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Δανίας, από τα άρθρα 217, 218 και 221 του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι οι προμνημονευθείσες προϋποθέσεις πληρούνται όταν οι τελωνειακές αρχές έχουν τα αναγκαία στοιχεία και, επομένως, είναι σε θέση να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από μια τελωνειακή οφειλή και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 71, και C-104/02, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2005, σ. Ι-2689, σκέψη 80). Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση να διαπιστώνουν τις απαιτήσεις, έστω και αν τις αμφισβητούν, άλλως υπάρχει κίνδυνος διαταράξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας της Κοινότητας από τη συμπεριφορά κράτους μέλους (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 60).
63 Εντεύθεν, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να βεβαιώσουν μια απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων από τη στιγμή που οι τελωνειακές τους αρχές μπορούν να υπολογίσουν το ποσό των δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή και να προσδιορίσουν τον οφειλέτη (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 61) και, ως εκ τούτου, να προβούν στη λογιστική καταχώριση των εν λόγω απαιτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 1150/2000.
64 Στην κρινομένη υπόθεση δεν προσάπτεται στις βελγικές αρχές ούτε ότι βεβαίωσαν καθυστερημένα την επίδικη απαίτηση επί των ιδίων πόρων ούτε ότι παρέλειψαν τη λογιστική καταχώριση των βεβαιωθεισών απαιτήσεων αμέσως μετά τη βεβαίωση αυτή, αλλά ότι καταχώρισαν τα επίδικα ποσά, τα οποία είχαν βεβαιωθεί και ανακοινωθεί στον κύριο οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του τελωνειακού κώδικα και του εκτελεστικού κανονισμού, στη λογιστική B, αντί να τα εγγράψουν στη λογιστική A εντός της προθεσμίας του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1150/2000.
65 Όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων, το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1150/2000 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταχωρίζουν στη λογιστική Α τις απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το προμνησθέν άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας καταχωρίσεως στη λογιστική Β, εντός της ίδιας προθεσμίας, των βεβαιωθεισών απαιτήσεων που «δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί» και για τις οποίες «δεν έχει συσταθεί καμία ασφάλεια», καθώς και των απαιτήσεων που έχουν βεβαιωθεί και «καλύπτονται από εγγυήσεις [και οι οποίες] αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, συνεπεία αντιδικίας».
66 Προς απόδοση των ιδίων πόρων, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000 προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος πιστώνει το ποσό των ιδίων πόρων στον λογαριασμό που έχει ανοιγεί προς τούτο στο όνομα της Επιτροπής σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της τελευταίας αυτής διατάξεως, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα εισπράξεως, η λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση σύμφωνα με το άρθρο 2, πλην των απαιτήσεων που καταχωρίζονται στη λογιστική Β κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού αυτού και των οποίων η λογιστική καταχώριση πρέπει να διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της «είσπραξης».
67 Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει, αφενός, ότι οι απαιτήσεις τις οποίες αφορά η παρούσα δίκη ήταν «αμφισβητούμενες» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000 και ότι, επομένως, τα εν λόγω ποσά μπορούσαν εγκύρως να καταχωριστούν στη λογιστική B μέχρι την πραγματική τους είσπραξη. Η αμφισβήτηση κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας στοιχειοθετείται με μόνη την άρνηση πληρωμής και χωρίς υποκείμενη σε τύπους προσφυγή. Επίσης, μπορεί να προέρχεται τόσο από τον εγγυητή όσο και από τον πρωτοφειλέτη.
68 Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι μόνη η μη πληρωμή των επίδικων ποσών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με αμφισβήτηση των απαιτήσεων κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000. Το άρθρο 243, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει ρητώς ότι η προσφυγή που κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας οι οποίες το αφορούν άμεσα και ατομικά, πρέπει να «ασκείται» στο κράτος μέλος στο οποίο ελήφθη η απόφαση ή υπεβλήθη η αίτηση για την έκδοσή της, ενώ η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου 243 διευκρινίζει ότι το δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκηθεί, κατ’ αρχάς, ενώπιον της τελωνειακής αρχής και, στη συνέχεια, «ενώπιον μιας ανεξάρτητης αρχής». Η υποχρέωση ασκήσεως τυπικής προσφυγής, όπως προβλέπει η προπαρατεθείσα διάταξη, επιβάλλεται για λόγους ασφάλειας δικαίου και παρέχει τη δυνατότητα εξασφαλίσεως γρήγορης και ομοιόμορφης εφαρμογής των τελωνειακών διατάξεων, με σκοπό τη γρήγορη και αποτελεσματική απόδοση των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 60).
69 Υπ’ αυτές τις συνθήκες και ελλείψει αποδείξεως της αμφισβητήσεως των επίδικων απαιτήσεων από τον πρωτοφειλέτη εντός της προθεσμίας του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η συμπεριφορά του πρωτοφειλέτη δικαιολογούσε την εγγραφή των εν λόγω απαιτήσεων στη λογιστική B.
70 Όσον αφορά την επιχειρηματολογία κατά την οποία η αμφισβήτηση κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000 μπορεί να προέρχεται από τον εγγυητή, αρκεί η παρατήρηση ότι, στην προκειμένη περίπτωση, όχι μόνο δεν αποδείχθηκε, αλλ’ ούτε καν προβλήθηκε από την εν λόγω κυβέρνηση ότι οι επίδικες απαιτήσεις είχαν αμφισβητηθεί από τον εγγυητή πριν τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπει η διάταξη αυτή ή ότι οι επίδικες απαιτήσεις ενδέχεται να υποστούν μεταβολές συνεπεία αντιδικίας.
71 Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι οι επίδικες απαιτήσεις που δεν έχουν εισπραχθεί μπορούσαν συννόμως να εγγραφούν στη λογιστική B, καθόσον δεν καλύπτονταν πραγματικά από εγγυήσεις κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, κατά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για τη λογιστική καταχώριση των επίδικων απαιτήσεων.
72 Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι η εν λόγω κυβέρνηση, καίτοι παραδέχεται ότι οι επίδικες απαιτήσεις καλύπτονταν από εγγύηση, δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι η εν λόγω εγγύηση ήταν ανεπαρκής για την εξασφάλιση της πληρωμής των ποσών αυτών κατά τη λήξη της ως άνω προθεσμίας.
73 Η εσφαλμένη καταχώριση των απαιτήσεων στη λογιστική B είχε ως αποτέλεσμα την καθυστερημένη εγγραφή των ιδίων πόρων που πιστώνονται στον λογαριασμό της Επιτροπής, η οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10 του κανονισμού 1150/2000, πρέπει να διενεργείται εντός της ίδιας προθεσμίας με αυτήν που προβλέπεται για την καταχώριση των απαιτήσεων αυτών στη λογιστική A κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του ίδιου κανονισμού.
74 Δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 1150/2000, κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων για όλη την περίοδο της καθυστερήσεως. Αυτοί οι τόκοι υπερημερίας είναι απαιτητοί ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο η εγγραφή αυτών των ιδίων πόρων στον λογαριασμό της Επιτροπής έγινε εκπρόθεσμα (βλ., μεταξύ άλλων, προμνησθείσα απόφαση της 14ης Απριλίου 2005, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 91).
75 Συνεπώς, οι καθυστερήσεις που διαπιστώθηκαν κατά την εγγραφή των ιδίων πόρων στον λογαριασμό της Επιτροπής δημιουργούν, σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 1150/2000, απαίτηση σε τόκους υπερημερίας των οποίων η μη καταβολή δεν αμφισβητείται από το Βασίλειο του Βελγίου.
76 Ως εκ τούτου, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής περί παραβάσεως των άρθρων 6, 9, 10 και 11 του κανονισμού 1150/2000 είναι βάσιμη.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως περί αρνήσεως ανακοινώσεως των στοιχείων στην Επιτροπή
– Επιχειρήματα των διαδίκων
77 Όσον αφορά την αιτίαση περί αρνήσεως των βελγικών αρχών να προσκομίσουν στην Επιτροπή κατάσταση με τις δηλώσεις κοινοτικής διαμετακομίσεως που δεν έχουν εκκαθαριστεί από το 1995 και που σχετίζονται με άλλες πράξεις για τις οποίες η εγγραφή στον λογαριασμό του εν λόγω οργάνου πραγματοποιήθηκε καθυστερημένα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι εν λόγω αρχές ήταν πλήρως ενήμερες για το ότι εξέταζε αν ήταν αναγκαία μία διόρθωση πέραν ορισμένων μεμονωμένων περιπτώσεων και ότι όφειλαν, για τον λόγο αυτόν, να έχουν διατηρήσει όχι μόνο τα έγγραφα που εξετάστηκαν κατά τον έλεγχο, αλλά και όλα τα έγγραφα που είχαν τύχει της ίδιας λογιστικής επεξεργασίας πέραν του διαστήματος των τριών ημερολογιακών ετών από το τέλος του έτους το οποίο αφορούν αυτά τα δικαιολογητικά. Προβαίνοντας στην καταστροφή των εγγράφων αυτών, οι εν λόγω αρχές παρέβησαν το άρθρο 3 του κανονισμού 1150/2000. Εξάλλου, το Βασίλειο του Βελγίου υπέχει την υποχρέωση συνεργασίας που απορρέει από το άρθρο 10 ΕΚ και όφειλε, επομένως, να διαβιβάσει τα στοιχεία αυτά στην Επιτροπή (βλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 2002, C-10/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2002, σ. I‑2357, σκέψεις 88 και 89). Η εξέλιξη των γεγονότων αποδεικνύει ότι η Βελγική Κυβέρνηση, αντίθετα με όσα υποστηρίζει, δεν ήταν σε θέση να συμπεράνει ότι η Επιτροπή έμεινε ικανοποιημένη από τις απαντήσεις που έλαβε κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας.
78 Η Βελγική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι οι υποχρεώσεις των κρατών μελών σχετικά με τους ελέγχους των ιδίων πόρων περιλαμβάνονται κατά τρόπο επίσημο και συγκεκριμένο στο άρθρο 18 του κανονισμού 1552/89.
79 Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι νομιμοποιούνταν να θεωρήσει ότι είχε εφαρμόσει ορθώς την κοινοτική νομοθεσία.
80 Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η πρόσκληση, όπως διατυπώθηκε από την Επιτροπή, για έλεγχο όλων των δηλώσεων εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως που είχαν επικυρωθεί στα βελγικά τελωνεία, οι οποίες, 14 μήνες μετά την επικύρωση τους δεν είχαν ακόμη εκκαθαριστεί, δηλαδή περίπου 10 000 δηλώσεων ετησίως, καθώς και για διαβίβαση των λογιστικών στοιχείων περιόδου μεγαλύτερης των τριών ετών, δεν ήταν αρκούντως ακριβής όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε ανάλογη των διαπιστώσεων των εκπροσώπων της Επιτροπής που διενήργησαν τον έλεγχο (τρεις μη εκκαθαρισμένες δηλώσεις Tl που αφορούσαν ποσά απαιτήσεων ύψους 44,62 ευρώ, 205,55 ευρώ και 111,78 ευρώ αντιστοίχως). Επιπλέον, ήταν απολύτως αδύνατο να εξεταστούν 30 000 περίπου φάκελοι, αφενός, λαμβανομένων υπόψη των διαθέσιμων μέσων και υπαλλήλων προσωπικού και, αφετέρου, επειδή τα αρχεία δεν διατηρούνταν πλέον (πέραν της υποχρεωτικής προθεσμίας των τριών ετών). Η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι της ήταν αδύνατο να εξασφαλίσει τα έγγραφα ή να ικανοποιήσει την εξέταση που της ζητήθηκε υπό εύλογες συνθήκες και χωρίς να αποσταθεροποιήσει τις υπηρεσίες της και την οργάνωσή τους (βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα απόφαση της 7ης Μαρτίου 2002, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 91).
81 Μόνο για τα έτη 1995 έως 1997, η διατήρηση των εγγράφων θα αφορούσε περί τα 12 εκατομμύρια δηλώσεις μαζί με τα δικαιολογητικά τους, χωρίς να συνυπολογιστούν οι δηλώσεις για το τρέχον έτος. Τα μέσα που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για τη διατήρηση και την αποθήκευση θα συνεπάγονταν μεγάλη υλική και οικονομική επιβάρυνση. Είναι αδύνατη, από υλικής και οικονομικής απόψεως, η παράταση, για πολλά επιπλέον έτη, της διάρκειας διατηρήσεως των εγγράφων αυτών.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου
82 Κατά πάγια νομολογία, από το άρθρο 10 ΕΚ προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να συνεργάζονται καλοπίστως όσον αφορά οποιαδήποτε έρευνα που η Επιτροπή διεξάγει δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ και να παρέχουν στην τελευταία όλες τις ζητούμενες για τον σκοπό αυτό πληροφορίες (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2003, C-478/01, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2003, σ. Ι-2351, σκέψη 24).
83 Όσον αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν, σε καλόπιστη συνεργασία με την Επιτροπή, όλα τα μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής των κοινοτικών διατάξεων περί βεβαιώσεως των ενδεχόμενων ιδίων πόρων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από την εν λόγω υποχρέωση, η οποία προβλέπεται ειδικότερα σε σχέση με τον έλεγχο από το άρθρο 18 του κανονισμού 1552/89, προκύπτει ότι, όταν η Επιτροπή εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα παρεχόμενα από το οικείο κράτος μέλος στοιχεία, το κράτος μέλος αυτό υποχρεούται να θέτει τα δικαιολογητικά και άλλα χρήσιμα έγγραφα στη διάθεση της Επιτροπής υπό εύλογες συνθήκες, προκειμένου το εν λόγω όργανο να μπορεί να ελέγχει εάν και, ενδεχομένως, σε ποιο βαθμό τα οικεία ποσά αφορούν ιδίους πόρους των Κοινοτήτων (προπαρατεθείσα απόφαση της 7ης Μαρτίου 2002, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψεις 89 έως 91).
84 Μετά τους ελέγχους που διενήργησαν οι υπάλληλοι της Επιτροπής στο Βέλγιο τον Δεκέμβριο του 1997, οι οποίοι αποκάλυψαν ορισμένες περιπτώσεις οριστικώς βεβαιωμένων απαιτήσεων, σχετικών με πράξεις καλυπτόμενες από έγγραφα T1, οι οποίες καταχωρίστηκαν στη λογιστική Β, ενώ, κατά την Επιτροπή, έπρεπε να καταχωριστούν στη λογιστική A, το εν λόγω όργανο ζήτησε επανειλημμένως, από τον Απρίλιο του 1998 και εντεύθεν, από τις βελγικές αρχές να ελέγξουν αν σημειώθηκαν και άλλες καθυστερήσεις μετά την 1η Ιανουαρίου 1995 στην απόδοση των ιδίων πόρων λόγω καθυστερημένης εγγραφής στη λογιστική Α και, αν ισχύει κάτι τέτοιο, να της γνωστοποιήσουν τις υποθέσεις αυτές, προκειμένου να μπορέσει να υπολογίσει τους τόκους υπερημερίας που της οφείλονται, σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 1150/2000, λόγω καθυστερήσεως στην απόδοση των ιδίων πόρων.
85 Παραλείποντας να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό, το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 ΕΚ.
86 Πράγματι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 84 της παρούσας αποφάσεως, το αίτημα της Επιτροπής δικαιολογούνταν από την αποκάλυψη, κατά τον έλεγχο που διενήργησε τον Δεκέμβριο του 1997, ορισμένων περιπτώσεων οι οποίες, κατά το εν λόγω όργανο, συνιστούσαν παράβαση του κανονισμού 1552/89. Επομένως, η Επιτροπή είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει από το Βασίλειο του Βελγίου να της παράσχει πληροφορίες σχετικές με άλλες παρόμοιες περιπτώσεις από 1ης Ιανουαρίου 1995, δεδομένου μάλιστα ότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε τα δικαιολογητικά που αφορούν τη βεβαίωση και την απόδοση των ιδίων πόρων να φυλάττονται επί τουλάχιστον τρία ημερολογιακά έτη από το τέλος του έτους το οποίο αφορούν.
87 Η έκταση και η πολυπλοκότητα των απαιτούμενων ενεργειών της διοικήσεως των τελωνείων δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη παρά μόνον στον βαθμό που οι βελγικές αρχές δικαιολογούν τη θέση τους ως αποτέλεσμα ερμηνείας της κοινοτικής ρυθμίσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο (βλ., σκέψεις 67 και 68 της παρούσας αποφάσεως).
88 Καταστρέφοντας τα αρχεία που αναφέρονται στην περίοδο εκείνη, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών με τους τρεις φακέλους που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας δίκης, η Βελγική Κυβέρνηση παρέβη προδήλως τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3 του κανονισμού 1150/2000, το τρίτο εδάφιο του οποίου προβλέπει ότι, εάν ο έλεγχος που διενεργεί η εθνική διοίκηση, μόνη της ή από κοινού με την Επιτροπή, όσον αφορά τα δικαιολογητικά που αναφέρονται σε βεβαίωση, αποκαλύψει την ανάγκη διορθώσεως της βεβαιώσεως αυτής, τα εν λόγω δικαιολογητικά φυλάττονται και πέραν της προθεσμίας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου επί όσο χρονικό διάστημα απαιτεί η διόρθωση και ο έλεγχος της.
89 Υπό τις συνθήκες αυτές, η δεύτερη αιτίαση περί παραβάσεως των άρθρων 10 ΕΚ και 3 του κανονισμού 1150/2000 είναι επίσης βάσιμη.
90 Κατόπιν των ανωτέρω, κρίνεται ότι:
– παραλείποντας να καταχωρίσει εμπροθέσμως τις βεβαιωθείσες απαιτήσεις στα λογιστικά βιβλία του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000,
– παραλείποντας να ελέγξει αν, από την 1η Ιανουαρίου 1995, υπήρξαν και άλλες καθυστερήσεις στην απόδοση των ιδίων πόρων κατόπιν καθυστερημένης καταχωρίσεως στα λογιστικά βιβλία του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1150/2000, καταστρέφοντας τα αρχεία που αφορούν την περίοδο αυτή, και να γνωστοποιήσει τις εν λόγω καθυστερήσεις στην Επιτροπή, προκειμένου αυτή να μπορέσει να υπολογίσει τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας που της οφείλονται, σύμφωνα με το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού, λόγω καθυστερημένης αποδόσεως των ιδίων πόρων,
το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 6, 9, 10 και 11 του κανονισμού 1150/2000, ο οποίος, από τις 31 Μαΐου 2000, κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 1552/89, του οποίου το αντικείμενο είναι πανομοιότυπο, και από το άρθρο 10 της Συνθήκης ΕΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
91 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί το Βασίλειο του Βελγίου και το τελευταίο ηττήθηκε, το Βασίλειο του Βελγίου πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, το Ηνωμένο Βασίλειο φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Παραλείποντας να καταχωρίσει εμπροθέσμως τις βεβαιωθείσες απαιτήσεις στα λογιστικά βιβλία του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων,
παραλείποντας να ελέγξει αν, από την 1η Ιανουαρίου 1995, υπήρξαν και άλλες καθυστερήσεις στην απόδοση των ιδίων πόρων κατόπιν καθυστερημένης καταχωρίσεως στα λογιστικά βιβλία του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1150/2000, καταστρέφοντας τα αρχεία που αφορούν την περίοδο αυτή, και να γνωστοποιήσει τις εν λόγω καθυστερήσεις στην Επιτροπή, προκειμένου αυτή να μπορέσει να υπολογίσει τους οφειλόμενους τόκους υπερημερίας που της οφείλονται, σύμφωνα με το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού, λόγω καθυστερημένης αποδόσεως των ιδίων πόρων,
το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 6, 9, 10 και 11 του κανονισμού 1150/2000, ο οποίος, από τις 31 Μαΐου 2000, κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΟΚ, Eυρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, του οποίου το αντικείμενο είναι πανομοιότυπο, και από το άρθρο 10 της Συνθήκης ΕΚ.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy