Υπόθεση C-300/04
M. G. Eman και O. B. Sevinger
κατά
College van burgemeester en wethouders van Den Haag
(αίτηση του Raad van State για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — Εκλογές — Δικαίωμα του εκλέγειν — Προϋπόθεση διαμονής στις Κάτω Χώρες για τους Ολλανδούς υπηκόους της Αρούμπα — Ιθαγένεια της Ενώσεως»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ιθαγένεια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως — Διατάξεις της Συνθήκης — Προσωπικό πεδίο εφαρμογής
(Άρθρα 17 ΕΚ και 299 § 3 ΕΚ)
2. Κοινοβούλιο — Εκλογές — Δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι — Δικαιούχοι
(Άρθρα 19 ΕΚ, 189 ΕΚ, 190 ΕΚ· Πράξη περί εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση καθολική ψηφοφορία)
3. Ένωση υπερπόντιων χωρών και εδαφών — Δεν εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης ελλείψει ρητής μνείας
(Άρθρα 19 § 2 ΕΚ, 182 ΕΚ, 189 ΕΚ και 190 ΕΚ)
4. Κοινοβούλιο — Εκλογές — Πρόσωπο που αποκλείεται από τη συμμετοχή στις εκλογές λόγω εθνικής διατάξεως αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο
5. Κοινοτικό δίκαιο — Δικαιώματα που έλκουν οι ιδιώτες — Προσβολή από κράτος μέλος — Υποχρέωση αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε στους ιδιώτες
1. Άτομα που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους και διαμένουν ή κατοικούν σε έδαφος ανήκον στις Υπερπόντιες Χώρες και Εδάφη κατά την έννοια του άρθρου 299, παράγραφος 3, ΕΚ μπορούν να επικαλούνται τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους πολίτες της Ενώσεως δυνάμει του δεύτερου μέρους της Συνθήκης ΕΚ.
(βλ. σκέψη 29, διατακτ. 1)
2. Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, ο καθορισμός των ατόμων που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου.
Πράγματι, ούτε τα άρθρα 189 ΕΚ και 190 ΕΚ ούτε η Πράξη περί εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση καθολική ψηφοφορία αναφέρουν ρητά και συγκεκριμένα ποιοι είναι οι έχοντες το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κανένα σαφές συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί συναφώς από τα άρθρα 189 ΕΚ και 190 ΕΚ, τα οποία αφορούν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ορίζουν ότι αυτό αποτελείται από εκπροσώπους των λαών των κρατών μελών, καθότι δεν δίδεται ορισμός του όρου «λαοί» και αυτός ενδέχεται να έχει διαφορετικές έννοιες ανάλογα με τα κράτη μέλη και τις γλώσσες της Ενώσεως. Περαιτέρω, οι διατάξεις του δεύτερου μέρους της Συνθήκης, σχετικά με την ιθαγένεια της Ενώσεως, δεν αναγνωρίζουν στους πολίτες της Ενώσεως απηλλαγμένο πάσης αιρέσεως δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 19, παράγραφος 2, ΕΚ προβλέπει απλώς ότι για το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι ισχύει η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας.
Κατά συνέπεια, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τίποτε δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη, εφόσον τηρούν το κοινοτικό δίκαιο, να καθορίζουν τις προϋποθέσεις ασκήσεως του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο την κατοικία στην επικράτεια εντός της οποίας διεξάγονται οι εκλογές.
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όμως, απαγορεύει τα επιλεγέντα κριτήρια να έχουν ως αποτέλεσμα τη διαφορετική μεταχείριση των υπηκόων που τελούν σε παρόμοιες καταστάσεις, εφόσον αυτή η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται αντικειμενικά.
(βλ. σκέψεις 44-45, 52-53, 61, διατακτ. 2)
3. Οι υπερπόντιες χώρες και εδάφη (ΥΧΕ) εμπίπτουν σε ειδικό καθεστώς συνδέσεως οριζόμενο στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης (άρθρα 182 ΕΚ έως 188 ΕΚ), οπότε οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης δεν τυγχάνουν εφαρμογής γι’ αυτές χωρίς ρητή μνεία.
Συνεπώς, τα άρθρα 189 ΕΚ και 190 ΕΚ, που αφορούν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν έχουν εφαρμογή στις εν λόγω χώρες και εδάφη και τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να οργανώνουν στις χώρες αυτές εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Περαιτέρω, το άρθρο 19, παράγραφος 2, ΕΚ, βάσει του οποίου καθιερώνεται η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας στο δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δεν έχει εφαρμογή στους πολίτες της Ενώσεως που κατοικούν σε ΥΧΕ και επιθυμούν να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοοι.
(βλ. σκέψεις 44, 46-47, 53)
4. Ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικής με τις διαφορές που αφορούν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να ορίσει τα μέτρα που παρέχουν τη δυνατότητα αποκαταστάσεως των δικαιωμάτων ατόμου που, λόγω εθνικής διατάξεως αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο, δεν ενεγράφη στους εκλογικούς καταλόγους για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 10 Ιουνίου 2004 και δεν μπόρεσε, ως εκ τούτου, να μετάσχει στις εν λόγω εκλογές. Τα μέτρα αυτά, τα οποία μπορούν να περιλαμβάνουν την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου καταλογιζομένης στο κράτος, δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκά από εκείνα που αφορούν δικαιώματα αντλούμενα από την εσωτερική έννομη τάξη (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας).
(βλ. σκέψεις 67, 71, διατακτ. 3)
5. Η αρχή της ευθύνης ενός κράτους μέλους για ζημίες προκληθείσες σε ιδιώτες λόγω παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου οι οποίες του καταλογίζονται είναι εγγενής στο σύστημα της Συνθήκης και το κράτος μέλος οφείλει, συναφώς, να αποκαταστήσει τις προκληθείσες ζημίες, εφόσον ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου αποσκοπεί στη χορήγηση δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η παράβαση είναι κατάφωρη και υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως του κράτους και της βλάβης που υπέστησαν οι ζημιωθέντες, χωρίς πάντως να αποκλείεται η δυνατότητα να ανακύψει ευθύνη του Δημοσίου υπό λιγότερο περιοριστικές προϋποθέσεις βάσει του εθνικού δικαίου.
Με την επιφύλαξη του δικαιώματος αποζημιώσεως, το οποίο ευρίσκει έρεισμα απευθείας στο κοινοτικό δίκαιο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προσδιορίζονται στην προηγούμενη σκέψη, το κράτος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί ευθύνης, εφόσον εξυπακούεται ότι οι προϋποθέσεις τις οποίες ορίζουν οι διάφορες εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο, ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την αποζημίωση.
(βλ. σκέψεις 69-70)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 12ης Σεπτεμβρίου 2006 (*)
«Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – Εκλογές – Δικαίωμα του εκλέγειν – Προϋπόθεση διαμονής στις Κάτω Χώρες για τους Ολλανδούς υπηκόους της Αρούμπα – Ιθαγένεια της Ενώσεως»
Στην υπόθεση C-300/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Raad van State (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 13ης Ιουλίου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Ιουλίου 2004, στο πλαίσιο της διαδικασίας
M. G. Eman,
O. B. Sevinger
κατά
College van burgemeester en wethouders van Den Haag,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, C. W. A. Timmermans, A. Rosas (εισηγητή), K. Schiemann και J. Makarczyk, προέδρους τμήματος, J.-P. Puissochet, P. Kūris, E. Juhász, E. Levits και A. Ó Caoimh, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Ιουλίου 2005,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– οι M. G. Eman και O. B. Sevinger, εκπροσωπούμενοι από τον A. G. Croes,
– η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τις H. G. Sevenster και C. M. Wissels,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη N. Díaz Abad, και τους F. Díez Moreno και I. del Cuvillo Contreras,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους R. Abraham, G. de Bergues, E. Puisais και τη C. Jurgensen,
– η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενη από τη R. Caudwell, επικουρούμενη από τους D. Anderson και D. Wyatt, QC, καθώς και τον M. Chamberlain, barrister,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους C. Ladenburger και P. van Nuffel,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Απριλίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 17 ΕΚ, 19, παράγραφος 2, ΕΚ, 189 ΕΚ, 190 ΕΚ και 299, παράγραφος 3, ΕΚ.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των M. G. Eman και O. B. Sevinger (στο εξής: ασκούντες το ένδικο μέσο στην κύρια δίκη), αμφοτέρων ολλανδικής υπηκοότητας και κατοίκων Oranjestad (Αρούμπα), και του College van burgemeester en wethouders van Den Haag (Κάτω Χώρες), σχετικά με την εκ μέρους του τελευταίου απόρριψη της αιτήσεώς τους περί εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 10 Ιουνίου 2004.
Το νομικό πλαίσιο
Το διεθνές δίκαιο
3 Το άρθρο 3 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), προβλέπει τα εξής:
«Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διενεργούν, κατά [εύλογα] διαστήματα, ελεύθερες μυστικές εκλογές, υπό συνθήκες επιτρέπουσες την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής [βουλήσεως] ως προς την εκλογή του νομοθετικού σώματος.»
Το κοινοτικό δίκαιο
4 Το άρθρο 17 ΕΚ έχει ως εξής:
«1. Θεσπίζεται ιθαγένεια της Ένωσης. Πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους. Η ιθαγένεια της Ένωσης συμπληρώνει και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια.
2. Οι πολίτες της Ένωσης έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από την παρούσα Συνθήκη.»
5 Το άρθρο 19, παράγραφος 2, ΕΚ έχει ως εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 190, παράγραφος 4, και των διατάξεων που θεσπίζονται προς εφαρμογή του, κάθε πολίτης της Ένωσης που κατοικεί σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοος έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο κράτος μέλος της κατοικίας του, υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του εν λόγω κράτους […]»
6 Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως εξέδωσε την οδηγία 93/109/ΕΚ, της 6ης Δεκεμβρίου 1993, για τις λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τους πολίτες της Ένωσης που κατοικούν σε ένα κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοοι (ΕΕ L 329, σ. 34). Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Κάθε πρόσωπο το οποίο, κατά την ημέρα αναφοράς:
α) είναι πολίτης της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της συνθήκης,
και
β) χωρίς να έχει την ιθαγένεια, συγκεντρώνει, κατά τα λοιπά, τις προϋποθέσεις από τις οποίες η νομοθεσία του κράτους μέλους της κατοικίας εξαρτά το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι των υπηκόων του,
έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στο κράτος μέλος της κατοικίας κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αν δεν έχει κηρυχθεί έκπτωτο των δικαιωμάτων αυτών δυνάμει των άρθρων 6 ή 7.»
7 Το άρθρο 5 της οδηγίας 93/109 έχει ως εξής:
«Εάν, για να είναι εκλογείς ή εκλόγιμοι, οι υπήκοοι του κράτους μέλους της κατοικίας πρέπει να κατοικούν από ελάχιστο χρονικό διάστημα στην εκλογική επικράτεια, οι κοινοτικοί εκλογείς και εκλόγιμοι λογίζονται ότι πληρούν την ως άνω προϋπόθεση εφόσον έχουν κατοικήσει επί αντίστοιχο χρόνο σε άλλα κράτη μέλη. Η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των ειδικών προϋποθέσεων των συνυφασμένων με τη διάρκεια κατοικίας σε ορισμένη εκλογική περιφέρεια ή δήμο/κοινότητα.»
8 Το άρθρο 189, πρώτο εδάφιο, ΕΚ ορίζει τα έξης:
«Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελείται από αντιπροσώπους των λαών των κρατών που έχουν συνενωθεί στην Κοινότητα και ασκεί τις εξουσίες που του αναθέτει η παρούσα Συνθήκη.»
9 Το άρθρο 190 ΕΚ έχει ως εξής:
«1. Οι αντιπρόσωποι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο των λαών των κρατών, τα οποία συνενώθησαν εντός της Κοινότητος, εκλέγονται με άμεση και καθολική ψηφοφορία.
[...]
4. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καταρτίζει σχέδιο για τη διεξαγωγή εκλογών με άμεση και καθολική ψηφοφορία [με] ενιαία διαδικασία σε όλα τα κράτη μέλη ή σύμφωνα με κοινές αρχές όλων των κρατών μελών.
Το Συμβούλιο, μετά από σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το οποίο αποφασίζει με την πλειοψηφία των μελών από τα οποία απαρτίζεται, θεσπίζει ομόφωνα τις διατάξεις που συνιστά στα κράτη μέλη να αποδεχθούν σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες.
[...]»
10 Το άρθρο 8 της πράξεως εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση καθολική ψηφοφορία, που έχει επισυναφθεί στην απόφαση 76/787/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 1976 (PB L 278, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί με την απόφαση 2002/772/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002 και της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ L 283, σ. 1, στο εξής: Πράξη του 1976), ορίζει τα εξής:
«Mε την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας Πράξης, η εκλογική διαδικασία διέπεται, σε κάθε κράτος μέλος, από τις εθνικές διατάξεις.
Οι εθνικές αυτές διατάξεις, που ενδεχομένως λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των κρατών μελών, δεν πρέπει συνολικά να θίγουν την αναλογικότητα του εκλογικού συστήματος.»
11 Το άρθρο 12 της εν λόγω Πράξεως έχει ως εξής:
«Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ελέγχει τα έγγραφα νομιμοποιήσεως των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα που δηλώνονται επισήμως από τα κράτη μέλη και αποφαίνεται επί των [ενστάσεων που θα μπορούσαν ενδεχομένως να προβληθούν βάσει] των διατάξεων της παρούσας Πράξης, εξαιρουμένων των εθνικών διατάξεων στις οποίες παραπέμπει η Πράξη αυτή.»
12 Το άρθρο 299 ΕΚ έχει ως εξής:
«1. Η παρούσα συνθήκη ισχύει [...] στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών [...].
2. Οι διατάξεις της παρούσας συνθήκης ισχύουν στα υπερπόντια γαλλικά διαμερίσματα, στις Αζόρες, στη Μαδέρα και στις Καναρίους Νήσους.
[…]
3. Για τις υπερπόντιες χώρες και εδάφη που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της παρούσας συνθήκης ισχύει το ιδιαίτερο καθεστώς συνδέσεως που ορίζεται στο τέταρτο μέρος της συνθήκης.
[…]»
13 Η Αρούμπα και οι Ολλανδικές Αντίλλες μνημονεύονται στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα II της Συνθήκης ΕΚ με τίτλο «Υπερπόντιες Χώρες και Εδάφη στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του τέταρτου μέρους της Συνθήκης».
Το εθνικό δίκαιο
14 Το άρθρο B 1 του ολλανδικού εκλογικού νόμου (Nederlandse Kieswet) προβλέπει, όσον αφορά την εκλογή των μελών της συνελεύσεως των αντιπροσώπων του Ολλανδικού Κοινοβουλίου (Tweede Kamer der Staten-Generaal), τα εξής:
«Τα μέλη της Tweede Kamer [Κάτω Βουλής] του Staten-Generaal [Κοινοβουλίου] εκλέγονται από τα πρόσωπα που κατά την ημερομηνία υποβολής υποψηφιοτήτων είναι Ολλανδοί υπήκοοι και κατά την ημέρα των εκλογών έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους, με εξαίρεση αυτούς που, κατά την ημερομηνία υποβολής υποψηφιοτήτων, έχουν τον πραγματικό τόπο της κατοικίας τους στις Ολλανδικές Αντίλλες ή στην Αρούμπα.
2. Η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει:
α) για τους Ολλανδούς υπηκόους οι οποίοι έχουν διαμείνει επί δέκα τουλάχιστον έτη στις Κάτω Χώρες·
β) για τους Ολλανδούς υπηκόους που εργάζονται στην ολλανδική δημόσια διοίκηση στις Ολλανδικές Αντίλλες ή στην Αρούμπα, καθώς και για τον σύζυγο, τον καταγεγραμμένο ή όχι σύντροφό τους και τα τέκνα τους, εφόσον διαμένουν μαζί τους.»
15 Το άρθρο Y3 του εν λόγω νόμου ορίζει, όσον αφορά την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα εξής:
«Δικαίωμα ψήφου έχουν:
α) όσοι έχουν δικαίωμα ψήφου για την ανάδειξη των μελών της Tweede Kamer του Staten-Generaal·
β) οι μη έχοντες ολλανδική υπηκοότητα, υπήκοοι άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί:
1° έχουν την πραγματική κατοικία τους στις Κάτω Χώρες κατά την ημερομηνία υποβολής των υποψηφιοτήτων,
2° έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους την ημέρα της ψηφοφορίας, και
3° δεν έχουν εκπέσει του δικαιώματος του εκλέγειν στις Κάτω Χώρες ή σε άλλο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοοι.»
Τα προδικαστικά ερωτήματα
16 Στο πλαίσιο της διαφοράς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι ασκούντες το ένδικο μέσο στην κύρια δίκη στρέφονται κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεως εγγραφής τους στους εκλογικούς καταλόγους για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για τον λόγο ότι είναι κάτοικοι Αρούμπας. Ισχυρίζονται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΕΚ, είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Υποστηρίζουν ότι το άρθρο 19, παράγραφος 2, ΕΚ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 της ΕΣΔΑ, τους αναγνωρίζει το δικαίωμα του εκλέγειν κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ακόμη και αν κατοικούν σε έδαφος το όνομα του οποίου μνημονεύεται στον κατάλογο των υπερπόντιων χωρών και εδαφών (στο εξής: ΥΧΕ) που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II της Συνθήκης.
17 Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι, δεδομένου ότι οι εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχουν διεξαχθεί, είναι πολύ αργά ώστε ενδεχόμενη απόφαση για την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεως εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους των ασκούντων το ένδικο μέσο στην κύρια δίκη να μπορεί να καταστήσει δυνατή τη συμμετοχή τους στις εν λόγω εκλογές. Δεν αποκλείει, ωστόσο, το ενδεχόμενο υποχρεώσεως αποκαταστάσεως των δικαιωμάτων εγγραφής («rechtsherstel») κατ’ εφαρμογήν του κοινοτικού δικαίου.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Raad van State αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το δεύτερο μέρος της Συνθήκης εφαρμογή σε άτομα που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους και κατοικούν σε χώρα ή έδαφος που ανήκει, κατά την έννοια του άρθρου 299, παράγραφος 3, ΕΚ, στις ΥΧΕ και διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις με αυτό το κράτος μέλος;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, έχουν τα κράτη μέλη, υπό το πρίσμα του άρθρου 17, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, ΕΚ, την ευχέρεια να απονέμουν την ιθαγένειά τους σε άτομα που διαμένουν ή κατοικούν στις ΥΧΕ, κατά την έννοια του άρθρου 299, παράγραφος 3, ΕΚ;
3) Έχει το άρθρο 19, παράγραφος 2, ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των άρθρων 189 ΕΚ και 190, παράγραφος 1, ΕΚ, την έννοια ότι –ανεξαρτήτως των όχι ασυνήθιστων στα εθνικά νομικά συστήματα εξαιρέσεων που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την έκπτωση από το εκλογικό δικαίωμα κατόπιν ποινικής καταδίκης ή λόγω ανικανότητας προς δικαιοπραξία– η ιδιότητα του πολίτη της Ενώσεως, ακόμη και όταν αυτός διαμένει ή κατοικεί στις ΥΧΕ, συνεπάγεται άνευ ετέρου το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο;
4) Εμποδίζουν τα άρθρα 17 ΕΚ και 19, παράγραφος 2, ΕΚ, σε συνδυασμό μεταξύ τους και εξεταζόμενα λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 3, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου [αριθ. 1 της ΕΣΔΑ], όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άτομα που δεν είναι πολίτες της Ενώσεως να απολαύουν του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο;
5) Θέτει το κοινοτικό δίκαιο απαιτήσεις ως προς τη φύση της αποκαταστάσεως των δικαιωμάτων εγγραφής [rechtsherstel], όταν το εθνικό δικαστήριο –λαμβάνοντας υπόψη και τις απαντήσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα ανωτέρω ερωτήματα– κρίνει ότι, για τις εκλογές που διεξήχθησαν στις 10 Ιουνίου 2004, κακώς δεν εγγράφηκαν στους εκλογικούς καταλόγους εκείνοι που διαμένουν ή κατοικούν στις Ολλανδικές Αντίλλες ή στην Αρούμπα και έχουν την ολλανδική ιθαγένεια;»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
19 Με χωριστό έγγραφο της 13ης Ιουλίου 2004, καθώς και με έγγραφο της 22ας Φεβρουαρίου 2005, το Raad van State ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδικάσει την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως με ταχεία διαδικασία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104α, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας. Με διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Αυγούστου 2004 και της 18ης Μαρτίου 2005, οι εν λόγω αιτήσεις απορρίφθηκαν.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
20 Με το πρώτο του ερώτημα, το Raad van State ζητεί να διευκρινιστεί αν το δεύτερο μέρος της Συνθήκης, που αφορά την ιθαγένεια της Ενώσεως, έχει εφαρμογή σε άτομα που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους και διαμένουν ή κατοικούν σε έδαφος ανήκον στις ΥΧΕ κατά την έννοια του άρθρου 299, παράγραφος 3, ΕΚ.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
21 Οι διάδικοι της κύριας δίκης, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστηρίζουν ότι το δεύτερο μέρος της Συνθήκης έχει εφαρμογή σε άτομα που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους και διαμένουν ή κατοικούν σε έδαφος ανήκον στις ΥΧΕ. Τονίζουν ότι, προκειμένου να είναι κάποιος πολίτης της Ενώσεως και να απολαύει των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Συνθήκη, το άρθρο 17, παράγραφος 2, ΕΚ δεν επιβάλλει καμία άλλη προϋπόθεση πλην του να έχει την ιθαγένεια ενός κράτους μέλους. Επομένως, δεν ασκεί επιρροή το αν ένας υπήκοος κράτους μέλους κατοικεί σε τρίτη χώρα ή σε ΥΧΕ.
22 Η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει προκαταρκτικώς τον ισχυρισμό ότι, σύμφωνα με το Statuut van het Koninkrijk der Nederlanden του 1954 (καταστατικό του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, στο εξής: Statuut), το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αποτελείται από τρεις χώρες, ήτοι τις Κάτω Χώρες, τις Ολλανδικές Αντίλλες και την Αρούμπα. Το άρθρο 41 του Statuut ορίζει ότι αυτές οι τρεις χώρες «διαχειρίζονται αυτόνομα τις υποθέσεις τους». Ως εκ τούτου, οι Κάτω Χώρες έχουν το δικό τους Σύνταγμα, οι δε Ολλανδικές Αντίλλες και η Αρούμπα έχουν το δικό τους Staatsregeling. Εντός του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, με εξαίρεση τις «αρμοδιότητες του Βασιλείου» όπως αυτές ορίζονται στο Statuut, κάθε χώρα, η οποία διαθέτει δική της κοινοβουλευτική συνέλευση και διοίκηση, έχει ίδιες νομοθετικές αρμοδιότητες.
23 Τα ζητήματα ιθαγένειας εμπίπτουν στην «αρμοδιότητα του Βασιλείου» και η χορήγησή της διέπεται από τον νόμο του Βασιλείου περί ολλανδικής ιθαγένειας (Rijkswet op het Nederlanderschap). Πρόκειται για «ενιαία ιθαγένεια», ήτοι χωρίς ουδεμία διάκριση μεταξύ ενός κατοίκου της Αρούμπα και ενός κατοίκου των Κάτω Χωρών που βρίσκεται εκτός Βασιλείου.
24 Οι εξωτερικές σχέσεις εμπίπτουν επίσης στην «αρμοδιότητα του Βασιλείου». Το μοναδικό υποκείμενο του διεθνούς δικαίου είναι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών. Εντούτοις, στον τομέα των διεθνών συμβάσεων, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών μπορεί να συνάψει συμβάσεις για κάθε χώρα χωριστά. Στην πράξη αυτό υποδηλώνεται με τις ενδείξεις «το Βασίλειο των Κάτω Χωρών (για τις Κάτω Χώρες)», «το Βασίλειο των Κάτω Χωρών (για τις Ολλανδικές Αντίλλες)» ή «το Βασίλειο των Κάτω Χωρών (για την Αρούμπα)». Συνεπώς, από νομικής απόψεως, η εκάστοτε Συνθήκη δεσμεύει μόνον την εν λόγω χώρα. Η Ολλανδική Κυβέρνηση διευκρινίζει, συναφώς, ότι το αρχικό κείμενο της Συνθήκης ΕΟΚ επικυρώθηκε αποκλειστικά για το ευρωπαϊκό έδαφος του Βασιλείου και για τη Νέα Γουινέα, ήτοι με την ένδειξη «για το Βασίλειο των Κάτω Χωρών (για τις Κάτω Χώρες και τη Νέα Γουινέα)». Προσκομίζει, περαιτέρω, την πράξη κυρώσεως της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει εγκριθεί από τη Βασίλισσα «για το Βασίλειο των Κάτω Χωρών (για τις Κάτω Χώρες)».
25 Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ και, μεταξύ άλλων, του δευτέρου μέρους της καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 299 ΕΚ αλλά και λαμβανομένων υπόψη των πράξεων κυρώσεως της Συνθήκης. Από την εξέταση των πράξεων κυρώσεως προκύπτει ότι τόσο η αρχική Συνθήκη όσο και η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επικυρώθηκαν για την Αρούμπα. Επομένως, η Συνθήκη ΕΚ δεν έχει εφαρμογή στη χώρα αυτή, με εξαίρεση το ειδικό καθεστώς συνδέσεως που προβλέπει το τέταρτο μέρος της.
26 Το γεγονός ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών καθιέρωσε ενιαία ιθαγένεια δεν ασκεί συναφώς επιρροή. Ο Ολλανδός υπήκοος της Αρούμπας ή των Ολλανδικών Αντιλλών, ως έχων ακριβώς την ολλανδική ιθαγένεια, είναι κατά συνέπεια και πολίτης της Ενώσεως, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται ότι απολαύει, επίσης, πάντοτε του συνόλου των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιθαγένεια της Ενώσεως. Εφόσον ο ενδιαφερόμενος βρίσκεται στο έδαφος της Αρούμπας ή των Ολλανδικών Αντιλλών, η Συνθήκη δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα ως προς την κατάστασή του. Ωστόσο, αν απομακρυνθεί από το έδαφος της Αρούμπας ή των Ολλανδικών Αντιλλών, μπορεί να διεκδικήσει τα δικαιώματα που συνδέονται με την ιθαγένεια της Ενώσεως.
Απάντηση του Δικαστηρίου
27 Το άρθρο 17, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, ΕΚ προβλέπει ότι «[πολίτης] της Ένωσης είναι κάθε άτομο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους μέλους». Δεν ασκεί, συναφώς, επιρροή αν ο υπήκοος του κράτους μέλους διαμένει ή κατοικεί σε έδαφος ανήκον στις ΥΧΕ κατά την έννοια του άρθρου 299, παράγραφος 3, ΕΚ.
28 Περαιτέρω, το άρθρο 17, παράγραφος 2, ΕΚ προβλέπει ότι οι πολίτες της Ένωσης έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τη Συνθήκη.
29 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άτομα που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους και διαμένουν ή κατοικούν σε έδαφος ανήκον στις ΥΧΕ κατά την έννοια του άρθρου 299, παράγραφος 3, ΕΚ μπορούν να επικαλούνται τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους πολίτες της Ενώσεως δυνάμει του δεύτερου μέρους της Συνθήκης.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
30 Το ερώτημα αυτό, το οποίο αφορά το δικαίωμα των κρατών μελών, σε σχέση με το άρθρο 17, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, ΕΚ, να απονέμουν την υπηκοότητά τους σε άτομα που διαμένουν ή κατοικούν στις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 299, παράγραφος 3, ΕΚ ΥΧΕ, υποβλήθηκε για την περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι το δεύτερο μέρος της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή σε άτομο που έχει την υπηκοότητα κράτους μέλους όταν αυτό διαμένει ή κατοικεί σε έδαφος ανήκον στις ΥΧΕ.
31 Δεδομένης της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Επί του τρίτου ερωτήματος
32 Με το τρίτο ερώτημα, το Raad van State ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 19, παράγραφος 2, ΕΚ, υπό το πρίσμα των άρθρων 189 ΕΚ και 190, παράγραφος 1, ΕΚ, έχει την έννοια ότι οι πολίτες της Ενώσεως που διαμένουν ή κατοικούν στις ΥΧΕ απολαύουν του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
33 Οι ασκούντες το ένδικο μέσο στην κύρια δίκη ισχυρίζονται ότι, ακόμη και αν η Αρούμπα ανήκει στις ΥΧΕ υπό την έννοια της Συνθήκης, διέπεται από τη νομοθεσία που αφορά τις υποθέσεις του Βασιλείου, όπως η άμυνα και οι εξωτερικές σχέσεις, η οποία επηρεάζεται από το κοινοτικό δίκαιο. Η εσωτερική νομοθεσία επηρεάζεται επίσης από την κοινοτική νομοθεσία, λόγος για τον οποίο οι Ολλανδοί της Αρούμπας μπορούν να ψηφίσουν για την εκλογή των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 της ΕΣΔΑ. Τονίζουν, επίσης, τη δυσμενή διάκριση που υφίστανται οι Ολλανδοί της Αρούμπας και των Ολλανδικών Αντιλλών. Υποστηρίζουν, για παράδειγμα, ότι ανάλογα με το αν ένας Ολλανδός από τις Αντίλλες κατοικεί στο γαλλικό ή στο ολλανδικό τμήμα της νήσου Saint-Martin, απολαύει ή δεν απολαύει του δικαιώματος του εκλέγειν.
34 Η Ολλανδική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι το δικαίωμα του εκλέγειν δεν αποτελεί υπόθεση του Βασιλείου αλλά εμπίπτει στην αρμοδιότητα της κάθε χώρας υπό την έννοια του Statuut. Το άρθρο 46 του Statuut ορίζει, συναφώς, ότι τα αντιπροσωπευτικά σώματα της χώρας εκλέγονται από τους Ολλανδούς κατοίκους της εν λόγω χώρας. Κατά τη δεύτερη παράγραφο του εν λόγω άρθρου κάθε χώρα έχει τη δυνατότητα να απονέμει το δικαίωμα του εκλέγειν στους Ολλανδούς υπηκόους που δεν κατοικούν σ’ αυτή. Ο ολλανδικός εκλογικός νόμος έκανε περιορισμένη χρήση της δυνατότητας αυτής, απονέμοντας το δικαίωμα του εκλέγειν στους κατοίκους της Αρούμπας και των Ολλανδικών Αντιλλών που έχουν διαμείνει επί τουλάχιστον δέκα έτη στις Κάτω Χώρες.
35 Οι Κυβερνήσεις των Κάτω Χωρών, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή εκτιμούν ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί να απονέμεται το δικαίωμα του εκλέγειν στους υπηκόους κρατών μελών που δεν κατοικούν στο έδαφος επί του οποίου έχει εφαρμογή η κοινοτική νομοθεσία. Υπήκοος κράτους μέλους που κατοικεί στις ΥΧΕ δεν μπορεί να αντλεί τέτοιο δικαίωμα από το άρθρο 19, παράγραφος 2, EK, αποκλειστικός σκοπός του οποίου είναι να εξασφαλίσει ότι οι κατοικούντες σε άλλο κράτος μέλος πολίτες της Ενώσεως μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους αυτού του κράτους μέλους.
36 Οι Κυβερνήσεις των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή υπενθυμίζουν, περαιτέρω, ότι τα άρθρα 189 ΕΚ και 190, παράγραφος 1, ΕΚ, καθώς και οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης, δεν έχουν εφαρμογή στις ΥΧΕ χωρίς ρητή περί αυτού μνεία (αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 1992, C-260/90, Leplat, Συλλογή 1992, σ. Ι-643, σκέψη 10, και της 22ας Νοεμβρίου 2001, C‑110/97, Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I‑8763, σκέψη 49). Εκτιμούν ότι, δεδομένου ότι η Συνθήκη δεν έχει εφαρμογή στην Αρούμπα και η σύνδεση με τις ΥΧΕ δεν αναγνωρίζει κανένα ρόλο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τούτο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «νομοθετικό σώμα», κατά την έννοια του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 της ΕΣΔΑ, στις εκλογές του οποίου έχουν δικαίωμα να μετάσχουν οι κάτοικοι των ΥΧΕ (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Matthews κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 18ης Φεβρουαρίου 1999, Recueil des arrêts et décisions 1999-I).
37 Εν πάση περιπτώσει, η Κοινότητα άσκησε μερικώς μόνον την αρμοδιότητα που της παρέχει το άρθρο 190, παράγραφος 4, EK, προκειμένου να καθιερώσει ενιαία εκλογική διαδικασία. Η Πράξη του 1976 δεν περιέχει καμία διάταξη που να διευκρινίζει τα άτομα που απολαύουν του δικαιώματος του εκλέγειν, οπότε έχουν εφαρμογή μόνον οι εθνικές διατάξεις. Αυτές μπορούν να επιβάλλουν, μεταξύ άλλων, προϋποθέσεις σχετικές με την κατοικία.
38 Οι Κυβερνήσεις των Κάτω Χωρών, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή εκτιμούν ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν έρχεται, εντούτοις, σε αντίθεση με την εκ μέρους των κρατών μελών παροχή του δικαιώματος του εκλέγειν στους πολίτες της Ενώσεως που κατοικούν σε τρίτη χώρα ή στις ΥΧΕ. Η Γαλλική Κυβέρνηση διευκρινίζει, συναφώς, ότι ο γαλλικός νόμος περί της εκλογής των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου παραπέμπει στον γαλλικό εκλογικό νόμο, ο οποίος δεν προβλέπει καμία διάκριση μεταξύ των Γάλλων υπηκόων που κατοικούν στη μητροπολιτική Γαλλία και των υπολοίπων. Συνεπώς, οι Γάλλοι υπήκοοι που κατοικούν σε υπερπόντιο γεωγραφικό διαμέρισμα ή σε ΥΧΕ μετέχουν στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπό τους ίδιους όρους με τους Γάλλους που κατοικούν στη μητρόπολη.
39 Η Επιτροπή υπενθυμίζει, εντούτοις, ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Κατ’ εφαρμογή της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, ο εθνικός νομοθέτης που αποφασίζει να επεκτείνει το δικαίωμα του εκλέγειν κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στους υπηκόους του που κατοικούν σε τρίτη χώρα πρέπει, ομοίως, να χορηγήσει το εν λόγω δικαίωμα και στους υπηκόους του που κατοικούν σε ΥΧΕ. Οφείλει κατά μείζονα λόγο να το πράξει λόγω του δεσμού μεταξύ των ΥΧΕ και της Κοινότητας. Εν προκειμένω, εφόσον ο Ολλανδός νομοθέτης παρέχει σε όλους τους Ολλανδούς που δεν κατοικούν στην Αρούμπα ή στις Ολλανδικές Αντίλλες, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, το δικαίωμα να μετέχουν στις εν λόγω εκλογές, το δικαίωμα αυτό πρέπει επίσης να αναγνωριστεί στους Ολλανδούς της Αρούμπας ή των Ολλανδικών Αντιλλών. Στην αντίθετη περίπτωση, η νομοθεσία συνεπάγεται αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση μεταξύ του Ολλανδού υπηκόου που κατοικεί, για παράδειγμα, στη Νέα Υόρκη και εκείνου που κατοικεί στην Αρούμπα.
Απάντηση του Δικαστηρίου
40 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διατάξεις της Συνθήκης δεν περιέχουν κανόνα που να προσδιορίζει ρητά και συγκεκριμένα τους έχοντες το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
41 Το άρθρο 190, παράγραφος 4, ΕΚ αναφέρεται στη διαδικασία για τις εκλογές αυτές. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, η εκλογή των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διεξάγεται με άμεση και καθολική ψηφοφορία κατά ενιαία διαδικασία σε όλα τα κράτη μέλη ή σύμφωνα με κοινές αρχές όλων των κρατών μελών.
42 Το άρθρο 1 της Πράξεως του 1976 προβλέπει ότι τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκλέγονται με αναλογικό σύστημα και ότι οι εκλογές διεξάγονται με άμεση, καθολική, ελεύθερη και μυστική ψηφοφορία. Κατά το άρθρο 8 της Πράξεως του 1976, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της Πράξεως αυτής, η εκλογική διαδικασία διέπεται, σε κάθε κράτος μέλος, από τις εθνικές διατάξεις, αλλά οι διατάξεις αυτές, οι οποίες ενδεχομένως λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των κρατών μελών, δεν πρέπει συνολικά να θίγουν την αναλογικότητα του εκλογικού συστήματος.
43 Πάντως, ούτε το άρθρο 190 ΕΚ ούτε η Πράξη του 1976 καθορίζουν ρητά και συγκεκριμένα ποιοι είναι οι έχοντες το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
44 Κανένα σαφές συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί συναφώς από τα άρθρα 189 ΕΚ και 190 ΕΚ, τα οποία αφορούν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ορίζουν ότι αυτό αποτελείται από εκπροσώπους των λαών των κρατών μελών, καθότι δεν δίδεται ορισμός του όρου «λαοί» και αυτός ενδέχεται να έχει διαφορετικές έννοιες ανάλογα με τα κράτη μέλη και τις γλώσσες της Ενώσεως.
45 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, ο καθορισμός των ατόμων που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου. Πρέπει, εντούτοις, να εξεταστεί αν το δίκαιο αυτό έρχεται σε αντίθεση με κατάσταση όπως αυτή της κύριας δίκης, κατά την οποία οι Ολλανδοί υπήκοοι που κατοικούν στην Αρούμπα δεν έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
46 Πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι ΥΧΕ εμπίπτουν σε ειδικό καθεστώς συνδέσεως οριζόμενο στο τέταρτο μέρος της Συνθήκης (άρθρα 182 ΕΚ έως 188 ΕΚ), οπότε οι γενικές διατάξεις της Συνθήκης δεν τυγχάνουν εφαρμογής γι’ αυτές χωρίς ρητή μνεία (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Leplat, σκέψη 10, και Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου, σκέψη 49).
47 Συνεπώς, τα άρθρα 189 ΕΚ και 190 ΕΚ δεν έχουν εφαρμογή στις εν λόγω χώρες και εδάφη και τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να οργανώνουν στις χώρες αυτές εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
48 Το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 της ΕΣΔΑ δεν έρχεται σε αντίθεση με την ερμηνεία αυτή. Συγκεκριμένα, εφόσον οι διατάξεις της Συνθήκης δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις ΥΧΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «νομοθετικό σώμα» των χωρών αυτών κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Αντιθέτως, οι πολίτες των εν λόγω χωρών και εδαφών μπορούν να εκφραστούν στο πλαίσιο των οργάνων που συστήνονται λόγω της συνδέσεως μεταξύ της Κοινότητας και των ΥΧΕ, μέσω των αρχών που τους εκπροσωπούν.
49 Συναφώς, δεν μπορεί βασίμως να αντιταχθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο ασκεί επιρροή στο δίκαιο που εφαρμόζεται στην Αρούμπα. Συγκεκριμένα, η επιρροή αυτή μπορεί να απορρέει από διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που εφαρμόζονται στις ΥΧΕ στο πλαίσιο της συνδέσεως. Όσον αφορά τις λοιπές διατάξεις του δικαίου αυτού, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 161 των προτάσεών του παραπέμποντας στη σκέψη 34 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Matthews κατά Ηνωμένου Βασιλείου, η έμμεση επίδραση μιας νομοθεσίας δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η νομοθεσία αυτή αφορά τους πολίτες κατά τον ίδιο τρόπο όπως εκείνη που θεσπίζεται από τη νομοθετική συνέλευση του ίδιου του κράτους.
50 Ομοίως, δεν μπορεί να προβληθεί ως επιχείρημα το γεγονός ότι άλλα κράτη μέλη οργανώνουν εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις ΥΧΕ με τις οποίες διατηρούν ιδιαίτερες σχέσεις. Συγκεκριμένα, εφόσον η Συνθήκη δεν περιέχει ειδικές διατάξεις για το ζήτημα αυτό, εναπόκειται στα κράτη μέλη να επιλέξουν τους κανόνες που αρμόζουν καλύτερα στη συνταγματική δομή τους.
51 Δεύτερον, όσον αφορά το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που διεξάγονται στις Κάτω Χώρες, τούτο διέπεται από τον ολλανδικό εκλογικό νόμο και εξαρτάται από τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που ισχύουν για την εκλογή των μελών της Ολλανδικής Βουλής, ήτοι το εν λόγω δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι δεν αναγνωρίζεται, μεταξύ άλλων, στους Ολλανδούς που έχουν την πραγματική τους κατοικία στις Ολλανδικές Αντίλλες ή στην Αρούμπα.
52 Όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 41 έως 44 της παρούσας αποφάσεως, ούτε τα άρθρα 189 ΕΚ και 190 ΕΚ ούτε η Πράξη του 1976 ορίζουν ρητά και συγκεκριμένα τα άτομα που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Περαιτέρω, οι διατάξεις του δεύτερου μέρους της Συνθήκης, σχετικά με την ιθαγένεια της Ενώσεως, δεν αναγνωρίζουν στους πολίτες της Ενώσεως απηλλαγμένο πάσης αιρέσεως δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
53 Συγκεκριμένα, το μνημονευόμενο και στο προδικαστικό ερώτημα άρθρο 19, παράγραφος 2, ΕΚ προβλέπει απλώς ότι για το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι ισχύει η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, ορίζοντας ότι κάθε πολίτης της Ενώσεως που κατοικεί σε κράτος μέλος του οποίου δεν είναι υπήκοος έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο κράτος μέλος εντός του οποίου κατοικεί, υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του κράτους αυτού. Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, της οδηγίας 93/109 διευκρινίζει, συναφώς, ότι έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, στο κράτος μέλος της κατοικίας του, κάθε πολίτης της Ενώσεως που, χωρίς να έχει την ιθαγένεια του κράτους αυτού, συγκεντρώνει κατά τα λοιπά τις προϋποθέσεις από τις οποίες η νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους εξαρτά το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι για τους υπηκόους του. Ομοίως, το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας στηρίζεται ρητώς στην υπόθεση ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να εξαρτά το δικαίωμα του εκλέγειν από τη διάρκεια διαμονής «στην εκλογική επικράτεια». Από την ως άνω ανάλυση του άρθρου 19, παράγραφος 2, ΕΚ και από τις διατάξεις που έχουν θεσπιστεί για την εφαρμογή του προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή στους πολίτες της Ενώσεως που κατοικούν σε ΥΧΕ και επιθυμούν να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοοι.
54 Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 157 και 158 των προτάσεών του, το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 της ΕΣΔΑ δεν απαγορεύει στα συμβαλλόμενα κράτη να χρησιμοποιούν το κριτήριο της κατοικίας για να περιορίσουν τον κύκλο των ατόμων που απολαύουν του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Αποφαινόμενο ως προς το δικαίωμα του εκλέγειν, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε, συναφώς, ότι η υποχρέωση κατοικίας στην εθνική επικράτεια ως προϋπόθεση του δικαιώματος του εκλέγειν δεν συνιστά αφ’ εαυτής παράλογη ή καταχρηστική προϋπόθεση και δικαιολογείται πολλαπλώς (ΕΔΔΑ, απόφαση Melnitchenko κατά Ουκρανίας της 19ης Οκτωβρίου 2004, Recueil des arrêts et décisions 2004-X, § 56). Περαιτέρω αναγνώρισε ότι μπορούν να οριστούν αυστηρότερες προϋποθέσεις για την εκλογιμότητα και το δικαίωμα του εκλέγειν (προπαρατεθείσα απόφαση Melnitchenko κατά Ουκρανίας, § 57).
55 Εκ των προεκτεθέντων δεν προκύπτει κατ’ αρχήν ότι το σχετικό με την κατοικία κριτήριο είναι απρόσφορο για τον καθορισμό των ατόμων που απολαύουν του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
56 Οι ασκούντες το ένδικο μέσο στην κύρια δίκη καθώς και η Επιτροπή ισχυρίζονται, εντούτοις, ότι ο ολλανδικός εκλογικός νόμος παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, στο μέτρο που αναγνωρίζει το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε κάθε Ολλανδό υπήκοο που κατοικεί σε τρίτη χώρα, χωρίς να αναγνωρίζει ανάλογο δικαίωμα στους Ολλανδούς που κατοικούν στις Ολλανδικές Αντίλλες ή στην Αρούμπα.
57 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά οι παρόμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο οι διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά (αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2005, C‑453/03, C‑11/04, C‑12/04 και C‑194/04, ABNA κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. Ι-10423, σκέψη 63, και της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑344/04, IATA και ELFAA, Συλλογή 2006, σ. Ι-403, σκέψη 95).
58 Εν προκειμένω, οι όροι σύγκρισης είναι ο Ολλανδός υπήκοος που κατοικεί στις Ολλανδικές Αντίλλες ή στην Αρούμπα και ο Ολλανδός υπήκοος που κατοικεί σε τρίτη χώρα. Το κοινό σημείο των ατόμων αυτών είναι ότι έχουν την ολλανδική ιθαγένεια και ότι δεν κατοικούν στην επικράτεια των Κάτω Χωρών. Ωστόσο, συντρέχει διαφορετική μεταχείρισή τους, καθότι ο δεύτερος έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που διεξάγονται στις Κάτω Χώρες, ενώ ο πρώτος δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση πρέπει να δικαιολογείται αντικειμενικά.
59 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ολλανδική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι σκοπός του ολλανδικού εκλογικού νόμου είναι να παράσχει στους Ολλανδούς υπηκόους των Κάτω Χωρών που κατοικούν στο εξωτερικό τη δυνατότητα να ψηφίσουν, εφόσον οι πολίτες αυτοί φέρονται ως έχοντες ακόμη δεσμούς με την ολλανδική κοινωνία. Εντούτοις, από τις διευκρινίσεις που παρέσχε η εν λόγω κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι ένας Ολλανδός υπήκοος που μεταφέρει την κατοικία του από την Αρούμπα προς τρίτη χώρα έχει το δικαίωμα του εκλέγειν όπως και ένας Ολλανδός υπήκοος που μεταφέρει την κατοικία του από τις Κάτω Χώρες προς τρίτη χώρα, ενώ ένας Ολλανδός υπήκοος που κατοικεί στην Αρούμπα δεν έχει το δικαίωμα αυτό.
60 Συναφώς, ο επιδιωκόμενος από τον Ολλανδό νομοθέτη σκοπός, ο οποίος συνίσταται στη χορήγηση του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στους Ολλανδούς που έχουν ή είχαν δεσμούς με τις Κάτω Χώρες, ανάγεται στο περιθώριο εκτιμήσεως που έχει ο νομοθέτης αυτός όσον αφορά την οργάνωση των εκλογών. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν απέδειξε επαρκώς ότι η διαπιστωθείσα διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των Ολλανδών που κατοικούν σε τρίτη χώρα και αυτών που κατοικούν στις Ολλανδικές Αντίλλες ή στην Αρούμπα δικαιολογείται αντικειμενικά και ότι δεν συνιστά, κατ’ επέκταση, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
61 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τρίτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι ναι μεν, στο παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τίποτε δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη, εφόσον τηρούν το κοινοτικό δίκαιο, να καθορίζουν τις προϋποθέσεις ασκήσεως του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο την κατοικία στην επικράτεια εντός της οποίας διεξάγονται οι εκλογές, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όμως απαγορεύει τα επιλεγέντα κριτήρια να έχουν ως αποτέλεσμα τη διαφορετική μεταχείριση των υπηκόων που τελούν σε παρόμοιες καταστάσεις, εφόσον αυτή η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται αντικειμενικά.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
62 Με το τέταρτο ερώτημά του, το Raad van State ερωτά αν τα άρθρα 17 ΕΚ και 19, παράγραφος 2, ΕΚ, εξεταζόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 της ΕΣΔΑ, απαγορεύουν στα άτομα που δεν έχουν την ιδιότητα του πολίτη της Ενώσεως να απολαύουν του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
63 Όπως παρατηρούν η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ερώτημα αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη διαφορά της κύριας δίκης, εφόσον οι ασκούντες το ένδικο μέσο στην κύρια δίκη είναι πολίτες της Ενώσεως και, ως εκ τούτου, παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα αυτό.
64 Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση C‑145/04, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Ηνωμένου Βασιλείου (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), με την οποία παρέχονται διευκρινίσεις ως προς το ζήτημα αυτό, εφόσον κριθούν αναγκαίες.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
65 Με το πέμπτο του ερώτημα, το Raad van State ερωτά αν το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει απαιτήσεις ως προς τη φύση της αποκαταστάσεως των δικαιωμάτων [rechtsherstel] που πρέπει να εξασφαλίζεται, αν ο εθνικός δικαστής εκτιμήσει –λαμβανομένων μεταξύ άλλων υπόψη των απαντήσεων που έδωσε το Δικαστήριο στα προαναφερθέντα ερωτήματα– ότι κακώς τα άτομα που διαμένουν ή κατοικούν στις Ολλανδικές Αντίλλες και στην Αρούμπα και έχουν την ολλανδική υπηκοότητα δεν εγγράφηκαν στους εκλογικούς καταλόγους για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 10 Ιουνίου 2004.
66 Συναφώς, από το άρθρο 12 της Πράξεως του 1976 προκύπτει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφαίνεται μόνον επί των αμφισβητήσεων που αφορούν τις εκλογές και που θα μπορούσαν ενδεχομένως να προβληθούν βάσει των διατάξεων της Πράξεως αυτής, με εξαίρεση τις εθνικές διατάξεις στις οποίες παραπέμπει η Πράξη αυτή. Δεδομένου ότι ο καθορισμός των ατόμων που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, οι αμφισβητήσεις που αφορούν τις εθνικές διατάξεις περί καθορισμού των δικαιούχων αυτών διέπονται, συνεπώς, από το εθνικό δίκαιο.
67 Συναφώς, ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικής με τις αμφισβητήσεις που αφορούν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να ορίσει τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα και να ρυθμίσει τις διαδικαστικές λεπτομέρειες των εν ευρεία εννοία ενδίκων μέσων που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι πολίτες έλκουν από το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον, αφενός, οι λεπτομέρειες αυτές δεν είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που διέπουν ομοειδείς εσωτερικής φύσεως απαιτήσεις (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν, αφετέρου, πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2005, C‑443/03, Leffler, Συλλογή 2005, σ. I‑9611, σκέψεις 49 και 50).
68 Όσον αφορά την ενδεχόμενη αποκατάσταση των δικαιωμάτων [rechtsherstel] ατόμου του οποίου η εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν έγινε δεκτή, λόγω εθνικής διατάξεως αντίθετης στο κοινοτικό δίκαιο, η αποκατάσταση των δικαιωμάτων αυτών πρέπει επίσης να γίνει σύμφωνα με τους όρους και τις λεπτομέρειες του εθνικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω όροι και λεπτομέρειες σέβονται τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio, Συλλογή 1983, σ. 3595). Για να αξιολογήσει τη δυνατότητα κατάλληλης αποκαταστάσεως των δικαιωμάτων εγγραφής, ο εθνικός δικαστής μπορεί λυσιτελώς να παραπέμψει στους προβλεπόμενους τρόπους αποκαταστάσεως των δικαιωμάτων εγγραφής σε περίπτωση παραβάσεως εθνικών κανόνων όσον αφορά τις εκλογές για τα θεσμικά όργανα του κράτους μέλους.
69 Συναφώς, πρέπει περαιτέρω να υπομνησθεί ότι η αρχή της ευθύνης ενός κράτους μέλους για ζημίες προκληθείσες σε ιδιώτες λόγω παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου οι οποίες του καταλογίζονται είναι εγγενής στο σύστημα της Συνθήκης και το κράτος μέλος οφείλει, συναφώς, να αποκαταστήσει τις προκληθείσες ζημίες, εφόσον ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου αποσκοπεί στη χορήγηση δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η παράβαση είναι κατάφωρη και υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως του κράτους και της βλάβης που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, C‑46/93 και C-48/93, Brasserie du pêcheur και Factortame, Συλλογή 1996, σ. I‑1029, σκέψεις 31 και 51, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C‑224/01, Köbler, Συλλογή 2003, σ. I‑10239, σκέψεις 30 και 51), χωρίς πάντως να αποκλείεται η δυνατότητα να ανακύψει ευθύνη του Δημοσίου υπό λιγότερο περιοριστικές προϋποθέσεις βάσει του εθνικού δικαίου (προπαρατεθείσα απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame, σκέψη 66).
70 Με την επιφύλαξη του δικαιώματος αποζημιώσεως, το οποίο ευρίσκει έρεισμα απευθείας στο κοινοτικό δίκαιο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προσδιορίζονται στην προηγούμενη σκέψη, το κράτος υποχρεούται να αποκαταστήσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί ευθύνης, εφόσον εξυπακούεται ότι οι προϋποθέσεις τις οποίες ορίζουν οι διάφορες εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο, ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την αποζημίωση (προπαρατεθείσα απόφαση Brasserie du pêcheur και Factortame, σκέψη 67).
71 Στο πέμπτο ερώτημα αρμόζει, επομένως, η απάντηση ότι η εσωτερική νομοθεσία κάθε κράτους μέλους διέπει τον καθορισμό των μέτρων που παρέχουν τη δυνατότητα αποκαταστάσεως των δικαιωμάτων ατόμου που, λόγω εθνικής διατάξεως αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο, δεν ενεγράφη στους εκλογικούς καταλόγους για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 10 Ιουνίου 2004 και δεν μπόρεσε, ως εκ τούτου, να μετάσχει στις εν λόγω εκλογές. Τα μέτρα αυτά, τα οποία μπορούν να περιλαμβάνουν την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου καταλογιζομένης στο κράτος, πρέπει να σέβονται τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
Επί των δικαστικών εξόδων
72 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο πλην των ως άνω διαδίκων δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
1) Άτομα που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους και διαμένουν ή κατοικούν σε έδαφος ανήκον στις Υπερπόντιες Χώρες και Εδάφη κατά την έννοια του άρθρου 299, παράγραφος 3, ΕΚ μπορούν να επικαλούνται τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους πολίτες της Ενώσεως δυνάμει του δεύτερου μέρους της Συνθήκης ΕΚ.
2) Στο παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τίποτε δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη, εφόσον τηρούν το κοινοτικό δίκαιο, να καθορίζουν τις προϋποθέσεις ασκήσεως του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο την κατοικία στην επικράτεια εντός της οποίας διεξάγονται οι εκλογές, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως όμως απαγορεύει τα επιλεγέντα κριτήρια να έχουν ως αποτέλεσμα τη διαφορετική μεταχείριση των υπηκόων που τελούν σε παρόμοιες καταστάσεις, εφόσον αυτή η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται αντικειμενικά.
3) Η εσωτερική νομοθεσία κάθε κράτους μέλους διέπει τον καθορισμό των μέτρων που παρέχουν τη δυνατότητα αποκαταστάσεως των δικαιωμάτων ατόμου που, λόγω εθνικής διατάξεως αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο, δεν ενεγράφη στους εκλογικούς καταλόγους για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 10 Ιουνίου 2004 και δεν μπόρεσε, ως εκ τούτου, να μετάσχει στις εν λόγω εκλογές. Τα μέτρα αυτά, τα οποία μπορούν να περιλαμβάνουν την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου καταλογιζομένης στο κράτος, πρέπει να σέβονται τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy