Υπόθεση C-331/04
ATI EAC Srl e Viaggi di Maio Snc κ.λπ.
κατά
ACTV Venezia SpA κ.λπ.
(αίτηση του Consiglio di Stato για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών — Οδηγίες 92/50/ΕΟΚ και 93/38/ΕΟΚ — Κριτήρια αναθέσεως — Πλέον συμφέρουσα από οικονoμική άποψη προσφορά — Τήρηση των προβλεπομένων στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού κριτηρίων αναθέσεως — Καθιέρωση υποκριτηρίων όσον αφορά ένα από τα προβλεπόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως — Απόφαση προβλέπουσα στάθμιση — Αρχές περί ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλόντων προσφορά και περί διαφανείας»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer της 8ης Σεπτεμβρίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 24ης Νοεμβρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Προσέγγιση των νομοθεσιών — Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, καθώς και στους τομείς του ύδατος, της ενεργείας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών — Οδηγίες 92/50 και 93/98 — Ανάθεση των συμβάσεων — Πλέον συμφέρουσα οικονομικώς προσφορά — Επιτροπή διαγωνισμού σταθμίζουσα τα υποστοιχεία ενός κριτηρίου αναθέσεως που προβλέπονται στη συγγραφή υποχρεώσεων — Επιτρέπεται — Προϋποθέσεις
(Οδηγίες του Συμβουλίου 92/50, άρθρο 36, και 93/38, άρθρο 34)
Τα άρθρα 36 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, και 34 της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενεργείας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, έχουν την έννοια ότι δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο το ότι μια επιτροπή διαγωνισμού προσδίδει ειδικό βάρος στα προκαθορισθέντα υποστοιχεία ενός κριτηρίου αναθέσεως, προβαίνοντας σε επιμερισμό μεταξύ των υποστοιχείων αυτών των μονάδων που προέβλεψε δυνάμει του οικείου κριτηρίου η αναθέτουσα αρχή κατά τη σύνταξη της συγγραφής υποχρεώσεων ή την προκήρυξη του διαγωνισμού, υπό την προϋπόθεση ότι η οικεία απόφαση:
– δεν τροποποιεί τα οριζόμενα στη σύμβαση υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως της συμβάσεως·
– δεν περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία, αν ήσαν γνωστά κατά την προετοιμασία των προσφορών, θα είχαν επηρεάσει ενδεχομένως τη σχετική προετοιμασία·
– δεν εκδόθηκε λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία δυνάμενα να επιφέρουν αποτέλεσμα συνιστάμενο σε δυσμενή διάκριση εις βάρος ενός των υποβαλόντων προσφορά.
(βλ. σκέψη 32 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 24ης Νοεμβρίου 2005 (*)
«Δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών – Οδηγίες 92/50/ΕΟΚ και 93/38/ΕΟΚ – Κριτήρια αναθέσεως – Πλέον συμφέρουσα από οικονoμική άποψη προσφορά – Τήρηση των προβλεπομένων στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού κριτηρίων αναθέσεως – Καθιέρωση υποκριτηρίων όσον αφορά ένα από τα προβλεπόμενα στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως – Απόφαση προβλέπουσα στάθμιση – Αρχές περί ίσης μεταχειρίσεως των υποβαλόντων προσφορά και περί διαφανείας»
Στην υπόθεση C-331/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Consiglio di Stato (Ιταλία) με απόφαση της 6ης Απριλίου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Ιουλίου 2004, στο πλαίσιο της δίκης
ATI EAC Srl e Viaggi di Maio Snc,
EAC Srl,
Viaggi di Maio Snc
κατά
ACTV Venezia SpA,
Provincia di Venezia,
Comune di Venezia,
προσεπικληθείσα:
ATI La Linea SpA CSSA,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann (εισηγητή), R. Schintgen, Γ. Αρέστη και J. Klučka, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της ακροάσεως της 7ης Ιουλίου 2005,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– οι ATI EAC Srl e Viaggi di Maio Snc, EAC Srl και Viaggi di Maio snc, εκπροσωπούμενες από τον L. Visone, avvocato,
– η ACTV Venezia SpA, εκπροσωπούμενη από τους A. Bianchini και E. Romanelli, avvocati,
– η ATI La Linea SpA CSSA, εκπροσωπούμενη από τους P. Zanardi και G. Fiore, avvocati,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις H. G. Sevenster και C. M. Wissels και τον D. J. M. de Grave,
– η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Fruhmann,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την D. Recchia και τον X. Lewis,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 36 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (EE L 209, σ. 1), και 34 της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενεργείας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 199, σ. 84).
2 Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ενώσεως επιχειρήσεων ATI EAC Srl e Viaggi di Maio Snc, αφενός, και της ACTV Venezia SpA (στο εξής: ACTV), της Provincia di Venezia και του Comune di Venezia, αφετέρου, με αντικείμενο την ανάθεση δημόσιας συμβάσεως παροχής υπηρεσιών συνισταμένων στη μεταφορά προσώπων.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 36 της οδηγίας 92/50, τιτλοφορούμενο «Κριτήρια συνάψεως των συμβάσεων», ορίζει:
«1. […] τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτουσες αρχές αναθέτουν τις συμβάσεις μπορεί να είναι:
α) όταν η σύμβαση ανατίθεται στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, διάφορα μεταβλητά κριτήρια που συνδέονται με τη συγκεκριμένη σύμβαση: π.χ., η ποιότητα, τα τεχνικά πλεονεκτήματα, τα αισθητικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά, η τεχνική υποστήριξη και η μετά την πώληση εξυπηρέτηση, η ημερομηνία παραδόσεως και η προσθεσμία παραδόσεως ή εκτελέσεως, η τιμή·
β) […]
2. Όταν η σύμβαση πρόκειται να ανατεθεί στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, η αναθέτουσα αρχή [παραθέτει] στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού τα κριτήρια βάσει των οποίων πρόκειται να αναθέσει τη σύμβαση και των οποίων προβλέπει την εφαρμογή, ει δυνατόν, σε φθίνουσα τάξη ανάλογα με τη σημασία που τους προσδίδεται.»
4 Σύμφωνα με το άρθρο 34 της οδηγίας 93/38:
«1. […] τα κριτήρια βάσει των οποίων οι αναθέτοντες φορείς αναθέτουν τις συμβάσεις είναι:
α) είτε, όταν προκρίνεται η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, διάφορα μεταβλητά κριτήρια ανάλογα με την εκάστοτε σύμβαση: για παράδειγμα, προθεσμία παραδόσεως ή εκτελέσεως, κόστος χρήσεως, αποδοτικότητα, ποιότητα, αισθητική ή λειτουργική αξία, τεχνική αξία, εξυπηρέτηση μετά την πώληση και τεχνική βοήθεια, ανάληψη υποχρεώσεων ως προς τα ανταλλακτικά, ασφάλεια εφοδιασμού και τιμή·
β) […]
2. Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α΄, οι αναθέτοντες φορείς [παραθέτουν], στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη της συμβάσεως, όλα τα κριτήρια αναθέσεως που προβλέπουν ότι θα εφαρμοστούν, ει δυνατόν κατά φθίνουσα τάξη σπουδαιότητας.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
5 Η ACTV δημοσίευσε στις 6 Απριλίου 2002 στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκήρυξη σχετικά με δημόσια σύμβαση μεταφοράς προσώπων περιλαμβάνουσα τρία τμήματα. Η διαφορά της κύριας δίκης έχει ως αντικείμενο το πρώτο τμήμα, αφορών την αστική υπηρεσία της πόλεως Mestre για το χρονικό διάστημα από 16 Ιουνίου 2002 έως 31 Δεκεμβρίου 2003.
6 Στην εν λόγω προκήρυξη αναφερόταν, υπό τον τίτλο «Κριτήρια αναθέσεως», ότι η ACTV επροτίθετο να αναθέσει τη σύμβαση στον υποβαλόντα την πλέον συμφέρουσα οικονομικώς προσφορά.
7 Οι εφεσείουσες της κύριας δίκης ζήτησαν να συμμετάσχουν στη διαδικασία κατακυρώσεως. Με έγγραφο της 7ης Μαΐου 2002, η ACTV τις κάλεσε να υποβάλουν προσφορά για το πρώτο τμήμα. Οι προϋποθέσεις συμμετοχής («disciplinare di gara», στο εξής: συγγραφή υποχρεώσεων), οι οποίες είχαν επισυναφθεί στην εν λόγω πρόσκληση, προέβλεπαν τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια αναθέσεως, με βάση τα οποία επρόκειτο να επιλεγεί η πλέον συμφέρουσα οικονομικώς προσφορά.
«1) Τιμή ανά χιλιόμετρο για τις παρατιθέμενες στα παραρτήματα A, B και C της συγγραφής υποχρεώσεων υπηρεσίες:
– 60 μονάδες κατ’ ανώτατο όριο χορηγούμενες βάσει του συντελεστή […]
2) Τιμή ανά χιλιόμετρο για επιπρόσθετες υπηρεσίες, πέραν των παρατιθεμένων στα παραρτήματα A, B και C της συγγραφής υποχρεώσεων:
– 10 μονάδες κατ’ ανώτατο όριο χορηγούμενες βάσει του συντελεστή […]
3) Οργανωτικές λεπτομέρειες και δομές υποστηρίξεως προς εκπλήρωση της υπηρεσίας, όπως αυτές συνάγονται από το παρατιθέμενο στο σημείο 3.10 αριθ. 6 της παρούσας συγγραφής υποχρεώσεων έγγραφο:
– 25 μονάδες κατ’ ανώτατο όριο χορηγούμενες από την ACTV κατά την απόλυτη κρίση της.
4) Κατοχή πιστοποιητικού συμμορφώσεως […]: 5 μονάδες.»
8 Όσον αφορά το τρίτο εκ των τεσσάρων αυτών κριτηρίων αναθέσεως της συμβάσεως, η συγγραφή υποχρεώσεων προέβλεπε στο σημείο 3.10 αριθ. 6 ότι η προσφορά έπρεπε να περιλαμβάνει περιγραφική έκθεση της οργανώσεως και των δομών διοικητικής μέριμνας και υποστηρίξεως που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση κατακυρώσεως κατά τη διαχείριση των αποτελουσών αντικείμενο της συμβάσεως υπηρεσιών· η ανωτέρω έκθεση έπρεπε να περιλαμβάνει υποχρεωτικώς τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:
– «αμαξοστάσια και/ή ζώνες σταθμεύσεως των λεωφορείων που ανήκουν κατ’ ιδιοκτησία ή τελούν στη διάθεση του υποβαλόντος εντός της Provincia di Venezia […]·
– λεπτομέρειες ελέγχου της παρεχόμενης υπηρεσίας και αριθμός υπευθύνων για τους εν λόγω ελέγχους προσώπων·
– αριθμό οδηγών λεωφορείων και τύπος της κατεχόμενης αδείας·
– αριθμό εγκαταστάσεων (πέραν των αμαξοστασίων) που ανήκουν στην ιδιοκτησία ή τελούν στη διάθεση του υποβαλόντος εντός της Provincia di Venezia […]·
– αριθμό των υπευθύνων για την οργάνωση σε βάρδιες του επιφορτισμένου με την οδήγηση προσωπικού προσώπων».
9 Ακολούθως, και συγκεκριμένα στις 29 Μαΐου 2002, ήτοι μετά την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής των προσφορών και προτού ανοιχθούν οι φάκελοι, τη στιγμή κατά την οποία διέθετε ήδη κατάλογο με τα ονόματα των τριών επιχειρήσεων που είχαν υποβάλει προσφορές για το επίδικο στα πλαίσια της κύριας δίκης τμήμα, η επιτροπή του διαγωνισμού στάθμισε, με το υπ’ αριθ. 1 πρακτικό της, τις 25 μονάδες που μπορούν να χορηγηθούν για το συγκεκριμένο αυτό τρίτο κριτήριο κατανέμοντας τις μονάδες μεταξύ πέντε υποκριτηρίων αντιστοιχούντων σε κάθε στοιχείο που έπρεπε να παρατίθεται στη συμπεριλαμβανόμενη στην προσφορά των υποβαλόντων έκθεση. Ο αριθμός των μονάδων που μπορούσαν να χορηγηθούν βάσει κάθε τέτοιου υποκριτηρίου κυμαινόταν ως εξής 8, 7 και 6 μονάδες για το πρώτο, δεύτερο και τρίτο υποκριτήριο αντιστοίχως και δύο μονάδες για το τέταρτο και πέμπτο υποκριτήριο.
10 Στις 30 Μαΐου 2002, αφού απέκλεισε τη μία από τις τρεις υποβληθείσες προσφορές, η επιτροπή του διαγωνισμού προέβη στην αξιολόγηση των προσφορών των εφεσειουσών της κύριας δίκης και της ATI La Linea SpA CSSA (στο εξής: La Linea). Τελικώς, η σύμβαση κατακυρώθηκε υπέρ της τελευταίας με 86,53 μονάδες, ενώ οι εφεσείουσες της κύριας δίκης έλαβαν 83,50 μονάδες.
11 Εκτιμώντας ότι η κατακύρωση υπέρ της La Linea ήταν εφικτή μόνο χάρη στην a posteriori στάθμιση του αριθμού των μονάδων που μπορούσαν να χορηγηθούν βάσει του τρίτου κριτηρίου, οι εφεσείουσες της κύριας δίκης προσέβαλαν τα μέτρα και τις ληφθείσες από την επιτροπή του διαγωνισμού αποφάσεις ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale, στηριζόμενες, μεταξύ άλλων, στους αρυόμενους από παράβαση του άρθρου 36, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50 λόγους.
12 Το Tribunale amministrativo regionale απέρριψε την ασκηθείσα προσφυγή κρίνοντας, ιδίως, ότι τα κριτήρια αναθέσεως και τα ληπτέα υπόψη στοιχεία για τους σκοπούς αναθέσεως της συμβάσεως, αντικειμένου της κύριας δίκης, αναφέρονταν στη συγγραφή υποχρεώσεων.
13 Οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες της κύριας δίκης άσκησαν έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Consiglio di Stato, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και αποφάσισε να υποβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Ερωτάται αν μπορεί η εν λόγω διάταξη [το άρθρο 36 της οδηγίας 92/50 και το άρθρο 34 της οδηγίας 93/38] να ερμηνευθεί ελαστικώς ως επιτρέπουσας σε αναθέτουσα αρχή, σε περίπτωση διαγωνισμού βάσει της μεθόδου της πλέον συμφέρουσας οικονομικώς προσφοράς, να καθορίζει τα κριτήρια κατά τρόπο γενικόλογο στην προκήρυξη του διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων, παρέχοντας ακολούθως στην επιτροπή του διαγωνισμού τη δυνατότητα να εξειδικεύει και/ή να συμπληρώνει τα εν λόγω κριτήρια, όπου παρίσταται ανάγκη, υπό την προϋπόθεση ότι το πράττει προτού ανοιχτούν οι περιέχοντες τις προσφορές φάκελοι και χωρίς να καινοτομεί έναντι των προκαθορισμένων με την προκήρυξη κριτηρίων, ή αν, αντιθέτως, ο εν λόγω κανόνας πρέπει να ερμηνευθεί αυστηρώς ως επιβάλλων στην αναθέτουσα αρχή την υποχρέωση να προσδιορίζει αναλυτικώς τα κριτήρια αναθέσεως με την προκήρυξη ή την συγγραφή υποχρεώσεων πριν από την προεπιλογή των υποψηφίων ή την πρόσκληση προς υποβολή προσφορών και ως αποκλείων η επιτροπή του διαγωνισμού να δύναται υπό οποιαδήποτε μορφή να παρεμβαίνει μεταγενέστερα εξειδικεύοντας και/ή συμπληρώνοντας τα εν λόγω κριτήρια ή καθιερώνοντας υποκατηγορίες ή υπομόρια, εφόσον κάθε ένδειξη των κριτηρίων αναθέσεως πρέπει, για λόγους διαφανείας, να περιλαμβάνεται στην προκήρυξη ή στη συγγραφή υποχρεώσεων;
Εντέλει, μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο η παραδοσιακώς ακολουθούμενη με τη νομολογία του Consiglio di Stato ερμηνεία, η οποία τείνει στην αποδοχή της παρεμβάσεως της επιτροπής του διαγωνισμού προτού ανοιχθούν οι περιλαμβάνοντες τις προσφορές φάκελοι προς συμπλήρωση των κριτηρίων;
2) Στο πλαίσιο μιας ελαστικής ερμηνείας του κανόνα, δικαιολογούμενης από το επίρρημα «ενδεχομένως», είναι θεμιτό η αναθέτουσα αρχή να συντάσσει συγγραφή υποχρεώσεων, η οποία προβλέπει ως κριτήριο αναθέσεως (εν προκειμένω οι λεπτομέρειες οργανώσεως και υποστηρίξεως) τη μοριοδότηση, κατά την απόλυτη κρίση της αναθέτουσας αρχής, με γνώμονα δέσμη στοιχείων αξιολογήσεως, τη διαβάθμιση των οποίων δεν προβλέπει η προκήρυξη, ή, εν πάση περιπτώσει, ο κανόνας επιβάλλει την υποχρέωση διατυπώσεως των κριτηρίων κατ’ αρχήν κατά τρόπο διαυγή, υποχρέωση ασυμβίβαστη προς την έλλειψη διαβαθμίσεως των εν λόγω κριτηρίων με την προκήρυξη, και, σε περίπτωση νομιμότητας της διατάξεως ως εκ της υποτιθέμενης ελαστικότητας του κανόνα και της μη δεσμευτικότητας της μοριοδοτήσεως όλων των στοιχείων, η επιτροπή του διαγωνισμού νομιμοποιείται, παρά την έλλειψη ρητής αναθέσεως εξουσιών μέσω της προκηρύξεως, να παρεμβαίνει προς συμπλήρωση ή εξειδίκευση των κριτηρίων (αναγνωρίζοντας απλώς αυτοτελή σημασία και ειδικό βάρος σε κάθε επιμέρους στοιχείο για το οποίο η προκήρυξη του διαγωνισμού προέβλεπε την κατ’ αποκοπή χορήγηση είκοσι πέντε μονάδων κατ’ ανώτατο όριο για την αξιολόγησή τους) ή, αντιθέτως, επιβάλλεται η κατά γράμμα εφαρμογή της συγγραφής υποχρεώσεων με τη χορήγηση μορίων βάσει συνολικής αξιολογήσεως των διαφόρων και περιπλόκων στοιχείων που λαμβάνει υπόψη ο lex specialis;
3) Εν πάση περιπτώσει, είναι θεμιτό, υπό το φως της εν λόγω διατάξεως, να αναγνωρίζεται εν γένει στην επιτροπή του διαγωνισμού, επιφορτισμένη με την αξιολόγηση των προσφορών στα πλαίσια διαδικασίας αναθέσεως στην οικονομικώς πλέον συμφέρουσα προσφορά, ανεξαρτήτως της διατυπώσεως της προκηρύξεως, η εξουσία αυτοπεριορισμού της εν γένει δράσεώς της, αποκλειστικώς όμως ενόψει της περιπλοκότητας των προς αξιολόγηση στοιχείων, διά της εξειδικεύσεως των παραμέτρων εφαρμογής των προκαθορισμένων με την προκήρυξη κριτηρίων, μπορεί δε η εν λόγω εξουσία της επιτροπής του διαγωνισμού να ασκηθεί με την καθιέρωση –πάντοτε εξυπακούεται προτού ανοιχθούν οι φάκελοι– υποκατηγοριών, υπομορίων ή απλώς με τον καθορισμό περισσότερο συγκεκριμένων κριτηρίων προς εφαρμογή των γενικών κριτηρίων που παρατίθενται στην προκήρυξη ή στη συγγραφή υποχρεώσεων;»
Επί του αιτήματος περί επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας
14 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Σεπτεμβρίου 2005, η ACTV ζήτησε από το Δικαστήριο να διατάξει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 61 του Κανονισμού Διαδικασίας, την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
15 Προς στήριξη του αιτήματός της, η ACTV υποστήριξε κατ’ ουσίαν ότι, με τις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας δεν απάντησε στα βασικά ερωτήματα που είχε υποβάλει το αιτούν δικαστήριο. Για τον λόγο αυτό και προς ορθή κατανόηση των προδικαστικών ερωτημάτων ενόψει της ιδιομορφίας της διαφοράς της κύριας δίκης, η ACTV εξέφρασε την επιθυμία να καταθέσει νέες παρατηρήσεις.
16 Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το Δικαστήριο δύναται, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως του γενικού εισαγγελέα ή και κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων, να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κανονισμού του Διαδικασίας, εφόσον κρίνει ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία ή ότι η υπόθεση πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων (βλ. διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 2000, C-17/98, Emesa Sugar, Συλλογή 2000, σ. I-665, σκέψη 18, και απόφαση της 30ής Μαρτίου 2004, C-147/02, Alabaster, Συλλογή 2004, σ. I-3101, σκέψη 35).
17 Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, εκτιμά ότι διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα και ότι τα στοιχεία αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο των διεξαχθεισών ενώπιόν του συζητήσεων. Κατόπιν αυτού, είναι απορριπτέο το αίτημα περί επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
18 Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπογραμμισθεί, όπως το πράττει το αιτούν δικαστήριο, ότι, με την επίδικη στα πλαίσια της κύριας δίκης απόφασή της, η επιτροπή του διαγωνισμού προσδιόρισε απλώς τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε οι προβλεπόμενες στο τρίτο κριτήριο αναθέσεως είκοσι πέντε μονάδες να κατανεμηθούν μεταξύ των πέντε υποκριτηρίων που είχαν ήδη προσδιορισθεί στη συγγραφή υποχρεώσεων.
19 Υπό τις περιστάσεις αυτές, τα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να εκληφθούν ως αφορώντα, κατ’ ουσίαν, το αν τα άρθρα 36 της οδηγίας 92/50 και 34 της οδηγίας 93/38 έχουν την έννοια ότι αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο το ότι μια επιτροπή διαγωνισμού προσδίδει ειδικό βάρος στα προκαθορισθέντα υποστοιχεία ενός κριτηρίου αναθέσεως, προβαίνοντας σε επιμερισμό μεταξύ των υποστοιχείων αυτών των μονάδων που προέβλεψε δυνάμει του οικείου κριτηρίου η αναθέτουσα αρχή κατά τη σύνταξη της συγγραφής υποχρεώσεων ή την προκήρυξη του διαγωνισμού.
20 Επιβάλλεται, καταρχάς, να επισημανθεί, όπως παρατήρησε ορθώς η Αυστριακή Κυβέρνηση, ότι οι διατάξεις των άρθρων 36 της οδηγίας 92/50 και 34 της οδηγίας 93/38 δεν μπορούν να εφαρμοστούν ταυτοχρόνως επί των ιδίων πραγματικών περιστατικών. Όντως, οι διατάξεις στις οποίες αναφέρονται τα προδικαστικά ερωτήματα είναι διατυπωμένες κατά τρόπο ουσιωδώς πανομοιότυπο και πρέπει να τύχουν της αυτής ερμηνείας (βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-513/99, Concordia Bus Finland, Συλλογή 2002, σ. I-7213, σκέψη 91). Επομένως, το Δικαστήριο είναι σε θέση να παράσχει λυσιτελή απάντηση στο ούτως αναδιατυπωμένο ερώτημα, χωρίς να απαιτείται να αποφανθεί επί του ερωτήματος ποια από τις δύο οδηγίες τυγχάνει εφαρμογής στην υπόθεση της κύριας δίκης.
21 Ακολούθως, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα προσδιοριζόμενα από αναθέτουσα αρχή κριτήρια συνάψεως πρέπει να συνδέονται με το αντικείμενο της συμβάσεως. Δεν πρέπει να παρέχουν απεριόριστη ελευθερία επιλογής στην αναθέτουσα αρχή, πρέπει να μνημονεύονται ρητώς στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού και να τηρούν, ιδίως, τις θεμελιώδεις αρχές περί ίσης μεταχειρίσεως, περί απαγορεύσεως των διακρίσεων και περί διαφανείας (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Concordia Bus Finland, σκέψη 64).
22 Στην παρούσα συγκυρία προέχει ειδικότερα να υπογραμμισθεί ότι η υποχρέωση τηρήσεως της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως απηχεί την ίδια την ουσία των οδηγιών στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Concordia Bus Finland, σκέψη 81) και ότι οι υποβαλόντες προσφορά πρέπει να απολαύουν της ιδίας μεταχειρίσεως τόσο κατά τον χρόνο προετοιμασίας των προσφορών τους όσο και κατά τον χρόνο αξιολογήσεώς τους (βλ., απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2001, C-19/00, SIAC Construction, Συλλογή 2001, σ. I-7725, σκέψη 34).
23 Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 36 της οδηγίας 92/50 και 34 της οδηγίας 93/38, όλα τα επιλεγέντα κριτήρια πρέπει να μνημονεύονται ρητώς στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού, ει δυνατόν σε φθίνουσα τάξη ανάλογα με τη σημασία που τους αποδίδεται, προκειμένου οι επιχειρηματίες να είναι σε θέση να λάβουν γνώση της υπάρξεως και του περιεχομένου τους (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Concordia Bus Finland, σκέψη 62).
24 Ομοίως, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφανείας, προέχει να καθίστανται γνωστά στους δυνάμει προσφέροντες, κατά τον χρόνο προετοιμασίας των προσφορών τους, όλα τα ληφθέντα από την αναθέτουσα αρχή στοιχεία προς εντοπισμό της πλέον συμφέρουσας οικονομικώς προσφοράς και, ει δυνατόν, της σχετικής σημασίας τους (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 25ης Απριλίου 1996, C-87/94, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1996, σ. I-2043, σκέψη 88, και της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑470/99, Universale-Bau κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I-11617, σκέψη 98).
25 Τέλος, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, ενόψει των ανωτέρω κανόνων και αρχών, αν, στα πλαίσια της υποθέσεως της κύριας δίκης, η επιτροπή του διαγωνισμού παρέβη το κοινοτικό δίκαιο προβλέποντας στάθμιση των διαφόρων υποστοιχείων του τρίτου κριτηρίου αναθέσεως της συμβάσεως.
26 Συναφώς, πρώτον, επιβάλλεται να ελεγχθεί αν, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα λυσιτελή στοιχεία της υποθέσεως της κύριας δίκης, η προβλέπουσα την εν λόγω στάθμιση απόφαση τροποποιεί τα κριτήρια αναθέσεως της συμβάσεως, όπως αυτά καθορίζονται στη σύμβαση υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού.
27 Αν συνέβαινε αυτό, η απόφαση θα αντέκειτο στο κοινοτικό δίκαιο.
28 Δεύτερον, πρέπει να εκτιμηθεί αν η εν λόγω απόφαση εμπεριέχει στοιχεία, τα οποία, αν ήσαν γνωστά κατά τον χρόνο προετοιμασίας των προσφορών, θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη σχετική προετοιμασία.
29 Αν συνέβαινε αυτό, η ίδια απόφαση θα αντέκειτο στο κοινοτικό δίκαιο.
30 Τρίτον, επιβάλλεται να διαπιστωθεί αν η επιτροπή του διαγωνισμού εξέδωσε απόφαση προβλέπουσα στάθμιση, λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία δυνάμενα να επιφέρουν αποτέλεσμα συνιστάμενο σε δυσμενή διάκριση εις βάρος ενός των υποβαλόντων προσφορά.
31 Αν συνέβαινε αυτό, η οικεία απόφαση θα αντέκειτο στο κοινοτικό δίκαιο.
32 Επομένως, στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα προσήκει η απάντηση ότι τα άρθρα 36 της οδηγίας 92/50 και 34 της οδηγίας 93/38 έχουν την έννοια ότι δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο το ότι μια επιτροπή διαγωνισμού προσδίδει ειδικό βάρος στα προκαθορισθέντα υποστοιχεία ενός κριτηρίου αναθέσεως, προβαίνοντας σε επιμερισμό μεταξύ των υποστοιχείων αυτών των μονάδων που προέβλεψε δυνάμει του οικείου κριτηρίου η αναθέτουσα αρχή κατά τη σύνταξη της συγγραφής υποχρεώσεων ή την προκήρυξη του διαγωνισμού, υπό την προϋπόθεση ότι η οικεία απόφαση:
– δεν τροποποιεί τα οριζόμενα στη σύμβαση υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως της συμβάσεως·
– δεν περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία, αν ήσαν γνωστά κατά την προετοιμασία των προσφορών, θα είχαν επηρεάσει ενδεχομένως τη σχετική προετοιμασία·
– δεν εκδόθηκε λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία δυνάμενα να επιφέρουν αποτέλεσμα συνιστάμενο σε δυσμενή διάκριση εις βάρος ενός των υποβαλόντων προσφορά.
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Τα άρθρα 36 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, και 34 της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενεργείας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, έχουν την έννοια ότι δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο το ότι μια επιτροπή διαγωνισμού προσδίδει ειδικό βάρος στα προκαθορισθέντα υποστοιχεία ενός κριτηρίου αναθέσεως, προβαίνοντας σε επιμερισμό μεταξύ των υποστοιχείων αυτών των μονάδων που προέβλεψε δυνάμει του οικείου κριτηρίου η αναθέτουσα αρχή κατά τη σύνταξη της συγγραφής υποχρεώσεων ή την προκήρυξη του διαγωνισμού, υπό την προϋπόθεση ότι η οικεία απόφαση:
– δεν τροποποιεί τα οριζόμενα στη σύμβαση υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού κριτήρια αναθέσεως της συμβάσεως·
– δεν περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία, αν ήσαν γνωστά κατά την προετοιμασία των προσφορών, θα είχαν επηρεάσει ενδεχομένως τη σχετική προετοιμασία·
– δεν εκδόθηκε λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία δυνάμενα να επιφέρουν αποτέλεσμα συνιστάμενο σε δυσμενή διάκριση εις βάρος ενός των υποβαλόντων προσφορά.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy