Υπόθεση C-366/04
Georg Schwarz
κατά
Bürgermeister der Landeshauptstadt Salzburg
(αίτηση του Unabhängiger Verwaltungssenat Salzburg για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων — Ποσοτικοί περιορισμοί — Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος — Εθνική διάταξη απαγορεύουσα την πώληση ζαχαρωδών προϊόντων χωρίς συσκευασία από αυτόματα μηχανήματα — Υγιεινή των τροφίμων»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 28ης Ιουνίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 24ης Νοεμβρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων — Ποσοτικοί περιορισμοί — Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος — Υγιεινή των τροφίμων — Οδηγία 93/43 — Εθνική διάταξη που απαγορεύει την πώληση από αυτόματα μηχανήματα ζαχαρωδών προϊόντων χωρίς συσκευασία — Δικαιολόγηση — Προστασία της δημόσιας υγείας
(Άρθρα. 28 ΕΚ και 30 ΕΚ· οδηγία 93/43 του Συμβουλίου, άρθρο 7)
Εθνική διάταξη η οποία θεσπίστηκε πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 93/43 για την υγιεινή των τροφίμων, και η οποία απαγορεύει τη διάθεση προς πώληση από αυτόματα μηχανήματα ζαχαρωδών προϊόντων παρασκευασμένων από φυσική ζάχαρη ή από υποκατάστατα ζαχάρεως χωρίς συσκευασία δεν αντιβαίνει προς τις διατάξεις των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ και προς το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής.
Πράγματι, μια τέτοια διάταξη, καίτοι συνιστά, κατ’ αρχήν, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, μπορεί να δικαιολογηθεί, δυνάμει του άρθρου 30 ΕΚ, από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, εφόσον αποτελεί κατάλληλο και ανάλογο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
(βλ. σκέψεις 29, 33, 36, 38 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 24ης Νοεμβρίου 2005 (*)
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Ποσοτικοί περιορισμοί – Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος – Εθνική διάταξη απαγορεύουσα την πώληση ζαχαρωδών προϊόντων χωρίς συσκευασία από αυτόματα μηχανήματα – Υγιεινή των τροφίμων»
Στην υπόθεση C-366/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Unabhängiger Verwaltungssenat Salzburg (Αυστρία) με απόφαση της 16ης Αυγούστου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Αυγούστου 2004, στο πλαίσιο της δίκης
Georg Schwarz
κατά
Bürgermeister der Landeshauptstadt Salzburg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues, E. Juhász (εισηγητή), M. Ilešič και E. Levits, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– ο G. Schwarz, εκπροσωπούμενος από τους J. Dengg, M. Vavrousek και T. Hölber, Rechtsanwälte,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J.‑P. Keppenne και B. Schima,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Ιουνίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ και του άρθρου 7 της οδηγίας 93/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, για την υγιεινή των τροφίμων (ΕΕ L 175, σ. 1, στο εξής: οδηγία).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του G. Schwarz και του Bürgermeister der Landeshauptstadt Salzburg, ο οποίος κίνησε διοικητική διαδικασία ποινικού χαρακτήρα κατά του εν λόγω ιδιώτη, επειδή διέθετε στην αγορά από αυτόματα μηχανήματα ζαχαρώδη προϊόντα χωρίς συσκευασία.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Το άρθρο 28 ΕΚ απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, μεταξύ των κρατών μελών.
4 Κατά το άρθρο 30 ΕΚ, το άρθρο 28 ΕΚ δεν αντιτίθεται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών που δικαιολογούνται, μεταξύ άλλων, από λόγους προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
5 Η πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αναγνωρίζει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των τροφίμων είναι ουσιώδης προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς.
6 Σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η προστασία της ανθρώπινης υγείας αποτελεί στόχο πρωταρχικής σημασίας.
7 Κατά την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, προκειμένου να προστατεύεται η ανθρώπινη υγεία, θα πρέπει να εναρμονισθούν οι γενικοί κανόνες υγιεινής των τροφίμων.
8 Το άρθρο 1 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους γενικούς κανόνες υγιεινής των τροφίμων και τις διαδικασίες για την εξακρίβωση της τήρησης των εν λόγω κανόνων.
2. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων που θεσπίζονται στα πλαίσια ειδικότερων κοινοτικών κανόνων στον τομέα της υγιεινής τροφίμων. […]»
9 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Η παρασκευή, η μεταποίηση, η παραγωγή, η συσκευασία, η αποθήκευση, η μεταφορά, η διανομή, η διακίνηση και η προσφορά προς πώληση ή η διάθεση των τροφίμων πραγματοποιούνται με υγιεινό τρόπο.»
10 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, οι επιχειρήσεις τροφίμων επισημαίνουν κάθε στοιχείο των δραστηριοτήτων τους που είναι κρίσιμο για την εξασφάλιση της ασφάλειας των τροφίμων και μεριμνούν ώστε οι κατάλληλες διαδικασίες για την ασφάλεια να καθορίζονται, να εφαρμόζονται, να τηρούνται και να προσαρμόζονται σύμφωνα με τις αρχές που χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του συστήματος HACCP (αναλύσεις κινδύνων και κρίσιμα σημεία ελέγχου) και που απαριθμούνται στην ίδια παράγραφο.
11 Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Οι επιχειρήσεις τροφίμων συμμορφώνονται προς τους κανόνες υγιεινής που παρατίθενται στο παράρτημα. […]»
12 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν, τηρουμένων των διατάξεων της συνθήκης, να διατηρούν, να τροποποιούν ή να θεσπίζουν εθνικές διατάξεις για την υγιεινή, ειδικότερες από τις προβλεπόμενες στην παρούσα οδηγία, με την προϋπόθεση ότι αυτές οι διατάξεις:
– δεν είναι λιγότερο αυστηρές από αυτές που αναφέρονται στο παράρτημα,
– δεν συνιστούν απαγόρευση, εμπόδιο ή φραγμό για το εμπόριο τροφίμων που παράγονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.»
13 Το παράρτημα της οδηγίας απαριθμεί, στο κεφάλαιο ΙΙΙ, τις ακόλουθες προδιαγραφές που πρέπει να εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, στους κινητούς ή/και προσωρινούς χώρους, καθώς και στους αυτόματους πωλητές [αυτόματα μηχανήματα]:
«1. Οι χώροι και οι αυτόματοι πωλητές πρέπει να είναι κατάλληλα χωροθετημένοι, σχεδιασμένοι και κατασκευασμένοι, να διατηρούνται σε καλή κατάσταση και καθαροί, ούτως ώστε να αποφεύγεται, κατά το δυνατόν, η μόλυνση των τροφίμων και η παρουσία εντόμων και άλλων επιβλαβών ζώων.
2. Ειδικότερα, και όπου χρειάζεται:
[…]
β) οι επιφάνειες που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα πρέπει να είναι σε καλή κατάσταση και να καθαρίζονται και, εν ανάγκη, να απολυμαίνονται εύκολα. Αυτό απαιτεί τη χρήση λείων, μη τοξικών υλικών που να πλένονται, εκτός εάν οι επιχειρηματίες του τομέα των τροφίμων μπορούν να αποδείξουν στις αρμόδιες αρχές ότι τυχόν άλλα χρησιμοποιηθέντα υλικά είναι κατάλληλα·
[…]
δ) πρέπει να υπάρχουν κατάλληλα μέσα για να διατηρούνται τα τρόφιμα καθαρά·
[…]
η) τα τρόφιμα πρέπει να τοποθετούνται σε χώρους και κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται, κατά το δυνατόν, ο κίνδυνος μόλυνσης.»
14 Το κεφάλαιο IX του ίδιου παραρτήματος, με τίτλο «Διατάξεις που εφαρμόζονται στα τρόφιμα», προβλέπει στο σημείο του 3 τα εξής:
«Όλα τα τρόφιμα τα οποία διακινούνται, αποθηκεύονται, συσκευάζονται, εκτίθενται και μεταφέρονται, προφυλάσσονται από κάθε μόλυνση η οποία ενδέχεται να τα καταστήσει ακατάλληλα προς βρώση, επιβλαβή για την υγεία ή μολυσμένα κατά τρόπο που δεν θα ήταν λογικό να αναμένεται κατανάλωσή τους σε αυτή την κατάσταση. Ιδιαίτερα τα τρόφιμα πρέπει να τοποθετούνται ή να προστατεύονται κατά τρόπο που να ελαχιστοποιεί τον οποιοδήποτε κίνδυνο μόλυνσης. Πρέπει να θεσπιστούν επαρκείς διαδικασίες για να διασφαλιστεί ότι ελέγχονται τα ζωύφια.»
Η εθνική ρύθμιση
15 Οι διατάξεις της οδηγίας μεταφέρθηκαν στο αυστριακό δίκαιο με την κανονιστική απόφαση περί υγιεινής των τροφίμων (Lebensmittelhygieneverordnung), της 3ης Φεβρουαρίου 1998 (BGBl. II, 31/1998, όπως δημοσιεύθηκε στο BGBl. II, 33/1999). Οι διατάξεις της οδηγίας περιλήφθηκαν στην ως άνω απόφαση με την ίδια σχεδόν διατύπωση.
16 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της κανονιστικής αποφάσεως περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων που πωλούνται μέσω αυτόματων μηχανημάτων (Verordnung über die Hygiene bei Zuckerwaren aus Automaten), της 10ης Φεβρουαρίου 1988 (BGBl. 127/1988, στο εξής: κανονιστική απόφαση περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων), έχει ως εξής:
«1. Αυτόματα μηχανήματα πωλήσεως ζαχαρωδών προϊόντων κατά την έννοια της παρούσας κανονιστικής αποφάσεως είναι τα αυτόματα μηχανήματα πωλήσεως τα οποία κατόπιν ρίψεως κερμάτων παραδίδουν μέσα από μια περίκλειστη θήκη ζαχαρώδη προϊόντα παρασκευασμένα από ζάχαρη ή από υποκατάστατα ζαχάρεως μέσω ενός σωλήνα και ενός ανοίγματος για τη λήψη του προϊόντος (κοίλωμα λήψεως).
2. Τα αυτόματα μηχανήματα πωλήσεως ζαχαρωδών προϊόντων πρέπει να τοποθετούνται και να στερεώνονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην εκτίθενται άμεσα στο ηλιακό φως. Το άνοιγμα λήψεως των προϊόντων (κοίλωμα λήψεως) πρέπει να είναι προστατευμένο από τους ρύπους που προκαλούν οι καιρικές μεταβολές.»
17 Το άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων προβλέπει τα εξής:
«Απαγορεύεται η διάθεση ζαχαρωδών προϊόντων παρασκευασμένων από ζάχαρη ή από υποκατάστατα ζαχάρεως χωρίς συσκευασία από αυτόματα μηχανήματα.»
Η κύρια δίκη και το προδικαστικό ερώτημα
18 Με τις ποινικού χαρακτήρα διοικητικές αποφάσεις του δημάρχου της πόλεως του Salzburg προσάπτεται στον G. Schwarz ότι πωλούσε από αυτόματα μηχανήματα διάφορα είδη κόμμεος μασήματος (τσίχλες) άνευ συσκευασίας, κατά παράβαση του άρθρου 2 της κανονιστικής αποφάσεως περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων.
19 Ο G. Schwarz άσκησε προσφυγή κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του Unabhängiger Verwaltungssenat Salzburg, με την οποία υποστήριξε ότι η κανονιστική απόφαση περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων, και ειδικότερα το άρθρο της 2, είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, προς τις διατάξεις της οδηγίας.
20 Το Unabhängiger Verwaltungssenat Salzburg, εκτιμώντας ότι για την επίλυση της ενώπιόν του εκκρεμούσας διαφοράς είναι αναγκαία η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αντιβαίνει στα άρθρα 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 της οδηγίας 93/43 […], εθνική διάταξη θεσπισθείσα πριν από την έναρξη ισχύος της ανωτέρω οδηγίας, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται να διατίθενται προς πώληση από αυτόματα μηχανήματα ζαχαρώδη προϊόντα παρασκευασμένα από φυσική ζάχαρη ή από υποκατάστατα ζαχάρεως χωρίς συσκευασία;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
21 Ο G. Schwarz υποστηρίζει, αφενός, ότι η υποχρέωση χωριστής συσκευασίας για κάθε τσίχλα, που επιβάλλει το άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων, έχει ως συνέπεια την παρακώλυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των τροφίμων και, αφετέρου, ότι είναι αντίθετη προς το άρθρο 7 της οδηγίας. Η εθνική αυτή διάταξη προβλέπει ειδική συσκευασία για τα επίμαχα εμπορεύματα που προορίζονται για την αυστριακή αγορά, με αποτέλεσμα να μην μπορούν πλέον να διατίθενται από τα αυτόματα μηχανήματα που λειτουργούν σήμερα στην Αυστρία. Τούτο συνεπάγεται, στην πράξη, την απαγόρευση της διαθέσεως στην αγορά των μη αυστριακών προϊόντων, δεδομένου ότι οι αλλοδαποί παραγωγοί δεν είναι διατεθειμένοι να παράγουν συσκευασμένα προϊόντα αποκλειστικά για την αυστριακή αγορά.
22 Κατά τον G. Schwarz, ο περιορισμός αυτός των εισαγωγών δεν δικαιολογείται από τους λόγους του άρθρου 30 ΕΚ και, ειδικότερα, από την προστασία της ανθρώπινης υγείας. Ισχυρίζεται ότι, αν η προστασία αυτή δικαιολογούσε τη λήψη μέτρων όπως τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων, οι τσίχλες δεν θα μπορούσαν να πωλούνται χωρίς συσκευασία από αυτόματα μηχανήματα ούτε στη Γερμανία ούτε στην Ιταλία, όπου οι εξωτερικές και, ιδίως, οι κλιματικές συνθήκες είναι παρόμοιες με αυτές της Αυστρίας. Επιπλέον, ο προσφεύγων της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν τα εν λόγω εμπορεύματα ήταν συσκευασμένα, ο καταναλωτής θα έπρεπε και πάλι να αφαιρεί τη συσκευασία, κατά κανόνα με γυμνά χέρια, οπότε ο δυνητικός κίνδυνος μολύνσεως από το άνοιγμα για τη λήψη του προϊόντος θα εξακολουθούσε ούτως ή άλλως να υφίσταται.
23 Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστηρίζει ότι διατάξεις όπως το άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων συνιστούν μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ. Το εν λόγω άρθρο 2 έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται επαχθέστερη η εισαγωγή στην Αυστρία προϊόντων που διατίθενται νομίμως στην αγορά άλλων κρατών μελών.
24 Επειδή δεν γνωρίζει τους συγκεκριμένους λόγους που οδήγησαν τον Αυστριακό νομοθέτη να απαγορεύσει την πώληση από αυτόματα μηχανήματα ζαχαρωδών προϊόντων χωρίς συσκευασία, η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν είναι σε θέση να αποφανθεί οριστικώς επί της υπάρξεως ενδεχόμενου κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία και, κατά συνέπεια, επί της δικαιολογήσεως της εν λόγω εθνικής διατάξεως βάσει του άρθρου 30 ΕΚ. Ισχυρίζεται, εντούτοις, ότι η εκτίμηση του κινδύνου δεν μπορεί να βασίζεται σε εντελώς υποθετικούς συλλογισμούς και ότι ο προβαλλόμενος πραγματικός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία πρέπει να αποδεικνύεται επαρκώς βάσει πρόσφατων επιστημονικών στοιχείων, διαθέσιμων κατά τον χρόνο λήψεως του περιοριστικού μέτρου.
Απάντηση του Δικαστηρίου
25 Πρέπει να διευκρινιστεί ότι το άρθρο 29 ΕΚ, στο οποίο αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, δεν έχει σημασία για την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην ερμηνεία των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, καθώς και της οδηγίας.
26 Η υποχρέωση συσκευασίας των τροφίμων που διατίθενται από αυτόματα μηχανήματα δεν διέπεται από την οδηγία. Τα εθνικά μέτρα που αφορούν το ζήτημα αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο.
27 Κατά συνέπεια, τέτοιου είδους εθνικά μέτρα πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
28 Η απαγόρευση μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό που επιβάλλει το άρθρο 28 της Συνθήκης αφορά κάθε μέτρο δυνάμενο να δημιουργήσει εμπόδια αμέσως ή εμμέσως, πραγματικώς ή δυνητικώς στο ενδοκοινοτικό εμπόριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5, της 12ης Μαρτίου 1987, 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, γνωστή ως «Νόμος περί καθαρότητας για τον ζύθο», Συλλογή 1987, σ. 1227, σκέψη 27, της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, C-192/01, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 2003, σ. Ι-9693, σκέψη 39, και της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-270/02, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σ. Ι-1559, σκέψη 18).
29 Δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων επιβάλλει την υποχρέωση συσκευασίας των τσιχλών που πωλούνται από αυτόματα μηχανήματα στην Αυστρία , ενώ από τον φάκελο της υποθέσεως που διαβίβασε το αιτούν δικαστήριο στο Δικαστήριο προκύπτει ότι τα ίδια αυτά προϊόντα μπορούν να διατεθούν στην αγορά του εξωτερικού, ιδίως δε στη Γερμανία, χωρίς συσκευασία. Ως εκ τούτου, οι εισαγωγείς που επιθυμούν να διαθέσουν προς πώληση τα εν λόγω προϊόντα στην Αυστρία είναι υποχρεωμένοι να τα συσκευάζουν, γεγονός που καθιστά επαχθέστερη την εισαγωγή τους στο εν λόγω κράτος μέλος. Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει επίσης ότι τα αυτόματα μηχανήματα που έχουν σχεδιαστεί για μη συσκευασμένα προϊόντα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για συσκευασμένα προϊόντα. Ως εκ τούτου, η ως άνω εθνική διάταξη συνιστά, κατ’ αρχήν, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ.
30 Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, μια εθνική ρύθμιση που περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν είναι απαραιτήτως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο αν μπορεί να δικαιολογηθεί από κάποιον από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 30 ΕΚ ή από κάποια από τις επιτακτικές ανάγκες που έχει δεχθεί η νομολογία του Δικαστηρίου σε περίπτωση που η εθνική ρύθμιση εφαρμόζεται αδιακρίτως (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe‑Zentral, γνωστή ως «Cassis de Dijon», Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321, σκέψη 8, και προπαρατεθείσα Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 21).
31 Δεδομένου ότι, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων δικαιολογείται κυρίως από την υποχρέωση προστασίας της δημόσιας υγείας η οποία προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 30 ΕΚ, πρέπει να εξεταστεί αν μια εθνική ρύθμιση όπως το εν λόγω άρθρο 2 αντιβαίνει στη διάταξη αυτή του κοινοτικού δικαίου.
32 Όσον αφορά τη διάθεση των τροφίμων στην αγορά, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, ελλείψει εναρμονίσεως, εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν ποιο είναι το επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και ζωής το οποίο προτίθενται να διασφαλίσουν, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1983, 174/82, Sandoz, Συλλογή 1983, σ. 2445, σκέψη 16, της 25ης Ιουλίου 1991, C-1/90 και C-176/90, Aragonesa de Publicidad Exterior και Publivía, Συλλογή 1991, σ. Ι-4151, σκέψη 16, της 25ης Μαΐου 1993, C‑271/92, LPO, Συλλογή 1993, σ. I‑2899, σκέψη 10, προπαρατεθείσα Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 42, και της 2ας Δεκεμβρίου 2004, C‑41/02, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2004, σ. I-11375, σκέψη 42).
33 Εντούτοις, τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι κατάλληλα για την επίτευξη ενός ή περισσότερων σκοπών του άρθρου 30 ΕΚ, στη συγκεκριμένη περίπτωση της προστασίας της δημόσιας υγείας, και να είναι ανάλογα, ήτοι να μην βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση LPO, σκέψη 12, και απόφαση της 8ης Ιουνίου 1993, C‑373/92, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1993, σ. I‑3107, σκέψη 8).
34 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, σύμφωνα με την Österreichische Agentur für Gesundheit und Ernährungssicherheit GmbH (αυστριακή Επιθεώρηση για την υγεία και την ασφάλεια των τροφίμων), η απαγόρευση του άρθρου 2 της κανονιστικής αποφάσεως περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων δικαιολογείται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, δεδομένου ότι, στο παρελθόν, μη συσκευασμένα προϊόντα είχαν υποστεί αλλοιώσεις από την υγρασία ή από έντομα, ιδίως μυρμήγκια, στον αποθηκευτικό χώρο των μηχανημάτων αυτόματης διανομής.
35 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι η εν λόγω απαγόρευση αυξάνει σημαντικά την ασφάλεια των ως άνω τροφίμων. Διαπιστώνει συναφώς ότι οι καταναλωτές που αγοράζουν μη συσκευασμένα ζαχαρώδη προϊόντα από αυτόματα μηχανήματα είναι ούτως ή άλλως υποχρεωμένοι να αγγίζουν το εμπόρευμα, καθώς και το άνοιγμα λήψεως των προϊόντων, με γυμνά χέρια τα οποία δεν έχουν πλύνει προηγουμένως. Το εν λόγω δικαστήριο θεωρεί ότι η μόλυνση του ανοίγματος αυτού από παθογόνους οργανισμούς και η μετάδοσή τους στο προϊόν που αγοράζει ο πελάτης αποτελεί κάθε άλλο παρά απλό θεωρητικό κίνδυνο.
36 Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι, για τους λόγους που εξέθεσαν επαρκώς τόσο η Österreichische Agentur für Gesundheit und Ernährungssicherheit GmbH όσο και το αιτούν δικαστήριο, η απαγόρευση του άρθρου 2 της κανονιστικής αποφάσεως περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων συνιστά κατάλληλο και ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό μέτρο για την προστασία της δημόσιας υγείας.
37 Κατά τα λοιπά, πρέπει να τονιστεί ότι από κανένα στοιχείο του φακέλου της υποθέσεως δεν προκύπτει αλλοίωση του σκοπού των λόγων δημόσιας υγείας που προβάλλονται για τη δικαιολόγηση του άρθρου 2 της κανονιστικής αποφάσεως περί υγιεινής των ζαχαρωδών προϊόντων και χρησιμοποίησή τους για την εφαρμογή δυσμενών διακρίσεων σε βάρος εμπορευμάτων προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη ή για την προστασία ορισμένων ημεδαπών προϊόντων (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1979, 34/79, Henn και Darby, Συλλογή τόμος 1979, σ. 781, σκέψη 21, και προπαρατεθείσα Aragonesa de Publicidad Exterior και Publivía, σκέψη 20).
38 Κατόπιν όλων των ανωτέρω, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εθνική διάταξη η οποία θεσπίστηκε πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας και η οποία απαγορεύει τη διάθεση προς πώληση από αυτόματα μηχανήματα ζαχαρωδών προϊόντων παρασκευασμένων από φυσική ζάχαρη ή από υποκατάστατα ζαχάρεως χωρίς συσκευασία δεν αντιβαίνει προς τις διατάξεις των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ και προς το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Εθνική διάταξη η οποία θεσπίστηκε πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 93/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, για την υγιεινή των τροφίμων, και η οποία απαγορεύει τη διάθεση προς πώληση από αυτόματα μηχανήματα ζαχαρωδών προϊόντων παρασκευασμένων από φυσική ζάχαρη ή από υποκατάστατα ζαχάρεως χωρίς συσκευασία δεν αντιβαίνει προς τις διατάξεις των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ και προς το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy