Υπόθεση C-414/04
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Κανονισμός (ΕΚ) 1228/2003 — Όροι προσβάσεως στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας — Κανονισμός (EΚ) 1223/2004 — Προσωρινές παρεκκλίσεις υπέρ της Σλοβενίας — Νομική βάση»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 1ης Ιουνίου 2006
Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 28ης Νοεμβρίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσχώρηση νέων κρατών μελών — Πράξη προσχωρήσεως του 2003 — Προσαρμογή των κοινοτικών πράξεων που δεν προσαρμόστηκαν με την πράξη προσχωρήσεως — Έννοια
(Πράξη προσχωρήσεως του 2003, άρθρο 57· κανονισμός 1223/2004 του Συμβουλίου)
2. Προσχώρηση νέων κρατών μελών — Τσεχική Δημοκρατία — Εσθονία — Κύπρος — Λετονία — Λιθουανία — Ουγγαρία — Μάλτα — Πολωνία — Σλοβενία — Σλοβακία — Κοινοτικές πράξεις εκδοθείσες μετά την υπογραφή της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003 — Θέσπιση προσωρινών παρεκκλίσεων υπέρ των νέων κρατών μελών — Προσήκουσα νομική βάση
(Άρθρα 249 §§ 2 και 3 EΚ και 299 EΚ· Συνθήκη Προσχωρήσεως του 2003, άρθρο 2 §§ 2 και 3)
3. Προσφυγή ακυρώσεως — Ακυρωτική απόφαση — Αποτελέσματα — Περιορισμός από το Δικαστήριο
(Άρθρο 231, εδ. 2, EΚ· κανονισμός 1223/2004 του Συμβουλίου)
1. Τα μέτρα που μπορούν να θεσπισθούν βάσει του άρθρου 57 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και περί των προσαρμογών των Συνθηκών στις οποίες στηρίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, που προβλέπουν την προσαρμογή των πράξεων των οργάνων που δεν προσαρμόστηκαν με την Πράξη, περιορίζονται, καταρχήν, σε προσαρμογές προοριζόμενες να καταστήσουν εφαρμοστέες στα νέα κράτη μέλη προγενέστερες κοινοτικές πράξεις, αποκλείοντας κάθε άλλη τροποποίηση και ιδίως προσωρινές παρεκκλίσεις. Συνεπώς, προσωρινές παρεκκλίσεις όπως αυτές που προβλέπει ο κανονισμός 1223/2004, για την τροποποίηση του κανονισμού 1228/2003 σχετικά με την ημερομηνία εφαρμογής ορισμένων διατάξεων στη Σλοβενία, οι οποίες έχουν ως μοναδικό σκοπό να καθυστερήσουν προσωρινώς την αποτελεσματική εφαρμογή της οικείας κοινοτικής πράξεως σε νέο κράτος μέλος δεν μπορούν καταρχήν να χαρακτηρισθούν ως «προσαρμογές» κατά την έννοια του άρθρου 57 της Πράξεως αυτής.
Το γεγονός ότι ορισμένες εισάγουσες παρεκκλίσεις πράξεις όπως αυτές που προβλέπει ο κανονισμός 1223/2004 εκδόθηκαν βάσει της διατάξεως της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1994, η οποία αντιστοιχεί στο άρθρο 57 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, δεν μπορεί να ασκήσει επιρροή στο περιεχόμενο της τελευταίας αυτής διατάξεως. Πράγματι, η απλή πρακτική του Συμβουλίου δεν μπορεί να συνιστά παρέκκλιση από κανόνες της Συνθήκης ΕΚ και, επομένως, δεν μπορεί να δημιουργήσει προηγούμενο που να δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα όσον αφορά την ορθή νομική βάση.
Συνεπώς, ο κανονισμός 1223/2004, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 57 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, πρέπει να ακυρωθεί λόγω της εσφαλμένης νομικής βάσεώς του.
(βλ. σκέψεις 35-37, 54)
2. Όσον αφορά τις κοινοτικές πράξεις που εκδόθηκαν μετά την υπογραφή της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Συνθήκη αυτή και η Πράξη Προσχωρήσεως του 2003 δεν περιλαμβάνουν καμία διάταξη γενικής εφαρμογής σκοπούσα στη θέσπιση μεταβατικών μέτρων παρεκκλίσεως υπέρ των νέων κρατών μελών. Πάντως, μετά την υπογραφή της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003 και υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των ειδικών διαδικασιών που προβλέπει η Συνθήκη αυτή για τη θέσπιση ορισμένων μεταβατικών μέτρων, οι κοινοτικές πράξεις που εκδόθηκαν μετά την υπογραφή της Συνθήκης αυτής και πριν τη θέση της ισχύ και προβλέπουν προσωρινές παρεκκλίσεις υπέρ κράτους μέλους που πρόκειται να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπορούν κάλλιστα, καταρχήν, να εκδοθούν στηριζόμενες ευθέως στις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ.
Συγκεκριμένα, αυτές οι εισάγουσες παρεκκλίσεις διατάξεις που τυγχάνουν εφαρμογής μόνον υπό την επιφύλαξη και κατά την ημερομηνία της πραγματικής ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003 πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τόσο τα άρθρα 249, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ και 299 ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, όσο και το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, της εν λόγω Συνθήκης Προσχωρήσεως.
Αφενός, οι ειδικές αυτές διατάξεις, όπως εξάλλου οι πράξεις στις οποίες περιλαμβάνονται και/ή εκείνες από τις οποίες παρεκκλίνουν, εφαρμόζονται στα προσχωρήσαντα κράτη από την πραγματική ημερομηνία προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από της οποίας αποκτούν την ιδιότητα του κράτους μέλους.
Αφετέρου, το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003, η εν λόγω Συνθήκη ισχύει από 1ης Μαΐου 2004 ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, ορισμένες διατάξεις της εν λόγω Συνθήκης μπορούν, κατά παρέκκλιση από την αρχή αυτή, να τύχουν πρόωρης εφαρμογής δεν προδικάζει τη δυνατότητα προβλέψεως, στο πλαίσιο πράξεων που δεν εκδόθηκαν βάσει της Συνθήκης αυτής αλλά βάσει της Συνθήκης ΕΚ, των προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι εκδοθείσες μεταξύ της ημερομηνίας υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως και της ημερομηνίας θέσεώς της σε ισχύ πράξεις θα εφαρμοστούν στα μελλοντικά κράτη μέλη μετά την ολοκλήρωση της προσχωρήσεως.
Τέλος, η εφαρμογή της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας που προβλέπει η Συνθήκη ΕΚ για τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται υπέρ των νέων κρατών μελών κατά την περίοδο από την ημερομηνία υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003 μέχρι την ημερομηνία θέσεώς της σε ισχύ επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη ειδικών μηχανισμών οι οποίοι εμπίπτουν στο πλαίσιο της καθιερωθείσας διαδικασίας προσχωρήσεως και παρέχουν στα νέα αυτά κράτη αυτά τη δυνατότητα, αν παραστεί ανάγκη, να προβάλουν τα συμφέροντά τους ιδίως μέσω της διαδικασίας πληροφορήσεως και διαβουλεύσεως.
(βλ. σκέψεις 38-42, 46)
3. Ο κανονισμός 1223/2004, ο οποίος θεσπίζει υπέρ της Δημοκρατίας της Σλοβενίας προσωρινές παρεκκλίσεις όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού 1228/2003 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας, που ακυρώθηκε από το Δικαστήριο, είχε ως σκοπό να παράσχει τη δυνατότητα σε ορισμένες σλοβενικές βιομηχανίες με υψηλή κατανάλωση ενέργειας να αναδιαρθρωθούν και σε ορισμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας να συμμορφωθούν με το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Λαμβανομένων υπόψη λόγων που άπτονται της ασφάλειας δικαίου και, ειδικότερα, της ανάγκης αποτροπής των σοβαρών επιπτώσεων τις οποίες θα συνεπαγόταν η αμφισβήτηση και η ασυνέχεια του εισάγοντος παρέκκλιση μεταβατικού καθεστώτος του κανονισμού για τις οικείες επιχειρήσεις, πρέπει να διατηρηθούν σε ισχύ τα αποτελέσματα του κανονισμού αυτού μέχρι την εντός εύλογης προθεσμίας και με την προσήκουσα νομική βάση έκδοση νέας πράξεως, χωρίς ωστόσο τα αποτελέσματα αυτά να παραταθούν πέραν της 1ης Ιουλίου 2007, ημερομηνία τερματισμού του εν λόγω κατά παρέκκλιση καθεστώτος.
(βλ. σκέψεις 58-59)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 28ης Νοεμβρίου 2006 (*)
«Κανονισμός (ΕΚ) 1228/2003 – Όροι προσβάσεως στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας – Κανονισμός (EΚ) 1223/2004 – Προσωρινές παρεκκλίσεις υπέρ της Σλοβενίας – Νομική βάση»
Στην υπόθεση C-414/04,
με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, η οποία ασκήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2004,
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους A. Baas και U. Rösslein, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγον,
υποστηριζόμενο από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J. Sack και P. Van Nuffel, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από τους A. Lopes Sabino και M. Bishop,
καθού,
υποστηριζόμενου από τις
Δημοκρατία της Εσθονίας, εκπροσωπούμενη από τον L. Uibo,
Δημοκρατία της Πολωνίας, εκπροσωπούμενη από τη M. Węglarz καθώς και από τους T. Nowakowski και T. Krawczyk,
παρεμβαίνουσες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, P. Jann, C. W. A. Timmermans, A. Rosas, K. Lenaerts, P. Kūris και E. Juhász, προέδρους τμήματος, K. Schiemann (εισηγητή), J. Makarczyk, Γ. Aρέστη, A. Borg Barthet, Α. Ó Caoimh και L. Bay Larsen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Μαρτίου 2006,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουνίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 1223/2004 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2004, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1228/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ημερομηνία εφαρμογής ορισμένων διατάξεων στη Σλοβενία (ΕΕ L 233, σ. 3, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός).
2 Η Συνθήκη για την προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση δέκα νέων κρατών μελών, μεταξύ των οποίων η Δημοκρατία της Σλοβενίας, υπογράφηκε στις 16 Απριλίου 2003 (ΕΕ 2003, L 236, σ. 17, στο εξής: Συνθήκη Προσχωρήσεως του 2003). Όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της Συνθήκης αυτής, οι όροι της εν λόγω προσχωρήσεως και οι συνακόλουθες προσαρμογές των Συνθηκών που διέπουν την Ευρωπαϊκή Ένωση περιλαμβάνονται στην πράξη που προσαρτάται στην εν λόγω Συνθήκη και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως του 2003).
3 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1228/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ L 176, σ. 1), εκδόθηκε βάσει του άρθρου 95 ΕΚ.
4 Προκειμένου να καθυστερήσει, για κάποιο διάστημα, η εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1228/2003 ως προς τη Δημοκρατία της Σλοβενίας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό. Ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε βάσει του άρθρου 57 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003.
5 Προς στήριξη της προσφυγής του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, αφενός, δεν ήταν δυνατό να εκδοθεί εγκύρως βάσει του εν λόγω άρθρου 57 και, αφετέρου, δεν ανταποκρίνεται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ υποχρέωση αιτιολογήσεως.
6 Με διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Δεκεμβρίου 2004 και της 9ης Μαρτίου 2005, επετράπη στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στη Δημοκρατία της Εσθονίας και στη Δημοκρατία της Πολωνίας να παρέμβουν στη διαδικασία, η πρώτη υπέρ του Κοινοβουλίου και οι δύο άλλες υπέρ του Συμβουλίου.
Νομικό πλαίσιο
Η Συνθήκη Προσχωρήσεως του 2003
7 Το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003 έχει ως εξής:
«2. Η παρούσα Συνθήκη αρχίζει να ισχύει την 1η Μαΐου 2004 [...].
3. Παρά την παράγραφο 2, τα όργανα της Ένωσης μπορούν να θεσπίσουν πριν από την προσχώρηση τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 6, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, 6, παράγραφος 6, δεύτερο εδάφιο, 38, 39, 41, 42 και 55 έως 57 της [Πράξεως Προσχωρήσεως], [καθώς και σ]τα παραρτήματα III έως XIV της εν λόγω [Πράξεως]. Τα μέτρα αυτά αρχίζουν να ισχύουν μόνο υπό την επιφύλαξη και από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Συνθήκης.»
8 Το άρθρο 20 της Πράξεως Προσχωρήσεως προβλέπει τα εξής:
«Οι πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα II της παρούσας Πράξης προσαρμόζονται όπως προβλέπεται στο εν λόγω παράρτημα.»
9 Κατά το άρθρο 21 της ίδιας Πράξεως:
«Οι προσαρμογές των πράξεων που απαριθμούνται στο παράρτημα III της παρούσας Πράξης και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες συνεπεία της προσχώρησης πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που ορίζονται στο παράρτημα αυτό και με τη διαδικασία και υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 57.»
10 Το άρθρο 24 της Πράξεως αυτής ορίζει τα εξής:
«Τα μέτρα που απαριθμούνται στα παραρτήματα V, VI, VII, VIII, IX, X, XI, XII, XIII και XIV της παρούσας Πράξεως ισχύουν, όσον αφορά τα νέα κράτη μέλη, υπό τους όρους που ορίζονται στα παραρτήματα αυτά.»
11 Το άρθρο 55 της Πράξεως Προσχωρήσεως προβλέπει τα εξής:
«Κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος ενός εκ των νέων κρατών μελών, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομοφώνως επί προτάσεως της Επιτροπής, δύναται, πριν από την 1η Μαΐου 2004, να λαμβάνει μέτρα προσωρινής παρέκκλισης από πράξεις των οργάνων που έχουν θεσπισθεί μεταξύ 1ης Νοεμβρίου 2002 και της ημερομηνίας υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως.»
12 Κατά το άρθρο 57 της εν λόγω Πράξεως:
«1. Όταν πράξεις των οργάνων πριν από την προσχώρηση απαιτούν προσαρμογή συνεπεία αυτής, και οι αναγκαίες προσαρμογές δεν έχουν προβλεφθεί στην παρούσα Πράξη ή στα παραρτήματά της, οι προσαρμογές αυτές διενεργούνται σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 2. Οι εν λόγω προσαρμογές τίθενται σε ισχύ από την προσχώρηση.
2. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία προτάσει της Επιτροπής, ή η Επιτροπή, ανάλογα με το ποιο εκ των δύο οργάνων είχε εκδώσει τις αρχικές πράξεις, συντάσσει τα αναγκαία προς τούτο κείμενα.»
13 Πρέπει ευθύς εξαρχής να διευκρινιστεί ότι, ενώ κατά το γαλλικό κείμενο του εν λόγω άρθρου 57 οι προσαρμογές των Συνθηκών που στηρίζονται στη διάταξη αυτή πρέπει να πραγματοποιούνται «πριν από την προσχώρηση», στην πραγματικότητα αυτός ο χρονικός περιορισμός δεν αφορά, όπως προκύπτει από τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις της διατάξεως αυτής, τη δυνατότητα προσφυγής στο άρθρο 57, αλλά την ημερομηνία εκδόσεως των προς τροποποίηση πράξεων [βλ., υπό την έννοια αυτή, όσον αφορά την όμοια διάταξη που περιλαμβάνει η Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και περί των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων στηρίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως του 1994), την απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1997, C‑259/95, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. I‑5303, σκέψεις 12 έως 22)].
14 Με ανταλλαγή εγγράφων προσαρτημένων στην τελική πράξη της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα νέα κράτη μέλη συμφώνησαν επί μιας «διαδικασίας πληροφορήσεως και διαβουλεύσεως όσον αφορά την έκδοση ορισμένων αποφάσεων και άλλων μέτρων που πρέπει να ληφθούν κατά την προ της προσχωρήσεως περίοδο» (στο εξής: διαδικασία πληροφορήσεως και διαβουλεύσεως), η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. Για να εξασφαλισθεί η αρμόζουσα πληροφόρηση [των προσχωρούντων κρατών], κάθε πρόταση ή ανακοίνωση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που δύναται να οδηγήσει σε αποφάσεις του Συμβουλίου των Κοινοτήτων αυτών, γνωστοποιείται [στα προσχωρούντα κράτη] αφού διαβιβασθεί προηγουμένως στο Συμβούλιο.
2. Οι διαβουλεύσεις διεξάγονται κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως [του προσχωρούντος κράτους, το οποίο] εκθέτει ρητώς τα συμφέροντά [του] ως μέλλοντος μέλους των Κοινοτήτων και διατυπώνει τις παρατηρήσεις [του].
[…]
4. Οι διαβουλεύσεις διεξάγονται εντός Προσωρινής Επιτροπής αποτελουμένης από αντιπροσώπους των Κοινοτήτων και [των προσχωρούντων κρατών].
[…]
8. Αν εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρές δυσχέρειες μετά τις διαβουλεύσεις το θέμα δύναται να τεθεί σε υπουργικό επίπεδο αιτήσει [του προσχωρούντος κράτους].
[…]»
Ο κανονισμός 1228/2003
15 Σκοπός του κανονισμού 1228/2003 είναι, όπως προκύπτει από το άρθρο του 1, ο καθορισμός δίκαιων κανόνων στον τομέα του διασυνοριακού εμπορίου ηλεκτρικής ενέργειας προς ενίσχυση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των εθνικών και περιφερειακών αγορών.
16 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου αυτού κανονισμού έχει ως εξής:
«Τα προβλήματα συμφόρησης δικτύου αντιμετωπίζονται με λύσεις οι οποίες δεν συνιστούν διακριτική μεταχείριση, βασίζονται στην αγορά και δίνουν αποτελεσματικά οικονομικά μηνύματα στους συντελεστές της αγοράς και τους εμπλεκόμενους διαχειριστές δικτύων μεταφοράς. Τα προβλήματα συμφόρησης δικτύου επιλύονται κατά προτίμηση με μεθοδολογίες που δεν βασίζονται στις συναλλαγές, δηλαδή μεθοδολογίες που δεν προϋποθέτουν την επιλογή μεταξύ συμβάσεων με διαφορετικούς συντελεστές της αγοράς.»
17 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού αυτού, ως «συμφόρηση» νοείται «η κατάσταση κατά την οποία η γραμμή διασύνδεσης που συνδέει εθνικά δίκτυα μεταφοράς δεν είναι σε θέση να διεκπεραιώνει όλες τις φυσικές ροές που προκύπτουν από διεθνείς συναλλαγές που ζητούν οι συμμετέχοντες στην αγορά, λόγω ελλιπούς δυναμικού των γραμμών διασύνδεσης ή/και των εμπλεκόμενων εθνικών δικτύων μεταφοράς».
18 Το παράρτημα του ίδιου αυτού κανονισμού, με τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη διαχείριση και τον επιμερισμό του διαθέσιμου δυναμικού μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας των διασυνδέσεων μεταξύ εθνικών δικτύων», προβλέπει, στο κεφάλαιο που φέρει την επικεφαλίδα «Γενικά», τα εξής:
«1. Οι μέθοδοι διαχείρισης της συμφόρησης που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν τη βραχυπρόθεσμη συμφόρηση κατά τρόπο βασιζόμενο στην αγορά και οικονομικώς αποδοτικό, ενώ παρέχουν παράλληλα τα κατάλληλα μηνύματα ή κίνητρα για αποδοτικές επενδύσεις σε δίκτυα και παραγωγή ενέργειας στις ενδεδειγμένες τοποθεσίες.
2. Οι διαχειριστές δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας (ΔΣΜ), ή, εφόσον απαιτείται, τα κράτη μέλη, καθορίζουν αμερόληπτα και διαφανή πρότυπα, όπου περιγράφονται ποιες μέθοδοι διαχείρισης της συμφόρησης θα εφαρμόζονται υπό ποιες συνθήκες. Τα πρότυπα αυτά, καθώς και τα πρότυπα ασφαλείας, περιγράφονται σε έγγραφα προσιτά στο κοινό.
3. Η διαφορετική μεταχείριση για διαφορετικά είδη διασυνοριακών ανταλλαγών, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για διμερείς συμβάσεις ανταλλαγών ηλεκτρικής ενέργειας ή για προσφορές σε οργανωμένες αγορές του εξωτερικού, πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο όταν σχεδιάζονται οι κανόνες για τις συγκεκριμένες μεθόδους διαχείρισης της συμφόρησης. Η μέθοδος επιμερισμού σπανίζουσας δυναμικότητας μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να είναι διαφανής. Πρέπει να αποδεικνύεται ότι οιεσδήποτε διαφορές στον τρόπο αντιμετώπισης των ανταλλαγών δεν στρεβλώνουν ούτε παρεμποδίζουν την ανάπτυξη του ανταγωνισμού.
4. Τα μέσω των τιμών μηνύματα που απορρέουν από τα συστήματα διαχείρισης συμφόρησης πρέπει να εξαρτώνται από την κατεύθυνση μεταφοράς.
[…]»
19 Ο κανονισμός αυτός, κατά το άρθρο 15, ισχύει από 1ης Ιουλίου 2004.
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός
20 Η Δημοκρατία της Σλοβενίας, έχοντας υπόψη, στο πλαίσιο της διαδικασίας πληροφορήσεως και διαβουλεύσεως, την πρόταση της Επιτροπής βάσει της οποίας εκδόθηκε ο κανονισμός 1228/2003 και επικαλούμενη το άρθρο 57 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, ζήτησε από την Επιτροπή, με έγγραφο της 23ης Ιουνίου 2003, να της αναγνωρισθεί μεταβατική περίοδος για την εφαρμογή των διατάξεων του σχεδιαζόμενου κανονισμού μέχρι την 1η Ιουλίου 2007. Ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε στις 26 Ιουνίου 2003.
21 Κατόπιν διμερών συσκέψεων μεταξύ της Επιτροπής και της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, το εν λόγω κράτος παρέσχε στην Επιτροπή, στις 19 Νοεμβρίου 2003, συμπληρωματικές εξηγήσεις όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους υπέβαλε την προαναφερθείσα αίτηση προσωρινής παρεκκλίσεως.
22 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή υπέβαλε στις 27 Απριλίου 2004 πρόταση κανονισμού σκοπούσα στην προσωρινή καθυστέρηση της εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1228/2003 όσον αφορά τη Δημοκρατία της Σλοβενίας (COM/2004/309 τελικό). Η πρόταση αυτή στηρίχθηκε στο άρθρο 95 ΕΚ.
23 Ο προσβαλλόμενος κανονισμός, μολονότι επαναλαμβάνει την εν λόγω πρόταση αναπαράγοντας το ουσιώδες μέρος της, εκδόθηκε από το Συμβούλιο στις 28 Ιουνίου 2004 βάσει του άρθρου 57 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003.
24 Το Κοινοβούλιο ενημερώθηκε για την έκδοση του κανονισμού αυτού από τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου με έγγραφο της 9ης Ιουλίου 2004, το οποίο διευκρίνιζε ότι, «λαμβανομένης υπόψη της σχέσεως μεταξύ της Συνθήκης Προσχωρήσεως και της προτάσεως αυτής, καθώς και της ανάγκης θεσπίσεως της εν λόγω πράξεως σε εύλογο χρόνο, εν πάση περιπτώσει δε πριν από την 1η Ιουλίου 2004, […] ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού 1228/2003, το Συμβούλιο αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το άρθρο 57 της [Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003] ως νομική βάση […], η οποία δεν απαιτεί τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη νομοθετική διαδικασία».
25 Το άρθρο 1 του προσβαλλόμενου κανονισμού προβλέπει την προσθήκη στο άρθρο 15 του κανονισμού 1228/2003 νέου εδαφίου το οποίο έχει ως εξής:
«Όσον αφορά τις διασυνδέσεις μεταξύ Σλοβενίας και γειτονικών κρατών μελών, το άρθρο 6, παράγραφος 1, καθώς και οι κανόνες 1 έως 4 που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο του παραρτήματος με τίτλο “Γενικά”, εφαρμόζονται από 1ης Ιουλίου 2007. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται μόνο στο επιμερισμένο από τον Σλοβένο διαχειριστή δικτύων μεταφοράς δυναμικό διασύνδεσης και μόνο στο μέτρο που το δυναμικό αυτό δεν υπερβαίνει το ήμισυ του συνολικού διαθέσιμου δυναμικού διασύνδεσης.»
26 Η πέμπτη, η έκτη και η έβδομη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού διευκρινίζουν τα εξής:
«(5) Η Σλοβενία απέδειξε ότι, ελλείψει μεταβατικής περιόδου, ορισμένες βιομηχανίες της χώρας αυτής με υψηλή κατανάλωση ενέργειας αναμένεται να θιγούν λόγω των υψηλότερων τιμών της εισαγόμενης από την Αυστρία ηλεκτρικής ενέργειας και ορισμένοι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας λόγω του χαμηλότερου εισοδήματος που θα αποκομίσουν από τις εξαγωγές τους στην Ιταλία. Η εν λόγω κατάσταση θα παρεμποδίσει τις τρέχουσες προσπάθειες που καταβάλλουν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις αντιστοίχως για την αναδιάρθρωσή τους και τη συμμόρφωσή τους προς το κοινοτικό κεκτημένο που εφαρμόζεται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
(6) Οι λόγοι που επικαλείται η Σλοβενία δικαιολογούν παρέκκλιση. Πέραν τούτου, λόγω του χαμηλού δυναμικού διασύνδεσης των δύο αυτών διασυνδέσεων, και δεδομένου ότι η κατάσταση δεν είναι πιθανόν να μεταβληθεί πριν από την 1η Ιουλίου 2007, ο ουσιαστικός αντίκτυπος της παρέκκλισης αυτής στην εσωτερική αγορά θα είναι πολύ μικρός..
(7) Η παρέκκλιση θα πρέπει να περιοριστεί στα απολύτως αναγκαία, λαμβανομένου υπόψη του αιτήματος της Σλοβενίας. Θα πρέπει επομένως να καλύπτει μόνο τμήμα του δυναμικού διασυνδέσεων που κατανέμονται από τον Σλοβένο διαχειριστή δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και να εφαρμόζεται μόνο στον βαθμό που το δυναμικό αυτό δεν υπερβαίνει το ήμισυ του συνολικού διαθέσιμου δυναμικού.»
Επί της προσφυγής
27 Το Κοινοβούλιο προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής του, ο πρώτος από τους οποίους αντλείται από εσφαλμένη νομική βάση του προσβαλλόμενου κανονισμού και ο δεύτερος από παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
28 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, ο οποίος εισάγει προσωρινές παρεκκλίσεις από την εφαρμογή του κανονισμού 1228/2003, δεν μπορούσε να εκδοθεί εγκύρως βάσει του άρθρου 57 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 και ότι έπρεπε να εκδοθεί σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία που προβλέπει η Συνθήκη ΕΚ, ήτοι, εν προκειμένω, βάσει του άρθρου 95 ΕΚ στο οποίο στηρίχθηκε η έκδοση του κανονισμού 1228/2003. Πράγματι, το εν λόγω άρθρο 57 δεν καθιστά δυνατές προσωρινές παρεκκλίσεις από την πλήρη εφαρμογή των πράξεων των οργάνων, αλλά μόνον προσαρμογές οι οποίες προσβλέπουν στην πλήρη αυτή εφαρμογή των εν λόγω πράξεων ως προς τα προσχωρούντα κράτη μέλη.
29 Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, όπως τόνισε το Κοινοβούλιο, από τη διατύπωση του άρθρου 57 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 προκύπτει ότι η διάταξη αυτή παρέχει τη δυνατότητα προβλέψεως «προσαρμογών» οι οποίες κατέστησαν «αναγκαίες» λόγω της προσχωρήσεως, αλλά δεν προβλέφθηκαν με την Πράξη Προσχωρήσεως ή με τα παραρτήματά της.
30 Όπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, από τα άρθρα 20 και 21 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, τα οποία συνθέτουν τον φέροντα την επικεφαλίδα «Οι προσαρμογές των πράξεων των οργάνων» τίτλο I του τρίτου μέρους της εν λόγω Πράξεως που τιτλοφορείται «Πάγιες διατάξεις», προκύπτει ότι οι «προσαρμογές» για τις οποίες κάνουν λόγο τα άρθρα αυτά αντιστοιχούν καταρχήν σε τροποποιήσεις αναγκαίες για την εξασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των πράξεων των οργάνων στα νέα κράτη μέλη και σκοπούσες, στο πλαίσιο αυτό, στη διαρκή συμπλήρωση των εν λόγω πράξεων.
31 Οι «προσαρμογές» αυτές, αντιθέτως, δεν καλύπτουν συνήθως τις προσωρινές παρεκκλίσεις από την εφαρμογή κοινοτικών πράξεων που αποτελούν αντικείμενο του άρθρου 24 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, το οποίο περιλαμβάνεται στον φέροντα την επικεφαλίδα «Μεταβατικά μέτρα» τίτλο Ι του τετάρτου μέρους της Πράξεως αυτής που τιτλοφορείται «Προσωρινές διατάξεις».
32 Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η έννοια της «προσαρμογής» πρέπει να ερμηνεύεται διαφορετικά αναλόγως του αν χρησιμοποιείται στο πλαίσιο των άρθρων 20 και 21 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 ή του άρθρου 57 της ίδιας Πράξεως. Το εν λόγω άρθρο 21, εξάλλου, παραπέμπει στις διατάξεις του άρθρου 57 όσον αφορά τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να πραγματοποιούνται οι προσαρμογές που προβλέπει, ενώ το άρθρο 57, το οποίο αναφέρεται σε προσαρμογές που «δεν έχουν προβλεφθεί στην παρούσα Πράξη ή στα παραρτήματά της», προβλέπει ότι οι προσαρμογές που πρέπει να πραγματοποιούνται βάσει της διατάξεως αυτής είναι ανάλογες των προβλεπόμενων, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 20 και 21 της Πράξεως αυτής προσαρμογών.
33 Επιπλέον, η χορήγηση προσωρινών παρεκκλίσεων με την προοπτική της επικείμενης προσχωρήσεως αποτελεί, όπως ορθώς επισήμαναν το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή, το ειδικό αντικείμενο μιας άλλης διατάξεως της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, ήτοι του άρθρου 55, οπότε δεν μπορεί να γίνει άνευ ετέρου δεκτό ότι οι συμβαλλόμενοι στην εν λόγω Πράξη είχαν πρόθεση να προβλέψουν δύο χωριστές διατάξεις για την έκδοσή της.
34 Η διαπίστωση αυτή επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο λαμβανομένου υπόψη ότι το άρθρο 55 εξαρτά τη χορήγηση των προσωρινών αυτών παρεκκλίσεων από προϋποθέσεις σαφώς πιο περιοριστικές από εκείνες που προβλέπει το άρθρο 57 για τη θέσπιση μέτρων προσαρμογής. Πράγματι, αφενός, το εν λόγω άρθρο 55 επιτρέπει παρεκκλίσεις μόνον όσον αφορά κοινοτικές πράξεις εκδοθείσες μεταξύ της 1ης Νοεμβρίου 2002 (ημερομηνίας παύσεως των διαπραγματεύσεων προσχωρήσεως) και της 16ης Απριλίου 2003 (ημερομηνίας υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003). Αφετέρου, η χορήγηση των παρεκκλίσεων αυτών προϋποθέτει ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου.
35 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι τα δυνάμενα να θεσπιστούν βάσει του άρθρου 57 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 μέτρα περιορίζονται καταρχήν σε προσαρμογές σκοπούσες στην εφαρμογή προγενέστερων κοινοτικών πράξεων στα νέα κράτη μέλη, αποκλείοντας κάθε άλλη τροποποίηση (βλ., κατ’ αναλογία, όσον αφορά την αντίστοιχη διάταξη της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1994, προαναφερθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, σκέψεις 14 και 19), και ιδίως προσωρινές παρεκκλίσεις.
36 Συνεπώς, προσωρινές παρεκκλίσεις όπως αυτές που εισάγει ο προσβαλλόμενος κανονισμός υπέρ της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, οι οποίες έχουν ως μοναδικό σκοπό να καθυστερήσουν προσωρινώς την αποτελεσματική εφαρμογή της οικείας κοινοτικής πράξεως σε νέο κράτος μέλος, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «προσαρμογές» κατά την έννοια του άρθρου 57 της Πράξεως αυτής.
37 Το γεγονός ότι ορισμένες εισάγουσες παρεκκλίσεις πράξεις όπως αυτές που προβλέπει ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκαν βάσει της διατάξεως της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1994, η οποία αντιστοιχεί στο άρθρο 57 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, δεν μπορεί, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου και της Πολωνικής Κυβερνήσεως, να ασκήσει επιρροή στο περιεχόμενο της τελευταίας αυτής διατάξεως. Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η απλή πρακτική του Συμβουλίου δεν μπορεί να συνιστά παρέκκλιση από κανόνες της Συνθήκης ΕΚ και, επομένως, δεν μπορεί να δημιουργήσει προηγούμενο που να δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα όσον αφορά την ορθή νομική βάση (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1996, C‑84/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. I‑5755, σκέψη 19).
38 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, όσον αφορά τις μετά την υπογραφή της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003 κοινοτικές πράξεις, η Συνθήκη αυτή και η Πράξη Προσχωρήσεως του 2003 δεν περιλαμβάνουν καμία διάταξη γενικής εφαρμογής σκοπούσα στη θέσπιση μεταβατικών μέτρων παρεκκλίσεως υπέρ των νέων κρατών μελών, το δε άρθρο 57 της Πράξεως αυτής δεν μπορεί, καταρχήν, να χρησιμοποιηθεί προς τον σκοπό αυτό.
39 Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου, δεν προκύπτει πάντως νομικό κενό. Πράγματι, μετά την υπογραφή της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003 και υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των ειδικών διαδικασιών που προβλέπει η Συνθήκη αυτή για τη θέσπιση ορισμένων μεταβατικών μέτρων, όπως π.χ. των προβλεπόμενων από τα άρθρα 41 ή 42 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003 μέτρων, οι κοινοτικές πράξεις που εκδόθηκαν μετά την υπογραφή της Συνθήκης αυτής και πριν τη θέση της σε ισχύ και που προβλέπουν προσωρινές παρεκκλίσεις υπέρ κράτους μέλους που πρόκειται να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπορούν κάλλιστα, καταρχήν, να εκδοθούν στηριζόμενες ευθέως στις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ.
40 Συγκεκριμένα, αυτές οι εισάγουσες παρεκκλίσεις διατάξεις που τυγχάνουν εφαρμογής μόνον υπό την επιφύλαξη και κατά την ημερομηνία της πραγματικής ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003 πρέπει, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου, να λαμβάνουν υπόψη τόσο τα άρθρα 249, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ και 299 ΕΚ, σύμφωνα με τα οποία οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, όσο και το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, της εν λόγω Συνθήκης Προσχωρήσεως.
41 Αφενός, οι ειδικές αυτές διατάξεις, όπως εξάλλου οι πράξεις στις οποίες περιλαμβάνονται και/ή εκείνες από τις οποίες παρεκκλίνουν, εφαρμόζονται στα προσχωρήσαντα κράτη από την πραγματική ημερομηνία προσχωρήσεώς τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από της οποίας αποκτούν την ιδιότητα του κράτους μέλους.
42 Αφετέρου, το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003, η εν λόγω Συνθήκη ισχύει από 1ης Μαΐου 2004 ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, ορισμένες διατάξεις της εν λόγω Συνθήκης μπορούν, κατά παρέκκλιση από την αρχή αυτή, να τύχουν πρόωρης εφαρμογής δεν προδικάζει τη δυνατότητα προβλέψεως, στο πλαίσιο πράξεων που δεν εκδόθηκαν βάσει της Συνθήκης αυτής αλλά βάσει της Συνθήκης ΕΚ, των προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι εκθοθείσες μεταξύ της ημερομηνίας υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως και της ημερομηνίας θέσεώς της σε ισχύ πράξεις θα εφαρμοστούν στα μελλοντικά κράτη μέλη μετά την ολοκλήρωση της προσχωρήσεως.
43 Επιβάλλεται, απεναντίας, η επισήμανση ότι, για τις πράξεις που πρέπει να εκδοθούν μεταξύ της ημερομηνίας υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως και της ημερομηνίας ολοκληρώσεως της προσχωρήσεως, τα κοινοτικά όργανα έχουν υπόψη τους την επικείμενη προσχώρηση των νέων κρατών μελών, τα δε κράτη αυτά έχουν τη δυνατότητα, αν παραστεί ανάγκη, να προβάλουν τα συμφέροντά τους ιδίως μέσω της διαδικασίας πληροφορήσεως και διαβουλεύσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1982, 39/81, 43/81, 85/81 και 88/81, Χαλυβουργική και Ελληνική Χαλυβουργία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 593, σκέψη 10).
44 Συνεπώς, καταρχήν, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, τα κράτη μέλη υπό την ιδιότητα του παρατηρητή της οποίας απολαύουν εντός του Συμβουλίου και αξιοποιώντας τις δυνατότητες διαλόγου και συνεργασίας που παρέχουν αυτοί οι ειδικοί μηχανισμοί μπορούν, αφού ενημερωθούν για την επικείμενη έκδοση νέων κοινοτικών πράξεων, να προβάλουν το συμφέρον που αντλούν από τη χορήγηση των αναγκαίων προσωρινών παρεκκλίσεων, έχοντας υπόψη, για παράδειγμα, την αδυναμία εξασφαλίσεως της άμεσης εφαρμογής των εν λόγω πράξεων κατά τον χρόνο προσχωρήσεως ή τα σοβαρά προβλήματα κοινωνικοοικονομικής φύσεως τα οποία θα ανέκυπταν ενδεχομένως από την εφαρμογή των εν λόγω πράξεων.
45 Χάρη στους μηχανισμούς αυτούς καθίσταται δυνατή, μεταξύ άλλων, η εξισορρόπηση των προαναφερθέντων ειδικών συμφερόντων με το γενικό συμφέρον της Κοινότητας και η συνεκτίμηση των αρχών που επικαλέστηκε η Πολωνική Κυβέρνηση, ήτοι των αρχές της ισότητας, της ειλικρινούς συνεργασίας ή της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών, τόσο τωρινών όσο και μελλοντικών.
46 Η ύπαρξη των ειδικών αυτών μηχανισμών που εμπίπτουν στο πλαίσιο της καθιερωθείσας διαδικασίας προσχωρήσεως επιβεβαιώνει, συνεπώς, ότι η έκδοση μιας πράξεως όπως ο προσβαλλόμενος κανονισμός πρέπει, καταρχήν, να χωρεί μέσω της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας που προβλέπει η Συνθήκη και όχι της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 57 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003.
47 Ομοίως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι, για λόγους επείγοντος, ο προσβαλλόμενος κανονισμός θα έπρεπε να είχε εκδοθεί βάσει του εν λόγω άρθρου 57 πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1228/2003 από τον οποίο εισάγεται παρέκκλιση, παρά κατ’ εφαρμογήν της διαδικασίας συναποφάσεως που απαιτεί πολύ μεγαλύτερη προθεσμία, προς αποφυγή της δημιουργίας ανασφάλειας δικαίου και της καταστρατηγήσεως των θεμιτών συμφερόντων των επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στη σλοβενική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
48 Πράγματι, αφενός, όπως επισημάνθηκε με τις σκέψεις 43 έως 45 της παρούσας αποφάσεως, όταν η Κοινότητα σχεδιάζει την έκδοση νομοθετικής πράξεως κατά την περίοδο μεταξύ της υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003 και της θέσεώς της σε ισχύ, είναι δυνατή, στο πλαίσιο της διαδικασίας πληροφορήσεως και διαβουλεύσεως, η υπέρ προσχωρούντος κράτους αναγνώριση προσωρινών παρεκκλίσεων όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της προς έκδοση πράξεως.
49 Επί του σημείου αυτού, εξάλλου, κανένας διάδικος δεν παρέσχε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι αυτή η διαδικασία πληροφορήσεως και διαβουλεύσεως δεν εφαρμόσθηκε κανονικώς και ότι η Σλοβενική Κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να προβάλει τα συμφέροντά της όσον αφορά την πρόταση κανονισμού επί της οποίας στηρίχθηκε ο κανονισμός 1228/2003, σύμφωνα με όσα προβλέπει η διαδικασία αυτή (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσα απόφαση Χαλυβουργική και Ελληνική Χαλυβουργία κατά Επιτροπής, σκέψη 15).
50 Αφετέρου, όπως υπενθύμισε το Κοινοβούλιο, όταν υποβληθεί στο Συμβούλιο πρόταση της Επιτροπής, αυτό έχει τη δυνατότητα να επιστήσει την προσοχή του Κοινοβουλίου, αν παραστεί ανάγκη, στον ενδεχομένως επείγοντα χαρακτήρα της εκδόσεως συγκεκριμένης πράξεως. Η διαδικασία συναποφάσεως του άρθρου 251 ΕΚ ουδόλως αποκλείει τη σχετικώς ταχεία έκδοση νομοθετικής πράξεως, ιδίως όταν οι απόψεις του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου δεν παρουσιάζουν σημαντική απόκλιση.
51 Η ανασφάλεια δικαίου την οποία ενδέχεται να επιφέρει η παρέλευση της προβλεπόμενης στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας προθεσμίας θεραπεύεται μόνον, όπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, με την αναγνώριση αναδρομικής ισχύος στην προσωρινή παρέκκλιση που είχε ζητηθεί, αν τελικώς αποφασισθεί.
52 Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, μολονότι η αρχή της ασφαλείας δικαίου δεν επιτρέπει, κατά γενικό κανόνα, την έναρξη της ισχύος μιας κοινοτικής πράξεως σε χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεώς της, αποκλίσεις επιτρέπονται κατ’ εξαίρεση, όταν αυτό απαιτείται από τον επιδιωκόμενο σκοπό και όταν εξασφαλίζεται δεόντως η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων (βλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I 4023, σκέψη 45, και προαναφερθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, σκέψη 21).
53 Πρέπει, επιπλέον, να επισημανθεί ότι, όπως επισήμανε μεταξύ άλλων η Πολωνική Κυβέρνηση, ενδέχεται βεβαίως να αποδειχθεί ότι το γεγονός ότι η Πράξη Προσχωρήσεως του 2003 δεν περιέχει γενική διάταξη παρέχουσα τη δυνατότητα χορηγήσεως προσωρινών παρεκκλίσεων όσον αφορά την εφαρμογή στα νέα κράτη μέλη πράξεων εκδοθεισών μεταξύ της ημερομηνίας υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003 και της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της και το γεγονός ότι η μοναδική προς τούτο δυνατότητα παρέχεται μέσω της διαδικασίας πληροφορήσεως και διαβουλεύσεως συνιστούν αναδρομικώς ανεπαρκείς ρυθμίσεις. Επίσης, αποτελεί ενδεχομένως συνέπεια της καταστάσεως αυτής το ότι το άρθρο 55 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2005, L 157, σ. 203), την οποία επικαλέστηκαν διάφοροι διάδικοι και της οποίας το αντικείμενο είναι παρεμφερές προς εκείνο του άρθρου 55 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 2003, προβλέπει ρητώς ότι η αρμοδιότητα του Συμβουλίου να χορηγεί προσωρινές παρεκκλίσεις εκτείνεται και στις πράξεις των κοινοτικών οργάνων που εκδίδονται μεταξύ της ημερομηνίας υπογραφής της Συνθήκης Προσχωρήσεως και της ημερομηνίας προσχωρήσεως. Ωστόσο, οι ενδεχόμενες ατέλειες της Συνθήκης Προσχωρήσεως του 2003 επί του σημείου αυτού δεν μπορούν να επιτρέψουν τη χρήση εσφαλμένης νομικής βάσεως.
54 Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, η προσφυγή του Κοινοβουλίου πρέπει να γίνει δεκτή και ο προσβαλλόμενος κανονισμός να ακυρωθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
55 Λαμβανομένου υπόψη ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί λόγω της εσφαλμένης νομικής βάσεώς του, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από ελλιπή αιτιολογία του κανονισμού αυτού.
Επί των χρονικών αποτελεσμάτων της ακυρώσεως
56 Το Συμβούλιο, επικαλούμενο το άρθρο 231, παράγραφος 2, ΕΚ και την ανάγκη αποτροπής μιας καταστάσεως αβεβαιότητας για τους επιχειρηματίες και επενδυτές στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας στη Σλοβενία, καθώς και για τους θιγόμενους εργαζομένους, υποστηριζόμενο από την Εσθονική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, ζήτησε από το Δικαστήριο, για την περίπτωση ακυρώσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού, να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα της εν λόγω πράξεως μέχρι την έκδοση νέου κανονισμού.
57 Το Κοινοβούλιο, επισημαίνοντας ότι η προσφυγή του δεν αφορά τη βασιμότητα της αιτήσεως χορηγήσεως παρεκκλίσεως που υπέβαλε η Δημοκρατία της Σλοβενίας, αλλά μόνον τη νομική βάση επί της οποίας εκδόθηκε ο προσβαλλόμενος κανονισμός, ανακοίνωσε ότι δεν επιθυμεί να αποφανθεί επί της εν λόγω αιτήσεως του Συμβουλίου.
58 Συναφώς, τόσο από την πρόταση της Επιτροπής που κατέληξε στην έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού από το Συμβούλιο όσο και από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε αφού ελήφθη υπόψη ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας είχε αποδείξει, κατά την άποψη των εν λόγω οργάνων, ότι, αν είχε εφαρμοσθεί πλήρως και άμεσα ο κανονισμός 1228/2003 και δεν είχε χορηγηθεί στο νέο αυτό κράτος μέλος η μεταβατική περίοδος που είχε ζητήσει, οι παρούσες προσπάθειες ορισμένων σλοβενικών βιομηχανιών με υψηλή κατανάλωση ενέργειας και ορισμένων παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας για αναδιάρθρωση και συμμόρφωση με το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αντιστοίχως, θα είχαν τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο. Η έκτη και η έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού επισημαίνουν, επιπλέον, ότι η σχετική παρέκκλιση που χορηγήθηκε στη Δημοκρατία της Σλοβενίας περιορίστηκε στο απολύτως αναγκαίο όριο λόγω της αιτήσεως που υποβλήθηκε από το νέο αυτό κράτος μέλος και ότι οι επιπτώσεις της στην εσωτερική αγορά θα είναι περιορισμένες.
59 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι, για λόγους που άπτονται της ασφάλειας δικαίου και, ειδικότερα, της ανάγκης αποτροπής των σοβαρών επιπτώσεων τις οποίες θα συνεπαγόταν η αμφισβήτηση και η ασυνέχεια του εισάγοντος παρέκκλιση μεταβατικού καθεστώτος του κανονισμού για τις επιχειρήσεις στων οποίων την αναδιάρθρωση ή τη συμμόρφωση με το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας προσβλέπει ο προσβαλλόμενος κανονισμός, πρέπει να διατηρηθούν σε ισχύ τα αποτελέσματα του κανονισμού αυτού μέχρι την εντός εύλογης προθεσμίας και με την προσήκουσα νομική βάση έκδοση νέας πράξεως λαμβάνουσας υπόψη την παρούσα απόφαση, χωρίς ωστόσο τα αποτελέσματα αυτά να παραταθούν πέραν της 1ης Ιουλίου 2007, ημερομηνία τερματισμού του εν λόγω κατά παρέκκλιση καθεστώτος.
Επί των δικαστικών εξόδων
60 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο Κοινοβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα όπως ζήτησε το Συμβούλιο. Η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας και η Επιτροπή, που παρενέβησαν στη διαφορά, φέρουν, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1) Ακυρώνει τον κανονισμό (EK) 1223/2004 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2004, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1228/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ημερομηνία εφαρμογής ορισμένων διατάξεων στη Σλοβενία.
2) Τα αποτελέσματα του κανονισμού 1223/2004 διατηρούνται μέχρις ότου εκδοθεί, εντός εύλογης προθεσμίας, νέος κανονισμός στηριζόμενος στην προσήκουσα νομική βάση, χωρίς ωστόσο η ισχύς του να παραταθεί πέραν της 1ης Ιουλίου 2007.
3) Καταδικάζει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στα δικαστικά έξοδα.
4) Η Δημοκρατία της Πολωνίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν τα έξοδά τους.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy