Υπόθεση C-419/04
Conseil général de la Vienne
κατά
Directeur général des douanes et droits indirects
(αίτηση του cour d’appel de Poitiers
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών — Διαγραφή εισαγωγικών δασμών — Προϋποθέσεις — Άρθρο 871 του κανονισμού εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα — Περιεχόμενο της υποχρεώσεως προσφυγής στην Επιτροπή — Έλλειψη δηλώσεως εκ μέρους καλής πίστεως υποχρέου πρόσθετων δικαιωμάτων που έπρεπε να ενσωματωθούν στη δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano της 17ης Νοεμβρίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 22ας Ιουνίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Εκ των υστέρων είσπραξη ή διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 220 § 2, στοιχείο β΄· κανονισμός 2454/93 της Επιτροπής, άρθρο 871)
Το άρθρο 871 του κανονισμού 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1677/98, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας βεβαιώσεως ή διαγραφής μη εισπραχθέντων τελωνειακών δασμών, οι εθνικές αρχές δεν υποχρεούνται να παραπέμψουν την περίπτωση στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να ρυθμίσει το ζήτημα όταν οι αμφιβολίες που οι αρχές αυτές είχαν εκφράσει ως προς το περιεχόμενο των κριτηρίων του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, σε σχέση με την οικεία περίπτωση δεν έχουν εξαλειφθεί, ακόμη και αφού οι εν λόγω αρχές εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να προσφύγουν στην Επιτροπή, ή όταν οι εκφρασθείσες αμφιβολίες αφορούν την έλλειψη της εκ των υστέρων βεβαιώσεως των μη εισπραχθέντων τελωνειακών δασμών που προκύπτει από την παράλειψη του καλής πίστεως εισαγωγέα να δηλώσει τα δικαιώματα τα οποία έπρεπε να ενσωματωθούν στη δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων.
(βλ. σκέψη 46 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)(*)
της 22ας Ιουνίου 2006
«Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών – Διαγραφή εισαγωγικών δασμών – Προϋποθέσεις – Άρθρο 871 του κανονισμού εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα – Περιεχόμενο της υποχρεώσεως προσφυγής στην Επιτροπή – Έλλειψη δηλώσεως εκ μέρους καλής πίστεως υποχρέου πρόσθετων δικαιωμάτων που έπρεπε να ενσωματωθούν στη δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων»
Στην υπόθεση C-419/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το cour d’appel του Poitiers (Γαλλία), με απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Σεπτεμβρίου 2004, στο πλαίσιο της δίκης
Conseil général de la Vienne
κατά
Directeur général des douanes et droits indirects,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet, S. von Bahr, U. Lõhmus (εισηγητή) και A. Ó Caoimh, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: L. Hewlett, κυρία υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 28ης Σεπτεμβρίου 2005,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– το conseil général de la Vienne, εκπροσωπούμενο από τους J.-M. Salva και R. Barazza, avocats,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την A. Colomb,
– η Σλοβακική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Procházka,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την J. Hottiaux και τον X. Lewis,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Νοεμβρίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 871 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1677/98 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1998 (ΕΕ L 212 σ. 18, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του conseil général de la Vienne και του Directeur général des douanes et droits indirects (γενικού διευθυντή δασμών και εμμέσων φόρων) σχετικά με την πληρωμή ποσού 221 286 ευρώ που αντιστοιχούν σε εισαγωγικούς δασμούς τους οποίους ο τελευταίος θεώρησε ως μη καταβληθέντες.
Το νομικό πλαίσιο
3 Το άρθρο 220, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας) έχει ως εξής:
«Εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 217, παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, δεν επιτρέπεται εκ των υστέρων βεβαίωση [των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή] όταν:
[…]
β) το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση,
[…]».
4 Κατά το άρθρο 235 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα:
«Νοούνται ως:
[…]
β) διαγραφή δασμών: είτε η απόφαση περί ολικής ή μερικής μη είσπραξης ενός ποσού τελωνειακής οφειλής, είτε η απόφαση με την οποία ακυρώνεται, εν όλω ή εν μέρει, η βεβαίωση ποσού εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν έχει καταβληθεί.»
5 Το άρθρο 236, παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προβλέπει:
«Η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών πραγματοποιείται εφόσον αποδεικνύεται ότι κατά τη στιγμή της βεβαίωσης τους το ποσό τους δε οφειλόταν νομίμως ή ότι το ποσό βεβαιώθηκε κατά παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2.
Δεν χορηγείται επιστροφή ή διαγραφή δασμών, όταν τα γεγονότα που οδήγησαν στην πληρωμή ή τη βεβαίωση ποσού το οποίο δεν οφειλόταν νομίμως προκύπτουν από δόλιο τέχνασμα του ενδιαφερομένου.»
6 Το άρθρο 869 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει:
«Οι τελωνειακές αρχές αποφασίζουν μόνες τους να μην βεβαιώνουν εκ των υστέρων τους μη εισπραχθέντες δασμούς
[…]
β) στις περιπτώσεις που κρίνουν ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κώδικα και εφόσον το ποσό που δεν κατέβαλε ο επιχειρηματίας λόγω σφάλματος και το οποίο μπορεί, ενδεχομένως, να αφορά πολλές πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής, είναι κατώτερο των 50 000 [ευρώ]·
[…]».
7 Το άρθρο 871 του κανονισμού εφαρμογής έχει ως εξής:
«Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 869, όταν οι τελωνειακές αρχές, είτε κρίνουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του [κοινοτικού τελωνειακού] κώδικα, είτε έχουν επιφυλάξεις όσον αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων της προαναφερθείσας διάταξης σε μία συγκεκριμένη περίπτωση, διαβιβάζουν την υπόθεση στην Επιτροπή για να εξετασθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 872 έως 876. Ο φάκελος που διαβιβάζεται στην Επιτροπή πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ολοκληρωμένη εξέταση της υπόθεσης. Ο φάκελος που διαβιβάζεται στην Επιτροπή πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ολοκληρωμένη εξέταση της υπόθεσης. Πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερείς πληροφορίες για τη συμπεριφορά του ενδιαφερόμενου επιχειρηματία, ιδίως για την επαγγελματική του εμπειρία, την καλή πίστη και την επιμέλεια που επέδειξε. Η σχετική αξιολόγηση πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα στοιχεία με τα οποία μπορεί να αποδειχθεί ότι ο επιχειρηματίας ενήργησε με καλή πίστη. Ο φάκελος πρέπει, εξάλλου, να περιλαμβάνει δήλωση που υπογράφεται από τον αιτούντα την επιστροφή ή διαγραφή, με την οποία ο ενδιαφερόμενος να βεβαιώνει ότι έλαβε γνώση του φακέλου και είτε να δηλώνει ότι δεν έχει τίποτε άλλο να προσθέσει είτε να αναγράφει κάθε άλλο συμπληρωματικό στοιχείο που κατά την κρίση του είναι σημαντικό να αναφερθεί.
Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για την παραλαβή του φακέλου.
Όταν κρίνει ότι τα πληροφοριακά στοιχεία που έχει διαβιβάσει το κράτος μέλος είναι ανεπαρκή για να μπορέσει να αποφανθεί, έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης, για την υπόθεση που της υποβλήθηκε, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το εν λόγω κράτος μέλος ή από κάθε άλλο κράτος μέλος να της αποστείλει συμπληρωματικά στοιχεία.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
8 Το conseil général de la Vienne, ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου της τοπικής μικτής εταιρίας που διαχειρίζεται το Parc du Futuroscope (στο εξής: Futuroscope), αγόρασε, επανειλημμένως, οπτικοακουστικό υλικό από έναν Καναδό προμηθευτή, την εταιρία IMAX Corporation (το εξής: IMAX). Το conseil général de la Vienne παραμένει ιδιοκτήτης του υλικού αυτού, η εκμετάλλευση του οποίου έχει ανατεθεί στο Futuroscope.
9 Κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του 1993, το conseil général de la Vienne εισήγαγε, βάσει συμβάσεως που συνήψε με την IMAX για λογαριασμό του Futuroscope, το σύστημα προβολής αποκαλούμενο «Solido». Κατά τη σύμβαση αυτή, η τιμή αγοράς του εν λόγω υλικού ανερχόταν σε 3 431 650 δολάρια (USD). Επιπλέον, ένα πρόσθετο δικαίωμα 1,8 FRF (0,27 ευρώ) έπρεπε να καταβάλλεται στην IMAX για κάθε επί πληρωμή είσοδο στο Futuroscope.
10 Το conseil général de la Vienne δήλωσε το ποσό των 3 431 650 USD ως αξία του εισαχθέντος υλικού. Κατόπιν ελέγχου που πραγματοποίησε η γαλλική διοίκηση τελωνείων (στο εξής: διοίκηση) μετά τις πράξεις εκτελωνισμού, διαπιστώθηκε ότι τα πρόσθετα δικαιώματα που εισπράττονταν επί των εισιτηρίων εισόδου, κατά τα έτη 1993 έως 1995, δεν είχαν δηλωθεί ως αποτελούντα μέρος της δασμολογητέας αξίας του εν λόγω υλικού. Τον Ιούλιο του 1997, η έρευνα περατώθηκε με πρακτικό όπου διαπιστωνόταν η παράβαση, το οποίο κατέληγε στο ότι υπήρξε ψευδής δήλωση της δασμολογητέας αξίας των εν λόγω υλικών.
11 Το conseil général de la Vienne προσέφυγε στην Επιτροπή συμβιβασμού και αποτιμήσεως σε τελωνειακά θέματα, η οποία κατέληξε, τον Απρίλιο του 1999, ότι η δασμολογητέα αξία του εισαχθέντος υλικού είχε μειωθεί κατά το ποσό των πρόσθετων δικαιωμάτων ύψους 5 517 281 FRF. Τον Σεπτέμβριο του 1999 υπέβαλε στη γενική διεύθυνση τελωνείων και εμμέσων φόρων, βάσει των άρθρων 236 και 239 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, αίτηση διαγραφής της τελωνειακής οφειλής. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε τον Ιούνιο του 2000.
12 Αργότερα, το conseil général de la Vienne άσκησε ενώπιον του Υπουργού Οικονομίας, Οικονομικών και Βιομηχανίας ιεραρχική προσφυγή. Κατόπιν επανεξετάσεως του φακέλου και με εντολή του υπουργείου αυτού, ο γενικός διευθυντής τελωνείων και εμμέσων φόρων πληροφόρησε, στις 16 Ιουλίου 2001, το εν λόγω conseil σχετικά με την απόφασή του να προσφύγει στην Επιτροπή. Με έγγραφο της 18ης Σεπτεμβρίου 2001, η διοίκηση διαβίβασε στην Επιτροπή έγγραφο στο οποίο εξέθεσε τους λόγους που την είχαν οδηγήσει να ενσωματώσει το ποσό των πρόσθετων δικαιωμάτων στη δασμολογητέα αξία του εισαχθέντος υλικού και ζήτησε να πληροφορηθεί αν η Επιτροπή είχε την ίδια άποψη. Η αίτηση αυτή έμεινε αναπάντητη.
13 Στις 19 Ιουλίου 2001, η διοίκηση ενήγαγε το conseil général de la Vienne ενώπιον του tribunal d’instance de Poitiers και ζήτησε να υποχρεωθεί στην πληρωμή των εισαγωγικών δασμών που θεωρούνταν ως μη καταβληθέντες. Με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2002, το δικαστήριο αυτό υποχρέωσε το εν λόγω conseil στην πληρωμή του αμφισβητούμενου ποσού.
14 Το conseil général de la Vienne εφεσίβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Θεωρώντας ότι η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί επιβάλλει την ερμηνεία του άρθρου 871 του [κανονισμού 2454/93], το cour d’appel του Poitiers ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 871 [του κανονισμού 2454/93], το οποίο αφορά την είσπραξη του ποσού της τελωνειακής οφειλής, την έννοια ότι θεσπίζει αναγκαία και δεσμευτική διαδικασία, επί ποινή ακυρότητας, στην περίπτωση που οι εθνικές τελωνειακές αρχές δηλώσουν σε κάποιο χρονικό σημείο της διαδικασίας εισπράξεως ότι έχουν αμφιβολίες, όσον αφορά καλής πίστεως υπόχρεο, ως προς τη σημασία των κριτηρίων που αφορούν την είσπραξη ή τη διαγραφή δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή μη καταβληθείσα επειδή δεν βεβαιώθηκε, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να χωρήσει η είσπραξή της, οφειλή η οποία αφορά την ενδεχόμενη ενσωμάτωση στην τιμή αγοράς οπτικοακουστικού υλικού που παραδόθηκε από Καναδό προμηθευτή ενός κατ’ αποκοπήν δικαιώματος που περιλαμβάνεται υποχρεωτικώς στην τιμή εισόδου σε πάρκο αναψυχής, στο οποίο το υλικό αυτό αποτελεί αντικείμενο εκμεταλλεύσεως, ανεξαρτήτως του αν ο καταβάλλων αυτό το τέλος επισκέπτης αποκομίζει ή όχι όφελος από την εν λόγω εκμετάλλευση;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Επί του παραδεκτού
15 Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.
16 Πρώτον, προβάλλει ότι η εκ μέρους των τελωνειακών αρχών κράτους μέλους επίκληση του άρθρου 871 του κανονισμού εφαρμογής προϋποθέτει ότι οι αρχές αυτές φρονούν ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα πληρούνται ή έχουν αμφιβολία ως προς τη σημασία των κριτηρίων της τελευταίας αυτής διατάξεως σχετικά με την οικεία περίπτωση.
17 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, όμως, η διαφορά της κύριας δίκης αφορά αίτηση διαγραφής δασμών υποβληθείσα βάσει της δεύτερης περιπτώσεως του άρθρου 236, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, που έχει εφαρμογή όταν το ποσό των εισαγωγικών δασμών βεβαιώθηκε αντίθετα προς το άρθρο 220, παράγραφος 2, του κώδικα αυτού, αλλά αφορά την αμφισβήτηση του βασίμου της τελωνειακής οφειλής. Συγκεκριμένα, το conseil général de la Vienne ζήτησε τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών βάσει της πρώτης περιπτώσεως του εν λόγω άρθρου 236, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, κατά την οποία η διαγραφή των δασμών αυτών χορηγείται όταν, κατά τη στιγμή της βεβαιώσεώς τους, το ποσό τους δεν οφειλόταν νομίμως. Προσθέτει ότι ένας επιχειρηματίας δεν μπορεί συγχρόνως να αμφισβητεί το ποσό της τελωνειακής οφειλής και να ζητεί όπως μέρος του ποσού αυτού μη ληφθεί υπόψη εκ των υστέρων εξ αιτίας του φερομένου σφάλματος της διοικήσεως.
18 Δεύτερον, η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η αίτηση για τη διατύπωση γνώμης που η διοίκηση διαβίβασε στην Επιτροπή, στις 18 Σεπτεμβρίου 2001, αφορούσε τη δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων το 1993 υλικών και απέβλεπε στο να επιβεβαιωθεί ότι η ανάλυση στην οποία προέβη η διοίκηση όσον αφορά το ποσό που οφειλόταν νομίμως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αν, αντιθέτως, η διοίκηση είχε την πρόθεση να προσφύγει στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 871 του κανονισμού εφαρμογής, πράγμα που θα συνεπαγόταν την απέκδυση αρμοδιότητας του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους δεν θα το είχε πράξει με απλό έγγραφο, αλλά θα είχε διαβιβάσει τον φάκελο στο κοινοτικό αυτό όργανο.
19 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 234 ΕΚ, που στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, κάθε εκτίμηση των επίδικων περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Ομοίως, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, καταρχήν, να απαντήσει (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 2003, C-326/00, ΙΚΑ, Συλλογή 2003, σ. Ι-1703, σκέψη 27, και της 12ης Απριλίου 2005, C-145/03, Keller, Συλλογή 2005, σ. I-2529, σκέψη 33).
20 Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει (βλ. συναφώς απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia, Συλλογή 1981, σ. 3045, σκέψη 21). Δεν είναι δυνατόν να προβληθεί άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13 Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 39, και της 22 Ιανουαρίου 2002, C-390/99, Canal Satélite Digital, Συλλογή 2002, σ. I-607 σκέψη 19).
21 Τούτο δεν συμβαίνει στη περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης.
22 Εν προκειμένω, είναι αληθές ότι από την εξέταση των εγγράφων που διαβιβάστηκαν στο Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το έγγραφο της 18ης Σεπτεμβρίου 2001 που η διοίκηση απηύθυνε στην Επιτροπή, φαίνεται να προκύπτει ότι η διαφορά της κύριας δίκης αφορά αίτηση διαγραφής εισαγωγικών δασμών βάσει της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 236, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, δηλαδή της περιπτώσεως κατά την οποία το ποσό των εισαγωγικών δασμών δεν οφειλόταν νομίμως, και όχι βάσει της δεύτερης περιπτώσεως που προβλέπει η διάταξη αυτή, η οποία δικαιολογεί την εκ μέρους των εθνικών τελωνειακών αρχών προσφυγή στο άρθρο 871 του κανονισμού εφαρμογής.
23 Ωστόσο, επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι έχοντας υπόψη, ειδικότερα, τα ίδια αυτά έγγραφα το cour d’appel de Poitiers έκρινε, αφενός, ότι οι εν λόγω αρχές είχαν εκφράσει αμφιβολίες ως προς τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν στον οφειλέτη να τύχει του ευεργετήματος της εκ των υστέρων ελλείψεως βεβαιώσεως των δασμών τους οποίους, κατά τις αρχές αυτές, ο οφειλέτης έπρεπε να δήλωνε επί πολλά συνεχόμενα έτη, δεν δηλώθηκαν όμως επειδή ο οφειλέτης έκρινε, χωρίς να γίνεται επίκληση της κακής του πίστεως, ότι δεν ήταν οφειλέτης των απαιτούμενων δασμών, και, αφετέρου, η διαφορά της κύριας δίκης δεν μπορούσε να θεωρηθεί κατά μονοσήμαντο τρόπο ως διαδικασία διαγραφής τελωνειακής οφειλής, διότι μπορούσε εξίσου να αναλυθεί ως διαδικασία εισπράξεως των δασμών.
24 Εξάλλου, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας εθνικών διατάξεων, αλλά να λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών και των εθνικών δικαστηρίων, το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται το προδικαστικό ερώτημα όπως το εξειδικεύει η απόφαση περί παραπομπής (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-475/99, Ambulanz Glöckner, Συλλογή 2001, σ. I-8089, σκέψη 10, και της 2ας Ιουνίου 2005, C-136/03, Dörr και Ünal, Συλλογή 2005, σ. I-4759, σκέψη 46).
25 Επομένως, προκύπτει ότι το υποβληθέν ερώτημα έχει σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης όπως αυτό εξειδικεύεται από το αιτούν δικαστήριο και η απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα μπορεί να είναι χρήσιμη στο δικαστήριο αυτό για να κρίνει αν η διοίκηση όφειλε να διαβιβάσει την περίπτωση στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 871 του κανονισμού εφαρμογής, προκειμένου η τελευταία να ρυθμίσει το ζήτημα.
26 Ως εκ τούτου, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας
27 Λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και τη διατύπωση του υποβληθέντος ερωτήματος, η εξέτασή του πρέπει να αφορά αποκλειστικά την ερμηνεία του άρθρου 871 του κανονισμού εφαρμογής και όχι το ζήτημα αν τα πρόσθετα δικαιώματα που καταβάλλονται στην IMAX πρέπει να ενσωματωθούν στη δασμολογητέα αξία του εισαχθέντος υλικού.
28 Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο δεν εξέφρασε συναφώς αβεβαιότητα και περιορίστηκε να ερωτήσει το Δικαστήριο ως προς το περιεχόμενο της υποχρεώσεως που το άρθρο 871 του κανονισμού εφαρμογής επιβάλλει στις εθνικές τελωνειακές αρχές, όταν αυτές εκδηλώνουν, σε οποιαδήποτε στιγμή της διαδικασίας εισπράξεως ή της διαδικασίας διαγραφής τελωνειακής οφειλής, αμφιβολία σχετικά με την έλλειψη εκ των υστέρων βεβαιώσεως μη εισπραχθέντων δασμών υπό συγκεκριμένες περιστάσεις.
29 Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι, με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 871 του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι υποχρεώνει τις εθνικές τελωνειακές αρχές να διαβιβάζουν την περίπτωση στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να ρυθμίσει το ζήτημα όταν, σε οποιαδήποτε στιγμή της διαδικασίας εισπράξεως ή της διαδικασίας διαγραφής τελωνειακής οφειλής, οι αρχές αυτές εξέφρασαν αμφιβολίες ως προς την έλλειψη βεβαιώσεως μη εισπραχθέντων δασμών ως αποτέλεσμα της παραλείψεως του καλής πίστεως εισαγωγέα να δηλώσει τα δικαιώματα τα οποία έπρεπε να ενσωματωθούν στη δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων και ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να προσφύγουν στην Επιτροπή.
30 Προτού δοθεί απάντηση στο κατ’ αυτόν τον τρόπο αναδιατυπωθέν ερώτημα, επιβάλλεται να εξακριβωθεί το άρθρο 871 του κανονισμού εφαρμογής ως είχε εφαρμογή ratione temporis στα περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης. Πράγματι, με τις παρατηρήσεις της, η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι ως έχει το εν λόγω άρθρου 871 μετά τον κανονισμό (ΕΚ) 1335/2003 της Επιτροπής, 25ης Ιουλίου 2003, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού 2454/93 (ΕΕ L 187, σ. 16), πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας του Δικαστηρίου και όχι υπό την εκδοχή στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, διότι η διάταξη αυτή διαλαμβάνει διαδικαστικό κανόνα και, επομένως, θεωρείται ότι έχει εφαρμογή σε όλες τις διαφορές που εκκρεμούν κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος της.
31 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, συναφώς, ότι, δυνάμει του άρθρου 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1335/2003, οι εισαχθείσες με αυτόν τροποποιήσεις στον κανονισμό εφαρμογής εφαρμόζονται στο σύνολο των περιπτώσεων οι οποίες δεν είχαν διαβιβαστεί στην Επιτροπή με απόφαση πριν από την 1η Αυγούστου 2003. Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις που διαλαμβάνουν τα άρθρα 869 και 871 του κανονισμού εφαρμογής για την προσφυγή στην Επιτροπή έχουν τροποποιηθεί και, ειδικότερα, το κατώτατο μη εισπραχθέν ποσό από τον επιχειρηματία έχει αυξηθεί στις 500 000 ευρώ, έπεται ότι η διοίκηση δεν δικαιούται να προσφύγει στην Επιτροπή, διότι το απαιτούμενο ποσό στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης ανέρχεται σε 221 286 ευρώ.
32 Μια τέτοια επιχειρηματολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
33 Μολονότι είναι αληθές ότι, κατά πάγια νομολογία, θεωρείται γενικώς ότι οι διαδικαστικοί κανόνες έχουν εφαρμογή εφ’ όλων των δικών που ήσαν εκκρεμείς κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος των κανόνων αυτών, πράγμα που δεν συμβαίνει με τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου οι οποίοι ερμηνεύονται συνήθως υπό την έννοια ότι δεν αφορούν τις καταστάσεις που δημιουργήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος τους [βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 1993, C-121/91 και C-122/91, CT Control (Rotterdam) και JCT Benelux κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I-3873, σκέψη 22· της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C-61/98, De Haan, Συλλογή 1999, σ. I-5003, σκέψη 13, και της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-251/00, Ilumitrónica, Συλλογή 2002, σ. I-10433, σκέψη 29], ωστόσο, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 33 και 34 των προτάσεών του, ο νέος νόμος μπορεί να έχει άμεση εφαρμογή μόνο σε σχέση με καταστάσεις οι οποίες, μολονότι γεννηθείσες υπό το κράτος του προγενέστερου νόμου, εξακολουθούν να αναπτύσσουν τα αποτελέσματά τους όταν ο νέος νόμος τίθεται σε εφαρμογή.
34 Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι την 1η Αυγούστου 2003, όταν οι εισαχθείσες με τον κανονισμό 1335/2003 τροποποιήσεις στον κανονισμό εφαρμογής τέθηκαν σε ισχύ, η ασκούσα επιρροή έννομη κατάσταση στην προκειμένη περίπτωση είχε παύσει να αναπτύσσει αποτελέσματα. Συναφώς, από τα έγγραφα του φακέλου προκύπτει ότι στις 16 Ιουλίου 2001 ο γενικός διευθυντής τελωνείων και εμμέσων φόρων πληροφόρησε το conseil général de la Vienne σχετικά με την απόφασή του να προσφύγει στην Επιτροπή και ότι το ίδιο αυτό conseil είχε εναχθεί ενώπιον του tribunal d’instance de Poitiers τον Ιούλιο του 2001 και η διοίκηση διαβίβασε αίτηση για τη διατύπωση γνώμης στην Επιτροπή στις 18 Σεπτεμβρίου 2001.
35 Κατά συνέπεια, προκειμένου να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η απάντηση που θα του επιτρέψει να αποφασίσει αν, λόγω του ότι είχε εκδηλώσει, σε κάποια στιγμή της διαδικασίας εισπράξεως ή της διαδικασίας διαγραφής των δασμών, αμφιβολία ως προς την έλλειψη βεβαιώσεως εκ των υστέρων μη εισπραχθέντων δασμών, η διοίκηση όφειλε να διαβιβάσει την περίπτωση στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να ρυθμίσει το ζήτημα βάσει του άρθρου 871 του κανονισμού εφαρμογής, το Δικαστήριο πρέπει να ερμηνεύσει τις διατάξεις του κανονισμού εφαρμογής όπως αυτός διαμορφώθηκε με τον κανονισμό 1677/98 που καθόρισε ειδικότερα, για την προσφυγή στην Επιτροπή, σε 50 000 ευρώ το κατώτατο όριο των μη εισπραχθέντων δασμών.
36 Το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα διαλαμβάνει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου οι εθνικές τελωνειακές αρχές να μπορούν να βεβαιώνουν εκ των υστέρων το ποσό της τελωνειακής οφειλής. Όσον αφορά τη διαδικασία διαγραφής δασμών, το άρθρο 236 του εν λόγω κώδικα παραπέμπει στις ίδιες αυτές προϋποθέσεις στο μέτρο που προβλέπει, ως μια από τις περιπτώσεις που επιτρέπουν στις τελωνειακές αρχές να αποφασίζουν να μη εισπράξουν την τελωνειακή οφειλή, το γεγονός ότι το ποσό της οφειλής βεβαιώθηκε κατά παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2.
37 Οι προϋποθέσεις αυτές είναι τρεις, δηλαδή σφάλμα των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη· η καλή πίστη του τελευταίου και η τήρηση, εκ μέρους του οφειλέτη, όλων των διατάξεων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση.
38 Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις περιλαμβάνονταν ήδη στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της «εκ των υστέρων» εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254), κανονισμός ο οποίος καταργήθηκε με τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι τρεις αυτές προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1996, C-153/94 και C-204/94, Faroe Seafood κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. I-2465, σκέψη 83· της 26ης Νοεμβρίου 1998, C-370/96, Covita, Συλλογή 1998, σ. I-7711, σκέψη 24· της 19ης Οκτωβρίου 2000, C-15/99, Sommer, Συλλογή 2000, σ. Ι-8989, σκέψη 35, και Ilumitrónica, προπαρατεθείσα, σκέψη 37).
39 Από τη διατύπωση του άρθρου 871 του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 869 του ίδιου κανονισμού, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας βεβαιώσεως μη εισπραχθέντων δασμών των οποίων το ποσό ανέρχεται σε 50 000 ευρώ, αν οι εθνικές τελωνειακές αρχές είναι πεπεισμένες ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν πληρούνται, οφείλουν να προβούν αμέσως στη βεβαίωση των δασμών.
40 Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι, όταν το εν λόγω όριο ανέλθει στις 50 000 ευρώ, οι τελωνειακές αρχές δεν μπορούν να ενεργήσουν μόνες τους, αλλά υποχρεούνται να προσφύγουν στην Επιτροπή και να ενεργήσουν από κοινού με αυτή σε δύο περιπτώσεις, ήτοι αν φρονούν ότι υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως οι εν λόγω προϋποθέσεις πληρούνται ή αν έχουν αμφιβολίες ως προς το περιεχόμενο των κριτηρίων του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα σε σχέση με την οικεία περίπτωση. Το ίδιο ισχύει όταν πρόκειται για διαδικασία διαγραφής δασμών που κίνησε ο ενδιαφερόμενος βάσει του άρθρου 236 του εν λόγω κώδικα σε συνδυασμό με το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, αυτού.
41 Σε περίπτωση προσφυγής στην Επιτροπή, η διαδικασία που προβλέπει ο κανονισμός εφαρμογής περατούται με απόφαση ορίζουσα αν η εξετασθείσα κατάσταση επιτρέπει να μη βεβαιωθούν εκ των υστέρων οι εν λόγω δασμοί ή να διαγραφούν. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το δικαίωμα ακροάσεως των ενδιαφερομένων προσώπων διασφαλίζεται αποτελεσματικά και, βάσει του άρθρου 873 του κανονισμού εφαρμογής, η Επιτροπή αποφαίνεται κατόπιν διαβουλεύσεως με ομάδα εμπειρογνωμόνων που απαρτίζεται από αντιπροσώπους όλων των κρατών μελών.
42 Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο σχετικά με το άρθρο 5 του κανονισμού 1697/79, η απονομή εξουσίας στην Επιτροπή προς λήψη αποφάσεως στον τομέα βεβαιώσεως εκ των υστέρων των τελωνειακών δασμών έχει ως σκοπό να εξασφαλίζει την ενιαία εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Αυτή η ενιαία εφαρμογή διατρέχει κίνδυνο στις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται δεκτή αίτηση για τη μη πραγματοποίηση της εκ των υστέρων εισπράξεως, διότι η κρίση στην οποία στηρίζεται ένα κράτος μέλος για να λάβει ευνοϊκή απόφαση ενδέχεται, στην πράξη, λόγω πιθανής ελλείψεως κάθε ενδίκου βοηθήματος, να εκφεύγει παντός ελέγχου ικανού να εξασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή των προϋποθέσεων που θέτει η κοινοτική νομοθεσία. Αντιθέτως, αυτό δεν συμβαίνει όταν οι εθνικές αρχές προβαίνουν στην είσπραξη, και τούτο ασχέτως ποσού. Ο ενδιαφερόμενος έχει τότε την ευχέρεια να προσβάλει την απόφαση αυτή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, η ενότητα του κοινοτικού δικαίου θα μπορέσει να εξασφαλιστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 1990, C-64/89, Fernsprecher, Συλλογή 1990, σ. I-2535, σκέψη 13, της 27ης Ιουνίου 1991, C-348/89, Mecanarte, Συλλογή 1991, σ. I-3277, σκέψη 33, και Faroe Seafood κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 34).
43 Επομένως, όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, δηλαδή, την περίπτωση κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές έχουν αμφιβολίες, οι αρχές αυτές υποχρεούνται να παραπέμψουν την περίπτωση στην Επιτροπή μόνον όταν οι αμφιβολίες αφορούν το περιεχόμενο των κριτηρίων του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα σε σχέση με την οικεία περίπτωση, και αποκλειστικά λόγω της υπάρξεως τέτοιων αμφιβολιών. Αντιθέτως, αν εν συνεχεία οι αμφιβολίες αυτές εκλείψουν, ακόμη και αφού εξέφρασαν την πρόθεσή τους να προσφύγουν στην Επιτροπή, οι εθνικές τελωνειακές αρχές δεν υποχρεούνται πλέον να παραπέμψουν την περίπτωση σ’ αυτήν και οφείλουν, ενεργώντας μόνες, να προβούν στη βεβαίωση ή να αρνηθούν τη διαγραφή των δασμών.
44 Εν πάση περιπτώσει, όταν οι αμφιβολίες των εθνικών τελωνειακών αρχών αφορούν ζήτημα που δεν καταλαμβάνεται από τα κριτήρια του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του εν λόγω κώδικα σε σχέση με την οικεία περίπτωση, όπως η δυνατότητα να μη βεβαιώσουν εκ των υστέρων μη εισπραχθέντες τελωνειακούς δασμούς που προκύπτουν από παράλειψη δηλώσεως εκ μέρους εισαγωγέα δικαιωμάτων τα οποία έπρεπε να ενσωματωθούν στη δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων, εφόσον ο εισαγωγέας αυτός είναι καλής πίστεως, το άρθρο 871 του κανονισμού εφαρμογής δεν έχει εφαρμογή και, επομένως, οι εν λόγω αρχές δεν υποχρεούνται να παραπέμψουν την περίπτωση στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να ρυθμίσει το ζήτημα.
45 Πράγματι, δεδομένου ότι η καλή πίστη του οφειλέτη είναι μια μόνον από τις προϋποθέσεις που πρέπει οπωσδήποτε να συντρέχουν ώστε να μπορεί να εξεταστεί η έλλειψη της εκ των υστέρων βεβαιώσεως των δασμών, η καλή πίστη και μόνον δεν είναι ικανή να υποχρεώσει τις εθνικές τελωνειακές αρχές να προσφύγουν στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 871 του κανονισμού εφαρμογής.
46 Κατά συνέπεια, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 871 του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας βεβαιώσεως ή διαγραφής μη εισπραχθέντων τελωνειακών δασμών, οι εθνικές αρχές δεν υποχρεούνται να παραπέμψουν την περίπτωση στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να ρυθμίσει το ζήτημα όταν οι αμφιβολίες που οι αρχές αυτές είχαν εκφράσει ως προς το περιεχόμενο των κριτηρίων του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα σε σχέση με την οικεία περίπτωση δεν έχουν εξαλειφθεί, ακόμη και αφού οι εν λόγω αρχές εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να προσφύγουν στην Επιτροπή, ή όταν οι εκφρασθείσες αμφιβολίες αφορούν την έλλειψη της εκ των υστέρων βεβαιώσεως των μη εισπραχθέντων τελωνειακών δασμών που προκύπτει από την παράλειψη του καλής πίστεως εισαγωγέα να δηλώσει τα δικαιώματα τα οποία έπρεπε να ενσωματωθούν στη δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων.
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 871 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1677/98 της Επιτροπής, της 29ης Ιουλίου 1998, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας βεβαιώσεως ή διαγραφής μη εισπραχθέντων τελωνειακών δασμών, οι εθνικές αρχές δεν υποχρεούνται να παραπέμψουν την περίπτωση στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να ρυθμίσει το ζήτημα όταν οι αμφιβολίες που οι αρχές αυτές είχαν εκφράσει ως προς το περιεχόμενο των κριτηρίων του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/99 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1994 για τη θέσπιση κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, σε σχέση με την οικεία περίπτωση δεν έχουν εξαλειφθεί, ακόμη και αφού οι εν λόγω αρχές εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να προσφύγουν στην Επιτροπή, ή όταν οι εκφρασθείσες αμφιβολίες αφορούν την εκ των υστέρων βεβαίωση των μη εισπραχθέντων τελωνειακών δασμών που προκύπτει από την παράλειψη του καλής πίστεως εισαγωγέα να δηλώσει τα δικαιώματα τα οποία έπρεπε να ενσωματωθούν στην δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy