Υπόθεση C-509/04
Magpar VI BV
κατά
Staatssecretaris van Financiën
(αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Έμμεσοι φόροι επιβαλλόμενοι επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων — Οδηγία 69/335/ΕΚ — Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, περίπτωση ββ — Φόρος εισφοράς — Απαλλαγή — Προϋποθέσεις — Διατήρηση των αποκτηθέντων εταιρικών μεριδίων για διάστημα πέντε ετών»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano της 17ης Ιανουαρίου 2006
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 18ης Μαΐου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
Φορολογικές διατάξεις — Εναρμόνιση των νομοθεσιών — Έμμεσοι φόροι επιβαλλόμενοι επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων — Φόρος εισφοράς επί των εταιρικών κεφαλαίων
(Οδηγία 69/335 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 1, στοιχείο β΄, περίπτωση ββ)
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, περίπτωση ββ, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, όπως έχει τροποποιηθεί από τις οδηγίες 73/79/ΕΟΚ και 85/303/ΕΟΚ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, αν μια πρώτη κεφαλαιουχική εταιρία, σε διάστημα πέντε ετών από την απόκτηση εταιρικών μεριδίων μιας δεύτερης κεφαλαιουχικής εταιρίας στο πλαίσιο συγχωνεύσεως με ανταλλαγή εταιρικών μεριδίων απαλλασσόμενης από τον φόρο εισφοράς κεφαλαίου, παύει να κατέχει τα μερίδια αυτά καθόσον συγχωνεύθηκε με τρίτη κεφαλαιουχική εταιρία και, λόγω του γεγονότος αυτού, έπαυσε να υπάρχει, διότι η πρώτη εταιρία έλαβε σε αντάλλαγμα τα μερίδια της τρίτης εταιρίας, η προϋπόθεση της διατηρήσεως για διάστημα πέντε ετών των μεριδίων που είχε αρχικά αποκτήσει, που προβλέπεται από την περίπτωση ββ της εν λόγω διατάξεως, δεν αφορά τα μερίδια της τρίτης εταιρίας τα οποία κατέχει η πρώτη εταιρία. Συγκεκριμένα, εφόσον η δεύτερη πράξη, η οποία είναι εν προκειμένω κρίσιμη, συνιστά πράξη αναδιαρθρώσεως εταιριών που εμπίπτει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 69/335, δεν επιβάλλεται η εν λόγω προϋπόθεση διατηρήσεως για διάστημα πέντε ετών. Αυτή ισχύει μόνο για τις πράξεις που εμπίπτουν στο άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, της οδηγίας 69/335, δηλαδή για τις πράξεις αποκτήσεως μεριδίων που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 75 % του εταιρικού κεφαλαίου κεφαλαιουχικής εταιρίας έναντι εισφοράς μεριδίων της αποκτώσας εταιρίας.
Δεν έχει σημασία συναφώς το γεγονός ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 69/335 αναφέρεται σε «εκχώρηση» των εταιρικών μεριδίων που κατέχονται κατόπιν πράξεως απαλλασσόμενης από τον φόρο εισφοράς, ενώ, σε περίπτωση συγχωνεύσεως, η εταιρία που απορροφάται παύει να υφίσταται, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, οπότε δεν μπορεί να τίθεται, στην κυριολεξία, ζήτημα εκχωρήσεως μεριδίων. Οι όροι της εν λόγω διατάξεως περιλαμβάνουν την πράξη συγχωνεύσεως με απορρόφηση συνεπεία της οποίας παύουν να υφίστανται τα μερίδια της απορροφώμενης εταιρίας και οι κάτοχοί τους λαμβάνουν σε αντάλλαγμα μερίδια της απορροφώσας εταιρίας.
(βλ. σκέψεις 30, 36, 40-41, 45, 47, διατακτ. 1-2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 18ης Μαΐου 2006 (*)
«Έμμεσοι φόροι επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων – Οδηγία 69/335/ΕΟΚ – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ και περίπτωση ββ – Φόρος εισφοράς – Απαλλαγή –Διατήρηση των αποκτηθέντων εταιρικών μεριδίων για διάστημα πέντε ετών»
Στην υπόθεση C-509/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την ίδια ημέρα, στο πλαίσιο της δίκης
Magpar VI BV
κατά
Staatssecretaris van Financiën,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts, E. Juhász (εισηγητή) και M. Ilešič, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: K. Sztranc, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη τη γραπτή διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από την H. G. Sevenster και τον M. De Grave,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη M. Afonso και τον A. Weimar,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιανουαρίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ και περίπτωση ββ, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ L 249, σ. 25), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 73/79/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Απριλίου 1973 (ΕΕ L 103, σ. 13), και από την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 156, σ. 23, στο εξής: οδηγία 69/335).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Magpar VI BV (στο εξής: Magpar) και των φορολογικών αρχών των Κάτω Χωρών, όσον αφορά το θέμα της αρνήσεως των αρχών να της χορηγήσουν την απαλλαγή από τον φόρο εισφοράς κεφαλαίου, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/335.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της, η οδηγία 69/335 έχει ως στόχο να προωθήσει την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων προκειμένου να δημιουργηθεί μια οικονομική ένωση με χαρακτηριστικά γνωρίσματα ανάλογα προς εκείνα μιας εσωτερικής αγοράς. Για τον σκοπό αυτό, όπως προκύπτει από την έκτη, έβδομη και όγδοη αιτιολογική σκέψη της, η εν λόγω οδηγία επιδιώκει να εναρμονίσει τον φόρο εισφοράς κεφαλαίου που επιβάλλεται στις εταιρίες εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας καθιερώνοντας έναν ενιαίο φόρο επί της συγκεντρώσεως κεφαλαίων, ο οποίος μπορεί να επιβληθεί μόνο μία φορά στο πλαίσιο της κοινής αγοράς, και καταργώντας όλους τους λοιπούς έμμεσους φόρους που παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τον ενιαίο φόρο εισφοράς.
4 Έτσι, κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 69/335, «τα κράτη μέλη εισπράττουν εναρμονισμένο φόρο επί των εισφορών σε κεφαλαιουχικές εταιρίες».
5 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/335 ορίζει:
«Μέχρι της ενάρξεως της ισχύος των διατάξεων, οι οποίες θα θεσπισθούν από το Συμβούλιο σύμφωνα με την παράγραφο 2:
α) ο συντελεστής του φόρου εισφοράς δεν είναι δυνατό να υπερβεί το 2 % ούτε να είναι μικρότερος του 1 %·
β) ο συντελεστής αυτός μειώνεται κατά 50 % ή και περισσότερο, όταν μία ή περισσότερες κεφαλαιουχικές εταιρίες εισφέρουν το σύνολο της περιουσίας τους ή ένα ή περισσοτέρους τομείς της δραστηριότητάς τους σε μία ή περισσότερες συνιστώμενες ή υφιστάμενες κεφαλαιουχικές εταιρίες.
Η μείωση αυτή προϋποθέτει ότι:
– για τις εισφορές, έναντι των οποίων παρέχονται ως αντάλλαγμα αποκλειστικώς εταιρικά μερίδια, τα κράτη μέλη θα έχουν την ευχέρεια να επεκτείνουν τη χορήγηση μειώσεως στις περιπτώσεις όπου έναντι των εισφορών παρέχονται εταιρικά μερίδια, συγχρόνως δε καταβάλλεται σε μετρητά κατ’ ανώτατο όριο ποσοστό 10 % της ονομαστικής τους αξίας,
– οι εταιρίες, οι οποίες συμμετέχουν στην ανωτέρω πράξη, πρέπει να έχουν την έδρα της πραγματικής τους διευθύνσεως ή την καταστατική τους έδρα στο έδαφος ενός κράτους μέλους·
[…]»
6 Με την οδηγία 73/79 προστέθηκε στην προαναφερθείσα διάταξη της οδηγίας 69/335 μία περίπτωση ββ, που έχει ως εξής:
«Ο συντελεστής του φόρου εισφοράς δύναται να μειωθεί κατά 50 % ή περισσότερο, όταν μία συνιστωμένη ή υφισταμένη κεφαλαιουχική εταιρία λαμβάνει μερίδια, αντιπροσωπεύοντα τουλάχιστον 75 % του εταιρικού κεφαλαίου, του εκδοθέντος προηγουμένως υπό άλλης κεφαλαιουχικής εταιρίας. Σε περίπτωση κατά την οποία το ποσοστό αυτό επιτευχθεί διά περισσοτέρων πράξεων, μόνο η πράξη, χάρη στην οποία το ποσοστό αυτό επετεύχθη, ως επίσης και οι μεταγενέστερες πράξεις, διά των οποίων αυξάνεται το ποσοστό αυτό, απολαύουν του μειωμένου συντελεστή.
Εν τούτοις, το ποσό του φόρου, το οποίο δεν εισπράττεται βάσει της παρούσης διατάξεως, οφείλεται, αν η αποκτώσα εταιρία, η οποία απολαύει του μειωμένου συντελεστή, δεν διατηρεί για χρονικό διάστημα πέντε ετών από της ημερομηνίας κατά την οποία η πράξη διενεργείται όλα τα μερίδια της άλλης εταιρίας και τουλάχιστον 75 % του εταιρικού κεφαλαίου αυτής της εταιρίας τα οποία κατέχει κατόπιν αυτής της διενεργηθείσας πράξεως, συμπεριλαμβανομένων των μεριδίων, τα οποία απεκτήθησαν προηγουμένως και κατείχοντο κατά τη διάρκεια της αναφερθείσης πράξεως. Η ωφέλεια του μειωμένου συντελεστή διατηρείται παρά ταύτα, αν εντός της προθεσμίας αυτής τα μερίδια αυτά εκχωρούνται διά μιας πράξεως, η οποία απολαύει του μειωμένου συντελεστή βάσει της πρώτης παραγράφου ή του στοιχείου β΄ ή κατά τη διαδικασία εκκαθαρίσεως της αποκτώσης εταιρίας.
Η μείωση αυτή υπόκειται στον όρο ότι:
– έναντι των εισφορών παρέχονται αποκλειστικώς εταιρικά μερίδια, ενώ τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να επεκτείνουν τη χορήγηση της μειώσεως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έναντι των εισφορών παρέχονται εταιρικά μερίδια με σύγχρονη καταβολή σε μετρητά ποσοστού κατ’ ανώτατο όριο 10 % επί της ονομαστικής αξίας,
– η εταιρία, η οποία λαμβάνει την εισφορά και η εταιρία της οποίας τα μερίδια εισφέρονται, έχουν την έδρα της πραγματικής τους διευθύνσεως ή την καταστατική τους έδρα, στην επικράτεια κράτους μέλους.»
7 Ο λόγος για τον οποίο παρέχεται αυτή η δυνατότητα μειωμένου συντελεστή φόρου εισφοράς εξηγείται στις δύο αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 73/79:
«εκτιμώντας ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας [69/335] προβλέπει την εφαρμογή μειωμένου συντελεστή φόρου εισφοράς για ορισμένες πράξεις αναδιαρθρώσεως εταιριών δι’ εισφοράς ενεργητικού·
εκτιμώντας ότι πρέπει να δοθεί η δυνατότητα να επεκταθεί η εφαρμογή αυτού του μειωμένου συντελεστή επί των πράξεων, διά των οποίων μία συνιστωμένη ή υφισταμένη εταιρία λαμβάνει έναντι των εταιρικών μεριδίων, τα οποία εκδίδει, ένα τέτοιο ποσοστό μεριδίων μιας άλλης εταιρίας, ώστε να διατηρεί γενικά τον πλήρη έλεγχο της λήψεως αποφάσεων της τελευταίας αυτής εταιρίας· ότι η πράξη αυτή δύναται πράγματι να εξομοιωθεί στο οικονομικό πεδίο προς τις πράξεις αναδιαρθρώσεως, που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄».
8 Η οδηγία 73/80/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Απριλίου 1973, περί ορισμού των κοινών συντελεστών του φόρου εισφοράς (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 40), προέβλεψε πρόσθετη μείωση των συντελεστών του φόρου εισφοράς. Κατά το άρθρο της 1:
«Ο συντελεστής του φόρου εισφοράς του άρθρου 7 της […] οδηγίας [69/335] ανέρχεται σε 1 % από 1ης Ιανουαρίου 1976.»
9 Το άρθρο 2 της οδηγίας 73/80 ορίζει:
«Οι μειωμένοι συντελεστές, που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ και περίπτωση ββ, της […] οδηγίας [69/335] καθορίζονται από 0 % έως 0,50 % από 1ης Ιανουαρίου 1976.»
10 Με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 85/303 τονίζεται ότι «οι οικονομικές συνέπειες του φόρου εισφοράς είναι δυσμενείς για τη συνένωση και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων». Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι οι απώλειες εσόδων που θα προέκυπταν από την κατάργηση του φόρου εισφοράς θα ήταν απαράδεκτες για ορισμένα κράτη μέλη, με την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής ορίζεται ότι επιβάλλεται «να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να απαλλάξουν από τον φόρο εισφοράς ή να τον επιβάλουν σε όλες ή σε μερικές από τις πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του φόρου αυτού».
11 Εξάλλου, αφού τονίστηκε με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 85/303 «ότι πρέπει να απαλλαγούν υποχρεωτικά οι πράξεις οι οποίες υπόκεινται σήμερα σε μειωμένο συντελεστή του φόρου εισφοράς», το άρθρο 1, σημείο 2, της οδηγίας αυτής αντικατέστησε το άρθρο 7 της οδηγίας 69/335 με το εξής κείμενο:
«1. Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν από τον φόρο εισφοράς τις πράξεις […] οι οποίες, την 1η Ιουλίου 1984, απαλλάσσονταν ή υπάγονταν στη φορολογία με συντελεστή 0,50 % ή μικρότερο.
Η απαλλαγή υπόκειται στους όρους που ίσχυαν κατά την ημερομηνία αυτή για τη χορήγηση απαλλαγής ή, ενδεχομένως, για την επιβολή φορολογικού συντελεστή 0,50 % ή μικρότερου.
[…]»
12 Έτσι, όσον αφορά τις προϋποθέσεις απαλλαγής από τον φόρο εισφοράς, η οδηγία 85/303 παραπέμπει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ και περίπτωση ββ, της οδηγίας 69/335.
Η εθνική νομοθεσία
13 Η προαναφερθείσα διάταξη της οδηγίας 69/335 μεταφέρθηκε στο ολλανδικό δίκαιο με το άρθρο 37 του νόμου περί φορολογίας των πράξεων μεταβιβάσεως (Wet op belastingen van rechtsverkeer, Stb. 1970, σ. 611), όπως έχει τροποποιηθεί από τον νόμο της 13ης Δεκεμβρίου 1996 (Stb. 1996, σ. 652, στο εξής: WBR). Το άρθρο αυτό προβλέπει:
«1. Υπό τις προϋποθέσεις που θα καθορισθούν με νομοθετική ρύθμιση γενικής ισχύος, οι εισφορές εταιρικού κεφαλαίου απαλλάσσονται από τον φόρο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
a. σε περίπτωση συγχωνεύσεως, διασπάσεως και εσωτερικής αναδιοργανώσεως·
[…]
2. Η απαλλαγή που προβλέπεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α΄, χορηγείται μόνον εφόσον:
a. νομικό πρόσωπο, το κεφάλαιο του οποίου είναι κατανεμημένο σε εταιρικά μερίδια, αποκτά, έναντι εκχωρήσεως των μεριδίων του, αποκλειστικώς εταιρικά μερίδια άλλου νομικού προσώπου του ιδίου τύπου και με τη συγκεκριμένη πράξη αποκτά τουλάχιστον το 75 % των μεριδίων του άλλου νομικού προσώπου ή αυξάνει το ποσοστό των μεριδίων που κατέχει ώστε να φθάσει το 75 % ή περισσότερο του εταιρικού κεφαλαίου·
b. νομικό πρόσωπο, το κεφάλαιο του οποίου είναι κατανεμημένο σε εταιρικά μερίδια, αποκτά, έναντι εκχωρήσεως των μεριδίων του, αποκλειστικώς το σύνολο της περιουσίας ή της επιχειρήσεως ή αυτοτελές τμήμα της επιχειρήσεως άλλου νομικού προσώπου του ιδίου τύπου·
[…]»
14 Το άρθρο 14 του εκτελεστικού διατάγματος του ανωτέρω νόμου, της 22ας Ιουνίου 1971 (Stb. 1971, σ. 393), όπως έχει τροποποιηθεί από το διάταγμα της 27ης Φεβρουαρίου 1996 (Stb. 1996, σ. 144), προβλέπει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της απαλλαγής από τον φόρο εισφοράς. Το άρθρο αυτό ορίζει:
«1. Ο φόρος ο οποίος δεν εισπράττεται, βάσει του άρθρου 37, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του νόμου, σε περίπτωση συγχωνεύσεως, υπό την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του [WBR], οφείλεται εν πάση περιπτώσει από το νομικό πρόσωπο αν αυτό δεν διατηρεί πλέον, μετά από διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία της εισφοράς, όλα τα μερίδια του άλλου νομικού προσώπου τα οποία απέκτησε ή τα οποία κατείχε ήδη κατά την εν λόγω ημερομηνία και κατ’ ελάχιστο το 75 % των μεριδίων του άλλου νομικού προσώπου.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση μεταβιβάσεως των εταιρικών μεριδίων λόγω συγχωνεύσεως ή εσωτερικής αναδιοργανώσεως, υπό την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 2, του νόμου, καθώς και σε περίπτωση λύσεως ή εκκαθαρίσεως του αποκτώντος νομικού προσώπου.»
15 Κατά το άρθρο 309 του δεύτερου βιβλίου του ολλανδικού αστικού κώδικα (Burgerlijk Wetboek, Boek 2), συγχώνευση είναι η νομική πράξη που διενεργείται από δύο ή περισσότερα νομικά πρόσωπα, με την οποία είτε το ένα από αυτά αποκτά ως καθολικός διάδοχος την περιουσία του άλλου είτε ένα νέο νομικό πρόσωπο, το οποίο δημιουργείται με κοινή συμφωνία των πρώτων, δυνάμει της νομικής αυτής πράξεως, αποκτά την περιουσία τους ως καθολικός διάδοχος. Βάσει του άρθρου 311, παράγραφος 1, του δεύτερου βιβλίου του εν λόγω κώδικα, εκτός από το αποκτών νομικό πρόσωπο, τα νομικά πρόσωπα που συμμετέχουν σε συγχώνευση παύουν να υφίστανται από τη στιγμή της συγχωνεύσεως.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16 Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, κατά τη διάρκεια του 1998, πέντε ιδιωτικές εταιρίες συμβλήθηκαν συστήνοντας εταιρία με την επωνυμία Magnus Management Consultants. Τα εταιρικά μερίδια των πέντε αυτών εταιριών (στο εξής: παλαιές εταιρίες) κατείχαν πέντε διαφορετικά φυσικά πρόσωπα, το καθένα από τα οποία, ως μοναδικός εταίρος, κατείχε τα μερίδια της κάθε εταιρίας.
17 Στις 17 Αυγούστου 1998, συστήθηκαν οι εταιρίες Magpar, Magpar VIII BV και Magpar XI BV και, στις 31 Αυγούστου 1998, οι εταιρίες Magpar II BV και Magpar V BV (στο εξής: νέες εταιρίες). Σε ημερομηνία που δεν διευκρινίζεται, πάντως πολύ κοντά στις 31 Αυγούστου 1998, οι νέες εταιρίες απέκτησαν, αποκλειστικά με ανταλλαγή των εταιρικών μεριδίων, το σύνολο των εταιρικών μεριδίων των παλαιών εταιριών. Έτσι, η Magpar απέκτησε όλα τα εταιρικά μερίδια της M. J. Hoffmann Beheer BV (στο εξής: Hoffmann), μίας των παλαιών εταιριών.
18 Η εισφορά των εταιρικών μεριδίων της Hoffmann στη Magpar απαλλάχθηκε από τον φόρο εισφοράς δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 37, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, και παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του WBR.
19 Στις 31 Αυγούστου 1998, συστήθηκε η εταιρία Magnus Holding NV (στο εξής: Holding) στο πλαίσιο συγχωνεύσεως υπό την έννοια του άρθρου 309 του δεύτερου βιβλίου του ολλανδικού αστικού κώδικα. Κατά τη συγχώνευση αυτή, η Holding απέκτησε ως καθολικός διάδοχος την περιουσία των νέων εταιριών, μεταξύ των οποίων και της Hoffmann. Οι νέες εταιρίες απέκτησαν, λόγω της συγχωνεύσεως αυτής, μέρος των εταιρικών μεριδίων της Holding κατά ποσοστό ανάλογο της εισφοράς τους. Έτσι, η Magpar έλαβε μέρος των εταιρικών μεριδίων της Holding κατά ποσοστό ανάλογο αυτού που κατείχε η τελευταία στην περιουσία της Hoffmann.
20 Στις 31 Αυγούστου 1998, επίσης, συστήθηκε συνεταιρισμός υπό την έννοια του άρθρου 53 του δεύτερου βιβλίου του ολλανδικού αστικού κώδικα, ο Coöperatie Pym UA (στο εξής: συνεταιρισμός), στον οποίο προσχώρησαν ως μέλη ορισμένες εταιρίες, μεταξύ των οποίων η Magpar. Η εταιρία αυτή εκχώρησε, την ίδια ημερομηνία, στον συνεταιρισμό τα μερίδια της Magnus Holding που κατείχε με αντάλλαγμα την απόκτηση δικαιωμάτων μέλους του συνεταιρισμού αυτού.
21 Στις 27 Νοεμβρίου 1998, η Holding εισήλθε στο Χρηματιστήριο Αξιών του Άμστερνταμ.
22 Στις 5 Φεβρουαρίου 1999, κοινοποιήθηκε στη Magpar αναδρομική βεβαίωση φόρου εισφοράς, ύψους 87 782 ολλανδικών φιορινίων (NLG), η οποία, κατόπιν διοικητικής ενστάσεως, επικυρώθηκε από τις ολλανδικές φορολογικές αρχές. Κατόπιν απορρίψεως από το Gerechtshof te Arnhem (πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Άρνεμ) ως αβάσιμης της προσφυγής που άσκησε η Magpar, αυτή άσκησε αναίρεση ενώπιον του Hoge Raad.
23 Το Hoge Raad διαπιστώνει ότι συγχώνευση, όπως αυτή που διέπεται από το ολλανδικό δίκαιο, αποτελεί πράξη επί της οποίας έχει εφαρμογή η απαλλαγή από τον φόρο εισφοράς. Συνεπώς, η απόκτηση από τη Holding, ως καθολικής διαδόχου, της περιουσίας των παλαιών εταιριών απαλλάχθηκε από τον φόρο εισφοράς. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 69/335, η πενταετής προθεσμία διατηρήσεως των μεριδίων που προβλέπει η πρώτη περίοδος της διατάξεως αυτής δεν απαγορεύει στη Magpar την εκχώρηση προς τη Holding των μεριδίων της Hoffmann. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την προηγούμενη νομολογία του, το Hoge Raad διατηρεί αμφιβολίες για το αν η υποχρέωση διατηρήσεως των μεριδίων αναφέρεται στα μερίδια της Holding που κατείχε η Magpar κατόπιν της αποκτήσεως από τη Holding των μεριδίων της Hoffmann και αν, συνεπώς, η Magpar, μετά την εκχώρηση προς τον συνεταιρισμό των μεριδίων της Holding που κατείχε, υπόκειται σε φόρο εισφοράς.
24 Ο εισαγγελέας του Hoge Raad, οι προτάσεις του οποίου επισυνάπτονται στην απόφαση περί παραπομπής, έχει τη γνώμη ότι η μεταβίβαση αυτή της απαγορεύσεως εκχωρήσεως θα έθετε πρόσθετη προϋπόθεση για την απαλλαγή μιας πράξεως όπως η συγχώνευση με ανταλλαγή εταιρικών μεριδίων, ενώ η διατύπωση της οδηγίας 69/335 δεν το επιτρέπει, κατά μείζονα λόγο διότι η μεταφορά αυτή θα ήταν επιζήμια για τον φορολογούμενο. Για τον λόγο αυτό ο εισαγγελέας πρότεινε την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο.
25 Στο πλαίσιο αυτό, το Hoge Raad αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, της οδηγίας [69/335], όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία [73/79], να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, αν μια εταιρία στο διάστημα των πέντε ετών από την απόκτηση εταιρικών μεριδίων στο πλαίσιο συγχωνεύσεως με ανταλλαγή εταιρικών μεριδίων απαλλασσόμενης από τον φόρο εισφοράς κεφαλαίου έπαυσε να κατέχει τα μερίδια αυτά καθόσον συγχωνεύθηκε η εταιρία της οποίας κατείχε τα μερίδια, ισχύουν οι προϋποθέσεις που θέτει η προαναφερθείσα διάταξη της οδηγίας για τα εταιρικά μερίδια της εταιρίας που προέκυψε από τη συγχώνευση;
2) Έχει για το [ανωτέρω] ερώτημα σημασία το αν η εταιρία, τα εταιρικά μερίδια της οποίας κατέχονται, έπαυσε να υφίσταται συνεπεία νομικής συγχωνεύσεως με άλλη εταιρία (άρθρο 311, παράγραφος 1, του δεύτερου βιβλίου του αστικού κώδικα), οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για κατά κυριολεξία εκχώρηση εταιρικών μεριδίων;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
26 Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών τονίζει ότι, για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να εξετασθεί ο σκοπός που διατυπώνεται με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 73/79, ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση των πράξεων που μπορούν να εξομοιωθούν με τις πράξεις αναδιαρθρώσεως του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 69/335, δηλαδή των πράξεων με τις οποίες μια εταιρία λαμβάνει ένα τέτοιο ποσοστό μεριδίων μιας άλλης εταιρίας, ώστε να διατηρεί γενικά τον πλήρη έλεγχο της λήψεως αποφάσεων της τελευταίας αυτής εταιρίας. Η υποχρέωση διατηρήσεως για διάστημα πέντε ετών των αποκτηθέντων εταιρικών μεριδίων, η οποία τίθεται ως προϋπόθεση για την απαλλαγή από τον φόρο εισφοράς, έχει ως σκοπό επομένως την εξασφάλιση της διάρκειας της επιρροής που ασκεί η αποκτώσα εταιρία. Η διατήρηση της επιρροής αυτής πρέπει να εξασφαλιστεί στην περίπτωση μεταγενέστερης εκχωρήσεως των εταιρικών μεριδίων που αρχικώς αποκτήθηκαν στο πλαίσιο πράξεως που επίσης απαλλασσόταν από τον φόρο εισφοράς, διότι με την πράξη αυτή το νομικό πρόσωπο που εκχωρεί λαμβάνει εταιρικά μερίδια σε αντάλλαγμα των εκχωρηθέντων μεριδίων.
27 Κατά την άποψη της Κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών, η υποχρέωση διατηρήσεως για διάστημα πέντε ετών αφορά επομένως τα εταιρικά μερίδια που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο της δεύτερης απαλλασσόμενης από τον φόρο εισφοράς πράξεως, τα οποία υποκατέστησαν τα αρχικώς αποκτηθέντα εταιρικά μερίδια διότι, στην αντίθετη περίπτωση, θα παρεχόταν στη δεύτερη πράξη δυσανάλογο φορολογικό πλεονέκτημα. Έτσι, συγκεκριμένα, η υποχρέωση της Magpar να διατηρήσει για διάστημα πέντε ετών τα εταιρικά μερίδια της Hoffmann μεταβιβάζεται, για το διάστημα που απομένει, κατά τη διενέργεια της δεύτερης πράξεως, μέχρι τη συμπλήρωση των πέντε ετών, στα εταιρικά μερίδια της Holding που αποκτήθηκαν κατά τη διενέργεια της πράξεως αυτής σε υποκατάσταση των εταιρικών μεριδίων της Hoffmann.
28 Υιοθετώντας την άποψη που εξέφρασε με τις προτάσεις του ο εισαγγελέας του Hoge Raad, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων παραπέμπει στο γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, της οδηγίας 69/335, το οποίο δεν προβλέπει την εφαρμογή νέας απαγορεύσεως εκχωρήσεως στα εταιρικά μερίδια που ελήφθησαν σε αντάλλαγμα των μεριδίων που αποκτήθηκαν αρχικώς στο πλαίσιο πράξεων όπως η επίδικη της κύριας δίκης. Επομένως, η αρχική απαγόρευση εκχωρήσεως δεν μεταβιβάζεται στα εταιρικά μερίδια που ελήφθησαν μεταγενέστερα ως αντάλλαγμα της εισφοράς της οικείας εταιρίας.
29 Έτσι, κατά την άποψη της Επιτροπής, αν, εντός πέντε ετών, η οικεία εταιρία απολέσει την κατοχή των μεριδίων που αποκτήθηκαν αρχικώς στο πλαίσιο πράξεως απαλλασσόμενης από τον φόρο εισφοράς κατόπιν πράξεως επίσης απαλλασσόμενης από τον φόρο εισφοράς, η απαλλαγή εξακολουθεί να ισχύει άνευ άλλης προϋποθέσεως. Συγκεκριμένα, η υποχρέωση της Magpar να διατηρήσει για διάστημα πέντε ετών τα εταιρικά μερίδια της Hoffmann δεν μεταβιβάζεται στα εταιρικά μερίδια της Holding που απέκτησε η Magpar σε υποκατάσταση των εταιρικών μεριδίων της Hoffmann.
30 Προκειμένου να δοθεί λυσιτελής απάντηση στο πρώτο ερώτημα, το οποίο αντικατοπτρίζει την κύρια προβληματική του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να διευκρινιστεί, εισαγωγικά, ότι η υποχρέωση διατηρήσεως για διάστημα πέντε ετών των μεριδίων κεφαλαιουχικής εταιρίας που αποκτήθηκαν από άλλη κεφαλαιουχική εταιρία ισχύει μόνο για τις πράξεις που εμπίπτουν στο άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, της οδηγίας 69/335, δηλαδή για τις πράξεις αποκτήσεως μεριδίων που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 75 % του εταιρικού κεφαλαίου κεφαλαιουχικής εταιρίας έναντι εισφοράς μεριδίων της αποκτώσας εταιρίας.
31 Αντιθέτως, η υποχρέωση αυτή δεν επιβάλλεται στις πράξεις αναδιαρθρώσεως που εμπίπτουν στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας, δηλαδή στις πράξεις αποκτήσεως είτε ολόκληρης της περιουσίας μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας είτε ενός ή περισσοτέρων κλάδων της δραστηριότητάς της από άλλη κεφαλαιουχική εταιρία έναντι εισφοράς εταιρικών μεριδίων της τελευταίας.
32 Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει κατά τρόπο μη διφορούμενο από το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 69/335, όπως έχει συμπληρωθεί από την οδηγία 73/79. Συγκεκριμένα, η τελευταία αυτή οδηγία δεν τροποποίησε το στοιχείο β΄ της εν λόγω διατάξεως, αλλά πρόσθεσε την περίπτωση ββ με την οποία προβλέπεται, για τις πράξεις που αναφέρονται στην περίπτωση αυτή, υποχρέωση διατηρήσεως για διάστημα πέντε ετών των αποκτηθέντων εταιρικών μεριδίων.
33 Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η πρώτη πράξη την οποία αφορά η διαφορά της κύριας δίκης, δηλαδή η απόκτηση της Hoffmann από τη Magpar, εμπίπτει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, της οδηγίας 69/335. Συγκεκριμένα, η Magpar απέκτησε, σε αντάλλαγμα της εισφοράς των δικών της εταιρικών μεριδίων, το σύνολο των εταιρικών μεριδίων της Hoffmann, η οποία συνέχισε να υφίσταται ως εταιρία. Επομένως, για να διατηρήσει την απαλλαγή που προβλέπει η οικεία διάταξη, η Magpar είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, να διατηρήσει τα εταιρικά μερίδια της Hoffmann για διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η πράξη, εκτός από την περίπτωση εκχωρήσεως των μεριδίων αυτών στο πλαίσιο πράξεως επίσης απαλλασσόμενης βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ ή περίπτωση ββ, της οδηγίας 69/335.
34 Από την απόφαση περί παραπομπής, και ειδικότερα από τις προτάσεις του εισαγγελέα του Hoge Raad που επισυνάπτονται στην απόφαση αυτή, προκύπτει επίσης ότι η δεύτερη πράξη που λαμβάνεται υπόψη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δηλαδή η απόκτηση της Hoffmann από τη Holding, υπαγόταν στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 69/335 και ως εκ τούτου απαλλασσόταν επίσης από τον φόρο εισφοράς. Η Holding, συγκεκριμένα, απέκτησε με συγχώνευση, ως καθολικός διάδοχος, την περιουσία της Hoffmann που κατείχε η Magpar σε αντάλλαγμα της εισφοράς προς την τελευταία των δικών της εταιρικών μεριδίων.
35 Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η υποχρέωση της Magpar να διατηρήσει τα εταιρικά μερίδια της Hoffmann για διάστημα πέντε ετών μεταβιβάστηκε, για τον απομένοντα μέχρι τη συμπλήρωση της πενταετίας χρόνο, στα εταιρικά μερίδια της Holding που έλαβε η Magpar στο πλαίσιο της δεύτερης πράξεως συγχωνεύσεως και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η τελευταία απώλεσε το ευεργέτημα της απαλλαγής λόγω του γεγονότος ότι δεν είχε πλέον στην κατοχή της αυτά τα εταιρικά μερίδια της Holding κατόπιν της τρίτης πράξεως που διενήργησε εντός της εν λόγω προθεσμίας, με αντάλλαγμα τα δικαιώματα μέλους του συνεταιρισμού.
36 Η απάντηση στο ερώτημα αυτό συνδέεται με την εκτίμηση ότι η δεύτερη πράξη, η οποία είναι εν προκειμένω κρίσιμη, δηλαδή η απόκτηση από τη Holding, ως καθολικής διαδόχου, της περιουσίας της Hoffmann, υπάγεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 69/335. Πάντως, όπως αναφέρθηκε ρητώς με τις σκέψεις 30 και 31 της παρούσας αποφάσεως, η διατήρηση για διάστημα πέντε ετών των εταιρικών μεριδίων που απέκτησε κεφαλαιουχική εταιρία δεν απαιτείται για τις πράξεις αναδιαρθρώσεως των επιχειρήσεων οι οποίες εμπίπτουν στη διάταξη αυτή, λαμβανομένου υπόψη ότι, εν προκειμένω, η απώλεια των μεριδίων αυτών είχε ως αποτέλεσμα την απόκτηση από τη Holding, ως καθολικής διαδόχου, της περιουσίας της Hoffmann και ότι η ίδια η Hoffmann έπαυσε να υφίσταται.
37 Η ερμηνεία αυτή ανταποκρίνεται όχι μόνο στο γράμμα της εν λόγω διατάξεως, αλλά και στη διαχρονική εξέλιξη των προαναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων περί εμμέσων φόρων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, όπως εκτίθεται στις σκέψεις 5 έως 12 της παρούσας αποφάσεως. Έτσι, η οδηγία 73/79 επεξέτεινε το πεδίο εφαρμογής του μειωμένου συντελεστή του φόρου εισφοράς και η οδηγία 73/80 προέβλεψε τη μείωση τόσο του συντελεστή του φόρου εισφοράς όσο και των μειωμένων συντελεστών αυτού, ενώ η οδηγία 85/303 άφησε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα απαλλαγής από τον φόρο εισφοράς όλων ή ορισμένων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του και επέβαλε την απαλλαγή των πράξεων που υπάγονταν μέχρι τότε σε μειωμένο συντελεστή.
38 Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με το πνεύμα και τον σκοπό της ανωτέρω ρυθμίσεως, με τον οποίο επιδιώκεται η ολοένα μεγαλύτερη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των κεφαλαίων που αφορούν πράξεις συγκεντρώσεως επιχειρήσεων και να δοθεί στις τελευταίες η δυνατότητα να υιοθετήσουν, ανεμπόδιστα, τις δομές και τις μορφές εταιριών που προσαρμόζονται καλύτερα στις απαιτήσεις της διαρκώς εξελισσόμενης οικονομικής πραγματικότητας.
39 Τέλος, όπως τόνισε με τις προτάσεις του ο εισαγγελέας του Hoge Raad και ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 31 έως 37 των προτάσεών του, καθώς και η Επιτροπή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αντίθετη λύση θα εξαρτούσε τη διατήρηση της απαλλαγής από τον φόρο εισφοράς από μια πρόσθετη προϋπόθεση η οποία θα αποτελούσε, από την άποψη της ανωτέρω ρυθμίσεως, άνευ λόγου υποχρέωση και θα παρακώλυε τις πράξεις αναδιαρθρώσεως των επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θελήσει να επιβάλει την υποχρέωση αυτή, θα την είχε προβλέψει ρητώς.
40 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ και περίπτωση ββ, της οδηγίας 69/335 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, αν μια πρώτη κεφαλαιουχική εταιρία, σε διάστημα πέντε ετών από την απόκτηση εταιρικών μεριδίων μιας δεύτερης κεφαλαιουχικής εταιρίας στο πλαίσιο συγχωνεύσεως με ανταλλαγή εταιρικών μεριδίων απαλλασσόμενης από τον φόρο εισφοράς κεφαλαίου, παύει να κατέχει τα μερίδια αυτά καθόσον συγχωνεύθηκε με τρίτη κεφαλαιουχική εταιρία και, λόγω του γεγονότος αυτού, έπαυσε να υπάρχει, διότι η πρώτη εταιρία έλαβε σε αντάλλαγμα τα μερίδια της τρίτης εταιρίας, η προϋπόθεση της διατηρήσεως για διάστημα πέντε ετών των μεριδίων που είχε αρχικά αποκτήσει, που προβλέπεται από την περίπτωση ββ της εν λόγω διατάξεως, δεν αφορά τα μερίδια της τρίτης εταιρίας τα οποία κατέχει η πρώτη εταιρία.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
41 Με το δεύτερο ερώτημα, ερωτάται αν έχει σημασία, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα, ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 69/335 αναφέρεται σε «εκχώρηση» («[…] αν […] τα μερίδια αυτά εκχωρούνται […]»), ενώ, σε περίπτωση συγχωνεύσεως, η εταιρία που απορροφάται παύει να υφίσταται, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, οπότε δεν μπορεί να τίθεται, στην κυριολεξία, ζήτημα εκχωρήσεως μεριδίων.
42 Όπως προκύπτει από το σημείο 4.3.9 των προτάσεων του εισαγγελέα του Hoge Raad, το θέμα αυτό έχει λόγο υπάρξεως μόνο στην ολλανδική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση συγχωνεύσεως, τα μερίδια της απορροφώμενης εταιρίας τα οποία κατέχει μέτοχος παύουν να υφίστανται και αυτός λαμβάνει σε αντάλλαγμα αυτοδικαίως μερίδια της απορροφώσας εταιρίας.
43 Επιβάλλεται να τονιστεί, συναφώς, ότι η πράξη της συγχωνεύσεως, στις διάφορες μορφές της, νοείται υπό ευρεία έννοια στην τρίτη οδηγία 78/855/EOK του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1978, βασιζομένη στο άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ΄, της Συνθήκης, περί των συγχωνεύσεων των ανωνύμων εταιρειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 38), από την οποία [οδηγία] μπορούν να συναχθούν κατ’ αναλογία χρήσιμα συμπεράσματα για την απάντηση στο εξεταζόμενο ερώτημα. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, η συγχώνευση δι’ απορροφήσεως ορίζεται ως «η πράξη με την οποία μία ή περισσότερες εταιρίες μεταβιβάζουν σε μια άλλη, κατόπιν λύσεώς τους χωρίς να τεθούν σε εκκαθάριση, το σύνολο της περιουσίας τους, ενεργητικό και παθητικό, διαθέτοντας στους μετόχους της απορροφώμενης εταιρίας ή των απορροφώμενων εταιριών μετοχές της απορροφώσας εταιρίας». Οι ίδιοι όροι χρησιμοποιούνται, mutatis mutandis, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας που αφορά τη συγχώνευση με σύσταση νέας εταιρίας και στο άρθρο 24 που αφορά την απορρόφηση εταιρίας από άλλη που κατέχει το σύνολο των μεριδίων της πρώτης.
44 Η οδηγία 69/335 δεν ορίζει την έννοια της «εκχωρήσεως», χωρίς ωστόσο να παραπέμπει προς τούτο στο δίκαιο των κρατών μελών. Η έννοια αυτή πρέπει επομένως να ερμηνεύεται, στο σύνολο της Κοινότητας, κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή καθώς και του σκοπού που επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2004, C-55/02, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 2004, σ. I-9387, σκέψεις 44 και 45 και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί).
45 Επομένως, λαμβανομένου υπόψη ιδίως του γεγονότος ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 69/335 έχει ως στόχο τη διατήρηση της επιδιωκόμενης από την κοινοτική νομοθεσία φορολογικής απαλλαγής, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι όροι «αν […] τα μερίδια αυτά εκχωρούνται» έχουν κοινοτικό χαρακτήρα και δεν πρέπει να ερμηνευθούν περιοριστικά. Οι όροι αυτοί περιλαμβάνουν την πράξη συγχωνεύσεως με απορρόφηση συνεπεία της οποίας παύουν να υφίστανται τα μερίδια της απορροφώμενης εταιρίας και οι κάτοχοί τους λαμβάνουν σε αντάλλαγμα μερίδια της απορροφώσας εταιρίας.
46 Ακόμη και αν, σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, η κατάργηση των μεριδίων της απορροφώμενης εταιρίας και η διάθεση των μεριδίων της απορροφώσας εταιρίας αποτελούν διακριτές νομικές περιπτώσεις, είναι όμως εν πάση περιπτώσει άρρηκτα συνδεδεμένες στον βαθμό που τα μερίδια της απορροφώσας εταιρίας διατίθενται ως αντάλλαγμα των μεριδίων της απορροφώμενης εταιρίας και κατ’ αναλογία της αξίας των μεριδίων αυτών. Συναφώς, η νομική διαδικασία με την οποία πραγματοποιείται η συγχώνευση σε εθνικό επίπεδο δεν μπορεί να επηρεάσει την ύπαρξη ενός πραγματικού και στενού οικονομικού δεσμού. Η έννοια της «εκχωρήσεως» πρέπει επομένως να νοείται, στο πλαίσιο αυτό, ως γενικός όρος που περιλαμβάνει τις πράξεις αυτές.
47 Στο δεύτερο ερώτημα πρέπει επομένως να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 69/335 αναφέρεται σε «εκχώρηση» των εταιρικών μεριδίων που κατέχονται κατόπιν πράξεως απαλλασσόμενης από τον φόρο εισφοράς δεν έχει σημασία για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ και περίπτωση ββ, της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 73/79/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Απριλίου 1973, και από την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αν μια πρώτη κεφαλαιουχική εταιρία, σε διάστημα πέντε ετών από την απόκτηση εταιρικών μεριδίων μιας δεύτερης κεφαλαιουχικής εταιρίας στο πλαίσιο συγχωνεύσεως με ανταλλαγή εταιρικών μεριδίων απαλλασσόμενης από τον φόρο εισφοράς κεφαλαίου, παύει να κατέχει τα μερίδια αυτά καθόσον συγχωνεύθηκε με μια τρίτη κεφαλαιουχική εταιρία και, λόγω του γεγονότος αυτού, έπαυσε να υπάρχει, διότι η πρώτη εταιρία έλαβε σε αντάλλαγμα τα μερίδια της τρίτης εταιρίας, η προϋπόθεση της διατηρήσεως για διάστημα πέντε ετών των μεριδίων που είχε αρχικά αποκτήσει, που προβλέπεται από την περίπτωση ββ της εν λόγω διατάξεως, δεν αφορά τα μερίδια της τρίτης εταιρίας τα οποία κατέχει η πρώτη εταιρία.
2) Το γεγονός ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, περίπτωση ββ, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 69/335, όπως έχει τροποποιηθεί από τις οδηγίες 73/79 και 85/303, αναφέρεται σε «εκχώρηση» των εταιρικών μεριδίων που κατέχονται κατόπιν πράξεως απαλλασσόμενης από τον φόρο εισφοράς δεν έχει σημασία για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy