Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-492/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ που υπέβαλε το Finanzgericht Baden-Württemberg (Γερμανία) με απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Δεκεμβρίου 2004, στο πλαίσιο της δίκης
Lasertec Gesellschaft für Stanzformen mbH
κατά
Finanzamt Emmendingen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, E. Juhász, R. Silva de Lapuerta, J. Malenovský και T. von Danwitz, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: R. Grass
κρίνοντας ότι πρέπει να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη Σκεπτικό της απόφασης
1. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 56 ΕΚ έως 58 ΕΚ.
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς που προέκυψε από απόφαση του Finanzamt Emmendingen (στο εξής: Finanzamt), το οποίο, ενόψει του καθορισμού του οφειλόμενου φόρου από την εταιρεία γερμανικού δικαίου Lasertec Gesellschaft für Stanzformen mbH (στο εξής: προσφεύγουσα), χαρακτήρισε ως συγκαλυμμένη διανομή κερδών τους τόκους που καταβλήθηκαν από την προσφεύγουσα στην ελβετική μεριδούχο της, την εταιρεία Lasertec AG (στο εξής: Lasertec).
Η εθνική νομοθεσία
3. Το άρθρο 8, στοιχείο α΄, του νόμου περί φόρου εταιρειών (Körperschaftsteuergesetz, στο εξής: KStG), με τίτλο «Κεφάλαια από δάνεια μεριδούχων», προστέθηκε με τον νόμο της 13ης Σεπτεμβρίου 1993 που εισήγαγε μέτρα για την καταπολέμηση της μετεγκατάστασης των επιχειρήσεων (Standortsicherungsgesetz, BGBl. 1993 I, σ. 1569). Ο νόμος αυτός, σύμφωνα με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, τέθηκε σε ισχύ στις 14 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς.
4. Το άρθρο 8, στοιχείο α΄, του KStG, ως είχε κατά την περίοδο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση διαφοράς, περιελάμβανε τις ακόλουθες διατάξεις:
«(1) Οι αποδόσεις αλλότριων κεφαλαίων χορηγηθέντων σε μια πλήρως υπαγόμενη στον φόρο κεφαλαιουχική εταιρία από μεριδούχο που δεν δικαιούται πιστώσεως του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων και ο οποίος κατείχε, κατά τη διάρκεια της επίμαχης εταιρικής χρήσης, σημαντική μερίδα συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο, θεωρούνται ως συγκαλυμμένη διανομή κερδών,
[…]
2. εάν έχει συμφωνηθεί απόδοση υπολογιζόμενη βάσει ποσοστού του κεφαλαίου και στο μέτρο που τα αλλότρια κεφάλαια υπερβαίνουν, κατά τη διάρκεια της εταιρικής χρήσης, το τριπλάσιο των αναλογούντων ιδίων κεφαλαίων του μεριδούχου, εκτός αν η κεφαλαιουχική εταιρία μπορούσε να είχε λάβει αυτά τα αλλότρια κεφάλαια, υπό κατά τα λοιπά όμοιες συνθήκες, από άσχετο προς αυτήν τρίτο ή αν τα αλλότρια κεφάλαια αποτελούν δάνειο προς χρηματοδότηση συνήθων τραπεζικών πράξεων. [...]
(2) Η συμμετοχή του μεριδούχου στο συνολικό κεφάλαιο αποτελείται από το τμήμα του συνολικού κεφαλαίου της κεφαλαιουχικής εταιρείας –όπως διαμορφώνεται στο τέλος της προηγούμενης εταιρικής χρήσης– που αντιστοιχεί στη συμμετοχή του μεριδούχου στο αναγραφόμενο κεφάλαιο. Ως συνολικό κεφάλαιο νοείται το αναγραφόμενο κεφάλαιο, μειωμένο κατά το ύψος των οφειλόμενων εισφορών […].
(3) Η μερίδα συμμετοχής θεωρείται σημαντική όταν ο μεριδούχος κατέχει περισσότερο από το ένα τέταρτο του αρχικού ή του ονομαστικού κεφαλαίου κεφαλαιουχικής εταιρείας, είτε άμεσα είτε μέσω προσωπικής εταιρείας. Το ίδιο ισχύει όταν ο εταίρος κατέχει περισσότερο από το ένα τέταρτο του κεφαλαίου μαζί με άλλους μεριδούχους με τους οποίους αποτελεί ομάδα ή που τον ελέγχουν, ή ακόμη που τους ελέγχει ή που ελέγχονται μαζί με εκείνον από τρίτους. Ο μεριδούχος που δεν κατέχει σημαντική μερίδα συμμετοχής εξομοιώνεται με τον μεριδούχο που κατέχει σημαντική μερίδα συμμετοχής όταν ασκεί, αυτόνομα ή σε συνεργασία με άλλους μεριδούχους, δεσπόζουσα επιρροή στην κεφαλαιουχική εταιρεία.»
5. Από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, γενικά, δεν δικαιούνται πίστωση φόρου, ιδίως, οι μεριδούχοι που έχουν την κατοικία ή την έδρα τους στην αλλοδαπή.
6. Σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 6, στοιχείο α΄, του KStG, το άρθρο 8, στοιχείο α΄, του KStG είναι εφαρμοστέο από την προηγούμενη της 31ης Δεκεμβρίου 1993 εταιρική χρήση.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
7. H προσφεύγουσα είναι εταιρεία γερμανικού δικαίου που συστάθηκε με πράξη της 12ης Σεπτεμβρίου 1994. Υπόκειται σε πλήρη φορολόγηση στη Γερμανία.
8. Την εποχή που συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά, από το εταιρικό κεφάλαιο της προσφεύγουσας ύψους 300 000 γερμανικών μάρκων (DEM) ο U. G. Papke διέθετε μερίδα συμμετοχής ύψους 100 000 DEM και η Lasertec μερίδα συμμετοχής ύψους 200 000 DEM.
9. Δυνάμει διατάξεως της συστατικής πράξεως της προσφεύγουσας, το ¼ των εισφορών για τον σχηματισμό εταιρικού κεφαλαίου (αναγραφόμενο κεφάλαιο) έπρεπε να καταβληθεί αμέσως, οι δε υπόλοιπες εισφορές να καταβληθούν κατόπιν σχετικού αιτήματος της διεύθυνσης.
10. Με σύμβαση της 5ης Ιανουαρίου 1995 η Lasertec χορήγησε στην προσφεύγουσα δάνειο ύψους 700 000 DEM. Η αρχική διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε σε δύο χρόνια. Το δάνειο και οι αναλογούντες τόκοι έπρεπε να αποπληρωθούν σε τριμηνιαίες δόσεις ύψους 34 000 DEM. Οι σχετικοί τόκοι ανέρχονταν το 1995 σε 48 132,64 DEM.
11. Στο πλαίσιο ελέγχου που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1997 και αφορούσε την εταιρική χρήση του 1995, ο φορολογικός ελεγκτής διαπίστωσε ότι το ποσό του αναγραφομένου κεφαλαίου καταβλήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1995. Κατά συνέπεια έπρεπε, κατά τον ελεγκτή, να αφαιρεθεί από το αναγραφόμενο κεφάλαιο (ήτοι από 300 000 DEM) το ποσό της εισφοράς που δεν καταβλήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1994 (ήτοι 225 000 DEM). Κατόπιν αυτού ο φορολογικός ελεγκτής θεώρησε ότι η συμμετοχή της Lasertec στο κεφάλαιο της προσφεύγουσας ανερχόταν, κατά την ημερομηνία αυτή, σε 50 000 DEM. Δοθέντος ότι το δάνειο που χορήγησε η Lasertec στην προσφεύγουσα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως «αλλότριο κεφάλαιο», ο ελεγκτής αφαίρεσε, δυνάμει του άρθρου 8, στοιχείο α΄, του KStG, από το ποσό του δανείου αυτού (700 000 DEM) το τριπλάσιο της συμμετοχής της Lasertec στο κεφάλαιο της προσφεύγουσας (150 000 DEM). Το τμήμα του ποσού των τόκων του έτους 1995 που αντιστοιχούσε στο υπόλοιπο των 550 000 DEM, ήτοι 37 818 DEM, θεωρήθηκε ως «συγκαλυμμένη διανομή κερδών» προκειμένου να φορολογηθεί η προσφεύγουσα για την αντίστοιχη εταιρική χρήση.
12. Το Finanzamt, με πράξη επιβολής φόρου της 15ης Ιουνίου 1998, θεώρησε ότι, δυνάμει του άρθρου 8, στοιχείο α΄, του KStG, οι εν λόγω τόκοι έπρεπε να χαρακτηρισθούν ως συγκαλυμμένη διανομή κερδών και να φορολογηθούν ως τέτοια. Κατά συνέπεια, τροποποίησε τον οφειλόμενο από την προσφεύγουσα φόρο για την εταιρική χρήση του 1995 σε 16 207 DEM.
13. Στις 2 Ιουλίου 1998 η προσφεύγουσα άσκησε κατά της πράξης αυτής ένσταση που απορρίφθηκε με απόφαση του Finanzamt της 22ας Φεβρουαρίου 1999. Η προσφεύγουσα προσέβαλε την απόφαση αυτή με προσφυγή που κατέθεσε στις 22 Μαρτίου 1999 ενώπιον του Finanzgericht Baden-Württemberg.
14. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesverwaltungsgericht ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει το άρθρο 57, παράγραφος 1, ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ως περιορισμοί σχετικά με τις κινήσεις κεφαλαίων με τρίτες χώρες, οι οποίοι «ισχύουν» στις 31 Δεκεμβρίου 1993, νοούνται οι περιορισμοί για τους οποίους έχει ολοκληρωθεί κατά την ανωτέρω κρίσιμη ημερομηνία η νομοθετική διαδικασία από τον εθνικό νομοθέτη, ή οι περιορισμοί οι οποίοι, βάσει των διατάξεων του εθνικού δικαίου, έχουν ήδη εφαρμογή κατά την κρίσιμη ημερομηνία επί συντελεσμένων πραγματικών περιστατικών;
2) Πρέπει το άρθρο 56, παράγραφος 1, EK σε συνδυασμό με το άρθρο 58 ΕΚ, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει ως διανομή κερδών τη μερική φορολόγηση των τόκων που καταβάλλει κεφαλαιουχική εταιρία που εδρεύει σε κράτος μέλος σε δανειοδότη εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα, ο οποίος ταυτόχρονα είναι εταίρος της κεφαλαιουχικής εταιρίας, διότι τούτο συνιστά αυθαίρετη δυσμενή διάκριση ή συγκαλυμμένο περιορισμό της ελεύθερης κινήσεως κεφαλαίων μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
15. Δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η απάντηση σε ερώτημα που έχει υποβληθεί με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
16. Το αιτούν δικαστήριο, με τα ερωτήματά του, ερωτά στην ουσία αν συνάδει με τις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας οι τόκοι δανείου που καταβάλλει ημεδαπή κεφαλαιουχική εταιρία σε μεριδούχο που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και κατέχει σημαντική μερίδα συμμετοχής στο κεφάλαιο της εταιρίας αυτής θεωρούνται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, συγκαλυμμένη διανομή κερδών ο επί των οποίων φόρος πρέπει να επιβληθεί στη δανειολήπτρια ημεδαπή εταιρεία.
17. Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστηρίζουν ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη δεν μπορεί να εξετασθεί παρά υπό το πρίσμα της ελευθερίας της εγκατάστασης και όχι υπό το πρίσμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων. Ισχυρίζονται στην ουσία ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνον την απόκτηση σημαντικής μερίδας συμμετοχής που μπορεί να ασκήσει καθοριστική επιρροή επί της εταιρείας της οποίας κατέχουν τη μερίδα αυτή συμμετοχής και ότι, κατά συνέπεια, η διάταξη εμπίπτει αποκλειστικά στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής της ελευθερίας της εγκατάστασης.
18. Υπό τις συνθήκες αυτές, εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξακριβώσει υπό το πρίσμα ποιας ελευθερίας πρέπει να εξετασθεί η εν λόγω διάταξη.
19. Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να καθοριστεί σε ποια ελευθερία κυκλοφορίας εμπίπτει μια εθνική νομοθεσία, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το αντικείμενο της επίμαχης νομοθεσίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C-196/04, Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas, Συλλογή 2006, σ. Ι-7995, σκέψεις 31 έως 33· της 3ης Οκτωβρίου 2006, C-452/04, Fidium Finanz, Συλλογή 2006, σ. Ι-9521, σκέψεις 34 και 44 έως 49· της 12ης Δεκεμβρίου 2006, C-374/04, Test Claimants in Class IV of the ACT Group Litigation, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 37 και 38, καθώς και C-446/04, Test Claimants in the FII Group Litigation, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 36, και απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007, C-524/04, Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 26 έως 34).
20. Επομένως, οι εθνικές διατάξεις που αφορούν την κατοχή μερίδας συμμετοχής που καθιστά δυνατή την άσκηση σημαντικής επιρροής στις αποφάσεις της εν λόγω εταιρείας και στον καθορισμό των δραστηριοτήτων της εμπίπτουν στο πεδίο ουσιαστικής εφαρμογής των σχετικών με την ελευθερία εγκατάστασης διατάξεων της Συνθήκης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Απριλίου 2000, C-251/98, Baars, Συλλογή 2000, σ. I‑2787, σκέψη 22· προαναφερθείσες αποφάσεις Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas, σκέψη 31, και Test Claimants in the Thin Cap Group Liti gation, σκέψη 27).
21. Η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση εφαρμόζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η δανειολήπτρια εταιρεία που εδρεύει στην αλλοδαπή κατέχει σημαντική μερίδα συμμετοχής στο κεφάλαιο της δανειοδότριας εταιρείας που εδρεύει στην ημεδαπή, ήτοι συμμετοχή μεγαλύτερη από 25 %.
22. H εξομοίωση με την κατοχή τέτοιας μερίδας συμμετοχής, της κατοχής μικρότερης μερίδας συμμετοχής, η οποία όμως συνεπάγεται καθοριστική επιρροή επί της εν λόγω εταιρείας, αποδεικνύει, όπως το τόνισε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι στο πνεύμα του Γερμανού νομοθέτη η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από συγκεκριμένο όριο, στις μερίδες συμμετοχής που καθιστούν δυνατή την άσκηση σημαντικής επιρροής στις αποφάσεις της εν λόγω εταιρείας και στον καθορισμό των δραστηριοτήτων της, υπό την έννοια της νομολογίας που αναφέρθηκε στη σκέψη 20 της παρούσας διάταξης (βλ., αναλογικά, προαναφερθείσα απόφαση Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation, σκέψη 28).
23. Εξάλλου, από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η δανειοδότρια εταιρεία Lasertec κατέχει τα δύο τρίτα του κεφαλαίου της προσφεύγουσας δανειολήπτριας εταιρείας. Μια τέτοια συμμετοχή επιτρέπει αναμφισβήτητα στη Lasertec να ασκεί καθοριστική επιρροή στις αποφάσεις και τις δραστηριότητες της προσφεύγουσας (βλ., αναλογικά, προαναφερθείσα απόφαση Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation, σκέψη 32).
24. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση υπόθεση εμπίπτει στο ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής μόνον των σχετικών με την ελευθερία εγκατάστασης διατάξεων της Συνθήκης.
25. Ακόμα και αν γίνει δεκτό αυτό που υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, οι περιορισμοί αυτοί αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια ενδεχομένου εμποδίου στην ελευθερία εγκαταστάσεως, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-324/00, Lankhorst-Hohorst (Συλλογή 2002, σ. Ι-11779), και δεν δικαιολογούν μια αυτοτελή εξέταση της εν λόγω ρύθμισης υπό το πρίσμα των άρθρων 56 ΕΚ έως 58 ΕΚ (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσες αποφάσεις Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas, σκέψη 33· Fidium Finanz, σκέψεις 48 και 49, καθώς και Test Claimants in the Thin Cap Group Litigation, σκέψη 34).
26. Επομένως, παρέλκει η απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν αναφορικά με τις σχετικές προς την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων διατάξεις της Συνθήκης.
27. Όσον αφορά το σχετικό με την ελευθερία εγκατάστασης κεφάλαιο της Συνθήκης, δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη που να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής των διατάξεών της στις περιπτώσεις που εμπλέκεται υπήκοος τρίτης χώρας που είναι εγκατεστημένος εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με τη γνωμοδότηση 1/94, της 15ης Νοεμβρίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. Ι-5267, σκέψη 81), σκοπός του κεφαλαίου αυτού είναι να εξασφαλίσει την ελευθερία εγκατάστασης προς όφελος των υπηκόων των κρατών μελών. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει επίκληση των άρθρων 43 ΕΚ επ. στο πλαίσιο υπόθεσης όπου εταιρεία τρίτης χώρας κατέχει μερίδα συμμετοχής η οποία της επιτρέπει να ασκεί καθοριστική επιρροή στις αποφάσεις και τις δραστηριότητες εταιρείας κράτους μέλους (βλ. αναλογικά, όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, προαναφερθείσα απόφαση Fidium Finanz, σκέψη 25).
28. Κατόπιν των ανωτέρω, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν είναι ότι εθνική ρύθμιση, δυνάμει της οποίας οι τόκοι δανείου που καταβάλλει ημεδαπή κεφαλαιουχική εταιρεία σε μεριδούχο που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και κατέχει σημαντική μερίδα συμμετοχής στο κεφάλαιο της εταιρείας αυτής θεωρούνται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, συγκαλυμμένη διανομή κερδών ο επί των οποίων φόρος πρέπει να επιβληθεί στη δανειολήπτρια εταιρεία, επηρεάζει προεχόντως την άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης υπό την έννοια των άρθρων 43 ΕΚ επ. Δεν μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων αυτών σε περίπτωση που εμπλέκεται εταιρεία τρίτης χώρας.
Επί των δικαστικών εξόδων
29. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Εθνική ρύθμιση, δυνάμει της οποίας οι τόκοι δανείου που καταβάλλει ημεδαπή κεφαλαιουχική εταιρεία σε μεριδούχο που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και κατέχει σημαντική μερίδα συμμετοχής στο κεφάλαιο της εταιρείας αυτής θεωρούνται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, συγκαλυμμένη διανομή κερδών ο επί των οποίων φόρος πρέπει να επιβληθεί στη δανειολήπτρια εταιρεία, επηρεάζει προεχόντως την άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης υπό την έννοια των άρθρων 43 ΕΚ επ. Δεν μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων αυτών σε περίπτωση που εμπλέκεται εταιρεία τρίτης χώρας.
Full & Egal Universal Law Academy