Υπόθεση C-521/04 P(R)
Hans-Martin Tillack
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως — Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων — Προδήλως απαράδεκτη κύρια προσφυγή — Βλαπτική πράξη — Αποτελεσματική δικαστική προστασία — Πηγές πληροφορήσεως των δημοσιογράφων — Κοινοποίηση πληροφοριών εκ μέρους της OLAF σε εθνικές εισαγγελικές αρχές»
Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Απριλίου 2005.
Περίληψη της διατάξεως
1. Ασφαλιστικά μέτρα — Όροι παραδεκτού — Εκτίμηση του εκ πρώτης όψεως παραδεκτού της κύριας προσφυγής — Απουσία σχετικής νομολογίας — Μη κρίσιμο στοιχείο
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 1)
2. Κοινοτικό δίκαιο — Αρχές — Δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία — Διαβίβαση στις εθνικές αρχές πληροφοριών που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο έρευνας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) — Διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών όσον αφορά τη συνέχεια — Εξασφαλισμένη προστασία σε εθνικό επίπεδο έναντι ενδεχόμενων διώξεων
(Άρθρο 10 ΕΚ και 234 ΕΚ· κανονισμός 1073/1999 του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 10 § 2)
1. H δυνατότητα να συναχθεί το συμπέρασμα, στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, ότι δεν υφίστανται στοιχεία εκ των οποίων να προκύπτει ότι μια προσφυγή ακυρώσεως είναι εκ πρώτης όψεως παραδεκτή δεν εξαρτάται από την ύπαρξη κοινοτικής νομολογίας επί του ή των νομικών ζητημάτων που θέτει η κύρια προσφυγή. Η ύπαρξη τέτοιας νομολογίας μπορεί να διευκολύνει τη συναγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το προδήλως απαράδεκτο μιας προσφυγής δεν μπορεί να απορρέει και από στοιχεία που δεν έχουν ακόμη αντιμετωπισθεί από την κοινοτική νομολογία.
(βλ. σκέψη 26)
2. Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1073/1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), λαμβάνει ως δεδομένο ότι μέτρο όπως η επίδικη διαβίβαση σε εθνικές δικαστικές αρχές πληροφοριών σχετικών με τα αποτελέσματα εσωτερικής έρευνας δεν μπορεί μεν το ίδιο να έχει βλαπτικό αποτέλεσμα, αλλά μπορεί να οδηγήσει, ενδεχομένως, στην κίνηση διοικητικών ή ποινικών διαδικασιών εκ μέρους των αρμόδιων εθνικών αρχών. Επομένως, το αν οι αρχές αυτές θα δώσουν συνέχεια στις πληροφορίες που τους διαβιβάστηκαν από τον OLAF εμπίπτει, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΕΚ, αποκλειστικώς στην αρμοδιότητα των αρχών αυτών. Στις αρχές αυτές εναπόκειται επίσης να επαληθεύουν αν οι πληροφορίες αυτές δικαιολογούν ή επιβάλλουν την κίνηση ποινικών διώξεων. Κατά συνέπεια, η δικαστική προστασία έναντι των διώξεων αυτών πρέπει να διασφαλίζεται σε εθνικό επίπεδο με όλες τις εγγυήσεις που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των απορρεουσών από τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία, καθόσον αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να γίνονται σεβαστά και από τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή κοινοτικής διατάξεως. Στο πλαίσιο προσφυγής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, το επιληφθέν δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, μέσω της διαδικασίας υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ και, ενδεχομένως, κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων, να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ερμηνείας των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που κρίνει αναγκαία για την έκδοση της αποφάσεώς του.
(βλ. σκέψεις 32-33, 38-39)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 19ης Απριλίου 2005 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων – Προδήλως απαράδεκτη κύρια προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Αποτελεσματική δικαστική προστασία – Πηγές πληροφορήσεως των δημοσιογράφων – Κοινοποίηση πληροφοριών εκ μέρους του OLAF σε εθνικές εισαγγελικές αρχές»
Στην υπόθεση C-521/04 P(R),
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 57, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου 2004,
Hans-Martin Tillack, εκπροσωπούμενος από τους I. Forrester, QC, και C. Arhold, Rechtsanwalt,
αναιρεσείων,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους C. Docksey και C. Ladenburger, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
International Federation of Journalists (IFJ), εκπροσωπούμενη από τους A. Bartosch και T. Grupp, avocats,
παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα L. A. Geelhoed,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με την αίτηση αναιρέσεως, ο H.-M. Tillack ζητεί την αναίρεση της διατάξεως του Προέδρου του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 15ης Οκτωβρίου 2004, T-193/04 R, Tillack κατά Επιτροπής (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση με την οποία ζητούσε, αφενός, την αναστολή εκτελέσεως όλων των μέτρων που επρόκειτο να ληφθούν στο πλαίσιο της καταγγελίας που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) στις 11 Φεβρουαρίου 2004 στις βελγικές και τις γερμανικές δικαστικές αρχές και, αφετέρου, να υποχρεωθεί ο OLAF να μην πληροφορηθεί, ελέγξει, εξετάσει ή ακούσει το περιεχόμενο οποιουδήποτε εγγράφου ή πληροφορίας που περιήλθε στην κατοχή των βελγικών δικαστικών αρχών μετά την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην κατοικία και το γραφείο του αναιρεσείοντος στις 19 Μαρτίου 2004.
2 Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η International Federation of Journalists [Διεθνής Ομοσπονδία Δημοσιογράφων] (στο εξής: IFJ) υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί της αιτήσεως αναιρέσεως στις 31 Ιανουαρίου 2005.
3 Επειδή οι γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων και τα έγγραφα της δικογραφίας περιέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να κριθεί η παρούσα αίτηση αναιρέσεως, δεν είναι αναγκαία η εκ μέρους των διαδίκων προφορική ανάπτυξη των απόψεών τους.
Το νομικό πλαίσιο
4 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ 1999, L 136, σ. 1), διέπει τους ελέγχους, τις εξακριβώσεις και τις ενέργειες στις οποίες προβαίνουν οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
5 Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1073/1999 έχει ως εξής:
«[εκτιμώντας] ότι εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές ή, αναλόγως των περιπτώσεων, στα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμούς, να αποφασίζουν για τη συνέχεια που θα δίδεται στις ολοκληρωθείσες έρευνες, με βάση την έκθεση που εκπονείται από την Υπηρεσία· ότι θα πρέπει πάντως να προβλεφθεί η υποχρέωση του διευθυντή της Υπηρεσίας να διαβιβάζει απευθείας στις δικαστικές αρχές του ενδιαφερομένου κράτους μέλους τις πληροφορίες που συλλέγει η Υπηρεσία κατά τη διενέργεια εσωτερικών ερευνών για πράξεις που μπορούν να επισύρουν ποινική δίωξη».
6 Το άρθρο 10 του κανονισμού 1073/1999, με τίτλο «Διαβίβαση πληροφοριών από την Υπηρεσία», προβλέπει, στην παράγραφο 2, τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των άρθρων 8, 9 και 11 του παρόντος κανονισμού, ο διευθυντής της Υπηρεσίας διαβιβάζει στις δικαστικές αρχές του οικείου κράτους μέλους τις πληροφορίες που συνέλεξε η Υπηρεσία κατά τη διάρκεια των εσωτερικών ερευνών σχετικά με πράξεις που μπορούν να επισύρουν ποινική δίωξη. Υπό την επιφύλαξη των απαιτήσεων της έρευνας, ενημερώνει ταυτόχρονα το οικείο κράτος μέλος.»
Τα πραγματικά περιστατικά
7 Στις σκέψεις 3 έως 10 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Πρωτοδικείο συνόψισε τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς ως εξής:
«3. Ο προσφεύγων είναι δημοσιογράφος και εργάζεται στο γερμανικό περιοδικό Stern.
4. Ο προσφεύγων έγραψε δύο άρθρα που δημοσιεύθηκαν στο Stern στις 28 Φεβρουαρίου και στις 7 Μαρτίου 2002 αντιστοίχως, σχετικά με διάφορες περιπτώσεις παρατυπιών που διαπίστωσε ένας υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο Van Buitenen. Το περιεχόμενο των άρθρων αυτών έδειχνε ότι ο προσφεύγων είχε πλήρη γνώση του περιεχομένου ενός υπομνήματος που είχε συντάξει ο Van Buitenen στις 31 Αυγούστου 2001 (στο εξής: υπόμνημα Van Buitenen) και δύο εμπιστευτικών εσωτερικών σημειωμάτων του OLAF, της 31ης Ιανουαρίου και της 14ης Φεβρουαρίου 2002, όσον αφορά το εν λόγω υπόμνημα (στο εξής: εσωτερικά σημειώματα).
5. Στις 12 Μαρτίου 2002, ο OLAF άρχισε εσωτερική έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1073/1999, προκειμένου να εντοπίσει τους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους οποίους οφείλεται η διαρροή του υπομνήματος Van Buitenen και των εσωτερικών σημειωμάτων.
6. Στην ανακοίνωση Τύπου της 27ης Μαρτίου 2002, με την οποία ανήγγειλε την έναρξη της εν λόγω έρευνας, ο OLAF παρατήρησε ότι “δεν αποκλείεται να χρηματίστηκε κάποιος από τον OLAF (ή από άλλο όργανο) για να δώσει τα έγγραφα αυτά”.
7. Το Stern δημοσίευσε ανακοίνωση Τύπου στις 28 Μαρτίου 2002, στην οποία επιβεβαίωσε ότι έχει στην κατοχή του το υπόμνημα Van Buitenen και τα εσωτερικά σημειώματα, διέψευσε όμως ότι κάποιος από τους συνεργάτες του έδωσε χρήματα σε υπάλληλο της Επιτροπής για να λάβει τα έγγραφα αυτά.
8. Αφού ζήτησε από τον OLAF να ανακαλέσει τις εναντίον του κατηγορίες περί δωροδοκίας, ο προσφεύγων έφερε την υπόθεση στις 22 Οκτωβρίου 2002, στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Στις 18 Ιουνίου 2003, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής παρουσίασε σχέδιο συστάσεως προς τον OLAF, στο οποίο παρατηρεί ότι ο ισχυρισμός περί δωροδοκίας χωρίς αποδεικτικά πραγματικά στοιχεία, στην ανακοίνωση Τύπου της 27ης Μαρτίου 2002, συνιστά περίπτωση κακής διοίκησης και ότι ο OLAF θα πρέπει μάλλον να ανακαλέσει τους ισχυρισμούς περί δωροδοκίας που περιέχει η ανακοίνωση. Απαντώντας στη σύσταση αυτή στις 30 Σεπτεμβρίου 2003, ο OLAF δημοσίευσε ανακοίνωση Τύπου με τον τίτλο “Διευκρίνιση του OLAF σχετικά με ενδεχόμενη διαρροή πληροφοριών” για την οποία πληροφόρησε τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή. Ο τελευταίος εξέδωσε την απόφασή του στις 20 Νοεμβρίου 2003 και περιέλαβε κριτική παρατήρηση στα συμπεράσματά του.
9. Στις 11 Φεβρουαρίου 2004, ο OLAF διαβίβασε βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1073/1999, πληροφορίες στις εισαγγελικές αρχές των Βρυξελλών (Βέλγιο) και του Αμβούργου (Γερμανία), σχετικά με τα αποτελέσματα της εσωτερικής έρευνας που είχε κινήσει στις 12 Μαρτίου 2002.
10. Κατόπιν αυτής της διαβιβάσεως πληροφοριών, κινήθηκε στο Βέλγιο έρευνα για παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου. Στις 19 Μαρτίου 2004, και κατόπιν παραγγελίας του ανακριτή στις Βρυξέλλες, η ομοσπονδιακή βελγική αστυνομία διεξήγαγε έρευνα στην κατοικία και στο γραφείο του προσφεύγοντος. Κατασχέθηκαν πολυάριθμα έγγραφα και άλλα αντικείμενα ανήκοντα στον προσφεύγοντα. Στις 23 Μαρτίου 2004, ο προσφεύγων προσέφυγε κατά της κατασχέσεως ενώπιον του ανακριτή στον οποίο είχε ανατεθεί η υπόθεση ο οποίος και την απέρριψε. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αρμοδίου τμήματος τον Απρίλιο του 2004».
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
8 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 1η Ιουνίου 2004, ο νυν αναιρεσείων άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε, αφενός, την ακύρωση της επίδικης διαβιβάσεως πληροφοριών και, αφετέρου, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω αυτής και των σχετικών με αυτήν πράξεων του OLAF.
9 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στις 4 Ιουνίου 2004 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου και κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 243 ΕΚ, ο νυν αναιρεσείων ζήτησε από τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή:
– να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως εν όλω ή εν μέρει κάθε μέτρου ή πράξεως που θα ληφθεί στο πλαίσιο της επίδικης διαβιβάσεως πληροφοριών·
– να υποχρεώσει τον OLAF να μην πληροφορηθεί, ελέγξει, εξετάσει ή ακούσει το περιεχόμενο οποιουδήποτε εγγράφου ή πληροφορίας που περιήλθε στην κατοχή των βελγικών δικαστικών αρχών κατόπιν της έρευνας στην κατοικία και στον χώρο εργασίας του νυν αναιρεσείοντος, που πραγματοποίησαν οι αρχές αυτές στις 19 Μαρτίου 2004, και στο πλαίσιο της οποίας κατασχέθηκαν οι φάκελοί του, ο υπολογιστής του και άλλα έγγραφα·
– εν αναμονή συνεχίσεως της διαδικασίας και υποβολής των παρατηρήσεων του OLAF, να διατάξει τον OLAF να μην προχωρήσει στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου προκειμένου να δώσει συνέχεια στην εν λόγω διαβίβαση πληροφοριών, με την επιφύλαξη της αποφάσεως του Προέδρου του Πρωτοδικείου επί των δύο προηγουμένων αιτημάτων·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα·
– να διατάξει κάθε άλλο αναγκαίο κατά την κρίση του μέτρο.
10 Η Επιτροπή ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, προβάλλοντας ιδίως ότι η προσφυγή ακυρώσεως του νυν αναιρεσείοντος ήταν προδήλως απαράδεκτη.
11 Η IFJ ζήτησε την άδεια να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων του νυν αναιρεσείοντος.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
12 Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής, αφού δέχθηκε την αίτηση παρεμβάσεως της IFJ, υπενθύμισε, στη σκέψη 32 της διατάξεως, ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν προβάλλεται το προδήλως απαράδεκτο της προσφυγής προς την οποία συνάπτεται η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, επιβάλλεται η απόδειξη περί υπάρξεως ορισμένων στοιχείων που επιτρέπουν να συναχθεί, εκ πρώτης όψεως, το παραδεκτό μιας τέτοιας προσφυγής.
13 Στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ο ίδιος δικαστής διαπίστωσε συναφώς ότι δεν είχαν προκύψει, σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας, στοιχεία ικανά να στηρίξουν το συμπέρασμα ότι η προσφυγή ακυρώσεως ήταν, εκ πρώτης όψεως, παραδεκτή.
14 Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής έκρινε, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η απόφαση του OLAF να προβεί στην επίδικη διαβίβαση πληροφοριών δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και συνεπώς δεν συνιστά πράξη δυνάμενη να προσβληθεί.
15 Στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής υπενθύμισε ότι πράξεις ή αποφάσεις που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως συνιστούν μόνο τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του νυν αναιρεσείοντος μεταβάλλοντας σαφώς την έννομη κατάστασή του και έκρινε συναφώς, στη σκέψη 43 της ίδιας διατάξεως, ότι η επίδικη διαβίβαση πληροφοριών δεν δημιουργεί δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα έναντι των βελγικών και γερμανικών αρχών, οι οποίες παραμένουν ελεύθερες να αποφασίσουν για τη συνέχεια που θα δώσουν στις έρευνες του OLAF.
16 Τέλος, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής υπογράμμισε, στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η απορρέουσα από το άρθρο 10 ΕΚ υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας δεν επιβάλλει στις εθνικές αρχές να προβαίνουν σε συγκεκριμένες ενέργειες αν κρίνουν ότι οι πληροφορίες που διαβίβασε ο OLAF δεν δικαιολογούν τέτοιες ενέργειες. Επίσης, ως προς το επιχείρημα που αντλείται από το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, ο ως άνω δικαστής διαπίστωσε, στη σκέψη 45 της ίδιας διατάξεως, ότι ο νυν αναιρεσείων ουδόλως απέδειξε γιατί δεν μπορεί να προσβάλει την απόφαση των εθνικών δικαστικών αρχών να διατάξουν έρευνα στην κατοικία και στον χώρο εργασίας του.
17 Στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής έκρινε ότι επιβαλλόταν να εξετάσει μόνο τα επιχειρήματα του νυν αναιρεσείοντος σχετικά με το περί αποζημιώσεως αίτημα και, στη σκέψη 62 της ίδιας διατάξεως, έκρινε ότι ο νυν αναιρεσείων δεν απέδειξε επαρκώς από νομικής απόψεως ότι το εν λόγω αίτημα δεν είναι προδήλως αβάσιμο.
18 Κατόπιν των ανωτέρω, στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής απέρριψε την αίτηση της οποίας είχε επιληφθεί.
Η αίτηση αναιρέσεως
19 Με την αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητεί να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και να γίνουν δεκτά στο σύνολό τους τα αιτήματα που υποβλήθηκαν στον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή.
20 Η Επιτροπή ζητεί από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως. Επικουρικώς, ζητεί την απόρριψη του αιτήματος χορηγήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Επιπλέον, ζητεί την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.
21 Η IFJ ζητεί την ακύρωση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και τη χορήγηση των ασφαλιστικών μέτρων που ζητεί ο αναιρεσείων.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
22 Προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει τρεις λόγους. Ο πρώτος λόγος αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση, εκ μέρους του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως, ο δεύτερος λόγος αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση εκ μέρους του ίδιου δικαστή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επίδικης διαβιβάσεως πληροφοριών και της ζημίας που υποστηρίζει ότι υπέστη ο αναιρεσείων και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από την προσβολή του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
23 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι η προσφυγή ακυρώσεως ήταν προδήλως απαράδεκτη.
Επί του πρώτου, δεύτερου και τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου
24 Το πρώτο, δεύτερο και τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αφορούν και τα τρία το ζήτημα της νομικής φύσεως των μέτρων που ελήφθησαν βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1073/1999. Πρέπει, επομένως, να εξεταστούν από κοινού.
25 Ο αναιρεσείων προβάλλει, κατ’ αρχάς, ότι δεν υπάρχει καμία απόφαση του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου με αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1073/1999, η οποία να αποφαίνεται επί του ζητήματος της νομικής φύσεως των μέτρων που λαμβάνει ο OLAF βάσει της διατάξεως αυτής.
26 Πρέπει, συναφώς, να επισημανθεί ότι η δυνατότητα να συναχθεί το συμπέρασμα, όπως έπραξε ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι δεν υφίστανται στοιχεία εκ των οποίων να προκύπτει ότι η προσφυγή ακυρώσεως είναι εκ πρώτης όψεως παραδεκτή, δεν εξαρτάται από την ύπαρξη κοινοτικής νομολογίας επί του ή των νομικών ζητημάτων που θέτει η κύρια προσφυγή. Η ύπαρξη τέτοιας νομολογίας μπορεί να διευκολύνει τη συναγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το προδήλως απαράδεκτο μιας προσφυγής δεν μπορεί να απορρέει και από στοιχεία που δεν έχουν ακόμη αντιμετωπισθεί από την κοινοτική νομολογία. Επομένως, η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος σε σχέση με την απουσία νομολογιακού προηγουμένου είναι αλυσιτελής.
27 Εν συνεχεία, ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία στην οποία προβαίνει η αναιρεσιβαλλομένη διάταξη, σύμφωνα με την οποία τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει των διατάξεων του κανονισμού 1073/1999, ιδίως του άρθρου του 10, παράγραφος 2, δεν παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Υποστηρίζει ότι οι εθνικές αρχές ήταν υποχρεωμένες να δώσουν συνέχεια στην επίδικη διαβίβαση πληροφοριών, όπως, εξάλλου, και έπραξαν. Κατά τον αναιρεσείοντα, εσφαλμένως η εν λόγω διάταξη χαρακτηρίζει τη διαβίβαση αυτή ως απλό μέτρο πληροφορήσεως, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για αναγκαίο στάδιο της νομικής διαδικασίας προκειμένου ο OLAF να αποκτήσει νομίμως τη δυνατότητα προσβάσεως στα έγγραφα που κατέσχεσε η εθνική αστυνομία για τους σκοπούς της εσωτερικής του έρευνας.
28 Στο σημείο 43 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής προέβη στον νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης διαβιβάσεως πληροφοριών και, βασιζόμενος τόσο στον κανονισμό 1073/1999 όσο και στο περιεχόμενο της επιστολής της 11ης Φεβρουαρίου 2004 με την οποία διαβιβάστηκαν πληροφορίες από τον OLAF στις εθνικές δικαστικές αρχές, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαβίβαση αυτή δεν παρήγαγε κανένα δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα έναντι των αρχών αυτών.
29 Είναι αληθές ότι, όπως επισημαίνει η IFJ, η προσωρινή έκθεση που ήταν συνημμένη στην εν λόγω επιστολή και που αποτελούσε, επομένως, αναπόσπαστο μέρος της επίδικης διαβιβάσεως πληροφοριών, αναφέρει επίσης ότι η «διαβίβαση πληροφοριών στις δύο δικαστικές αρχές [εισαγγελίες των Βρυξελλών και του Αμβούργου] καθίσταται αναγκαία προκειμένου να κινηθούν ανεξάρτητες μεν, αλλά συντονισμένες διαδικασίες» και ότι η ίδια έκθεση διευκρινίζει υπό τον τίτλο «Επείγον» ότι «είναι επιθυμητή η έγκαιρη δράση, διότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, ο κ. Tillack θα αναχωρήσει από τις Βρυξέλλες τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους προκειμένου να αναλάβει τη θέση του ανταποκριτή του Stern στην Ουάσινγκτον (ΗΠΑ). Η αναχώρησή του από τις Βρυξέλλες θα μπορούσε να σημάνει την οριστική εξαφάνιση σημαντικών αποδεικτικών εγγράφων».
30 Εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι ο OLAF άφησε στη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων εθνικών αρχών την απόφαση να δώσουν ή όχι συνέχεια στην επίδικη διαβίβαση πληροφοριών. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ίδιας εκθέσεως, ο OLAF δεν ζήτησε από τις εν λόγω αρχές να λάβουν ειδικά μέτρα κατά του H.-M. Tillack.
31 Οι ως άνω ενέργειες του OLAF δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1073/1999. Πράγματι, η διάταξη αυτή προβλέπει απλώς ότι ο διευθυντής της Υπηρεσίας αυτής διαβιβάζει στις δικαστικές αρχές του οικείου κράτους μέλους τις πληροφορίες που συνέλεξε κατά τη διάρκεια εσωτερικών ερευνών σχετικά με πράξεις που μπορούν να επισύρουν ποινική δίωξη. Ούτε από τη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως ούτε από αυτήν της δέκατης τρίτης αιτιολογικής σκέψεως του εν λόγω κανονισμού προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο κατά το οποίο η εν λόγω διαβίβαση πληροφοριών θα μπορούσε να έχει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα για τους παραλήπτες τους.
32 Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1073/1999 λαμβάνει ως δεδομένο ότι μέτρο όπως η επίδικη διαβίβαση πληροφοριών δεν μπορεί μεν το ίδιο να έχει βλαπτικό αποτέλεσμα, αλλά μπορεί να οδηγήσει, ενδεχομένως, στην κίνηση διοικητικών ή ποινικών διαδικασιών εκ μέρους των αρμόδιων εθνικών αρχών. Επομένως, το αν οι αρχές αυτές θα δώσουν συνέχεια στις πληροφορίες που τους διαβιβάστηκαν εμπίπτει αποκλειστικώς στην αρμοδιότητα των αρχών αυτών.
33 Η ως άνω ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1073/1999 είναι σύμφωνη και με την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας που προβλέπει το άρθρο 10 ΕΚ. Πράγματι, καίτοι η διάταξη αυτή αποκλείει την απαλλαγή των εθνικών αρχών από κάθε υποχρέωση εξετάσεως των πληροφοριών που τους διαβιβάζει ο OLAF, είναι επίσης αληθές ότι δεν επιβάλλει ερμηνεία προσδίδουσα δεσμευτικό χαρακτήρα σε μέτρο όπως η επίδικη διαβίβαση πληροφοριών, υπό την έννοια ότι οι εν λόγω αρχές υποχρεούνται να λαμβάνουν ειδικά μέτρα, καθόσον μία τέτοια ερμηνεία θα μετέβαλλε τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων και ευθυνών που προβλέπεται στο πλαίσιο εφαρμογής του κανονισμού 1073/1999.
34 Επομένως, το συμπέρασμα του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, κατά το οποίο η επίμαχη διαβίβαση πληροφοριών δεν συνιστά πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, δεν βαρύνεται με πεπλανημένη εκτίμηση και, ως εκ τούτου, το πρώτο, δεύτερο και τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
Επί του τέταρτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
35 Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η διαπίστωση του προδήλως απαραδέκτου της προσφυγής ακυρώσεως εκ μέρους του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή είναι αντίθετη προς την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
36 Η Επιτροπή υποστηρίζει σχετικώς ότι είναι επαρκής η δικαστική προστασία που παρέχεται σε εθνικό επίπεδο. Ισχυρίζεται ότι στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να διασφαλίσουν τη δικαστική προστασία των ιδιωτών όταν η προσβλητέα πράξη έχει εκδοθεί σε εθνικό επίπεδο ή όταν έχει εκδοθεί βάσει κοινοτικής πράξεως η οποία, κατά το άρθρο 230 ΕΚ, δεν μπορεί να προσβληθεί ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων.
37 Η ΙFJ δεν αμφισβητεί ότι ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά των πράξεων που εκδόθηκαν από τις βελγικές αρχές. Τονίζει, ωστόσο, ότι οι αρχές αυτές, καίτοι επιλήφθηκαν της υποθέσεως, δεν εξέτασαν ποτέ το βάσιμο των πληροφοριών που διαβιβάστηκαν από τον OLAF. Ως εκ τούτου, κατά την IFJ, η αναιρεσιβαλλομένη διάταξη καταλήγει σε αρνησιδικία έναντι του αναιρεσείοντος.
38 Επιβάλλεται, συναφώς, η υπόμνηση ότι, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 32 της παρούσας διατάξεως, το αν οι εθνικές αρχές θα δώσουν συνέχεια στις πληροφορίες που τους διαβιβάζονται από τον OLAF έγκειται αποκλειστικώς στην αρμοδιότητα των αρχών αυτών. Στις αρχές αυτές εναπόκειται επίσης να επαληθεύουν αν οι πληροφορίες αυτές δικαιολογούν ή επιβάλλουν την κίνηση ποινικών διώξεων. Κατά συνέπεια, η δικαστική προστασία έναντι των διώξεων αυτών πρέπει να διασφαλίζεται σε εθνικό επίπεδο με όλες τις εγγυήσεις που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των απορρεουσών από τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία, καθόσον αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να γίνονται σεβαστά και από τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή κοινοτικής διατάξεως (βλ. μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 1989, 5/88, Wachauf, Συλλογή 1989, σ. 2609, σκέψη 19, και της 10ης Ιουλίου 2003, C-20/00 και C‑64/00, Booker Aquaculture και Hydro Seafood, Συλλογή 2003, σ. I-7411, σκέψη 88).
39 Στο πλαίσιο προσφυγής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, το επιληφθέν δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, μέσω της διαδικασίας υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ και ενδεχομένως κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων, να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ερμηνείας των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που κρίνει αναγκαία για την έκδοση της αποφάσεώς του.
40 Επομένως, η άποψη ότι η λύση που δίδει η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη συνεπάγεται τη μη παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας είναι πεπλανημένη. Κατά συνέπεια, το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
41 Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
42 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, αφενός, ότι ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της διαβιβάσεως πληροφοριών από τον OLAF στις εθνικές αρχές και της ζημίας που επικαλείται ο αναιρεσείων. Επιβάλλεται στο σημείο αυτό η επισήμανση ότι με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως εξετάζεται πλέον ως ενδεχόμενο ζημιογόνο γεγονός μόνον η επίμαχη διαβίβαση πληροφοριών, καθόσον το αίτημα καταβολής αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που βασιζόταν στη δημοσίευση από την εν λόγω Υπηρεσία δύο ανακοινώσεων τύπου δεν εξετάζεται πλέον. Αφετέρου, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη στο σημείο αυτό.
43 Όπως προκύπτει από τη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής έκρινε, βασιζόμενος σε πάγια νομολογία, ότι πρέπει να υπάρχει άμεση συνάφεια αιτίου και αποτελέσματος μεταξύ της παράνομης πράξης που προσάπτεται στο συγκεκριμένο όργανο και της προβαλλόμενης ζημίας και ότι η παράνομη συμπεριφορά του συγκεκριμένου οργάνου πρέπει να αποτελεί την κύρια αιτία της ζημίας.
44 Αναφερόμενος στη νομολογία αυτή, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής διαπίστωσε, στη σκέψη 58 της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ μόνης της διαβιβάσεως πληροφοριών εκ μέρους του OLAF στις εθνικές αρχές και της ζημίας που ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι υπέστη. Πράγματι, κατά τον ίδιο δικαστή, είναι σαφές ότι, δεδομένου ότι οι αρχές αυτές δεν προέβησαν σε δικαστική έρευνα, ο αναιρεσείων δεν υπέστη τη ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη.
45 Εντούτοις, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη περιέγραψε εσφαλμένως και εφάρμοσε πλημμελώς τα κριτήρια που έχει θέσει η νομολογία περί της προϋποθέσεως του αιτιώδους συνδέσμου. Κατά την άποψή του, το ουσιώδες κριτήριο είναι το αν η επίμαχη διαβίβαση πληροφοριών συνιστά την κύρια αιτία της ζημίας και όχι το αν η διαβίβαση αυτή αποτελεί την τελευταία από μια σειρά αιτιωδώς συνδεομένων πράξεων.
46 Αρκεί, συναφώς, η διαπίστωση ότι, όπως σαφώς προκύπτει από τη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η σημασία που αποδίδεται στην απόφαση των εθνικών αρχών να κινήσουν δικαστική έρευνα δεν οφείλεται στο ότι η απόφαση αυτή αποτελεί την τελευταία από μια σειρά αιτιωδώς συνδεομένων πράξεων, αλλά στο ότι συνιστά την κύρια αιτία της ζημίας που ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι υπέστη.
47 Κατόπιν αυτού, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εφάρμοσε εσφαλμένως τη σχετική με τον αιτιώδη σύνδεσμο νομολογία ούτε ότι αιτιολόγησε ανεπαρκώς την απόφασή του ως προς το σημείο αυτό.
48 Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
49 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής προσέβαλε το δικαίωμά του σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.
50 Δεδομένου ότι η επιχειρηματολογία περί της προβαλλόμενης προσβολής του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία εξετάστηκε ήδη στο πλαίσιο του τέταρτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως και ότι ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε, στο πλαίσιο της προβολής του παρόντος λόγου, συμπληρωματικά στοιχεία δυνάμενα να αμφισβητήσουν τα συμπεράσματα που συνήχθησαν κατά την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
51 Επειδή κανένας από τους τρεις λόγους ακυρώσεως που προέβαλε ο αναιρεσείων προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως δεν τελεσφόρησε, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
52 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα και ο αναιρεσείων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά την παράγραφο 4, τρίτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο παρεμβαίνων, ακόμα και όταν δεν είναι κράτος ή κοινοτικό όργανο, θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα. Κατ’ εφαρμογή της διατάξεως αυτής, επιβάλλεται να κριθεί ότι η IFJ θα φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τον Ηans-Μartin Tillack στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
3) Η International Federation of Journalists φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy