ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 12ης Μαρτίου 2008
Υπόθεση T-100/04
Massimo Giannini
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπαλληλική υπόθεση – Γενικός διαγωνισμός – Μη εγγραφή στον πίνακα μελλοντικών προσλήψεων – Πλημμέλειες κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων ικανές να νοθεύσουν το αποτέλεσμα – Ίση μεταχείριση – Προσφυγή ακυρώσεως – Αγωγή αποζημιώσεως»
Αντικείμενο: Αφενός, προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού COM/A/9/01, για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα διοικητικών υπαλλήλων (σταδιοδρομίας A7/A6) στους τομείς της οικονομίας και της στατιστικής (ΕΕ 2001, C 240 A, σ. 12), να μην εγγράψει τον προσφεύγοντα στον πίνακα επιτυχόντων του εν λόγω διαγωνισμού και, αφετέρου, αγωγή αποζημιώσεως.
Απόφαση: Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα τρία τέταρτα των δικαστικών εξόδων του Massimo Giannini. Ο M. Giannini φέρει το ένα τέταρτο των δικαστικών του εξόδων.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Απόφαση εκδοθείσα κατόπιν επανεξετάσεως προγενέστερης αποφάσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 § 2 και 91 § 1)
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Ταυτότητα αντικειμένου και αιτίας
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
3. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Γενικός διαγωνισμός – Συμμετοχή υπαλλήλων κατέχοντων θέση και εχόντων βαθμό αντίστοιχους εκείνων τους οποίους αφορά η προκήρυξη του διαγωνισμού – Επιτρέπεται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 4 και 27, εδ. 1)
4. Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Διαδικασίες – Επιλογή – Εξουσία εκτιμήσεως της διοικήσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 29 § 1)
5. Υπάλληλοι – Καθήκον αρωγής που βαρύνει τη διοίκηση
6. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Τρόπος διεξαγωγής και περιεχόμενο των εξετάσεων
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙΙ)
7. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Εξεταστική επιτροπή – Σύνθεση
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙΙ, άρθρο 3)
8. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Εξεταστική επιτροπή – Σύνθεση
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙΙ, άρθρο 3)
9. Υπάλληλοι – Δικαιώματα και υποχρεώσεις – Υποχρέωση ανεξαρτησίας και ακεραιότητας
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 14)
10. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Αρχή ανεξαρτησίας της εξεταστικής επιτροπής
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 14)
11. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Υποχρέωση των κοινοτικών οργάνων να εξασφαλίζουν για όλους τους υποψηφίους εύρυθμη και ομαλή διεξαγωγή των εξετάσεων
12. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Αξιολόγηση των ικανοτήτων των υποψηφίων
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙΙ)
1. Όταν υποψήφιος σε διαγωνισμό ζητεί την αναθεώρηση αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής με την οποία αυτός δεν ενεγράφη στον πίνακα επιτυχόντων, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το αίτημα αυτό αποτελεί βλαπτική για τον υποψήφιο πράξη άρα και πράξη δεκτική προσφυγής.
(βλ. σκέψεις 29 και 30)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 3 Απριλίου 2001, T‑95/00 και T‑96/00, Zaur-Gora και Dubigh κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑79 και II‑379, σκέψεις 24 έως 27· ΠΕΚ, 23 Ιανουαρίου 2002, T‑386/00, Gonçalves κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑13 και II‑55, σκέψη 39· ΠΕΚ, 31 Μαΐου 2005, T‑294/03, Gibault κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑141 και II‑635, σκέψη 22· ΠΕΚ, 13 Δεκεμβρίου 2006, T‑173/05, Heus κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. Ι-Α-2-329 και ΙΙ-Α-2-1695, σκέψη 19
2. Στις υπαλληλικές προσφυγές, ο κανόνας περί συμφωνίας της ασκηθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης προσφυγής με τη διοικητική ένσταση εφαρμόζεται πλήρως όταν οι ενδιαφερόμενοι, καίτοι δεν υποχρεούνται, εντούτοις επιλέγουν να υποβάλουν προηγούμενη διοικητική ένσταση ενώπιον της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχή αντί να προσφύγουν απευθείας ενώπιον του κοινοτικού δικαστή. Κατά συνέπεια, όταν ο προσφεύγων υποβάλλει ένσταση, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), κατά αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού και η ένσταση αυτή απορρίπτεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή δεν μπορούν να έχουν παρά το ίδιο αντικείμενο με τα αιτήματα που εκτέθηκαν στη διοικητική ένσταση. Εξάλλου, οι λόγοι που προβάλλονται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματος πρέπει να στηρίζονται στην ίδια βάση με τους λόγους που περιέχονται στην ένσταση.
Εντούτοις, η διοίκηση δεν πρέπει να ερμηνεύει τις ενστάσεις κατά τρόπο συσταλτικό, αλλά πρέπει, αντιθέτως, να τις εξετάζει με ευρύτητα πνεύματος δεδομένου ότι η διοικητική διαδικασία που προηγείται της ασκήσεως προσφυγής η οποία έχει ως σκοπό να επιτρέψει και να προωθήσει τον φιλικό διακανονισμό των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των υπαλλήλων και της διοικήσεως έχει άτυπο χαρακτήρα και οι ενδιαφερόμενοι ενεργούν, γενικώς, στο στάδιο αυτό χωρίς την επικουρία δικηγόρου. Επιπλέον, οι προβληθείσες με τη διοικητική ένσταση αιτιάσεις μπορούν να αναπτυχθούν, τόσο κατά την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία όσο και ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, με πρόσθετα υπηρεσιακά σημειώματα, υπό την προϋπόθεση ότι η περιλαμβανόμενη στα σημειώματα αυτά επίκριση στηρίζεται στην ίδια αιτία με τους προβαλλόμενους στην αρχική διοικητική ένσταση ισχυρισμούς. Επομένως, οι αιτιάσεις αυτές μπορούν να αναπτυχθούν, ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, με την προβολή ισχυρισμών και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονται αναγκαστικά στην ένσταση, αλλά συνδέονται στενά με αυτήν.
(βλ. σκέψεις 37 έως 40)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 7 Μαΐου 1986, 52/85, Rihoux κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1555, σκέψεις 11 έως 13· ΔΕΚ, 20 Μαΐου 1987, 242/85, Geist κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 2181, σκέψη 9· ΠΕΚ, 29 Μαρτίου 1990, T‑57/89, Αλεξανδράκης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. II‑143, σκέψη 9· ΠΕΚ, 3 Μαρτίου 1993, T‑58/91, Booss και Fischer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑147, σκέψη 83· ΠΕΚ, 9 Ιουλίου 1997, T‑4/96, S κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1997, σ. II‑1125, σκέψη 99· ΠΕΚ, 17 Δεκεμβρίου 1997, T‑159/95, Dricot κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑385 και II‑1035, σκέψη 24· Gonçalves κατά Κοινοβουλίου, προαναφερθείσα, σκέψη 42· ΠΕΚ, 9 Σεπτεμβρίου 2003, T‑293/02, Vranckx κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑187 και II‑947, σκέψεις 41 έως 45
3. Η παραδοχή της δυνατότητας συμμετοχής στον διαγωνισμό υπαλλήλων κατέχοντων θέση και εχόντων βαθμό αντίστοιχους εκείνων τους οποίους αφορά η προκήρυξη του γενικού διαγωνισμού δεν θίγει το αντικείμενο και τον σκοπό της προσλήψεως έτσι όπως προσδιορίζονται από τον ΚΥΚ.
Κατά το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, οιαδήποτε πρόσληψη έχει ως μόνο αντικείμενο την πλήρωση κενής θέσεως. Το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ ορίζει, κατά τρόπον επιτακτικό, ότι σκοπός κάθε προσλήψεως είναι ο διορισμός υπαλλήλων με τη μεγαλύτερη ικανότητα, απόδοση και ακεραιότητα και επιλέγονται από την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών των Κοινοτήτων.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά το αντικείμενο της προσλήψεως, προκύπτει ότι, εάν το κοινοτικό όργανο προσλάβει, κατόπιν διαγωνισμού για συγκεκριμένο τομέα και ορισμένο βαθμό, υπάλληλο ο οποίος κατέχει ήδη θέση εργασίας στον τομέα και έχει βαθμό αντίστοιχο εκείνων τους οποίους αφορά η προκήρυξη, δεν μπορεί να προσαφθεί στο οικείο θεσμικό όργανο ότι δεν προέβη σε πλήρωση της κενής θέσεως. Ασφαλώς, με την πρόσληψη πληρούται μια κενή θέση εργασίας ενώ κενώνεται μια άλλη. Εντούτοις, η συγκεκριμένη πρόσληψη, δεδομένου ότι οδηγεί στην πλήρωση μιας κενής θέσεως, δεν προσκρούει στο αντικείμενο της προσλήψεως όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 4 του ΚΥΚ.
Σχετικά με τον σκοπό της προσλήψεως, όταν υπάλληλος που κατέχει θέση εργασίας και έχει βαθμό αντίστοιχους εκείνων τους οποίους αφορά η προκήρυξη του διαγωνισμού επιτύχει στις διαφορετικές δοκιμασίες του διαγωνισμού αυτού, ο διορισμός του από το θεσμικό όργανο, μετά τον διαγωνισμό, δεν θίγει τον σκοπό της προσλήψεως μέσω διαγωνισμού. Πράγματι, το γεγονός ότι ο υπάλληλος αυτός επέτυχε στις διάφορες δοκιμασίες του διαγωνισμού βεβαιώνει ότι ανήκει στους υποψηφίους με τα πιο υψηλά προσόντα που επιλέγονται για να καταλάβουν τις προκηρυχθείσες στο πλαίσιο του θεσμικού οργάνου θέσεις. Εξάλλου, μια τέτοια επιλογή πραγματοποιείται από την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών.
(βλ. σκέψεις 83 έως 87)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 31 Μαρτίου 1965, 16/64, Rauch κατά Επιτροπής, Συλλογή 1965-1968, σ. 4· ΠΕΚ, 8 Νοεμβρίου 1990, T‑56/89, Bataille κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1990, σ. II‑597, σκέψη 48· ΠΕΚ, 6 Μαρτίου 1997, T‑40/96 και T‑55/96, de Kerros και Kohn-Bergé κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑47 και II‑135, σκέψεις 40 και 41· ΠΕΚ, 12 Νοεμβρίου 1998, T‑294/97, Carrasco Benítez κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑601 και II‑1819, σκέψη 35
4. Ο όρος «δυνατότητες», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, καταδεικνύει ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεούται, κατά τρόπον απόλυτο, να προβεί σε προαγωγή ή μετάθεση του υπαλλήλου, όταν πρέπει να πληρωθεί κενή θέση, αλλά, απλώς, να εξετάσει, κατά περίπτωση, εάν αυτά τα μέτρα μπορούν να οδηγήσουν στον διορισμό προσώπου που κατέχει τα πλέον υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας.
Επομένως, εάν με την ιεραρχική κατάταξη την οποία θεσπίζει το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ νοείται ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εξετάζει με προσοχή τις δυνατότητες προσλήψεως ή μεταθέσεως πριν προχωρήσει στο επόμενο στάδιο, δεν αποκλείεται η αρχή αυτή να λαμβάνει εξίσου υπόψη της, κατά την εξέταση αυτή, τη δυνατότητα επιλογής των καλύτερων υποψηφιοτήτων μέσω άλλων διαδικασιών. Συνάγεται ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας προσλήψεως, ακόμη και αν υπάρχουν ένας ή περισσότεροι υποψήφιοι οι οποίοι πληρούν το σύνολο των προϋποθέσεων και όρων που θέτει η ανακοίνωση της κενής θέσεως.
Κατά συνέπεια, εάν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού εξετάσει τις δυνατότητες μεταθέσεως, εκτιμήσει ότι ορισμένοι υπάλληλοι μπορούν να καλύψουν τις κενές θέσεις ή, αντιθέτως, ότι κανένας υπάλληλος δεν μπορεί να καλύψει αυτές τις θέσεις, θα πρέπει να μπορεί να προσλαμβάνει εκείνους τους υπαλλήλους που επέτυχαν στον γενικό διαγωνισμό προς πλήρωση των επίμαχων θέσεων. Η συμπερίληψη και εγγραφή αυτών των υπαλλήλων στον πίνακα μελλοντικών προσλήψεων βεβαιώνει και αποδεικνύει ότι οι υποψήφιοι αυτοί είναι οι καλύτεροι για να καλύψουν τις κενές θέσεις. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί, επομένως, δεδομένης της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως της, να επιβεβαιώσει την εκτίμησή της ή να μεταβάλει την αρχική της εκτίμηση για αυτούς τους υπαλλήλους και να τους διορίσει στις κενές θέσεις, όχι με μετάθεση αλλά κατόπιν διαγωνισμού. Αυτός ο νέος διορισμός από τη στιγμή της ενεργοποιήσεώς του θέτει τέρμα στον πρώτο διορισμό.
(βλ. σκέψεις 91 έως 93)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 31 Μαρτίου 1965, 12/64 και 29/64, Ley κατά Επιτροπής, Συλλογή 1965-1968, σ. 41· ΔΕΚ, 14 Ιουλίου 1983, 10/82, Mogensen κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2397, σκέψη 10· ΔΕΚ, 13 Ιουλίου 2000, C‑174/99 P, Κοινοβούλιο κατά Richard, Συλλογή 2000, σ. I‑6189, I‑6191, σκέψεις 38 έως 40· ΠΕΚ, 23 Απριλίου 2002, T‑372/00, Campolargo κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑49 και II‑223, σκέψεις 93 έως 95· ΠΕΚ, 17 Οκτωβρίου 2002, T‑330/00 και T‑114/01, Cocchi και Hainz κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑193 και II‑987, σκέψη 38
5. Το καθήκον αρωγής που βαρύνει τη διοίκηση έναντι των υπαλλήλων της αποτελεί έκφραση της επιτευχθείσας μέσω του ΚΥΚ εξισορροπήσεως των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στις σχέσεις μεταξύ της υπηρεσίας και των υπαλλήλων της. Οι επιταγές του καθήκοντος αρωγής δεν μπορούν, παρά ταύτα, να εμποδίσουν την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να λάβει τα αναγκαία, κατ’ αυτήν, μέτρα προς το συμφέρον της υπηρεσίας, αφού η πλήρωση οιασδήποτε θέσεως θα πρέπει να στηρίζεται προεχόντως στο συμφέρον της υπηρεσίας.
Η τήρηση του καθήκοντος αρωγής επ’ ευκαιρία προσλήψεως θα πρέπει, συνεπώς, να εκτιμάται βάσει του συμφέροντος της υπηρεσίας, το οποίο αποτελεί πρωταρχικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη από το θεσμικό όργανο για την πλήρωση μιας θέσεως στο πλαίσιο αυτό. Εντούτοις, το όργανο διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στον καθορισμό του τι είναι συμφέρον για την υπηρεσία, περιορίζοντας τον δικαστικό έλεγχο στην εξέταση του κατά πόσον το όργανο εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σε λογικά πλαίσια και δεν έκανε κατάχρηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο.
Επιτρέποντας να διαγωνιστεί και να εγγραφεί στον πίνακα μελλοντικών προσλήψεων υπάλληλος που κατέχει ήδη θέση εργασίας και έχει βαθμό αντίστοιχους εκείνων τους οποίους αφορά η προκήρυξη του διαγωνισμού, το θεσμικό όργανο, και ειδικότερα η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για την κατάρτιση της προκηρύξεως του διαγωνισμού και η εξεταστική επιτροπή για την εφαρμογή αυτής, άσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια σε λογικά πλαίσια και δεν έκαναν κατάχρηση αυτής κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο.
(βλ. σκέψεις 98, 103, 105 και 106)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 4 Φεβρουαρίου 1987, 417/85, Maurissen κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1987, σ. 551, σκέψη 12· ΔΕΚ, 29 Ιουνίου 1994, C‑298/93 P, Klinke κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1994, σ. I‑3009, σκέψη 38· ΠΕΚ, 16 Δεκεμβρίου 1993, T‑80/92, Turner κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑1465, σκέψη 77· ΠΕΚ, 15 Φεβρουαρίου 1996, T‑589/93, Ryan-Sheridan κατά Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβιώσεως και Εργασίας, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I‑A‑27 και II‑77, σκέψη 132· ΠΕΚ, 28 Μαΐου 1998, T‑78/96 και T‑170/96, W κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑239 και II‑745, σκέψη 116· ΠΕΚ, 6 Ιουλίου 1999, T‑112/96 και T‑115/96, Séché κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑115 και II‑623, σκέψη 267· ΠΕΚ, 12 Δεκεμβρίου 2000, T‑223/99, Dejaiffe κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑277 και II‑1267, σκέψη 53· Cocchi και Hainz κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 89· 26 Νοεμβρίου 2002, Cwik κατά Επιτροπής, T‑103/01, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑229 και II‑1137, σκέψη 52· 24 Νοεμβρίου 2005, Marcuccio κατά Επιτροπής, T‑236/02, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, RecFP σ. I‑A‑365 και II‑1621, σκέψη 129
6. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποτελεί πρωταρχική αρχή του κοινοτικού δικαίου, έτσι ώστε εναπόκειται στην εξεταστική επιτροπή να ελέγχει αυστηρώς την τήρησή της μεταξύ των υποψηφίων κατά τη διεξαγωγή του διαγωνισμού. Καίτοι η εξεταστική επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τις λεπτομέρειες και το αναλυτικό περιεχόμενο των εξετάσεων ενός διαγωνισμού, εντούτοις εναπόκειται στον κοινοτικό δικαστή η άσκηση του απαραίτητου ελέγχου για τη διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων και της αντικειμενικότητας της επιλογής των υποψηφίων από την εξεταστική επιτροπή.
Κάθε εξέταση, εκ φύσεως, εμπεριέχει, εν γένει, τον κίνδυνο δυσμενούς μεταχειρίσεως, δεδομένου του αναγκαστικώς περιορισμένου αριθμού ερωτήσεων που μπορούν να τεθούν κατά την εξέταση σε σχέση με ένα συγκεκριμένο θέμα. Συναφώς, έγινε δεκτό ότι παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως υφίσταται μόνον όταν η εξεταστική επιτροπή δεν περιόρισε, κατά την επιλογή των θεμάτων, τον κίνδυνο άνισων ευκαιριών στο γενικώς αποδεκτό για κάθε εξέταση όριο.
Η εξοικείωση με έγγραφο, την οποία ορισμένοι υποψήφιοι του διαγωνισμού μπόρεσαν να αποκτήσουν κατά την εργασία τους στο πλαίσιο του θεσμικού οργάνου δεν σημαίνει ότι αυτοί επωφελήθηκαν ανεπιτρέπτως από την επιλογή της εξεταστικής επιτροπής να θεωρήσει το έγγραφο αυτό ως βάση των ερωτήσεων της γραπτής δοκιμασίας του διαγωνισμού. Πράγματι, αφ’ ενός, το όφελος που αντλούν ορισμένοι υποψήφιοι από την επιλογή του συγκεκριμένου εγγράφου εντάσσεται στον εγγενή κίνδυνο που παρουσιάζει, εν γένει, κάθε εξέταση. Αφ’ ετέρου, το κείμενο του εγγράφου ήταν προσβάσιμο πριν τη γραπτή δοκιμασία του διαγωνισμού αλλά και κατά τη διάρκεια αυτής.
(βλ. σκέψεις 132, 133 και 164)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 8 Μαρτίου 1988, 64/86, 71/86 έως 73/86 και 78/86, Sergio κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1399, σκέψη 27· ΠΕΚ, 17 Μαρτίου 1994, T‑43/91, Hoyer κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑91 και II‑297, σκέψη 47· ΠΕΚ, 17 Μαρτίου 1994, T‑44/91, Smets κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑97 και II‑319, σκέψη 46· ΠΕΚ, 25 Μαΐου 2000, T‑173/99, Elkaïm Mazuel κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑101 και II‑433, σκέψεις 87 και 90
7. Η διατήρηση, κατά το μέτρο του δυνατού, σταθερής συνθέσεως της επιτροπής κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων, απαιτείται για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής των κριτηρίων βαθμολογήσεως. Δεδομένης της σημασίας της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στις διαδικασίες προσλήψεως, η μη διατήρηση σταθερής συνθέσεως της εξεταστικής επιτροπής μπορεί να χαρακτηριστεί ως παράβαση ουσιώδους τύπου. Κατά συνέπεια, η απόφαση που πάσχει από το ελάττωμα αυτό πρέπει να ακυρωθεί, χωρίς να οφείλει ο ενδιαφερόμενος να αποδείξει συγκεκριμένη αρνητική συνέπεια επί των δικαιωμάτων του ή ότι η έκβαση του διαγωνισμού θα μπορούσε να είναι διαφορετική αν είχε τηρηθεί ο συγκεκριμένος ουσιώδης τύπος.
(βλ. σκέψη 202)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 10 Νοεμβρίου 2004, T‑165/03, Vonier κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑343 και II‑1575, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
8. Η ταυτόχρονη παρουσία στην εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού, κατά τις προφορικές εξετάσεις, των τακτικών και αναπληρωματικών μελών δεν καθιστά παράνομες τις εργασίες και τη σύνθεση της επιτροπής, αρκεί να τηρείται η απαιτούμενη από το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος ΙΙΙ του ΚΥΚ αντιπροσώπευση και τα μέλη της επιτροπής που έχουν δικαίωμα ψήφου να διατηρούν τον έλεγχο των εργασιών και να διαμορφώνουν την τελική αξιολογική κρίση. Συνεπώς, η ταυτόχρονη παρουσία του αναπληρωτή προέδρου και του τακτικού προέδρου δεν καθιστά παράνομες τις εργασίες και τη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής, κατά το μέτρο που, υπό αυτές τις περιστάσεις, ο αναπληρωτής πρόεδρος δεν έχει δικαίωμα ψήφου.
(βλ. σκέψεις 210 και 255)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 13 Σεπτεμβρίου 2005, T‑290/03, Παντούλης κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑241 και II‑1123, σκέψεις 77 και 78
9. Κατά το άρθρο 14 του ΚΥΚ, σύγκρουση συμφερόντων υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία υπάλληλος καλείται, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, να κρίνει επί υποθέσεως από τον χειρισμό ή την επίλυση της οποίας αντλεί προσωπικό συμφέρον ικανό να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του. Κατά την εκτίμηση του κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων, δεν συνάγεται, κατ’ αρχήν, από την ύπαρξη σχέσεων επαγγελματικής φύσεως μεταξύ ενός υπαλλήλου και ενός τρίτου, ότι τίθεται ή ενδέχεται να τίθεται σε κίνδυνο η ανεξαρτησία του υπαλλήλου, όταν αυτός καλείται να κρίνει επί υποθέσεως η οποία αφορά τον τρίτο.
Κατά συνέπεια, η συμμετοχή μέλους της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού στην αξιολόγηση ενός υποψηφίου μαζί με τον οποίο εργάζεται ή εργάστηκε στην ίδια μονάδα ή την ίδια διεύθυνση δεν έχει, αφ’ εαυτού, ως συνέπεια το μέλος που κρίνει επί υποθέσεως να αντλεί προσωπικό συμφέρον από τον χειρισμό ή την επίλυσή της, ικανό να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του.
(βλ. σκέψεις 223 και 224)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 11 Σεπτεμβρίου 2002, T‑89/01, Willeme κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑153 και II‑803, σκέψη 58· ΠΕΚ, 3 Φεβρουαρίου 2005, T‑137/03, Mancini κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑7 και II‑27, σκέψη 33· ΠΕΚ, 12 Ιουλίου 2005, T‑157/04, De Bry κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑199 και II‑901, σκέψη 35
10. Η αρχή της ανεξαρτησίας της εξεταστικής επιτροπής απαιτεί την αποχή του μέλους της επιτροπής κατά την αξιολόγηση υποψηφίου όταν υφίσταται στενή σχέση μεταξύ του μέλους της επιτροπής και του υποψηφίου. Η αμεροληψία της εξεταστικής επιτροπής διασφαλίζεται όταν μέλος της εξεταστικής επιτροπής, παρόν κατά την προφορική εξέταση των υποψηφίων τους οποίους και γνωρίζει, ουδόλως παρεμβαίνει κατά τη συνέντευξη και αξιολόγηση αυτών των υποψηφίων και η εξεταστική επιτροπή, κατά τη συγκριτική εξέταση όλων των υποψηφίων, αποτελείται, απαραιτήτως, εκτός του «παθητικού» αυτού μέλους, από τουλάχιστον τρία ή τέσσερα μέλη τα οποία δεν έχουν ουδεμία άμεση σχέση με τον υποψήφιο.
(βλ. σκέψεις 228 και 229)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 5 Απριλίου 2005, T‑336/02, Christensen κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑75 και II‑341, σκέψη 53
11. Δυνάμει των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως εναπόκειται στα κοινοτικά όργανα να εξασφαλίζουν υπέρ όλων των υποψηφίων του διαγωνισμού την όσο το δυνατόν περισσότερο εύρυθμη και ομαλή διενέργεια των δοκιμασιών. Ωστόσο, πλημμέλεια ανακύψασα κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών διαγωνισμού δεν επηρεάζει τη νομιμότητα των ως άνω δοκιμασιών παρά μόνον αν είναι ουσιαστική ή αν ο προσφεύγων αποδεικνύει ότι η πλημμέλεια αυτή είναι ικανή να νοθεύσει τα αποτελέσματά του. Αντιθέτως, σε περίπτωση ουσιαστικής πλημμέλειας, απόκειται στο καθού θεσμικό όργανο να αποδείξει ότι αυτή δεν επηρέασε τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
Συναφώς, η άνιση διάρκεια των σχετικών με κάθε υποψήφιο συσκέψεων της εξεταστικής επιτροπής δεν συνεπάγονται παράβαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, ως εκ τούτου, δεν συνιστά πλημμέλεια, δεδομένου ότι η διάρκεια της συσκέψεως της επιτροπής δεν αποτελεί ένδειξη της πρακτικής αποτελεσματικότητας ή της ποιότητας της συσκέψεως αυτής.
(βλ. σκέψεις 244 και 250)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 11 Φεβρουαρίου 1999, T‑200/97, Jiménez κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑19 και II‑73, σκέψη 55· ΠΕΚ, 24 Απριλίου 2001, T‑159/98, Torre κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑83 και II‑395, σκέψη 47· ΠΕΚ, 7 Φεβρουαρίου 2002, T‑193/00, Felix κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑23 και II‑101, σκέψη 46
12. Οι εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού, όταν αξιολογεί τις γνώσεις και ικανότητες των υποψηφίων, συνιστούν έκφραση αξιολογικής κρίσεως όσον αφορά την επίδοση του υποψηφίου στη συγκεκριμένη δοκιμασία και εντάσσονται στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής. Δεν υπόκεινται στον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή παρά μόνον όταν πρόκειται για προφανή παράβαση των κανόνων που διέπουν τις εργασίες της επιτροπής. Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός δικαστής δεν δύναται να υποκαθιστά την εκτίμηση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού με τη δική του. Επομένως, όταν, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού με την οποία διαπιστώνεται η αποτυχία του προσφεύγοντος σε μια δοκιμασία, ο προσφεύγων δεν προβάλλει παράβαση των κανόνων που διέπουν τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής ή δεν προσκομίζει την απόδειξη μιας τέτοιας παραβάσεως, ο κοινοτικός δικαστής δεν ελέγχει το βάσιμο της εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής.
Από την αρχή που θεσπίζει το άρθρο 27 του ΚΥΚ, κατά την οποία η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, απορρέει ότι κάθε υποψήφιος στον οποίο τέθηκαν ερωτήσεις και στις οποίες κλήθηκε να δώσει μία μόνο ορθή και ακριβή απάντηση πρέπει να επιλεγεί από την εξεταστική επιτροπή βάσει της ακρίβειας των απαντήσεών του. Αυτός ο κανόνας δεν έχει επίπτωση στο περιθώριο εκτιμήσεως που έχει κάθε εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού. Συγκεκριμένα, όταν σε τεθείσα ερώτηση μια μόνον απλή και ακριβής απάντηση θεωρείται ορθή, η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού δεν έχει περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να χαρακτηρίσει ως ορθή ή εσφαλμένη την δοθείσα από τον υποψήφιο απάντηση σε αυτήν την ερώτηση.
Από τον κανόνα αυτό προκύπτει ότι οι ανακριβείς διορθώσεις που έγιναν, διαρκούσης της προφορικής δοκιμασίας του διαγωνισμού, από ορισμένα μέλη της εξεταστικής επιτροπής στις απαντήσεις υποψηφίου σε ερωτήσεις στις οποίες δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο μία ορθή απάντηση συνιστούν παράβαση των κανόνων που διέπουν τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής.
(βλ. σκέψεις 274 έως 278)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 1 Δεκεμβρίου 1994, T‑46/93, Michaël-Chiou κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑297 και II‑929, σκέψεις 48 και 49· ΠΕΚ, 14 Ιουλίου 2000, T‑146/99, Teixeira Neves κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑159 και II‑731, σκέψη 41· ΠΕΚ, 25 Ιουνίου 2003, T‑72/01, Pyres κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑169 και II‑861, σκέψη 30· ΠΕΚ, 9 Νοεμβρίου 2004, T‑285/02 και T‑395/02, Vega Rodríguez κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑333 και II‑1527, σκέψεις 35 έως 45· ΠΕΚ, 26 Ιανουαρίου 2005, T‑267/03, Roccato κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑1 και II‑1, σκέψη 42
Full & Egal Universal Law Academy