ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 20ής Νοεμβρίου 2007
Υπόθεση T-205/04
Alessandro Ianniello
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Έκθεση εξελίξεως σταδιοδρομίας – Διαδικασία αξιολογήσεως 2001/2002 – Προσφυγή ακυρώσεως – Αγωγή αποζημιώσεως»
Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αντικείμενο, αφενός, την ακύρωση της εκθέσεως εξελίξεως σταδιοδρομίας του προσφεύγοντος-ενάγοντος για την περίοδο 2001/2002 και της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, της 18ης Φεβρουαρίου 2004, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένστασή του, και αφετέρου, την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Απόφαση: Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα έξοδά του.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 26, εδ. 1 και 2, και 43)
2. Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για την αξιολόγηση – Μέλος της επιτροπής αυτής το οποίο συμπράττει στην κατάρτιση εκθέσεως εξελίξεως σταδιοδρομίας απαγορεύεται να μετάσχει στην επί της ουσίας εξέταση της εκθέσεως αυτής
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
3. Προσφυγή ακυρώσεως – Λόγοι
(Άρθρα 230 ΕΚ και 253 ΕΚ)
4. Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Έκθεση βαθμολογίας – Βαθμολογία χαμηλότερη από αυτήν της προηγούμενης βαθμολογήσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
5. Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Έκθεση βαθμολογίας – Δικαστικός έλεγχος – Όρια
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
6. Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Έκθεση βαθμολογίας – Κατάρτιση – Καθυστέρηση
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
1. Στον τομέα της αξιολογήσεως του προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η θεμελιώδης αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα, κατά τη διαδικασία αξιολογήσεως, να αντικρούσει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς περί πραγματικών περιστατικών που ενδέχεται να γίνουν δεκτά σε βάρος του. Προς εκπλήρωση του σκοπού αυτού θεσπίσθηκε, ειδικότερα, το άρθρο 26, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ), καθώς και με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 43 του ΚΥΚ, τις οποίες εξέδωσε η Επιτροπή, οι διατάξεις των οποίων διασφαλίζουν την τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως καθ’ όλη τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας.
(βλ. σκέψη 46)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 8 Μαρτίου 2005, T‑277/03, Βλαχάκη κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑57 και II‑243, σκέψη 64
2. Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο η αμερόληπτη άσκηση των καθηκόντων των μελών της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για την αξιολόγηση, η οποία παρεμβαίνει κατά τη διαδικασία βαθμολογήσεως των υπαλλήλων, το άρθρο 8, παράγραφος 6, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου 43 του ΚΥΚ, τις οποίες εξέδωσε η Επιτροπή, προβλέπει ότι μέλος της επιτροπής αυτής υποχρεούται να παραιτηθεί και να αντικατασταθεί από αναπληρωματικό μέλος σε περίπτωση κατά την οποία συνάγεται ότι, ως πρωτοβάθμιος αξιολογητής, επικυρωτής ή δευτεροβάθμιος αξιολογητής, έχει συμφέροντα που δεν συμβιβάζονται με την αποστολή του.
Ως εκ τούτου, τα μέλη της εν λόγω επιτροπής που είχαν την ευθύνη για την κατάρτιση εκθέσεως εξελίξεως σταδιοδρομίας δεν μπορούν να μετέχουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής σε περίπτωση κατά την οποία εξετάζεται στο πλαίσιο της επιτροπής αυτής η διοικητική ένσταση κατά της εν λόγω εκθέσεως.
Πάντως, το γεγονός και μόνον ότι ο επικυρωτής της εκθέσεως, ο οποίος, βάσει των προπαρατεθεισών διατάξεων, απαγορεύεται να μετάσχει στην εκ μέρους της επιτροπής εξέταση της ιδίας αυτής εκθέσεως, δεν απέσχε από συνεδρίαση της επιτροπής κατά την οποία εξετάσθηκε το ζήτημα της αναστολής της εξετάσεως της ενστάσεως του αξιολογηθέντος υπαλλήλου, δεν θέτει εν αμφιβόλω την αμεροληψία της εν λόγω επιτροπής, εφόσον δεν εξετάσθηκε κατά την επίμαχη συνεδρίαση κανένα ζήτημα σχετικό με την ουσία της διοικητικής ενστάσεως.
(βλ. σκέψεις 70 έως 72)
3. Όσον αφορά τους λόγους που δύνανται να προβληθούν στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, πρέπει να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και του λόγου που αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Συγκεκριμένα, πρόκειται για δύο χωριστούς λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος, ο οποίος αφορά την έλλειψη ή την ανεπάρκεια αιτιολογίας, εμπίπτει στην περίπτωση της παραβάσεως ουσιώδους τύπου, κατά την έννοια του άρθρου 253 ΕΚ, και αποτελεί λόγο δημοσίας τάξεως τον οποίο ο κοινοτικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ενώ ο δεύτερος λόγος, ο οποίος αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίμαχης αποφάσεως, μπορεί να εξετασθεί από τον κοινοτικό δικαστή μόνον αν έχει προβληθεί από τον προσφεύγοντα.
(βλ. σκέψη 92)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 13 Ιουλίου 2006, T‑285/04, Andrieu κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. Ι-Α-2-161 και ΙΙ-Α-2-775, σκέψη 90 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
4. Η διοίκηση υπέχει την υποχρέωση να αιτιολογεί την έκθεση βαθμολογίας επαρκώς και εμπεριστατωμένα και να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις επί της αιτιολογίας αυτής, η δε τήρηση των απαιτήσεων αυτών είναι κατά μείζονα λόγο σημαντική σε περίπτωση κατά την οποία η βαθμολογία παρουσιάζει πτώση σε σχέση με την προηγούμενη βαθμολόγηση.
Τα σχόλια γενικού χαρακτήρα που συνοδεύουν τις αναλυτικές κρίσεις πρέπει να επιτρέπουν στον βαθμολογούμενο να εκτιμήσει το βάσιμό τους μετά λόγου γνώσεως και, ενδεχομένως, στο Πρωτοδικείο να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο, πρέπει δε να υφίσταται, προς τούτο, συνέπεια μεταξύ των κρίσεων αυτών και των σχολίων που σκοπούν στην αιτιολόγησή τους.
(βλ. σκέψεις 94 και 95)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 21 Οκτωβρίου 1992, T‑23/91, Maurissen κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1992, σ. II‑2377, σκέψη 41· ΠΕΚ, 12 Ιουνίου 2002, T‑187/01, Mellone κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑81 και II‑389, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
5. Το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση των υπευθύνων για την αξιολόγηση της εργασίας του βαθμολογουμένου με την εκτίμησή του. Συγκεκριμένα, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για την αξιολόγηση της εργασίας των υπαλλήλων τους. Οι αξιολογικές κρίσεις περί των υπαλλήλων στις εκθέσεις βαθμολογίας δεν υπόκεινται στον δικαστικό έλεγχο, ο οποίος αφορά μόνον την ενδεχόμενη ύπαρξη τυπικών πλημμελειών ή πρόδηλων πραγματικών σφαλμάτων σχετικά με τις εκτιμήσεις της διοικήσεως, καθώς και την ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας.
(βλ. σκέψη 100)
Παραπομπή: προπαρατεθείσα απόφαση Andrieu κατά Επιτροπής, σκέψη 99 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
6. Η έκθεση βαθμολογίας δεν μπορεί να ακυρωθεί, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, για τον λόγο και μόνον ότι καταρτίσθηκε με καθυστέρηση. Μολονότι το γεγονός ότι η έκθεση βαθμολογίας καταρτίσθηκε με καθυστέρηση μπορεί να δημιουργήσει δικαίωμα αποζημιώσεως υπέρ του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, εντούτοις η καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος της εκθέσεως βαθμολογίας ούτε, συνεπώς, να δικαιολογήσει την ακύρωσή της.
(βλ. σκέψη 139)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 7 Μαΐου 2003, T‑278/01, den Hamer κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑139 και II‑665, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
Full & Egal Universal Law Academy