ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 12ης Σεπτεμβρίου 2007
Υπόθεση T-249/04
Philippe Combescot
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Ηθική παρενόχληση – Καθήκον αρωγής – Έκθεση εξελίξεως σταδιοδρομίας για την περίοδο αξιολογήσεως 2001/2002 – Προσφυγή ακυρώσεως – Έλλειψη εννόμου συμφέροντος – Αγωγή αποζημιώσεως»
Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αντικείμενο, αφενός, την αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς των προϊσταμένων του προσφεύγοντος-ενάγοντος, την αναγνώριση του δικαιώματός του να τύχει αρωγής και την ακύρωση της εκθέσεως εξελίξεως της σταδιοδρομίας του για την περίοδο από 1η Ιουλίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2002 και, αφετέρου, την επιδίκαση αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης τις οποίες ισχυρίστηκε ότι υπέστη ο προσφεύγων-ενάγων.
Απόφαση: Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Περίληψη
1. Διαδικασία – Εκπροσώπηση των διαδίκων
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αγωγή αποζημιώσεως – Διοικητική διαδικασία που προηγείται της προσφυγής
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
3. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Έννομο συμφέρον
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
4. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αγωγή αποζημιώσεως που συναρτάται προς προσφυγή ακυρώσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
5. Υπάλληλοι – Βαθμολόγηση – Διαφωνία μεταξύ του υπαλλήλου και του προϊσταμένου του
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 14 και 43)
6. Υπάλληλοι – Βαθμολόγηση – Έκθεση εξελίξεως σταδιοδρομίας
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
7. Υπάλληλοι – Βαθμολόγηση – Έκθεση εξελίξεως σταδιοδρομίας
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
8. Υπάλληλοι – Βαθμολόγηση – Έκθεση εξελίξεως σταδιοδρομίας
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
9. Υπάλληλοι – Βαθμολόγηση – Έκθεση εξελίξεως σταδιοδρομίας
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
1. Οι δικονομικοί κανόνες που έχουν εφαρμογή ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν απαγορεύουν στους διαδίκους να παρέχουν γενική δικαστική πληρεξουσιότητα για περισσότερες της μιας υποθέσεις που πρόκειται να εκδικάσει το Πρωτοδικείο, εφόσον προτίθενται να μετάσχουν σ’ αυτές, πράγμα που σημαίνει ότι ο εκπρόσωπος του διαδίκου μπορεί να προσκομίζει το ίδιο έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας σε περισσότερες της μιας υποθέσεις.
(βλ. σκέψη 22)
2. Ο υπάλληλος που προτίθεται να προσβάλει βλαπτική γι’ αυτόν πράξη μπορεί να υποβάλει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διοικητική ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ), και στη συνέχεια, αν απορριφθεί η ένστασή του, να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, με την οποία να ζητεί την ακύρωση της βλαπτικής πράξης, την επιδίκαση αποζημιώσεως ή και τα δύο.
Αντίθετα, αν η ζημία που ο υπάλληλος ισχυρίζεται ότι υπέστη δεν προκύπτει από βλαπτική πράξη, ο υπάλληλος αυτός μπορεί να κινήσει τη διαδικασία μόνο με την υποβολή στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αίτησης βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, η ενδεχόμενη απόρριψη της οποίας θα αποτελεί βλαπτική γι’ αυτόν πράξη, κατά της οποίας θα μπορεί να υποβάλει διοικητική ένσταση, κατόπιν της οποίας θα μπορεί ενδεχομένως να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως και/ή αγωγή αποζημιώσεως.
Η επίκληση εκ μέρους του υπαλλήλου του δικαιώματός του να τύχει αρωγής δεν στρέφεται κατά βλαπτικής πράξης και δεν μπορεί επομένως να χαρακτηριστεί ως ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Η επίκληση αυτή αποτελεί αίτηση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ανεξάρτητα από την επικεφαλίδα που έχει επιλέξει να χρησιμοποιήσει στο σχετικό έγγραφο ο υπάλληλος, η επιλογή του οποίου δεν δεσμεύει το Πρωτοδικείο.
(βλ. σκέψεις 30 έως 32)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 14 Φεβρουαρίου 2005, T‑406/03, Ravailhe κατά Επιτροπής των Περιφερειών, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑19 και II‑79, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· ΠΕΚ, 13 Ιουλίου 2006, T‑285/04, Andrieu κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. Ι-Α-2-161 και ΙΙ-Α-2-775, σκέψη 133 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
3. Για να μπορεί ο συνταξιούχος υπάλληλος να συνεχίσει τη διαδικασία ακυρώσεως αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, πρέπει να διατηρεί προσωπικό συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Η έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας, η οποία αποτελεί ενδοϋπηρεσιακό έγγραφο που αποσκοπεί πρωτίστως στην κατά τακτά διαστήματα ενημέρωση της διοικήσεως σχετικά με την εκπλήρωση εκ μέρους των υπαλλήλων των υπηρεσιακών καθηκόντων τους, ασκεί σημαντική επιρροή επί της εξελίξεως της σταδιοδρομίας του υπαλλήλου, κυρίως όσον αφορά τις μεταθέσεις και τις προαγωγές του. Κατά συνέπεια, δεν επηρεάζει καταρχήν το συμφέρον του βαθμολογουμένου παρά μόνο μέχρι την οριστική λήξη των καθηκόντων του.
Επομένως, είναι απαράδεκτο το αίτημα του συνταξιούχου υπαλλήλου να ακυρωθεί η έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας του, υπαλλήλου στον οποίο χορηγήθηκε σύνταξη μόνιμης και πλήρους αναπηρίας μετά την κατάθεση της προσφυγής του, εφόσον αφενός η απόφαση για τη συνταξιοδότησή του έχει καταστεί οριστική και αφετέρου δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι είναι πιθανή η βελτίωση της υγείας του, ώστε να μπορεί να επανενταχθεί στην υπηρεσία του κοινοτικού οργάνου.
Εντούτοις, ο ενδιαφερόμενος, μολονότι δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον για την ακύρωση της εκθέσεως, εξακολουθεί να έχει συμφέρον για τον έλεγχο της νομιμότητας της εκθέσεως στο πλαίσιο αγωγής με την οποία ζητεί ικανοποίηση για την επαγγελματική, σωματική και ηθική βλάβη που θεωρεί ότι υπέστη λόγω της συμπεριφοράς του οικείου κοινοτικού οργάνου.
(βλ. σκέψεις 36 έως 38 και 47)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 13 Δεκεμβρίου 1990, T‑20/89, Moritz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. II‑769, σκέψη 18· ΠΕΚ, 15 Φεβρουαρίου 1995, T‑112/94, Moat κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I‑A‑37 και II‑135, σκέψη 26· ΠΕΚ, 29 Μαΐου 1997, T‑6/96, Κονταργύρης κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑119 και II‑357, σκέψη 32· ΠΕΚ, 30 Νοεμβρίου 1998, T‑97/94, N κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑621 και II‑1879, σκέψεις 25 και 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
4. Ο νομολογιακός κανόνας ότι το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής αποζημιώσεως που συναρτάται άμεσα προς την προσφυγή ακυρώσεως αποσκοπεί σαφώς στην αποφυγή του ενδεχομένου να μπορεί ο υπάλληλος που δεν προσέβαλε εμπροθέσμως τη βλαπτική γι’ αυτόν πράξη της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής να καταστρατηγεί την προθεσμία αυτή ασκώντας αγωγή αποζημιώσεως στηριζόμενη στον ισχυρισμό περί ελλείψεως νομιμότητας της εν λόγω αποφάσεως.
Κατά συνέπεια, όταν έχει ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως για τη ζημία που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί λόγω της ελλείψεως νομιμότητας της εκθέσεως εξελίξεως της σταδιοδρομίας του κατά της οποίας έχει ασκήσει εμπροθέσμως προσφυγή ακυρώσεως, το γεγονός ότι η προσφυγή ακυρώσεως κατέστη απαράδεκτη, μετά την άσκησή της, για λόγο ανεξάρτητο της βούλησης του προσφεύγοντος-ενάγοντος, και συγκεκριμένα λόγω της συνταξιοδοτήσεώς του, δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της αγωγής αποζημιώσεως. Πράγματι, αν η αγωγή αποζημιώσεως κηρυχθεί παραδεκτή, αυτό δεν συνεπάγεται την παροχή στον προσφεύγοντα-ενάγοντα της δυνατότητας να καταστρατηγήσει μια αποκλειστική προθεσμία που συναρτάται προς τη μη τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας για την υποβολή του αιτήματος της ακυρώσεως της πράξεως την οποία ο προσφεύγων-ενάγων θεωρεί παράνομη.
(βλ. σκέψεις 43, 44 και 46)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 15 Δεκεμβρίου 1966, 59/65, Schreckenberg κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1966, σ. 477· ΔΕΚ, 12 Δεκεμβρίου 1967, 4/67, Collignon κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 621· ΔΕΚ, 22 Οκτωβρίου 1975, 9/75, Meyer-Burckhardt κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 363, σκέψη 11· ΔΕΚ, 7 Οκτωβρίου 1987, 401/85, Schina κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 3911, σκέψεις 10 και 13· ΔΕΚ, 14 Φεβρουαρίου 1989, 346/87, Bossi κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 303, σκέψεις 31 και 34· ΠΕΚ, 6 Απριλίου 2006, T‑309/03, Camós Grau κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑1173, σκέψη 76
5. Μολονότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να προκαλέσουν οι διαφωνίες μεταξύ ενός υπαλλήλου και του προϊσταμένου του κάποια ενόχληση στον προϊστάμενο, το ενδεχόμενο αυτό δεν συνεπάγεται καθ’ αυτό ότι ο προϊστάμενος δεν είναι πλέον σε θέση να εκτιμήσει αντικειμενικά τα προσόντα του οικείου υπαλλήλου.
Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι έχει ενοχληθεί κάπως ο προϊστάμενος από τον αξιολογούμενο υπάλληλο, οι επιπτώσεις του γεγονότος αυτού μπορούν να αντισταθμίζονται, στο πλαίσιο του συστήματος αξιολογήσεως που έχει καθιερώσει η Επιτροπή με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 43 του ΚΥΚ, από την παρέμβαση του συναξιολογητή και του δεύτερου αξιολογητή. Η συμμετοχή δηλαδή του δεύτερου αξιολογητή στη διαδικασία αξιολογήσεως πρέπει να θεωρηθεί ως εγγύηση που εξουδετερώνει τον ενδεχόμενο κίνδυνο συγκρούσεως συμφερόντων του αξιολογητή.
(βλ. σκέψεις 71 και 75)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 23 Φεβρουαρίου 2001, T‑7/98, T‑208/98 και T‑109/99, De Nicola κατά ΕΤΕπ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑49 και II‑185, σκέψη 188· ΠΕΚ, 12 Ιουλίου 2005, T‑157/04, De Bry κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑199 και II‑901, σκέψη 46
6. Το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση των υπευθύνων για την αξιολόγηση της εργασίας του βαθμολογουμένου με την εκτίμησή του. Συγκεκριμένα, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για την αξιολόγηση της εργασίας των υπαλλήλων τους. Οι αξιολογικές κρίσεις που διατυπώνονται για τους υπαλλήλους στις εκθέσεις εξελίξεως της σταδιοδρομίας τους δεν υπόκεινται στον έλεγχο νομιμότητας, ο οποίος αφορά μόνον την ενδεχόμενη ύπαρξη τυπικών πλημμελειών ή πρόδηλων πραγματικών σφαλμάτων σχετικά με τις εκτιμήσεις της διοικήσεως, καθώς και την ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας.
(βλ. σκέψη 78)
Παραπομπή: Andrieu κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 99 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
7. Το γεγονός ότι ο αξιολογητής δεν αναφέρθηκε, με τα σχόλια που διατύπωσε σε μια έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας, ούτε στην αυτοαξιολόγηση του αξιολογούμενου υπαλλήλου ούτε σε μια ενδοϋπηρεσιακή έκθεση σχετικά με το έργο της υπηρεσίας του δεν συνιστά έλλειψη αμεροληψίας εκ μέρους του αξιολογητή ούτε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως εκ μέρους του οικείου κοινοτικού οργάνου.
Το γεγονός δηλαδή και μόνον ότι ο αξιολογητής δεν έλαβε θέση, με τα σχόλιά του, εφ’ όλων των συνιστωσών της αυτοαξιολογήσεως του υπαλλήλου δεν αρκεί, καθεαυτό, για να αποδείξει ότι το οικείο κοινοτικό όργανο δεν έλαβε υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Πράγματι, η αξιολόγηση δεν θα είχε κανένα λόγο υπάρξεως, αν ο κρινόμενος υπάλληλος είχε πρωταρχικό ρόλο στη διαδικασία αυτή και ο πρώτος αξιολογητής έπρεπε απλώς να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του εν λόγω υπαλλήλου.
Εξάλλου, η έκθεση που έχει συνταχθεί για άλλους σκοπούς και όχι για την αξιολόγηση των υπαλλήλων δεν αποτελεί κατά κανόνα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο αξιολογητής κατά την κατάρτιση μιας εκθέσεως εξελίξεως της σταδιοδρομίας.
(βλ. σκέψεις 81 έως 83)
Παραπομπή: Andrieu κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 92
8. Η διοίκηση υπέχει την υποχρέωση να αιτιολογεί τις εκθέσεις εξελίξεως της σταδιοδρομίας επαρκώς και λεπτομερώς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εν λόγω αιτιολογία πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης μέριμνας.
Ο αξιολογητής δεν είναι υποχρεωμένος να αιτιολογεί λεπτομερέστερα τις εκθέσεις εξελίξεως της σταδιοδρομίας παραθέτοντας συγκεκριμένα παραδείγματα που να αποδεικνύουν την ορθότητα των αξιολογικών του κρίσεων. Δεν έχει άλλωστε ούτε την υποχρέωση να αιτιολογεί την απόφασή του να αποστεί από την αυτοαξιολόγηση του αξιολογούμενου υπαλλήλου.
(βλ. σκέψεις 84 και 86)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 30 Σεπτεμβρίου 2004, T‑16/03, Ferrer de Moncada κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑261 και II‑1163, σκέψεις 49, 50, 53 και 54
9. Οι διάφορες κατηγορίες αξιολογήσεως μιας εκθέσεως εξελίξεως της σταδιοδρομίας δεν είναι τελείως ανεξάρτητες μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, οι γνώσεις και η συμπεριφορά του υπαλλήλου επηρεάζουν κατά κανόνα την παραγωγικότητά του. Εντούτοις, δεδομένου ότι το γενικό ποιοτικό επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών του μπορεί να επηρεάζεται από άλλους παράγοντες, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να υστερεί ο υπάλληλος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, σε έναν τομέα σε σχέση με τους άλλους τομείς, με συνέπεια να περιλαμβάνονται στην έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας του θετικά σχόλια σε μια στήλη και σαφώς αρνητικές κρίσεις σε άλλες στήλες.
(βλ. σκέψη 87)
Full & Egal Universal Law Academy