ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 9ης Ιανουαρίου 2007
Υπόθεση T-288/04
Kris Van Neyghem
κατά
Επιτροπής των Περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Υπάλληλοι – Διορισμός – Κατάταξη σε βαθμό και κλιμάκιο – Εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών – Εκπρόθεσμη διοικητική ένσταση – Παραδεκτό»
Αντικείμενο: Προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως 87/03 της Επιτροπής των Περιφερειών, της 26ης Μαρτίου 2003, με την οποία ο προσφεύγων κατατάχθηκε οριστικά στον βαθμό Β 5, κλιμάκιο 4.
Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η Επιτροπή των Περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Περίληψη
Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Προθεσμίες
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 25, εδ. 2, 90 και 91)
Η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά διοικητικής αποφάσεως αρχίζει από της κοινοποιήσεως μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος αποδοχών, εφόσον από το εν λόγω σημείωμα προκύπτει σαφώς η ύπαρξη και το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής και εφόσον η απόφαση αυτή έχει αποκλειστικά χρηματικό αντικείμενο, το οποίο, ως εκ της φύσεώς του, προκύπτει από το εν λόγω σημείωμα.
Τούτο δεν συμβαίνει, όμως, στην περίπτωση αποφάσεως περί οριστικής κατατάξεως υπαλλήλου σε βαθμό και κλιμάκιο, η οποία δεν έχει χρηματικό αντικείμενο, αλλά αφορά ουσιώδες στοιχείο της επαγγελματικής καταστάσεως του υπαλλήλου. Απόφαση τέτοιας σημασίας δεν είναι δυνατόν να προκύπτει σαφώς από απλό σημείωμα αποδοχών. Το σημείωμα αυτό δεν αποτελεί πρόσφορο μέσο για να πληροφορηθεί ο ενδιαφερόμενος την έκδοση αποφάσεως τέτοιας σημασίας, ιδίως σε περίπτωση που το σημείωμα δεν αναφέρει τον βαθμό και το κλιμάκιο στο οποίο κατατάσσεται ο ενδιαφερόμενος. Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του κανόνα του άρθρου 25, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και της αρχής κατά την οποία η διοίκηση υποχρεούται να διασφαλίζει ότι οι υπάλληλοι πράγματι λαμβάνουν ευχερώς γνώση των διοικητικών πράξεων που τους αφορούν ατομικά, αρχής η οποία θεμελιώνεται στην υποχρέωση αρωγής που υπέχουν τα κοινοτικά όργανα έναντι των υπαλλήλων τους, ο υπάλληλος που επιδεικνύει τη συνήθη επιμέλεια και θεωρείται ότι γνωρίζει τους κανόνες μισθοδοσίας έχει την εύλογη προσδοκία ότι η απόφαση περί οριστικού καθορισμού της κατατάξεώς του σε βαθμό και κλιμάκιο θα του κοινοποιηθεί εγγράφως.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η διοίκηση δεν τήρησε την υποχρέωσή της να γνωστοποιήσει εγγράφως στον υπάλληλο την απόφαση περί οριστικής κατατάξεώς του δεν απαλλάσσει τον υπάλληλο από την υποχρέωση να ενεργήσει με κάθε επιμέλεια, ιδίως αν αποδεικνύεται ότι δεν ήταν δυνατόν να μη γνωρίζει ότι έχει εκδοθεί τέτοια απόφαση ως προς αυτόν. Εξάλλου, λαμβανομένων υπόψη των νομικών και πραγματικών περιστάσεων της κοινοποιήσεως των εν λόγω σημειωμάτων σε ασκούμενο υπάλλήλο, ο οποίος γνωρίζει ότι επίκειται η έκδοση αποφάσεως περί οριστικής κατατάξεως, τα σημειώματα αποδοχών αρκούν, ενδεχομένως, ώστε να ενημερωθεί ο υπάλληλος ότι έχει επέλθει μεταβολή της καταστάσεώς του, δεδομένου ότι η σημαντική τροποποίηση του βασικού μισθού και η αναδρομική τακτοποίησή του δεν είναι δυνατόν να διαφύγει της προσοχής προσώπου που επιδεικνύει την απαιτούμενη από έναν υπάλληλο επιμέλεια, ο οποίος έχει συνήθη ενημέρωση. Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος οφείλει, τουλάχιστον, να ζητήσει από τη διοίκηση να τον ενημερώσει σχετικά με τη μεταβολή του βασικού μισθού του και, ενδεχομένως, να του κοινοποιήσει, εντός ευλόγου χρόνου, το κείμενο της αποφάσεως βάσει της οποίας επήλθε η ως άνω μεταβολή, ώστε να γνωρίζει επακριβώς το περιεχόμενο της πράξεως και τους λόγους στους οποίους αυτή στηρίζεται και να μπορεί να κάνει χρήση του δικαιώματός του ασκήσεως προσφυγής. Συναφώς, το διάστημα των πέντε και πλέον μηνών που παρήλθε από την παραλαβή των πρώτων σημειωμάτων μισθοδοσίας που εμφαίνουν σημαντική τροποποίηση του βασικού μισθού δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί εύλογο, ακόμη και αν ο προσφεύγων πίστευε καλόπιστα ότι θα επέλθει συμφωνία με τη διοίκηση, χωρίς να ασκηθεί διοικητική προσφυγή, καθώς η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας δεν απαλλάσσει τον υπάλληλο από την υποχρέωση να τηρεί τις σχετικές προθεσμίες, οι οποίες είναι δημοσίας τάξεως.
(βλ. σκέψεις 39 έως 43 και 47 έως 50)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 23 Ιανουαρίου 1997, C‑246/95, Coen, Συλλογή 1997, σ. I‑403, σκέψη 21· ΠΕΚ, 16 Μαρτίου 1993, T‑33/89 και T‑74/89, Blackman κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II‑249, σκέψη 34· ΠΕΚ, 24 Απριλίου 1996, T‑6/94, A κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I‑A‑191 και II‑555, σκέψη 52· ΠΕΚ, 24 Μαρτίου 1998, T‑232/97, Becret-Danieau κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑157 και II‑495, σκέψεις 31 και 32· ΠΕΚ, 24 Ιουνίου 2004, T‑190/02, Österholm κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑197 και II‑877, σκέψη 32· ΠΕΚ, 16 Φεβρουαρίου 2005, T‑354/03, Reggimenti κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑33 και II‑147, σκέψεις 38 και 39· ΠΕΚ, 4 Μαΐου 2005, T‑144/03, Schmit κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑101 και II‑465, σκέψη 146
Full & Egal Universal Law Academy