ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 20ής Νοεμβρίου 2007
Υπόθεση T-308/04
Francesco Ianniello
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Έκθεση εξελίξεως σταδιοδρομίας – Διαδικασία αξιολογήσεως 2001/2002 – Προσφυγή ακυρώσεως – Αγωγή αποζημιώσεως»
Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αντικείμενο την ακύρωση της εκθέσεως εξελίξεως σταδιοδρομίας του προσφεύγοντος-ενάγοντος για την περίοδο 2001/2002 και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Απόφαση: Ακύρωση της αποφάσεως περί της εκθέσεως εξελίξεως σταδιοδρομίας του προσφεύγοντος-ενάγοντος για την περίοδο 2001/2002. Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Η Επιτροπή φέρει τα έξοδά της, καθώς και τα έξοδα του προσφεύγοντος-ενάγοντος.
Περίληψη
1. Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας – Περιεχόμενο – Πράξεις κατά των οποίων μπορεί να προβληθεί ένσταση ελλείψεως νομιμότητας
(Άρθρο 241 ΕΚ)
2. Υπάλληλοι – ΚΥΚ – Γενικές εκτελεστικές διατάξεις
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 110)
3. Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για την αξιολόγηση – Σύνθεση
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
4. Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για την αξιολόγηση – Υποχρέωση αποχής από τις συνεδριάσεις των μελών της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για την αξιολόγηση τα οποία είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση του προσωπικού και έχουν συμφέροντα που δεν συμβιβάζονται με την αποστολή τους – Περιεχόμενο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
5. Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας – Περιεχόμενο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
1. Το άρθρο 241 ΕΚ αποτελεί έκφραση της γενικής αρχής βάσει της οποίας διασφαλίζεται σε κάθε διάδικο, προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση αποφάσεως η οποία τον αφορά άμεσα και ατομικά, το δικαίωμα να αμφισβητήσει το κύρος προγενέστερων πράξεων κοινοτικού οργάνου, οι οποίες αποτελούν τη νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον ο διάδικος αυτός δεν είχε το δικαίωμα να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, ευθεία προσφυγή κατά των πράξεων αυτών των οποίων υφίσταται έτσι τις συνέπειες ενώ δεν είχε τη δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωσή τους. Το άρθρο 241 ΕΚ σκοπεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να προστατεύσει τον διοικούμενο έναντι της εφαρμογής παράνομης κανονιστικής πράξεως, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η έλλειψη δυνατότητας εφαρμογής περιορίζονται στους διαδίκους, ενώ η απόφαση αυτή δεν θέτει εν αμφιβόλω την πράξη αυτή καθαυτή, η οποία έχει καταστεί απρόσβλητη.
Καθόσον το άρθρο 241 ΕΚ δεν σκοπεί να καταστήσει δυνατό σε διάδικο να αμφισβητήσει την εφαρμογή οποιασδήποτε πράξεως γενικού χαρακτήρα προς στήριξη προσφυγής, η έκταση της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας πρέπει να περιορίζεται στο αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς. Ως εκ τούτου, η γενική πράξη της οποίας προβάλλεται η έλλειψη νομιμότητας πρέπει να έχει εφαρμογή, άμεσα ή έμμεσα, στην περίπτωση που αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής, πρέπει δε να υφίσταται άμεσος νομικός δεσμός μεταξύ της προσβαλλομένης ατομικής αποφάσεως και της επίμαχης γενικής πράξεως. Η ύπαρξη του δεσμού αυτού μπορεί, πάντως, να συνάγεται από τη διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται κατ’ ουσία σε διάταξη της πράξεως της οποίας αμφισβητείται η νομιμότητα, μολονότι η δεύτερη δεν αποτελούσε τυπικώς τη νομική βάση της αποφάσεως.
(βλ. σκέψεις 32 και 33)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 14 Δεκεμβρίου 1962, 31/62 και 33/62, Wöhrmann και Lütticke κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 849· ΔΕΚ, 31 Μαρτίου 1965, 21/64, Macchiorlati Dalmas κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 51· ΔΕΚ, 13 Ιουλίου 1966, 32/65, Ιταλία κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 429· ΔΕΚ, 21 Φεβρουαρίου 1974, 15/73 έως 33/73, 52/73, 53/73, 57/73 έως 109/73, 116/73, 117/73, 123/73 και 135/73 έως 137/73, Kortner κ.λπ. κατά Συμβουλίου κ.λπ., Συλλογή τόμος 1974, σ. 107, σκέψεις 36 και 37· ΔΕΚ, 6 Μαρτίου 1979/Ι, 92/78, Simmenthal κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979, σ. 407, σκέψη 39· ΔΕΚ, 19 Ιανουαρίου 1984, 262/80, Andersen κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1984, σ. 195, σκέψη 6· ΠΕΚ, 26 Οκτωβρίου 1993, T‑6/92 και T‑52/92, Reinarz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑1047, σκέψη 57· ΠΕΚ, 12 Δεκεμβρίου 1996, T‑177/94 και T‑377/94, Altmann κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II‑2041, σκέψη 119· ΠΕΚ, 4 Μαρτίου 1998, T‑146/96, De Abreu κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑109 και II‑281, σκέψεις 25 και 29
2. Με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 110, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ) είναι δυνατό να καθορίζονται κριτήρια που θα καθοδηγούν τη διοίκηση κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειάς της ή να διευκρινίζεται τo περιεχόμενο μη σαφών διατάξεων του ΚΥΚ. Εντούτοις, με τις διατάξεις αυτές δεν είναι σε καμία περίπτωση δυνατό να θεσπίζονται κανόνες που εισάγουν παρέκκλιση από διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος, όπως είναι οι διατάξεις του ΚΥΚ ή οι γενικές αρχές του δικαίου.
(βλ. σκέψη 38)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 14 Δεκεμβρίου 1990, T‑75/89, Brems κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. II‑899, σκέψη 29· ΠΕΚ, 25 Οκτωβρίου 2005, T‑43/04, Fardoom και Reinard κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑329 και II‑1465, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
3. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 5, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου 43 του ΚΥΚ, τις οποίες εξέδωσε η Επιτροπή, αποστολή της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για την αξιολόγηση είναι να μεριμνά, χωρίς να υποκαθιστά τους αξιολογητές όσον αφορά την εκτίμηση της εργασίας του ενδιαφερομένου, για την κατά δίκαιο και αντικειμενικό τρόπο κατάρτιση της εκθέσεως εξελίξεως σταδιοδρομίας και για το ότι η έκθεση αυτή είναι σύμφωνη με τους συνήθεις κανόνες αξιολογήσεως, καθώς και για τη δέουσα τήρηση όσων προβλέπονται για τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν. Λαμβανομένης υπόψη της αποστολής αυτής, δεν έχει σημασία ο βαθμός που έχουν τα μέλη της επιτροπής, ειδικότερα δε το γεγονός και μόνον ότι μέλος της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για την αξιολόγηση έχει τον ίδιο βαθμό με τον ενδιαφερόμενο δεν συνεπάγεται ότι υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την αμεροληψία του.
(βλ. σκέψεις 41 έως 43)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 12 Ιουλίου 2005, T‑157/04, De Bry κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑199 και II‑901, σκέψη 49
4. Από το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 6, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου 43 του ΚΥΚ, τις οποίες εξέδωσε η Επιτροπή, προκύπτει ότι το γεγονός και μόνον ότι ένα μέλος της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για την αξιολόγηση είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση του προσωπικού δεν συνεπάγεται υποχρέωσή του να παραιτηθεί και να αντικατασταθεί από αναπληρωματικό μέλος σε περίπτωση εξετάσεως διοικητικής ενστάσεως που υπέβαλαν εκπρόσωποι του προσωπικού. Συγκεκριμένα, τα μέλη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για την αξιολόγηση υπέχουν τέτοια υποχρέωση μόνο στο μέτρο που έχουν συμφέροντα που δεν συμβιβάζονται με την αποστολή τους. Η ύπαρξη αμιγώς θεωρητικού κινδύνου συγκρούσεως συμφερόντων δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι ένα μέλος της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για την αξιολόγηση, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση του προσωπικού, έχει πράγματι συμφέροντα που δεν συμβιβάζονται με την αποστολή του.
(βλ. σκέψη 54)
5. Στο πλαίσιο του συστήματος βαθμολογίας που θέσπισε η Επιτροπή, η θεμελιώδης αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα, κατά τη διαδικασία αξιολογήσεως, να αντικρούσει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς περί πραγματικών περιστατικών που ενδέχεται να γίνουν δεκτά σε βάρος του. Πάντως, η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας δεν συνεπάγεται ότι ο δευτεροβάθμιος αξιολογητής πρέπει να περιορισθεί στις απαραίτητες διαβουλεύσεις προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή του με επιμέλεια. Έτσι, ο δευτεροβάθμιος αξιολογητής μπορεί να συμβουλευθεί τους ιεραρχικώς προϊσταμένους του αξιολογούμενου υπαλλήλου, χωρίς αυτό να συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την κίνηση διαδικασίας αντιπαραθέσεως απόψεων με τον αξιολογούμενο υπάλληλο. Στο πλαίσιο αυτό, ο δευτεροβάθμιος αξιολογητής μπορεί να ζητήσει ακόμη και την παροχή εξηγήσεων ή διευκρινίσεων όσον αφορά τις εκτιμήσεις του αξιολογουμένου που περιλαμβάνονται στην έκθεση εξελίξεως σταδιοδρομίας. Πάντως, οι παρεχόμενες εξηγήσεις ή διευκρινίσεις δεν πρέπει να τροποποιούν, επί της ουσίας, το περιεχόμενο της αρχικής εκτιμήσεως του ιδίου αυτού αξιολογητή, η οποία περιλαμβάνεται στην έκθεση εξελίξεως σταδιοδρομίας. Εάν συνάγεται τέτοια τροποποίηση από αυτές, ο δευτεροβάθμιος αξιολογητής, τηρώντας την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας του αξιολογούμενου υπαλλήλου, πρέπει να παράσχει στον δεύτερο τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί της νέας εκτιμήσεως του αξιολογητή. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, οι παρατηρήσεις τις οποίες υπέβαλε ο υπάλληλος αυτός κατά τα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας αξιολογήσεως δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκείς, δεδομένου ότι υποβλήθηκαν λαμβανομένης υπόψη διαφορετικής εκτιμήσεως του αξιολογητή.
(βλ. σκέψεις 70, 73 και 74)
Full & Egal Universal Law Academy