ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 3ης Μαΐου 2007
Υπόθεση T-343/04
Βασίλειος Τσαρνάβας
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Έκθεση βαθμολογίας – Ακυρότητα – Προσφυγή ακυρώσεως – Έννομο συμφέρον – Αγωγή αποζημιώσεως – Απαράδεκτο»
Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αντικείμενο, αφενός, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου βαθμολογητή της 4ης Αυγούστου 2003, περί καταρτίσεως της οριστικής εκθέσεως βαθμολογίας του προσφεύγοντος για το διάστημα από 1ης Ιουλίου 1997 έως 30 Ιουνίου 1999 και, αφετέρου, αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη την οποία ο ισχυρίζεται ότι υπέστη ο προσφεύγων-ενάγων λόγω εκπρόθεσμης καταρτίσεως της εκθέσεως βαθμολογίας του και λόγω ηθικής παρενοχλήσεως.
Απόφαση: Η απόφαση του δευτεροβάθμιου βαθμολογητή της 4ης Αυγούστου 2003, περί καταρτίσεως της οριστικής εκθέσεως βαθμολογίας του προσφεύγοντος-ενάγοντος για το διάστημα από 1ης Ιουλίου 1997 έως 30 Ιουνίου 1999 ακυρώνεται. Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και το ήμισυ των δικαστικών εξόδων του προσφεύγοντος-ενάγοντος.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Έννομο συμφέρον
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 43, 90 και 91)
2. Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Έκθεση βαθμολογίας – Κατάρτιση
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
3. Υπάλληλοι – Βαθμολογία – Έκθεση βαθμολογίας – Κατάρτιση
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 43)
1. Προκειμένου ένα υπάλληλος ή πρώην υπάλληλος να δικαιούται να ασκήσει προσφυγή δυνάμει των άρθρων 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ) πρέπει να έχει ατομικό συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Το συμφέρον αυτό εκτιμάται κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής.
Η έκθεση βαθμολογίας, εσωτερικό έγγραφο το οποίο επιτελεί σημαντική λειτουργία στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας του υπαλλήλου, επηρεάζει, κατ’ αρχήν, το συμφέρον του βαθμολογουμένου μόνο μέχρι την οριστική παύση των καθηκόντων του. Μετά την παύση αυτή, ο υπάλληλος δεν έχει πλέον συμφέρον να συνεχίσει τη δίκη επί προσφυγής ασκηθείσας κατά της εκθέσεως βαθμολογίας, εκτός αν αποδείξει την ύπαρξη ειδικής περιστάσεως δικαιολογούσας την ύπαρξη ατομικού και παρόντος συμφέροντος προς ακύρωση της επίμαχης εκθέσεως.
Τέτοια ειδική περίσταση συνιστά το γεγονός ότι η διοίκηση, προς εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως ακυρώνουσας την άρνηση προαγωγής του υπαλλήλου, πρέπει να επανεξετάσει τα προσόντα του κατά την οικεία περίοδο, δεδομένου ότι η επίδικη έκθεση βαθμολογίας μπορεί να ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της επανεξετάσεως αυτής.
(βλ. σκέψεις 54, 56, 58 και 59)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 29 Οκτωβρίου 1975, 81/74 έως 88/74, Marenco κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 391, σκέψη 6· ΔΕΚ, 30 Μαΐου 1984, 111/83, Picciolo κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1984, σ. 2323, σκέψη 29· ΔΕΚ, 10 Μαρτίου 1989, 126/87, Del Plato κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 643, σκέψη 18· ΔΕΚ, 17 Δεκεμβρίου 1992, C-68/91 P, Moritz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. I-6849, σκέψη 16· ΠΕΚ, 13 Δεκεμβρίου 1990, T-20/89, Moritz κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. II-769, σκέψη 15· ΠΕΚ, 18 Ιουνίου 1992, T-49/91, Turner κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-1855, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· ΠΕΚ, 16 Δεκεμβρίου 1993, T-58/92, Moat κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II-1443, σκέψη 31· ΠΕΚ, 13 Ιουλίου 1995, T‑557/93, Rasmussen κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I-A-195 και II-603, σκέψη 30· ΠΕΚ, 12 Δεκεμβρίου 1996, T-130/95, X κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-603 και II‑1609, σκέψη 45· ΠΕΚ, 31 Μαΐου 2005, T-105/03, Διονυσοπούλου κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. Ι-Α-137 και ΙΙ-621, σκέψη 20· ΠΕΚ, 28 Ιουνίου 2005, T-147/04, Ross κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I-A-171 και II-771, σκέψεις 24 και 25· ΠΕΚ, 15 Σεπτεμβρίου 2005, T-132/03, Casini κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I-A-253 και II-1169, σκέψη 54· ΠΕΚ, 8 Δεκεμβρίου 2005, T-274/04, Ρούνης κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I-A-407 και II-1849, σκέψεις 19 και 24
2. Στο πλαίσιο του συστήματος βαθμολογήσεως που έχει καθιερώσει η Επιτροπή, η μη τήρηση των γενικών διατάξεων περί εκτελέσεως του άρθρου 43 του ΚΥΚ, τις οποίες θέσπισε το εν λόγω κοινοτικό όργανο και οι οποίες επιβάλλουν, πριν την κατάρτιση της πρώτης εκθέσεως βαθμολογίας, τη γνωμοδότηση των αμέσων ιεραρχικώς προϊσταμένων του υπαλλήλου και, σε περίπτωση υπαλλήλου εκπροσώπου του προσωπικού ή συνδικαλιστικού εκπροσώπου, της ad hoc ομάδας βαθμολογήσεως, δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να έχει ως συνέπεια την ακύρωση εκθέσεως βαθμολογίας, αν αποδειχθεί ότι ο βαθμολογητής, σε τελική ανάλυση, έλαβε τις γνωμοδοτήσεις αυτές πριν από την κατάρτιση της οριστικής εκθέσεως βαθμολογίας.
(βλ. σκέψεις 66 και 68)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 5 Νοεμβρίου 2003, T-326/01, Lebedef κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-273 και II-1317, σκέψεις 54 και 58· ΠΕΚ, 17 Μαΐου 2006, T-95/04, Lavagnoli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. Ι-Α-2-121 και ΙΙ-Α-2-569, σκέψη 83
3. Η πρώτιστη λειτουργία της εκθέσεως βαθμολογίας συνίσταται στην εξασφάλιση όσο το δυνατόν πληρέστερης περιοδικής πληροφορήσεως στη διοίκηση, αφορώσας την εκ μέρους των υπαλλήλων της εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Κατ’ αρχήν, η έκθεση βαθμολογίας δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία αυτή κατά πραγματικά πλήρη τρόπο, αν τα άτομα υπό την εξουσία τον οποίων εκπλήρωσε τα καθήκοντά του ο οικείος υπάλληλος κατά την περίοδο βαθμολογήσεως δεν γνωμοδοτήσουν προηγουμένως και δεν έχουν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους επί της εκθέσεως αυτής. Επομένως, η μη γνωμοδότηση ενός ιεραρχικώς προϊσταμένου στο πλαίσιο της καταρτίσεως εκθέσεως βαθμολογίας υπαλλήλου συνιστά ουσιώδη πλημμέλεια που είναι δυνατό να θίξει το κύρος της εκθέσεως βαθμολογίας.
Ελλείψει ενδείξεως περί του αντιθέτου στις γενικές εκτελεστικές διατάξεις που έχει θεσπίσει ένα κοινοτικό όργανο, η έννοια του αμέσου ιεραρχικώς προϊσταμένου αφορά το άτομο υπό την άμεση εξουσία του οποίου ο βαθμολογούμενος υποψήφιος άσκησε πράγματι τα καθήκοντά του κατά την περίοδο βαθμολογήσεως, ακόμη και αν, ελλείψει επισήμου διορισμού, επρόκειτο για εν τοις πράγμασι υπαγωγή στην εξουσία αυτή.
(βλ. σκέψεις 69 έως 72, 82 και 83)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 3 Ιουλίου 1980, 6/79 και 97/79, Grassi κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 419, σκέψη 20· ΠΕΚ, 24 Ιανουαρίου 1991, T-63/89, Latham κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II-19, σκέψη 27· ΠΕΚ, 10 Σεπτεμβρίου 2003, T-165/01, McAuley κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-193 και II-963, σκέψεις 51 και 52
Full & Egal Universal Law Academy