ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 14ης Φεβρουαρίου 2007
Υπόθεση T-435/04
Manuel Simões Dos Santos
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι και λοιπό προσωπικό του ΓΕΕΑ – Βαθμολογία και προαγωγή – Μηδενισμός και υπολογισμός εκ νέου του κεφαλαίου των μορίων αξιολογήσεως – Μεταβατικό καθεστώς – Προσφυγή ακυρώσεως – Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας – Μη αναδρομικότητα – Αρχές της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου – Νομική βάση – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη – Ίση μεταχείριση»
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως, αφενός, της αποφάσεως του ΓΕΕΑ της 7ης Ιουλίου 2004, με την οποία απορρίφθηκε η από 11 Μαρτίου 2004 διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος, και, αφετέρου, της αποφάσεως του ΓΕΕΑ της 15ης Δεκεμβρίου 2003, με την οποία καθορίσθηκε το άθροισμα των μορίων αξιολογήσεως του προσφεύγοντος στο πλαίσιο της περιόδου προαγωγών του έτους 2003, καθώς και της από 12 Δεκεμβρίου 2003 γνωμοδοτήσεως της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις αξιολογήσεως.
Απόφαση: Ακυρώνεται η απόφαση του ΓΕΕΑ της 15ης Δεκεμβρίου 2003 περί οριστικής απονομής των μορίων αξιολογήσεως του προσφεύγοντος στο πλαίσιο της περιόδου προαγωγών του έτους 2003, καθώς και η απόφαση του ΓΕΕΑ της 7ης Ιουλίου 2004, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος, της 11ης Μαρτίου 2004, καθόσον συνεπάγονται την αναγνώριση της εξαλείψεως του υπολοίπου μορίων αξιολογήσεως του προσφεύγοντος, όπως αυτό αναγνωρίσθηκε με την απόφαση PERS-PROM-39-03rev1, περί προαγωγών, της 30ής Μαρτίου 2004. Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Το ΓΕΕΑ καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προαγωγή – Θέσπιση νέου συστήματος προαγωγών
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)
2. Υπάλληλοι – Προαγωγή – Θέσπιση νέου συστήματος προαγωγών
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)
3. Υπάλληλοι – Αρχές – Αρχές της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
4. Υπάλληλοι – Προαγωγή – Θέσπιση νέου συστήματος προαγωγών
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 45, 90 και 91)
1. Όταν η τροποποίηση κανονιστικής ρυθμίσεως εφαρμόζεται στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων που γεννήθηκαν υπό το κράτος της προϊσχύουσας ρυθμίσεως, δεν υφίσταται αναδρομικότητα, ούτε κωλύεται –γενικώς– η εφαρμογή της νέας ρυθμίσεως από την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Επομένως, δεν θεωρείται «αναδρομική» η εφαρμογή μιας εσωτερικής ρυθμίσεως, την οποία θεσπίζει ένα κοινοτικό όργανο προς εφαρμογή νέου συστήματος αξιολογήσεως και προαγωγής, όταν ο νέος τρόπος υπολογισμού των μορίων προαγωγής, που εφαρμόζεται από το έτος προαγωγών που έπεται της ενάρξεως ισχύος του, συνεπάγεται την εξάλειψη του παλαιού υπόλοιπου μορίων αξιολογήσεως του υπαλλήλου, το οποίο αναγνωριζόταν βάσει της προϊσχύουσας ρυθμίσεως. Κατόπιν της θέσεως σε ισχύ του νέου συστήματος, η διοίκηση υποχρεούται να προσδώσει στα προγενέστερα στοιχεία, βάσει των οποίων –υπό το κράτος των προγενεστέρων ρυθμίσεων που εν τω μεταξύ καταργήθηκαν– αναγνωριζόταν, στο πλαίσιο των προηγουμένων ετών προαγωγών, υπόλοιπο μορίων αξιολογήσεως, τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από τις νέες διατάξεις.
Ούτε άλλωστε το γεγονός ότι ο υπολογισμός μέρους των μορίων προαγωγής γίνεται μέσω αναφοράς σε αρχαιότητα την οποία απέκτησε ο υπάλληλος στον βαθμό του σε χρόνο προγενέστερο της ενάρξεως ισχύος της νέας ρυθμίσεως συνιστά «αναδρομική» εφαρμογή αυτής· στην περίπτωση αυτή, ο χρόνος ενάρξεως υπολογισμού της αρχαιότητας αποτελεί απλώς σημείο αναφοράς για την εφαρμογή της νέας ρυθμίσεως στην μελλοντική κατάσταση του υπαλλήλου. Η νέα ρύθμιση ρυθμίζει απλώς τη σταδιοδρομική εξέλιξη του ενδιαφερομένου για το μέλλον, λαμβάνοντας υπόψη –πράγμα θεμιτό– προηγούμενες περιόδους υπηρεσίας και προγενέστερα πραγματικά περιστατικά.
(βλ. σκέψεις 95, 100, 101, 103 και 104)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 29 Ιουνίου 1999, C‑60/98, Butterfly Music, Συλλογή 1999, σ. I‑3939, σκέψεις 24 και 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
2. Δεν υφίσταται υποχρέωση των κοινοτικών οργάνων να θεσπίζουν κάποιο συγκεκριμένο σύστημα αξιολογήσεως και προαγωγής, δεδομένου ότι διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια για να θέτουν σε εφαρμογή, σύμφωνα με τις ανάγκες τους οργάνωσης και διοίκησης του προσωπικού τους, τους σκοπούς του άρθρου 45 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ). Κάθε αλλαγή της ισχύουσας μεθόδου αξιολογήσεως και προαγωγής των υπαλλήλων σκοπό έχει, κατά τεκμήριο, να διορθώσει κάποια ελαττώματα των παλαιών κανόνων. Μια τέτοια διαδικασία μεταρρύθμισης –την αναγκαιότητα της οποίας έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να εκτιμά η διοίκηση– επιτρέπει, ως εκ της φύσεώς της, να εκκινήσει, από ορισμένο χρονικό σημείο, η αξιολόγηση των υπαλλήλων σε νέα βάση. Η διοίκηση δεν είναι δυνατόν να υποχρεούται να διατηρήσει, στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος, ακέραια και αυτούσια τα μόρια αξιολογήσεως που είχαν απονεμηθεί στους υπαλλήλους υπό το προϊσχύον καθεστώς, διότι παρόμοια υποχρέωση θα αναιρούσε, σχεδόν αναπόφευκτα, κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα της μεταρρύθμισης του τρόπου προαγωγής, δεδομένου μάλιστα ότι δεν υφίσταται δικαίωμα των υπαλλήλων προς διατήρηση της ισχύουσας ρυθμίσεως.
Επομένως, το άρθρο 45 του ΚΥΚ αφήνει στα κοινοτικά όργανα, στο πλαίσιο της πολιτικής τους ως προς τη διοίκηση του προσωπικού, ευρεία διακριτική ευχέρεια να θεσπίζουν και να τροποποιούν το σύστημα αξιολογήσεως και προαγωγής μέσω της εκδόσεως μέτρων γενικής ισχύος. Επομένως, ο υπάλληλος δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να επικαλείται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι θα ληφθούν, ως προς αυτόν, μέτρα που να του εξασφαλίζουν τη διατήρηση πλεονεκτημάτων που απέρρεαν από την προϊσχύουσα και καταργηθείσα ρύθμιση, διότι κάτι τέτοιο θα περιόριζε ανεπίτρεπτα τη διακριτική αυτή ευχέρεια. Η επίκληση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατ’ εξαίρεση μόνον και υπό όλως ιδιάζουσες περιστάσεις ενδέχεται να ευδοκιμήσει κατά ενός τέτοιου μέτρου γενικής ισχύος. Και ναι μεν ο κοινοτικός δικαστής δύναται να ελέγχει αν το αρμόδιο κοινοτικό όργανο, κατά την άσκηση της ευρείας διοικητικής του εξουσίας, κινείται εντός των ορίων αυτής, η έκταση όμως του ελέγχου του περιορίζεται στο αν τα ληφθέντα μέτρα είναι προδήλως απρόσφορα και αν η σχετική εκτίμηση του κοινοτικού οργάνου είναι προδήλως εσφαλμένη.
(βλ. σκέψεις 132 και 133)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 5 Οκτωβρίου 1994, C‑280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. I‑4973, σκέψη 90· ΠΕΚ, 11 Φεβρουαρίου 2003, T‑30/02, Leonhardt κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑41 και II‑265, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· ΠΕΚ, 28 Ιουνίου 2005, T‑158/03, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑2425, σκέψη 95
3. Κάθε βλαπτική για τον υπάλληλο ατομική πράξη προϋποθέτει, σύμφωνα με τις επιταγές που απορρέουν από τις αρχές της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου, την ύπαρξη νομικής βάσεως ρητής, ακριβούς και μονοσήμαντης. Πράγματι, οι υπάλληλοι υπόκεινται στην άσκηση ευρείας διακριτικής εξουσίας της διοικήσεως επί θεμάτων προσωπικού, την οποία σε περιορισμένη μόνον κλίμακα αντισταθμίζει η υποχρέωση πρόνοιας αυτής. Εξ ού και η αυξημένη σημασία της υποχρεώσεως κάθε ατομική πράξη, που εκδίδεται κατά την άσκηση της ευρείας διακριτικής εξουσίας, που είναι βλαπτική για τον υπάλληλο και θίγει την προσωπική του νομική κατάσταση, να στηρίζεται τουλάχιστον σε νομική βάση ρητή, αρκούντως ακριβή και σαφή. Μόνον άλλωστε αν τηρείται ανεπιφύλακτα η αρχή της υπάρξεως ρητής νομικής βάσεως, η οποία απορρέει από τις αρχές της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου στις οποίες υπόκειται κάθε κοινοτικό όργανο κατά τη διοίκηση του προσωπικού του, μπορεί το περιεχόμενο των ατομικών πράξεων που δύνανται να εκδοθούν αναφορικά με τον υπάλληλο κατά την άσκηση της εν λόγω ευρείας διακριτικής εξουσίας να είναι κάπως προβλεπτό και διαφανές.
(βλ. σκέψη 143)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 29 Ιουνίου 1994, C‑298/93 P, Klinke κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1994, σ. I‑3009, σκέψη 38· ΠΕΚ, 27 Ιουνίου 2001, T‑214/00, X κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑143 και II‑663, σκέψεις 28 έως 34
4. Η εκδιδόμενη από κοινοτικό όργανο εσωτερική κανονιστική ρύθμιση, που θέτει σε εφαρμογή νέο σύστημα αξιολογήσεως και προαγωγής, του οποίου οι γενικές και μεταβατικές διατάξεις δεν περιέχουν αναφορά στα μόρια αξιολογήσεως που προέρχονται από το προϊσχύον καταργηθέν σύστημα, δεν συνιστά επαρκή νομική βάση για την αφαίρεση του υπολοίπου μορίων αξιολογήσεως που είχε αποκτήσει ο υπάλληλος βάσει της προϊσχύουσας ρυθμίσεως. Η –εξυπακουόμενη έστω– εξάλειψη του εν λόγω υπολοίπου συνιστά μέτρο ατομικού χαρακτήρα βλαπτικό για τον ενδιαφερόμενο, το οποίο, σύμφωνα με τις επιταγές που απορρέουν από τις αρχές της νομιμότητας και της ασφάλειας δικαίου, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής βάσης ρητής, ακριβούς και μονοσήμαντης. Η διάταξη της νέας κανονιστικής ρυθμίσεως που καταργεί –συλλήβδην– και αντικαθιστά το προϊσχύον καθεστώς αξιολογήσεως και προαγωγής με το νέο δεν συνιστά τέτοια ρητή και ακριβή νομική βάση.
(βλ. σκέψη 144)
Full & Egal Universal Law Academy