Υπόθεση T-462/04
HEG Ltd και Graphite India Ltd
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Κοινή εμπορική πολιτική – Δασμοί αντιντάμπινγκ – Αντισταθμιστικοί δασμοί – Εισαγωγές ορισμένων συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη καταγωγής Ινδίας – Δικαιώματα άμυνας – Ίση μεταχείριση – Προσδιορισμός της ζημίας – Αιτιώδης συνάφεια»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ – Έρευνα – Έναρξη έρευνας έναντι ορισμένων εισαγωγών
(Συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου, «κώδικας αντιντάμπινγκ του 1994», άρθρο 9 § 2· κανονισμός 384/96 του Συμβουλίου, άρθρα 5 § 6 και 9 § 5)
2. Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ – Διαδικασία αντιντάμπινγκ – Δικαιώματα άμυνας – Έκταση
(Κανονισμός 384/96 του Συμβουλίου, άρθρο 5 § 10)
3. Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ ή επιδοτήσεως εκ μέρους τρίτων κρατών – Προσδιορισμός των δασμών αντιντάμπινγκ και των αντισταθμιστικών δασμών – Διεύρυνση της Κοινότητας που έλαβε χώρα σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της περιόδου έρευνας
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 384/96, άρθρα 6 § 1 και 11, και 2026/97, άρθρα 11 § 1 και 18)
4. Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών επιδοτήσεως εκ μέρους τρίτων κρατών – Επιδότηση – Έννοια
(Κανονισμός 2026/97 του Συμβουλίου, άρθρα 2 § 1, στοιχείο α΄, περίπτωση ii, και 5, και παραρτήματα I έως III)
5. Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ ή επιδοτήσεως εκ μέρους τρίτων κρατών – Ζημία – Εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν τα θεσμικά όργανα
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 384/96, άρθρο 3, και 2026/97, άρθρο 8)
6. Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ ή επιδοτήσεως εκ μέρους τρίτων κρατών – Ζημία – Απόδειξη της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 384/96, άρθρο 3 §§ 2, 3 και 7, και 2026/97, άρθρο 8 §§ 2, 3 και 7)
7. Κοινή εμπορική πολιτική – Άμυνα κατά των πρακτικών ντάμπινγκ ή επιδοτήσεως εκ μέρους τρίτων κρατών – Ζημία – Αιτιώδης συνάφεια
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 384/96, άρθρο 3 §§ 2, 3 και 7, και 2026/97, άρθρο 8 §§ 2, 3 και 7)
1. Έστω και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή κινεί διαδικασία αντιντάμπινγκ έναντι μόνον ορισμένων εισαγωγών ενός συγκεκριμένου προϊόντος, ενώ υφίστανται ενδείξεις ικανές να δικαιολογήσουν το να διεξαχθεί, επίσης, έρευνα και για άλλες εισαγωγές του ιδίου προϊόντος, μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση δεν μπορεί να συνιστά παράβαση ούτε του άρθρου 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 384/96 ούτε του άρθρου 9, παράγραφος 2, της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου («κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994») ούτε παραβίαση της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
Συγκεκριμένα, αφενός, μια τέτοια φερόμενη ως διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο δασμών αντιντάμπινγκ και εισαγωγών που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 384/96, που απαγορεύει μια μεταχείριση εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ εισαγωγών που αποτέλεσαν, στο σύνολό τους, αντικείμενο δασμών αντιντάμπινγκ για την εισαγωγή του ιδίου προϊόντος, ούτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994, που απαγορεύει μια μεταχείριση εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις κατά την είσπραξη των επιβληθέντων σε ένα προϊόν δασμών αντιντάμπινγκ ανάλογα με την πηγή των επίμαχων εισαγωγών. Αφετέρου, ούτε η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως τυγχάνει εφαρμογής, λαμβανομένου υπόψη ότι η εν λόγω αρχή πρέπει να συνδυάζεται με την τήρηση της αρχής της νομιμότητας, σύμφωνα με την οποία κανείς δεν μπορεί να επικαλείται υπέρ αυτού παρανομία διαπραχθείσα προς όφελος τρίτου.
(βλ. σκέψεις 36, 38-40, 42)
2. Δυνάμει της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, πρέπει να παρέχεται στις επιχειρήσεις τις οποίες αφορά μια διαδικασία έρευνας προγενέστερη της εκδόσεως ενός κανονισμού αντιντάμπινγκ, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η δυνατότητα να γνωστοποιήσουν επωφελώς την άποψή τους σχετικά με το υποστατό και το λυσιτελές των προβαλλομένων γεγονότων και περιστάσεων και σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποίησε η Επιτροπή προς στήριξη του ισχυρισμού της για την ύπαρξη ντάμπινγκ και της εντεύθεν ζημίας.
Μια επιχείρηση, την οποία αφορά μια τέτοια διαδικασία, δεν μπορεί να επικαλείται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς της ως συνέπεια του γεγονότος ότι ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχονται στο εμπιστευτικό κείμενο της καταγγελίας, βάσει της οποίας κινήθηκε η εν λόγω διαδικασία, δεν περιλαμβάνονται συνοπτικώς στο μη εμπιστευτικό κείμενο που της γνωστοποιήθηκε, εφόσον η εν λόγω επιχείρηση, μη έχοντας επισύρει επαρκώς την προσοχή της Επιτροπής και, εν συνεχεία, του Συμβουλίου επί του ζητήματος αυτού, δεν περιήγαγε τα εν λόγω θεσμικά όργανα σε θέση να εκτιμήσουν τα προβλήματα που θα μπορούσε να προκαλέσει σ’ αυτήν η ως άνω έλλειψη.
(βλ. σκέψεις 45-47, 49)
3. Η σύνθεση της Κοινότητας κατά το χρονικό σημείο της εκδόσεως των αντιστοίχων κανονισμών πρέπει να ληφθεί υπόψη για να προσδιορισθούν οι προσωρινοί ή οι οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ ή οι αντισταθμιστικοί δασμοί. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω δασμοί δεν συνιστούν κύρωση για παλαιότερη συμπεριφορά, αλλά μέτρο άμυνας και προστασίας από τον αθέμιτο ανταγωνισμό ο οποίος προκύπτει από τις πρακτικές του ντάμπινγκ και των επιδοτήσεων. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 384/96 και το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 2026/97, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Κοινότητας, ο προσδιορισμός της ζημίας πρέπει να γίνεται με βάση θετικά αποδεικτικά στοιχεία και προϋποθέτει αντικειμενική εξέταση, αφενός, του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων και της επίδρασής τους στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Κοινότητας και, αφετέρου, των συνεπειών των εισαγωγών αυτών για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Εξ αυτών προκύπτει ότι, όταν μια διεύρυνση της Κοινότητας έχει λάβει χώρα μετά την περίοδο έρευνας και όταν οι πληροφορίες που απέκτησε η Επιτροπή κατά την περίοδο αυτή δεν συνελέγησαν ενόψει της διεύρυνσης και αφορούν, ως εκ τούτου, μόνον την Κοινότητα που απαρτίζεται από τον αρχικό αριθμό κρατών μελών, εναπόκειται στην Επιτροπή, επ’ ευκαιρία της εκδόσεως των προσωρινών κανονισμών και, ενδεχομένως, στο Συμβούλιο, επ’ ευκαιρία της εκδόσεως των οριστικών κανονισμών, να εξακριβώσουν αν οι πληροφορίες αυτές είναι, επίσης, λυσιτελείς με γνώμονα μια διευρυμένη Κοινότητα.
Ούτε η απαγόρευση να λαμβάνονται υπόψη, κατά κανόνα, στοιχεία που ανάγονται σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της περιόδου έρευνας, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 384/96 και από το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2026/97, ούτε η δυνατότητα επανεξετάσεως των μέτρων μπορούν, κατ’ ουδένα τρόπο, να απαλλάξουν τα θεσμικά όργανα από μια τέτοια υποχρέωση. Συγκεκριμένα, αφενός, η εν λόγω περίοδος και η εν λόγω συμπεριλαμβάνουσα εξαιρέσεις απαγόρευση αποβλέπουν στο να εγγυηθούν ότι τα αποτελέσματα της έρευνας είναι αντιπροσωπευτικά και αξιόπιστα, διασφαλίζοντας ότι τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται ο προσδιορισμός του ντάμπινγκ ή της επιδοτήσεως και ο προσδιορισμός της ζημίας δεν επηρεάζονται από τη συμπεριφορά των ενδιαφερομένων παραγωγών που έπεται της κινήσεως της διαδικασίας και, επομένως, ότι ο οριστικός δασμός που επιβάλλεται μετά το πέρας της διαδικασίας μπορεί όντως να καλύψει την εν λόγω ζημία. Αφετέρου, απλώς και μόνον η δυνατότητα επανεξετάσεως, που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής και πραγματοποιείται μετά την έκδοση των κανονισμών, ουδόλως μπορεί να αποτελέσει επαρκή συνεκτίμηση των αποτελεσμάτων της διεύρυνσης.
(βλ. σκέψεις 63-67, 71)
4. Υπό το πρίσμα της εξαιρετικά σαφούς διατύπωσης του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, του κανονισμού 2026/97, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Κοινότητας, που αποκλείει από την έννοια της επιδοτήσεως την απαλλαγή ενός εξαγομένου προϊόντος από δασμούς ή φόρους που επιβαρύνουν το ομοειδές προϊόν όταν αυτό προορίζεται για εγχώρια κατανάλωση ή τη διαγραφή αυτών των δασμών ή φόρων μέχρι ενός ποσού που δεν υπερβαίνει το ύψος της αναλογούσας οφειλής, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω διαγραφή παρέχεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραρτημάτων Ι έως ΙΙΙ του κανονισμού, τα παραρτήματα αυτά δεν αποτελούν απλές κατευθυντήριες γραμμές που αποβλέπουν στο να προσδιορισθεί η ύπαρξη εγγυήσεων για την αποφυγή του ενδεχομένου μιας καθ’ υπέρβαση επιστροφής, αλλά περιέχουν κανόνες των οποίων η τήρηση είναι αναγκαία ώστε μια διαγραφή δασμού ή μια απαλλαγή από δασμό να μη χαρακτηρισθεί ως επιδότηση. Επιπλέον, από την οικονομία του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι η παρέκκλιση που παρέχεται για τις απαλλαγές από δασμούς ή για τις διαγραφές δασμών αποτελεί εξαίρεση από την αρχή ότι η παραίτηση του Δημοσίου από απαίτηση για δημόσια έσοδα που κανονικά του οφείλονται ή η μη είσπραξη τέτοιων εσόδων συνιστά επιδότηση. Επομένως, η παρέκκλιση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς.
Κατά συνέπεια, ελλείψει τηρήσεως των διατάξεων των παραρτημάτων Ι έως ΙΙΙ του κανονισμού 2026/97, το αντισταθμίσιμο όφελος αποτελείται από το ολικό ποσό των δασμών ή των φόρων που οφείλονται κανονικά. Συγκεκριμένα, ο χαρακτηρισμός ως επιδοτήσεως μόνον του ποσού που εισπράχθηκε καθ’ υπέρβαση προϋποθέτει ότι το σύστημα διαγραφής δασμού ή απαλλαγής από δασμό είναι συμβατό προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, του κανονισμού 2026/97 και, ως εκ τούτου, προς τα παραρτήματα I έως III αυτού, δεδομένου ότι οι εξαγωγείς δικαιούνται επιστροφής επί των δασμών ή των φόρων που αφορούν τους συντελεστές παραγωγής που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των εξαγομένων προϊόντων μόνον εφόσον τηρήθηκαν οι εν λόγω διατάξεις.
Όσον αφορά τα κριτήρια που εκτίθενται στα παραρτήματα II και III του εν λόγω κανονισμού, το αντικείμενο των εν λόγω κριτηρίων συνίσταται στο να εξακριβωθεί ότι το υφιστάμενο στη χώρα εξαγωγής σύστημα επιστροφής παρέχει τη δυνατότητα να διαπιστωθεί το υποστατό της καταναλώσεως των συντελεστών παραγωγής ή των καθ’ υποκατάσταση συντελεστών παραγωγής. Το πρώτο κριτήριο αφορά την ύπαρξη ενός συστήματος ή μιας διαδικασίας που να καθιστά δυνατή τη διενέργεια μιας τέτοιας εξακρίβωσης. Το δεύτερο κριτήριο, το οποίο εφαρμόζεται επικουρικώς, σε περίπτωση που δεν υφίσταται τέτοια διαδικασία ή τέτοιο σύστημα ή σε περίπτωση που αυτά είναι πλημμελή, συνίσταται στη διενέργεια, εκ μέρους της χώρας εξαγωγής, εξετάσεως στηριζομένης στο υποστατό των συντελεστών παραγωγής που χρησιμοποιήθηκαν ή των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν. Συναφώς, η Επιτροπή οφείλει μόνο να προσδιορίσει αν οι δημόσιες αρχές της χώρας εξαγωγής έχουν θεσπίσει και εφαρμόζουν ένα σύστημα ή μια διαδικασία ελέγχου. Η Επιτροπή ουδόλως υποχρεούται να διεξαγάγει έρευνα προς τον σκοπό της εξακριβώσεως της λειτουργίας του εν λόγω συστήματος ή της εν λόγω διαδικασίας στην πράξη. Αντιθέτως, σε περίπτωση που δεν υφίσταται ενδεδειγμένο σύστημα ελέγχου ή διαδικασία ελέγχου, εναπόκειται στη χώρα εξαγωγής και όχι στην Κοινότητα να προβεί σε νέα εξέταση στηριζόμενη στους πραγματικούς συντελεστές παραγωγής και στις επίμαχες πραγματικές συναλλαγές.
Το γεγονός ότι στα παραρτήματα αυτά χρησιμοποιείται το επίρρημα «κανονικά» προκειμένου να γίνει λόγος για τα διαβήματα στα οποία οφείλει να προβεί η Επιτροπή κατά την εξέταση ενός συστήματος επιστροφής συνεπάγεται ότι, υπό ειδικές περιστάσεις, τα θεσμικά όργανα μπορούν να χρησιμοποιούν, ενδεχομένως, άλλα κριτήρια, αλλά δεν μπορεί να τους στερήσει τη δυνατότητα να στηριχθούν στην έλλειψη εκπληρώσεως των προβλεπομένων κριτηρίων, προκειμένου να διαπιστώσουν ότι δεν επιτρέπεται ένα καθεστώς επιστροφής σε σχέση με τους συντελεστές παραγωγής ή τους καθ’ υποκατάσταση συντελεστές παραγωγής.
(βλ. σκέψεις 89-92, 98, 103, 106)
5. Το ζήτημα αν ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπέστη ζημία και αν η ζημία αυτή οφείλεται στις εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεως καθώς και το ζήτημα αν οι προερχόμενες από άλλες χώρες εισαγωγές ή, γενικότερα, το αν άλλοι γνωστοί παράγοντες συνέβαλαν στην επέλευση της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής προϋποθέτουν την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών θεμάτων, για την οποία τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Εξ αυτού προκύπτει ότι ο εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή έλεγχος των εκτιμήσεων των θεσμικών οργάνων πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση του ότι τηρήθηκαν οι κανόνες διαδικασίας, του ότι συνέβησαν πράγματι τα περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η επίμαχη επιλογή και του ότι δεν υπήρξε ούτε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ούτε κατάχρηση εξουσίας.
(βλ. σκέψη 120)
6. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ 384/96 και του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 2026/97, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Κοινότητας, ο προσδιορισμός της ζημίας αποτελεί συνάρτηση, ιδίως, της αύξησης των εισαγωγών, της εξέλιξης των τιμών στην κοινοτική αγορά καθώς και της εξέλιξης της αποδοτικότητας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Επομένως, είναι σημαντικό το να αντιστοιχούν σε συνήθεις συνθήκες της αγοράς οι δείκτες επί των οποίων στηρίζονται τα θεσμικά όργανα.
Έτσι, κατά τον προσδιορισμό της ζημίας, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποχρεούνται να εξετάσουν αν η ζημία την οποία πρόκειται να λάβουν υπόψη οφείλεται πράγματι σε εισαγωγές που έχουν αποτελέσει αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων και να αποκλείουν κάθε ζημία που προκύπτει από άλλους παράγοντες, και ιδίως ζημία οφειλόμενη σε ενέργειες καθαυτών των κοινοτικών παραγωγών ή σε εισαγωγές του οικείου προϊόντος προερχόμενες από τρίτες χώρες. Τα θεσμικά όργανα οφείλουν να εκτιμήσουν τα αποτελέσματα των άλλων γνωστών παραγόντων, όχι μόνον επ’ ευκαιρία της αναλύσεως της αιτιώδους συνάφειας που υφίσταται μεταξύ των παραγόντων αυτών και της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, αλλά και επ’ ευκαιρία του προσδιορισμού της ζημίας που υπέστη ο τελευταίος.
(βλ. σκέψεις 121, 135, 146)
7. Στο πλαίσιο των διαδικασιών αντιντάμπινγκ ή των διαδικασιών κατά των επιδοτήσεων, η επιλογή της μεθόδου υπολογισμού του επιπέδου εξαλείψεως της ζημίας εμπίπτει στην ελευθερία εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στα θεσμικά όργανα όσον αφορά τον προσδιορισμό της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής και δικαιολογείται από τις περίπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις που είναι σύμφυτες με τον εν λόγω προσδιορισμό. Πάντως, η προσφυγή σε μια μέθοδο υπολογισμού που στηρίζεται στο περιθώριο κέρδους που θα μπορούσε να αποκομίσει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής σε περίπτωση που δεν υφίσταντο αθέμιτες πρακτικές, αντί της προσφυγής σε μια μέθοδο υπολογισμού που στηρίζεται μόνο στη χρέωση με χαμηλότερες τιμές, δεν ενέχει οποιαδήποτε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
Το περιθώριο κέρδους που πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Συμβούλιο για τον υπολογισμό ενδεικτικής τιμής δυναμένης να εξαλείψει την εν λόγω ζημία πρέπει να περιορίζεται στο περιθώριο κέρδους που ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής θα μπορούσε ευλόγως να αναμένει υπό τις συνήθεις συνθήκες ανταγωνισμού, ελλείψει των αποτελουσών το αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεως εισαγωγών.
(βλ. σκέψεις 161-162)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 17ης Δεκεμβρίου 2008 (*)
«Κοινή εμπορική πολιτική – Δασμοί αντιντάμπινγκ – Αντισταθμιστικοί δασμοί – Εισαγωγές ορισμένων συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη καταγωγής Ινδίας – Δικαιώματα άμυνας – Ίση μεταχείριση – Προσδιορισμός της ζημίας – Αιτιώδης συνάφεια»
Στην υπόθεση T‑462/04,
HEG Ltd, με έδρα το Νέο Δελχί (Ινδία),
Graphite India Ltd, με έδρα την Καλκούτα (Ινδία),
εκπροσωπούμενες αρχικώς από τον K. Αδαμαντόπουλο, δικηγόρο, και τον J. Branton, solicitor, και εν συνεχεία από τον J. Branton,
προσφεύγουσες,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από τον J.-P. Hix, επικουρούμενο από τον G. Berrisch, δικηγόρο,
καθού,
υποστηριζομένου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον T. Scharf και την K. Talabér-Ritz,
παρεμβαίνουσα,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΚ) 1628/2004 του Συμβουλίου, της 13ης Σεπτεμβρίου 2004, για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη καταγωγής Ινδίας (ΕΕ L 295, σ. 4), και του κανονισμού 1629/2004 του Συμβουλίου, της 13ης Σεπτεμβρίου 2004, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη καταγωγής Ινδίας (ΕΕ L 295, σ. 10),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Βηλαρά, πρόεδρο, M. Prek (εισηγητή) και V. Ciucă, δικαστές,
γραμματέας: Κ. Καντζά, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Ιουνίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Οι προσφεύγουσες, HEG Ltd και Graphite India Ltd, είναι ινδικές εταιρίες οι οποίες παράγουν και εξάγουν το οικείο προϊόν. Το προϊόν αυτό αποτελείται από τα ηλεκτρόδια γραφίτη και τις θηλές που χρησιμοποιούνται για τέτοια ηλεκτρόδια με φαινομένη πυκνότητα 1,65 g/cm3 και με ηλεκτρική αντίσταση 6 μΩm ή μικρότερη, πράγμα το οποίο τους προσδίδει πολύ υψηλό ποσοστό τροφοδότησης με ηλεκτρική ενέργεια (στο εξής: οικείο προϊόν).
2 Κατόπιν καταγγελιών τις οποίες κατέθεσε τον Ιούλιο του 2003 η European Carbon and Graphite Association (Ευρωπαϊκή Ένωση Άνθρακα και Γραφίτη), ενεργούσα εξ ονόματος της SGL Carbon Group GmbH (στο εξής: SGL) και της UCAR SA, που αντιπροσωπεύουν μια σημαντική μερίδα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής του οικείου προϊόντος, η Επιτροπή ανήγγειλε στις 21 Αυγούστου 2003, με δύο χωριστές ανακοινώσεις, την κίνηση διαδικασίας αντιντάμπινγκ και διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων όσον αφορά τις εισαγωγές του οικείου προϊόντος καταγωγής Ινδίας (ΕΕ C 197, αντιστοίχως, σ. 2 και 5). Η έρευνα κάλυψε την περίοδο μεταξύ 1ης Απριλίου 2002 και 31ης Μαρτίου 2003 (στο εξής: περίοδος έρευνας). Η εξέταση των χρησίμων για την εκτίμηση της ζημίας τάσεων αφορούσε την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1999 και μέχρι το πέρας της περιόδου έρευνας (στο εξής: υπό εξέταση περίοδος).
3 Η Επιτροπή απέστειλε ερωτηματολόγια σε όλα τα γνωστά ως ενδιαφερόμενα μέρη και σε όλες τις άλλες εταιρίες που εκδήλωσαν ενδιαφέρον εντός των προθεσμιών που τάχθηκαν με τις ανακοινώσεις για την κίνηση των ως άνω διαδικασιών, καθώς και στις ινδικές δημόσιες αρχές. Έλαβε απαντήσεις από τις δύο προσφεύγουσες, από τους δύο κοινοτικούς παραγωγούς που υπέβαλαν την καταγγελία, από οκτώ εταιρίες που χρησιμοποιούν το οικείο προϊόν και από δύο ανεξάρτητους εισαγωγείς. Επιπλέον, μια εταιρία υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις που περιέχουν ορισμένα αριθμητικά στοιχεία και δύο ενώσεις χρηστών υπέβαλαν σχόλια εγγράφως.
4 Επιτόπιοι έλεγχοι διεξήχθησαν στα γραφεία πέντε κοινοτικών παραγωγών, δύο ανεξαρτήτων εισαγωγέων εντός της Κοινότητας, τεσσάρων χρηστών και των δύο προσφευγουσών.
5 Στις 13 Νοεμβρίου 2003, διεξήχθη μια πρώτη σύσκεψη μεταξύ των προσφευγουσών και της Επιτροπής.
6 Στις 3 και 4 Δεκεμβρίου 2003 και στις 26 Φεβρουαρίου 2004, οι προσφεύγουσες απέστειλαν στην Επιτροπή συμπληρωματικά σχόλια.
7 Στις 15 Απριλίου 2004, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων αντιντάμπινγκ και των μέτρων κατά των επιδοτήσεων, τα οποία θα ισχύουν στην Κοινότητα μετά από τη διεύρυνση με την ένταξη της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Δημοκρατίας της Κύπρου, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας, καθώς και σχετικά με την ενδεχόμενη επανεξέταση των εν λόγω μέτρων (ΕΕ C 91, σ. 2, στο εξής: ανακοίνωση σχετικά με την ενδεχόμενη επανεξέταση των μέτρων εξαιτίας της διεύρυνσης).
8 Στις 27 Απριλίου 2004, η Επιτροπή απηύθυνε στις προσφεύγουσες τρία έγγραφα ειδικής ενημέρωσης.
9 Στις 19 Μαΐου 2004, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1008/2004, για την επιβολή προσωρινού δασμού κατά των επιδοτήσεων στις εισαγωγές ορισμένων συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη καταγωγής Ινδίας (ΕΕ L 183, σ. 35), καθώς και τον κανονισμό (ΕΚ) 1009/2004, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη καταγωγής Ινδίας (ΕΕ L 183, σ. 61) (στο εξής, αντιστοίχως: προσωρινός κανονισμός κατά των επιδοτήσεων και προσωρινός κανονισμός αντιντάμπινγκ, και ομού: προσωρινοί κανονισμοί). Αυθημερόν, η Επιτροπή απηύθυνε επιστολή στις προσφεύγουσες εκθέτοντας λεπτομερώς τις παρατηρήσεις της επί των σχολίων που διατύπωσαν οι προσφεύγουσες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
10 Στις 27 Μαΐου 2004, οι προσφεύγουσες απηύθυναν στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις τους επί των εγγράφων ειδικής ενημέρωσης και των προσωρινών κανονισμών.
11 Στις 14 Ιουνίου 2004, διεξήχθη μια δεύτερη σύσκεψη μεταξύ των προσφευγουσών και της Επιτροπής.
12 Στις 22 Ιουνίου 2004, οι προσφεύγουσες γνωστοποίησαν στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις τους κατόπιν της συσκέψεως της 14ης Ιουνίου 2004.
13 Με έγγραφο της 9ης Ιουλίου 2004, η Επιτροπή διαβίβασε στις προσφεύγουσες δύο έγγραφα γενικής ενημέρωσης σχετικά με τα ουσιώδη περιστατικά και τις ουσιώδεις θεωρήσεις επί των οποίων στηρίζονταν οι προτάσεις επιβολής οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ και οριστικών αντισταθμιστικών δασμών, καθώς και ένα έγγραφο γενικής ενημέρωσης το οποίο αφορά τις σχετικές με τη ζημία, την αιτιώδη συνάφεια και το συμφέρον της Κοινότητας πτυχές των δύο διαδικασιών.
14 Με έγγραφο της 19ης Ιουλίου 2004, οι προσφεύγουσες διατύπωσαν παρατηρήσεις επί των διαφόρων εγγράφων της Επιτροπής. Οι προσφεύγουσες ζήτησαν, επίσης, να διεξαχθεί μια νέα σύσκεψη και αναφέρθηκαν στο ενδεχόμενο ανάληψης δεσμεύσεων.
15 Στις 13 Σεπτεμβρίου 2004, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1628/2004, για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη καταγωγής Ινδίας (ΕΕ L 295, σ. 4) και τον κανονισμό (ΕΚ) 1629/2004, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ορισμένων συστημάτων ηλεκτροδίων γραφίτη καταγωγής Ινδίας (ΕΕ L 295, σ. 10) (στο εξής, αντιστοίχως: προσβαλλόμενος κανονισμός κατά των επιδοτήσεων και προσβαλλόμενος κανονισμός αντιντάμπινγκ, και ομού: προσβαλλόμενοι κανονισμοί).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
16 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 30 Νοεμβρίου 2004, οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.
17 Με έγγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 21 Απριλίου 2005, η Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου. Με διάταξη της 7ης Ιουνίου 2005, ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος του Πρωτοδικείου επέτρεψε την παρέμβαση αυτή. Με έγγραφο της 17ης Ιουνίου 2005, η Επιτροπή ενημέρωσε το Πρωτοδικείο ότι παραιτείτο από την κατάθεση υπομνήματος παρεμβάσεως ενώ θα ελάμβανε μέρος, ενδεχομένως, στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
18 Κατόπιν τροποποίησης της σύνθεσης των τμημάτων του Πρωτοδικείου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο πέμπτο τμήμα, στο οποίο κατά συνέπεια ανατέθηκε η υπό κρίση υπόθεση.
19 Κατόπιν έκθεσης του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (πέμπτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
20 Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το Πρωτοδικείο κάλεσε το Συμβούλιο να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα. Το Συμβούλιο συμμορφώθηκε προς το αίτημα αυτό.
21 Οι κύριοι διάδικοι, καθώς και η παρεμβαίνουσα, αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Πρωτοδικείο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Ιουνίου 2008.
22 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει τους προσβαλλόμενους κανονισμούς·
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
23 Το Συμβούλιο ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
24 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την προσφυγή.
Σκεπτικό
25 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν πέντε λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος στηρίζεται στην έναρξη έρευνας έναντι μόνον των προερχομένων από την Ινδία εισαγωγών του οικείου προϊόντος, ο δεύτερος αντλείται από τον πλημμελή χαρακτήρα των ερευνών καθόσον αυτές πραγματοποιήθηκαν με γνώμονα μια Κοινότητα συγκείμενη μόνον από δεκαπέντε κράτη μέλη, ο τρίτος αντλείται από εσφαλμένο χαρακτηρισμό του ινδικού μηχανισμού πιστώσεων εισαγωγικών δασμών ως επιδοτήσεως και από εσφαλμένο προσδιορισμό του ύψους των αντισταθμιστικών δασμών και ο τέταρτος και ο πέμπτος αντλούνται, ιδίως, από έλλειψη συνεκτιμήσεως τόσο των αποτελεσμάτων των προγενέστερων αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών όσο και των αποτελεσμάτων των εισαγωγών του οικείου προϊόντος των προερχομένων από άλλες χώρες κατά την ανάλυση της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος στηρίζεται στην έναρξη έρευνας έναντι μόνον των προερχομένων από την Ινδία εισαγωγών του οικείου προϊόντος
Επιχειρήματα των διαδίκων
26 Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι τα θεσμικά όργανα παρέβησαν το άρθρο 9, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1), και το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (ΕΕ L 336, σ. 103, στο εξής: κώδικας αντιντάμπινγκ του 1994) και ότι παραβίασαν την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και υπέπεσαν σε πρόδηλες πλάνες εκτιμήσεως καθόσον διεξήγαγαν έρευνα αντιντάμπινγκ μόνον έναντι των προερχομένων από την Ινδία εισαγωγών του οικείου προϊόντος.
27 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι τα θεσμικά όργανα παραβίασαν την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων καθόσον δεν κίνησαν, αυτά καθ’ εαυτά, έρευνα έναντι των προερχομένων από άλλα κράτη εισαγωγών που μπορούν να οδηγήσουν σε ντάμπινγκ ή καθόσον δεν προκάλεσαν την υποβολή καταγγελίας παρέχουσας τη δυνατότητα να κινηθεί μια παράλληλη διαδικασία. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να δεχθεί να εξετάσει μόνον την καταγγελία που τις αφορά και ότι όφειλε είτε να αρχίσει παράλληλη έρευνα έναντι των προερχομένων από άλλα κράτη εισαγωγών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 6, του κανονισμού 384/96 είτε να ενημερώσει τους καταγγέλλοντες ότι η διαδικασία επρόκειτο να περατωθεί, εκτός αν αυτοί υποβάλλουν, επίσης, καταγγελία έναντι των υπολοίπων οικείων χωρών. Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι υπάρχουν στενοί οικονομικοί δεσμοί, που φθάνουν μέχρι την από κοινού συμμετοχή σε μια σύμπραξη για την οποία έχει επιβάλει κυρώσεις η Επιτροπή, μεταξύ των καταγγελλόντων και των κατασκευαστών από τις οικείες τρίτες χώρες, πράγμα που εξηγεί για ποιον λόγο η καταγγελία εστιάσθηκε στις προερχόμενες από την Ινδία εισαγωγές. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, επίσης, ότι από διάφορα στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται είτε εντός της καταγγελίας είτε εντός των πληροφοριών που αυτές παρείχαν στην Επιτροπή προκύπτει η ύπαρξη ντάμπινγκ όσον αφορά τα οικεία προϊόντα προελεύσεως άλλων κρατών, πλην της Ινδίας (Ηνωμένες Πολιτείες, Πολωνία, Ιαπωνία, Ρωσία, Κίνα, Μεξικό).
28 Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η τήρηση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων είναι επιβεβλημένη, επίσης, κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της αποφάσεως για την έναρξη έρευνας. Καίτοι το κείμενο του άρθρου 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 384/96 αφορά μόνον τα κράτη έναντι των οποίων διαπιστώθηκε ότι αυτά έδωσαν λαβή για την ύπαρξη επιζήμιου ντάμπινγκ, από την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, σε συνδυασμό με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, προκύπτει ότι καλύπτεται, επίσης, η διαφορετική μεταχείριση που απορρέει από την έρευνα που διεξήχθη έναντι των προερχομένων μόνον από ένα κράτος εισαγωγών, ενώ αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν μετά την κίνηση της διαδικασίας παρέχουν τη δυνατότητα να θεωρηθεί, εκ πρώτης όψεως, ότι εισαγωγές προερχόμενες από άλλα κράτη θα έπρεπε, επίσης, να συμπεριληφθούν στην έρευνα.
29 Συναφώς, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι το άρθρο 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 384/96 είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, καθόσον απορρέει από το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994, το οποίο αποτελεί, αυτό καθεαυτό, έκφραση της αρχής του μάλλον ευνοουμένου κράτους. Στον τομέα του ντάμπινγκ, η αρχή αυτή εκφράζει την ανάγκη να μην περιορίζουν οι δασμοί αντιντάμπινγκ κατά άδικο τρόπο την πρόσβαση στην αγορά των εμπορευμάτων προελεύσεως ενός κράτους μέλους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), ενώ εισαγωγές προερχόμενες από άλλα κράτη, αν και προκαλούν ντάμπινγκ και ζημία, δεν υπόκεινται σε τέτοιους δασμούς. Πάντως, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει την ύπαρξη ντάμπινγκ και την ακριβή έκταση μιας εμφανούς ζημίας χωρίς να έχει διεξαγάγει έρευνα.
30 Επιπλέον, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι τα θεσμικά όργανα υπέπεσαν σε πρόδηλες πλάνες εκτιμήσεως καθόσον θεώρησαν ότι οι προσκομισθείσες αποδείξεις δεν δικαιολογούσαν την έναρξη έρευνας όσον αφορά τις εισαγωγές που προέρχονται από άλλα κράτη, πλην της Ινδίας. Αυτή η ανυπαρξία έρευνας συνιστά, επίσης, παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως.
31 Οι προσφεύγουσες προσάπτουν, επίσης, στην Επιτροπή ότι επέδειξε συμπεριφορά εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις όσον αφορά τον προσδιορισμό του οικείου προϊόντος. Οι προερχόμενες από την Κίνα εισαγωγές αποκλείσθηκαν από την έρευνα για τον λόγο ότι τα επίμαχα προϊόντα δεν είχαν κατασκευασθεί με τη βοήθεια βελονοειδούς οπτάνθρακα ανώτερης ποιότητας, ενώ, όσον αφορά τις προερχόμενες από την Ινδία εισαγωγές, η Επιτροπή δεν δέχθηκε να αποκλεισθούν από την έρευνα τα ηλεκτρόδια γραφίτη και οι θηλές που χρησιμοποιούνται για τέτοια ηλεκτρόδια και έχουν κατασκευασθεί χωρίς βελονοειδή οπτάνθρακα ανώτερης ποιότητας, καθόσον τα φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά που είναι ουσιώδη για το τελικό προϊόν και τις τελικές χρήσεις του, ανεξάρτητα από τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν, προσδιορίζουν τον ορισμό του οικείου προϊόντος. Οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι τα κινεζικά προϊόντα προορίζονται για την ίδια τελική χρήση όπως και το κατώτερο φάσμα του οικείου προϊόντος.
32 Τέλος, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι προσβλήθηκαν τα δικαιώματά τους άμυνας εξαιτίας του αποκλεισμού, από το μη εμπιστευτικό κείμενο της καταγγελίας, ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων για τον λόγο ότι αυτά θα έβλαπταν ουσιώδη εμπορικά συμφέροντα ενός ανταγωνιστή. Επιπλέον, πρόκειται για ένα συμπληρωματικό στοιχείο το οποίο αποδεικνύει τη συμπαιγνία μεταξύ των καταγγελλόντων και ορισμένων εισαγωγέων του οικείου προϊόντος που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτα κράτη και το οποίο δικαιολογεί το να μη ληφθούν υπόψη τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.
33 Το Συμβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
– Επί της φερομένης ως εισάγουσας δυσμενείς διακρίσεις συμπεριφοράς των θεσμικών οργάνων όσον αφορά τον προσδιορισμό του οικείου προϊόντος
34 Η αιτίαση αυτή πρέπει, εκ προοιμίου, να απορριφθεί ως μη ερειδόμενη στα πραγματικά περιστατικά. Αφενός, από την ενδέκατη έως και τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού αντιντάμπινγκ, στις οποίες παραπέμπει η έκτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού αντιντάμπινγκ, προκύπτει ότι τα θεσμικά όργανα δεν θεώρησαν τη χρήση βελονοειδούς οπτάνθρακα ανώτερης ποιότητας ως στοιχείο του ορισμού του οικείου προϊόντος. Αφετέρου, οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι τα θεσμικά όργανα στηρίχθηκαν στο γεγονός ότι τα εισαγόμενα από την Κίνα προϊόντα δεν παράγονται με τη βοήθεια βελονοειδούς οπτάνθρακα ανώτερης ποιότητας, προκειμένου να αποκλείσουν τις εισαγωγές των εν λόγω προϊόντων από την έρευνα.
– Επί της ελλείψεως έρευνας έναντι άλλων δυνητικών πηγών ντάμπινγκ
35 Κατά πάγια νομολογία, η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων απαιτεί, αφενός, παρόμοιες καταστάσεις να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά και, αφετέρου, διαφορετικές καταστάσεις να μην αντιμετωπίζονται καθ’ όμοιο τρόπο, εκτός αν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Απριλίου 2005, C‑110/03, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-2801, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
36 Είναι αληθές ότι η Επιτροπή δικαιούται, υπό ορισμένες ειδικές περιστάσεις, να αρχίσει τη διεξαγωγή έρευνας με δική της πρωτοβουλία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 6, του κανονισμού 384/96. Ομοίως, δεν αμφισβητείται ότι αποτελεί πρακτική της Επιτροπής το να ζητεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, από έναν καταγγέλλοντα να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της καταγγελίας του. Ωστόσο, δεν συντρέχει λόγος να τεθεί το ερώτημα αν η Επιτροπή όφειλε να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, μια διαφορετική μεταχείριση που συνίσταται στην κίνηση διαδικασίας αντιντάμπινγκ έναντι μόνον των προερχομένων από την Ινδία εισαγωγών, ενώ υφίσταντο ενδείξεις ικανές να δικαιολογήσουν το να διεξαχθεί, επίσης, έρευνα και για άλλες εισαγωγές, έστω και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, δεν μπορεί να συνιστά παράβαση ούτε του άρθρου 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 384/96 ούτε του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994 ούτε παραβίαση της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
37 Πρώτον, όσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 384/96, αυτό ορίζει ότι «ο δασμός αντιντάμπινγκ επιβάλλεται στο ύψος που αναλογεί σε κάθε περίπτωση χωρίς διάκριση στις εισαγωγές ενός προϊόντος από κάθε πηγή ως προς τις οποίες αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και προξενούν ζημία, με εξαίρεση τις εισαγωγές από εκείνες τις πηγές από τις οποίες έχουν γίνει δεκτές αναλήψεις υποχρεώσεων κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος κανονισμού».
38 Από τη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως προκύπτει ότι αυτή απαγορεύει μια μεταχείριση εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ εισαγωγών που αποτέλεσαν, στο σύνολό τους, αντικείμενο δασμών αντιντάμπινγκ για την εισαγωγή του ιδίου προϊόντος [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2002, T‑89/00, Europe Chemi-Con (Deutschland) κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. II‑3651, σκέψη 58]. Εν προκειμένω, όμως, επίμαχη είναι μια φερόμενη ως διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο δασμών αντιντάμπινγκ και εισαγωγών που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά της προκειμένης υποθέσεως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 384/96.
39 Δεύτερον, όσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994, αρκεί να υπογραμμιστεί ότι η εν λόγω διάταξη έχει ισοδύναμο πεδίο εφαρμογής με εκείνο της διατάξεως του άρθρου 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 384/96, καθόσον απαγορεύει μια εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις μεταχείριση κατά την είσπραξη των επιβληθέντων σε ένα προϊόν δασμών αντιντάμπινγκ ανάλογα με την πηγή των επίμαχων εισαγωγών. Επομένως, η εν λόγω διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω.
40 Τρίτον, ούτε το αντλούμενο από παραβίαση της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως επιχείρημα ευσταθεί.
41 Βεβαίως, το γεγονός ότι το άρθρο 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 384/96 αποτελεί έκφραση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως [απόφαση Europe Chemi‑Con (Deutschland) κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 38, σκέψη 51] δεν αποκλείει το ότι τα θεσμικά όργανα υπέχουν την υποχρέωση να τηρούν την αρχή αυτή επ’ ευκαιρία της εφαρμογής των λοιπών διατάξεων του κανονισμού 384/96 [βλ., όσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο β΄, του ιδίου κανονισμού, απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2003, T‑255/01, Changzhou Hailong Electronics & Light Fixtures και Zhejiang Yankon κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. II‑4741, σκέψεις 60 και 61].
42 Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να συνδυάζεται με την τήρηση της αρχής της νομιμότητας, σύμφωνα με την οποία κανείς δεν μπορεί να επικαλείται υπέρ αυτού παρανομία διαπραχθείσα προς όφελος τρίτου (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Νοεμβρίου 2006, T‑120/04, Peróxidos Orgánicos κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑4441, σκέψη 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Πάντως, αυτήν την έννοια έχει η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών που στηρίζεται εξ ολοκλήρου στο ότι θα έπρεπε, επίσης, να διεξαχθεί έρευνα έναντι και άλλων εισαγωγών. Επομένως, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση και η έλλειψη ενάρξεως έρευνας έναντι άλλων πιθανών πηγών ντάμπινγκ δεν έχει επίπτωση επί της νομιμότητας του προσβαλλομένου κανονισμού αντιντάμπινγκ.
43 Κατά συνέπεια, πρέπει επίσης να απορριφθούν τα επιχειρήματα των προσφευγουσών που αντλούνται από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και από πρόδηλες πλάνες εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες, εφόσον με τα εν λόγω επιχειρήματα επιδιώκεται να αποδειχθεί ότι η Επιτροπή όφειλε να αρχίσει έρευνα έναντι των προερχομένων από τρίτες χώρες εισαγωγών. Για τον ίδιο λόγο, οι επικρίσεις των προσφευγουσών, που αφορούν το γεγονός ότι οι καταγγέλλουσες επικέντρωσαν το ενδιαφέρον της καταγγελίας τους μόνο στις προερχόμενες από την Ινδία εισαγωγές, δεν έχουν επίπτωση επί της νομιμότητας του προσβαλλομένου κανονισμού αντιντάμπινγκ.
– Επί της παραβιάσεως της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας
44 Κατά πάγια νομολογία, η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 1991, C‑49/88, Al-Jubail Fertilizer κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. I‑3187, σκέψη 15, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Δεκεμβρίου 1997, T‑159/94 και T‑160/94, Ajinomoto και NutraSweet κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. II‑2461, σκέψη 81).
45 Δυνάμει της αρχής αυτής, πρέπει να παρέχεται στις επιχειρήσεις τις οποίες αφορά μια διαδικασία έρευνας προγενέστερη της εκδόσεως ενός κανονισμού αντιντάμπινγκ, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η δυνατότητα να γνωστοποιήσουν επωφελώς την άποψή τους σχετικά με το υποστατό και το λυσιτελές των προβαλλομένων γεγονότων και περιστάσεων και σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποίησε η Επιτροπή προς στήριξη του ισχυρισμού της για την ύπαρξη ντάμπινγκ και της εντεύθεν ζημίας (απόφαση Al-Jubail Fertilizer κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 44, σκέψη 17· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 1997, T‑121/95, EFMA κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. II‑2391, σκέψη 84, και Ajinomoto και NutraSweet κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 44, σκέψη 83).
46 Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχονται στο εμπιστευτικό κείμενο της καταγγελίας δεν περιελήφθησαν συνοπτικώς στο μη εμπιστευτικό κείμενό της. Τούτο ισχύει, ιδίως, όσον αφορά τα παραρτήματα 1, 5 έως 7, 9 έως 11, 15 έως 18, 20 και 21, 23, 26, 28 έως 31, 33 έως 44 της καταγγελίας, η οποία περιλαμβάνει 45 παραρτήματα.
47 Ωστόσο, εναπέκειτο στις προσφεύγουσες να περιάγουν τα θεσμικά όργανα σε θέση να εκτιμήσουν τα προβλήματα που μπορούσε να προκαλέσει σ’ αυτές η έλλειψη συνοπτικής παρουσιάσεως των επίμαχων αποδεικτικών στοιχείων εντός του μη εμπιστευτικού κειμένου της καταγγελίας (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση Ajinomoto και NutraSweet κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 44, σκέψεις 109 και 110).
48 Εν προκειμένω, από τα έγγραφα που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες σε παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής τους προκύπτει ότι, ναι μεν επικαλέσθηκαν εν συντομία αυτήν την έλλειψη συνοπτικής παρουσιάσεως κατά την έναρξη της διαδικασίας, με τις παρατηρήσεις τους επί της καταγγελίας, στις 3 Οκτωβρίου 2003, πλην όμως δεν έκαναν πλέον σχετική μνεία με τις μεταγενέστερες επιστολές τους.
49 Επομένως, εφόσον οι προσφεύγουσες δεν επέσυραν επαρκώς την προσοχή της Επιτροπής και, εν συνεχεία, του Συμβουλίου επί του ζητήματος αυτού, δεν δύνανται να επικαλεσθούν προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς τους.
50 Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση των θεμελιωδών διαδικαστικών απαιτήσεων καθόσον οι έρευνες διεξήχθησαν με γνώμονα μια Κοινότητα συγκείμενη μόνον από δεκαπέντε κράτη μέλη
Επιχειρήματα των διαδίκων
51 Οι προσφεύγουσες βάλλουν κατά του γεγονότος ότι οι επιβληθέντες από τους προσβαλλόμενους κανονισμούς δασμοί καλύπτουν το έδαφος των δέκα νέων κρατών μελών έστω και αν ουδεμία έρευνα διεξήχθη εκεί και, ως εκ τούτου, θεωρούν ότι δεν υφίσταται νομική βάση για την επιβολή τέτοιων δασμών. Επ’ αυτού, η παρούσα κατάσταση διαφοροποιείται από εκείνη των δασμών που επιβλήθηκαν πριν από τη διεύρυνση, για τους οποίους η έρευνα διεξήχθη επί ορθής εδαφικής βάσεως.
52 Κατά τις προσφεύγουσες, μια τέτοια αυτόματη επέκταση των δασμών αντιντάμπινγκ και των δασμών κατά των επιδοτήσεων προς τα δέκα νέα κράτη μέλη είναι αντίθετη προς το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, προς τα άρθρα 2 έως 7 και προς το άρθρο 9, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 384/96, καθώς και προς το άρθρο 1, παράγραφος 1, και προς τα άρθρα 8 έως 12, 15 και 31 του κανονισμού (ΕΚ) 2026/97 του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 288, σ. 1). Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, κατ’ ουσίαν, ότι οι διάφορες αυτές διατάξεις, αναφερόμενες είτε στην Κοινότητα είτε στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, έχουν ως συνέπεια ότι η έρευνα πρέπει να διεξάγεται με γνώμονα ένα σαφώς προσδιορισμένο έδαφος, ήτοι εκείνο της Κοινότητας και όχι ενός τμήματος αυτής. Τούτο προκύπτει, επίσης, από τις σχετικές διατάξεις του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994 και της συμφωνίας για τις επιδοτήσεις και τα αντισταθμιστικά μέτρα, η οποία συνήφθη στο πλαίσιο του ΠΟΕ (ΕΕ 1994, L 336, σ. 156, στο εξής: συμφωνία ΣΕΑΜ). Επιπλέον, οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι μια έρευνα συμπεριλαμβάνουσα τα δέκα νέα κράτη μέλη θα ήταν αναγκαία προκειμένου να προσδιορισθεί ακριβώς το περιθώριο ντάμπινγκ και η ζημία την οποία θα προξενούσε το ντάμπινγκ αυτό ή την οποία θα προξενούσαν οι προβαλλόμενες επιδοτήσεις. Τέλος, υπενθυμίζουν ότι η κίνηση διαδικασίας αντιντάμπινγκ πρέπει να στηρίζεται σε πληροφορίες που αφορούν την εξέλιξη του όγκου των εισαγωγών, το αποτέλεσμά τους επί των τιμών του ομοειδούς προϊόντος και την επίπτωσή τους επί του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, οπότε τα μέτρα που λαμβάνονται με γνώμονα την ύπαρξη 15 κρατών μελών δεν μπορούν αυτομάτως να επιβάλλονται όσον αφορά μια Κοινότητα 25 κρατών μελών, χωρίς να εξακριβωθεί αν οι διαδικασίες θα μπορούσαν να κινηθούν με βάση παρεμφερείς πληροφορίες για μια διευρυμένη Κοινότητα.
53 Οι προσφεύγουσες θεωρούν, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή εδικαιούτο να διεξαγάγει έρευνα που να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι επέκειτο διεύρυνση, εφόσον καμία διάταξη των κανονισμών 384/96 και 2026/97 δεν της απαγόρευε να απευθύνει αιτήσεις παροχής πληροφοριών.
54 Οι προσφεύγουσες απορρίπτουν την επιχειρηματολογία του Συμβουλίου που στηρίζεται στη μέθοδο την οποία προέκρινε η ανακοίνωση σχετικά με την ενδεχόμενη επανεξέταση των μέτρων εξαιτίας της διεύρυνσης. Η ανακοίνωση αυτή δεν μπορεί να δικαιολογήσει το να αποκλίνουν τα θεσμικά όργανα από τη σχετική ρύθμιση. Ναι μεν οι προσφεύγουσες αναγνωρίζουν ότι στη σχετική ρύθμιση εκτίθεται ότι οι εκκρεμείς διαδικασίες μπορούν να οδηγήσουν στην επιβολή δασμών στο σύνολο των νέων κρατών μελών, πλην όμως θεωρούν, κατ’ ουσίαν, ότι οι προτεινόμενες λύσεις, και ιδίως η δυνατότητα να επιτευχθεί ενδιάμεση επανεξέταση από την Επιτροπή, δεν ασκούν επιρροή όσον αφορά τις διαδικασίες που δεν έχουν περατωθεί κατά το χρονικό σημείο της διεύρυνσης. Συναφώς, υπενθυμίζουν ότι μια ενδιάμεση επανεξέταση δεν μπορεί να ζητηθεί πριν από την παρέλευση περιόδου τουλάχιστον ενός έτους από τη λήψη των σχετικών μέτρων.
55 Το γεγονός ότι παρατηρήθηκε, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, ότι η επέκταση της ανάλυσης και στα νέα κράτη μέλη δεν μετέβαλε δραστικά τα πορίσματα της έρευνας είναι αλυσιτελές εκτός του πλαισίου των υπό εξέταση περιπτώσεων.
56 Το Συμβούλιο θεωρεί ότι ορθώς η ισχύς των μέτρων αντιντάμπινγκ και των μέτρων κατά των επιδοτήσεων επεκτάθηκε και στη διευρυμένη Κοινότητα. Από την περιορισμένη συνολική οικονομική σημασία της διεύρυνσης προκύπτει ότι τα πορίσματα των ερευνών που αφορούσαν την Κοινότητα των δεκαπέντε κρατών μελών είναι, κατ’ αρχήν, έγκυρα και για τη διευρυμένη Κοινότητα, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται από τον περιορισμένο αριθμό αιτήσεων για ενδιάμεση επανεξέταση. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η συστηματική επανεξέταση όλων των υφιστάμενων μέτρων αντιντάμπινγκ και μέτρων κατά των επιδοτήσεων θα αποτελούσε σημαντικό βάρος και θα προκαλούσε συμπληρωματικά έξοδα για όλους τους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες και θα ήταν πρακτικώς ανέφικτη.
57 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η ανακοίνωση σχετικά με την ενδεχόμενη επανεξέταση των μέτρων εξαιτίας της διεύρυνσης εισάγει μια περίπλοκη μεταβατική λύση, η οποία εμπίπτει στο περιθώριο εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στην Επιτροπή και στηρίζεται σε ένα μηχανισμό επανεξετάσεως σε δύο στάδια που παρέχει τη δυνατότητα να εξασφαλισθεί ότι είναι δυνατή η πραγματοποίηση προσαρμογών εφόσον τούτο δικαιολογείται.
58 Αφενός, εξ αυτού προκύπτει ότι, από την 1η Μαΐου 2004, όλα τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ και μέτρα κατά των επιδοτήσεων εφαρμόζονται αυτομάτως επί των εισαγωγών στη διευρυμένη Κοινότητα των 25 κρατών μελών και ότι, αν εκκρεμείς έρευνες των οποίων η διεξαγωγή άρχισε πριν από την 1η Μαΐου 2004 επρόκειτο να οδηγήσουν στη λήψη μέτρων, τα μέτρα αυτά θα ετύγχαναν, επίσης, εφαρμογής επί των εισαγωγών στα 25 κράτη μέλη της Κοινότητας.
59 Αφετέρου, έχει προβλεφθεί ένας μηχανισμός για να εξασφαλισθεί ότι είναι δυνατή η πραγματοποίηση διορθώσεων. Συναφώς, το Συμβούλιο υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή ήταν διατεθειμένη να επανεξετάσει ολικώς ή μερικώς, κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, μέτρα αντιντάμπινγκ και μέτρα κατά των επιδοτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 384/96 και το άρθρο 19 του κανονισμού 2026/97, χωρίς να αναμείνει την παρέλευση της προθεσμίας ενός έτους, εφόσον είχε δημόσια γνωστοποιήσει ότι επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμά της να κινήσει διαδικασία επανεξετάσεως με δική της πρωτοβουλία. Το Συμβούλιο παρατηρεί ότι οι προσφεύγουσες δεν έκαναν χρήση της δυνατότητας αυτής και εκτιμά ότι τούτο συνέβη επειδή δεν ήσαν πεπεισμένες ότι μια ενδιάμεση επανεξέταση θα κατέληγε σε ευνοϊκότερα αποτελέσματα γι’ αυτές.
60 Επιπλέον, το Συμβούλιο θεωρεί ότι οι αιτιάσεις των προσφευγουσών είναι αμιγώς τυπικές καθόσον με αυτές δεν προβάλλεται ότι μια έρευνα καλύπτουσα τα 25 κράτη μέλη θα είχε διαφορετικά αποτελέσματα και οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο προς τούτο.
61 Τέλος, το Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή ανέλυσε, χάριν πληρότητος, τα αποτελέσματα της διεύρυνσης σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των δύο επίμαχων διαδικασιών, και ότι τα αποτελέσματα δεν ήσαν σε αισθητό βαθμό διαφορετικά.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
62 Δεν αμφισβητείται ότι, καίτοι η περίοδος έρευνας διήρκεσε από την 1η Απριλίου 2002 έως τις 31 Μαρτίου 2003, ενώ η Κοινότητα απετελείτο μόνον από δεκαπέντε κράτη μέλη, οι προσωρινοί κανονισμοί εκδόθηκαν στις 19 Μαΐου 2004 και οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί στις 13 Σεπτεμβρίου 2004, ημερομηνίες κατά τις οποίες η Κοινότητα περιελάμβανε 25 κράτη μέλη.
63 Πρέπει να υπομνηστεί ότι οι δασμοί αντιντάμπινγκ και οι αντισταθμιστικοί δασμοί δεν συνιστούν κύρωση για παλαιότερη συμπεριφορά, αλλά μέτρο άμυνας και προστασίας από τον αθέμιτο ανταγωνισμό ο οποίος προκύπτει από τις πρακτικές του ντάμπινγκ και των επιδοτήσεων (βλ., όσον αφορά τους δασμούς αντιντάμπινγκ, απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Νοεμβρίου 2006, T‑138/02, Nanjing Metalink κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. II‑4347, σκέψη 60). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 384/96 και το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 2026/97, ο προσδιορισμός της ζημίας πρέπει να γίνεται με βάση θετικά αποδεικτικά στοιχεία και προϋποθέτει αντικειμενική εξέταση, αφενός, του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων και της επίδρασής τους στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Κοινότητας και, αφετέρου, των συνεπειών των εισαγωγών αυτών για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.
64 Εξ αυτού προκύπτει ότι η σύνθεση της Κοινότητας κατά τον χρόνο επιβολής των δασμών αντιντάμπινγκ και των αντισταθμιστικών δασμών πρέπει να ληφθεί υπόψη όσον αφορά τον προσδιορισμό των εν λόγω δασμών. Στον βαθμό που οι πληροφορίες που απέκτησε η Επιτροπή κατά την περίοδο έρευνας δεν συνελέγησαν ενόψει της διεύρυνσης και αφορούν, ως εκ τούτου, μόνον την Κοινότητα που απαρτίζεται από δεκαπέντε κράτη μέλη, εναπέκειτο στην Επιτροπή, επ’ ευκαιρία της εκδόσεως των προσωρινών κανονισμών και, ενδεχομένως, στο Συμβούλιο επ’ ευκαιρία της εκδόσεως των προσβαλλομένων κανονισμών, να εξακριβώσουν αν οι πληροφορίες αυτές ήσαν, επίσης, λυσιτελείς με γνώμονα μια Κοινότητα συγκείμενη από 25 κράτη μέλη.
65 Βεβαίως, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 384/96 και το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2026/97 επάγονται απαγόρευση της συνεκτιμήσεως στοιχείων που αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της περιόδου έρευνας. Ωστόσο, εν προκειμένω, το γεγονός ότι η διεύρυνση της Κοινότητας αποτελεί περιστατικό το οποίο έλαβε χώρα σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της περιόδου έρευνας ουδόλως μπορεί να απαλλάξει τα θεσμικά όργανα από την υποχρέωση που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη.
66 Όπως είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει το Πρωτοδικείο όσον αφορά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 384/96, η περίοδος έρευνας και η απαγόρευση να ληφθούν υπόψη στοιχεία μεταγενέστερα αυτής αποβλέπουν στο να εγγυηθούν ότι τα αποτελέσματα της έρευνας είναι αντιπροσωπευτικά και αξιόπιστα, διασφαλίζοντας ότι τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται ο προσδιορισμός του ντάμπινγκ και της ζημίας δεν επηρεάζονται από τη συμπεριφορά των ενδιαφερόμενων παραγωγών που έπεται της κινήσεως της διαδικασίας αντιντάμπινγκ και, επομένως, ότι ο οριστικός δασμός που επιβάλλεται μετά το πέρας της διαδικασίας μπορεί όντως να καλύψει τη ζημία που απορρέει από το ντάμπινγκ (απόφαση Nanjing Metalink κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 63, σκέψη 59).
67 Επιπλέον, χρησιμοποιώντας τον όρο «κατά κανόνα», το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 384/96 επιτρέπει εξαιρέσεις από την απαγόρευση να λαμβάνονται υπόψη πληροφορίες σχετικές με περίοδο μεταγενέστερη της περιόδου έρευνας. Όσον αφορά τις ευνοϊκές περιστάσεις για τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορά η έρευνα, κρίθηκε ότι δεν είναι δυνατό να εναπόκειται στα κοινοτικά όργανα να λαμβάνουν υπόψη στοιχεία που ανάγονται σε περίοδο μεταγενέστερη της έρευνας, εκτός αν τα στοιχεία αυτά αποκαλύπτουν νέες εξελίξεις οι οποίες καθιστούν προφανώς απρόσφορη τη μελετώμενη επιβολή του δασμού αντιντάμπινγκ (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 1996, T‑161/94, Sinochem Heilongjiang κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. II‑695, σκέψη 88, και της 20ής Ιουνίου 2001, T‑188/99, Euroalliages κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑1757, σκέψη 75). Αν, αντιθέτως, στοιχεία σχετικά με περίοδο μεταγενέστερη της έρευνας, λόγω του ότι αντικατοπτρίζουν την πραγματική συμπεριφορά των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, καθιστούν δικαιολογημένη την επιβολή ή την αύξηση του δασμού αντιντάμπινγκ, διαπιστώνεται, βάσει των προεκτεθέντων, ότι τα κοινοτικά όργανα έχουν το δικαίωμα, ακόμα και την υποχρέωση, να λάβουν τούτο υπόψη (απόφαση Nanjing Metalink κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 63, σκέψη 61). Η ίδια συλλογιστική μπορεί να ακολουθηθεί όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2026/97, του οποίου η διατύπωση είναι, ως προς το σημείο αυτό, πανομοιότυπη με εκείνη του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 384/96.
68 Επιπλέον, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, στον τομέα των μέτρων εμπορικής άμυνας, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών, πολιτικών και νομικών καταστάσεων που πρέπει να εξετάσουν (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 28ης Οκτωβρίου 2004, T‑35/01, Shanghai Teraoka Electronic κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2004, σ. II‑3663, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Πάντως, επίσης κατά πάγια νομολογία, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν τέτοια εξουσία, ο σεβασμός των εγγυήσεων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη στις διοικητικές διαδικασίες έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία και μεταξύ των εγγυήσεων αυτών περιλαμβάνονται κυρίως η υποχρέωση του αρμοδίου οργάνου να εξετάσει με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία της οικείας υποθέσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1991, C‑269/90, Technische Universität München, Συλλογή 1991, σ. I‑5469, σκέψη 14, και του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1995, T‑167/94, Nölle κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II‑2589, σκέψη 73).
69 Διαπιστώνεται ότι η προσχώρηση δέκα νέων κρατών μελών μεταξύ της λήξεως της περιόδου έρευνας και της εκδόσεως των προσβαλλομένων κανονισμών αποτελεί κρίσιμο στοιχείο το οποίο όφειλαν να εξετάσουν τα θεσμικά όργανα κατά την έννοια της προπαρατεθείσας στη σκέψη 68 νομολογίας, προκειμένου να εκτιμήσουν τον αντίκτυπό του στις δύο εκκρεμείς διαδικασίες.
70 Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει το Συμβούλιο, απλώς και μόνον η αναφορά στη φερόμενη ως περιορισμένη συνολική οικονομική σημασία της διεύρυνσης δεν μπορεί να απαλλάξει τα θεσμικά όργανα από την προαναφερθείσα υποχρέωση, εφόσον μια τέτοια θεώρηση γενικής φύσεως δεν αφορά τον ειδικό οικονομικό τομέα στον οποίο υπάγονται οι επίμαχες εισαγωγές.
71 Όσον αφορά την ανακοίνωση σχετικά με την ενδεχόμενη επανεξέταση των μέτρων εξαιτίας της διεύρυνσης, την οποία εξέδωσε η Επιτροπή, η εν λόγω ανακοίνωση κατ’ ουδένα τρόπο μπορεί να αποτελέσει επαρκή συνεκτίμηση των αποτελεσμάτων της διεύρυνσης επί των εκκρεμών διαδικασιών. Αντιθέτως, η μέθοδος αυτή συνίσταται στο να μην εξετάζονται αυτεπαγγέλτως τα αποτελέσματα της διεύρυνσης, ενώ προβλέπει τη δυνατότητα μεταγενέστερης επανεξετάσεως των επίμαχων μέτρων. Πάντως, απλώς και μόνον η δυνατότητα μιας τέτοιας επανεξετάσεως, που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής και πραγματοποιείται μετά την έκδοση των κανονισμών, δεν μπορεί να απαλλάξει τα θεσμικά όργανα από την υποχρέωσή τους να εξασφαλίσουν ότι η διεύρυνση της Κοινότητας δεν θα μπορούσε να έχει επίπτωση επί του ύψους των δασμών αντιντάμπινγκ και των δασμών κατά των επιδοτήσεων.
72 Ωστόσο, από το έγγραφο γενικής ενημέρωσης που αφορά τις σχετικές με τη ζημία, την αιτιώδη συνάφεια και το συμφέρον της Κοινότητας πτυχές των δύο διαδικασιών προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή εκτίμησε τις συνέπειες της διεύρυνσης επί της λυσιτέλειας των στοιχείων που συνελέγησαν κατά την περίοδο έρευνας. Με το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή παρατηρεί –χωρίς οι διαπιστώσεις της να αμφισβητηθούν από τις προσφεύγουσες– ότι, αφενός, οι προερχόμενες από την Ινδία εισαγωγές προς τα νέα κράτη μέλη είχαν ελαφρώς χαμηλότερη τιμή σε σχέση με τις τιμές που διαπιστώθηκαν κατά την περίοδο έρευνας και ότι, αφετέρου, τόσο από την άποψη της πωλήσεως και της παραγωγής του οικείου προϊόντος όσο και από την άποψη της εισαγωγής του προϊόντος αυτού, το μερίδιο των δέκα νέων κρατών μελών ήταν ελάχιστο. Επιπλέον, στο ίδιο έγγραφο εκτίθεται ότι οι δύο μόνες γνωστές εγκαταστάσεις παραγωγής του οικείου προϊόντος στα νέα κράτη μέλη βρίσκονται στην Πολωνία και ότι η Επιτροπή συνέλεξε πληροφορίες από μια έρευνα αντιντάμπινγκ την οποία διεξήγαγαν οι πολωνικές αρχές το 2003 και από την οποία προκύπτει ότι οι τιμές των προερχομένων από την Ινδία εισαγωγών προς την Πολωνία είναι χαμηλότερες κατά 4 % από εκείνες των εισαγωγών με προορισμό την Κοινότητα.
73 Η Επιτροπή, διεξάγοντας μια τέτοια εξακρίβωση μετά την περίοδο έρευνας, εξασφάλισε, ως εκ τούτου, ότι οι πληροφορίες που αποκόμισε επ’ ευκαιρία της έρευνας εξακολουθούσαν να είναι αντιπροσωπευτικές ως προς την Κοινότητα, με τη σύνθεση που αυτή είχε κατά το χρονικό σημείο επιβολής των δασμών αντιντάμπινγκ και των αντισταθμιστικών δασμών. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή δεν παρέβη την υποχρέωσή της να εξετάσει όλα τα κρίσιμα στοιχεία της προκειμένης υποθέσεως.
74 Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από το ότι τα θεσμικά όργανα όφειλαν να εξακριβώσουν αν οι πληροφορίες που είχαν περιέλθει στην κατοχή τους θα παρείχαν τη δυνατότητα να κινηθεί διαδικασία έρευνας σε μια διευρυμένη Κοινότητα, από τις προηγηθείσες διαπιστώσεις προκύπτει ότι το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, από τις εν λόγω διαπιστώσεις απορρέει κατ’ ανάγκην ότι οι πληροφορίες με βάση τις οποίες η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τις επίμαχες διαδικασίες μπορούσαν, επίσης, να δικαιολογήσουν την κίνηση διαδικασίας έρευνας σε μια Κοινότητα συγκείμενη από 25 κράτη μέλη.
75 Όσον αφορά τις παραπομπές στις διατάξεις του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994 και της συμφωνίας ΣΕΑΜ, αρκεί η διαπίστωση ότι οι προσφεύγουσες δεν αποδεικνύουν με ποιον τρόπο οι εν λόγω διατάξεις έχουν διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο των διατάξεων των κανονισμών 384/96 και 2026/97 που υλοποιούν τις ειδικές υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγονται οι εν λόγω διατάξεις.
76 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά τον χαρακτηρισμό του μηχανισμού πιστώσεων εισαγωγικών δασμών ως επιδοτήσεως και τον προσδιορισμό του ύψους των αντισταθμιστικών δασμών
Επιχειρήματα των διαδίκων
77 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός κατά των επιδοτήσεων είναι αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας, προς το άρθρο 1, παράγραφος 1, προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, και προς το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2026/97, καθώς και προς το παράρτημα III του εν λόγω κανονισμού και προς το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, περίπτωση 1, ii, και προς το άρθρο 19, παράγραφος 3, της συμφωνίας ΣΕΑΜ και ότι αυτός βαρύνεται με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και με διαδικαστικές πλημμέλειες λόγω επιβολής αντισταθμιστικών δασμών που είναι ακατάλληλοι ποσοτικώς.
78 Εκ προοιμίου, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι ο ινδικός μηχανισμός πιστώσεων εισαγωγικών δασμών (στο εξής: DEPB) παρέχει τη δυνατότητα σε έναν εξαγωγέα να λάβει πίστωση επί των εισαγωγών, η οποία αντιστοιχεί στο ύψος των δασμών που αυτός κατέβαλε για την εισαγωγή των αναγκαίων πρώτων υλών για την κατασκευή του εξαγομένου προϊόντος ανά μονάδα, σύμφωνα με τα επονομαζόμενα πρότυπα «standard technical input-output» (στο εξής: πρότυπο SION). Οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν τη σπουδαιότητα της επιστροφής των δασμών που εισπράχθηκαν επ’ ευκαιρία της εισαγωγής των αναγκαίων για την κατασκευή του οικείου προϊόντος στοιχείων και ιδίως του πιο δαπανηρού εξ αυτών, ήτοι του βελονοειδούς οπτάνθρακα ανώτερης ποιότητας, που δεν είναι διαθέσιμος στην Ινδία.
79 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τον χαρακτηρισμό του DEPB ως επιδοτήσεως, ο οποίος έγινε δεκτός από τον προσβαλλόμενο κανονισμό κατά των επιδοτήσεων. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν θεωρηθεί, ενδεχομένως, ότι θα μπορούσε να γίνει λόγος για την ύπαρξη στοιχείων επιδοτήσεως εντός του DEPB, εσφαλμένως αποφασίσθηκε ότι το αντισταθμίσιμο όφελος απετελείτο από το σύνολο των εισαγωγικών δασμών που οφείλονται κανονικά εφ’ όλων των εισαγωγών. Μόνον το καθ’ υπέρβαση εισπραχθέν ποσό θα μπορούσε να αποτελεί επιδότηση.
80 Πρώτον, το συμπέρασμα αυτό απορρέει από την ανάγνωση του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, του κανονισμού 2026/97, σε συνδυασμό με το παράρτημά του I, i. Το παράρτημα ΙΙ, σημείο I 2, ενισχύει επίσης την ανάλυση αυτή. Εξ αυτού προκύπτει ότι είναι δυνατό να υπάρξει επιδότηση, μόνον αν ένα σύστημα επιστροφής δίδει λαβή για μια καθ’ υπέρβαση επιστροφή και μέχρι του ποσού που καταβλήθηκε επιπλέον. Επομένως, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη καθ’ υπέρβαση επιστροφής, προτού της προσδώσει, ενδεχομένως, τον χαρακτηρισμό της επιδοτήσεως. Η ίδια προσέγγιση ακολουθείται από τον ορισμό που εμφαίνεται στο παράρτημα III, σημείο I. Συγκεκριμένα, κατά τις προσφεύγουσες, εφόσον το DEPB πρέπει να χαρακτηρισθεί ως σύστημα επιστροφής λόγω υποκατάστασης, εφαρμοστέο είναι το παράρτημα III του κανονισμού 2026/97, παράρτημα που το Συμβούλιο παρέλειψε να αναλύσει.
81 Το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι είναι δυνατό να υφίσταται επιδότηση ακόμη και σε περίπτωση ανυπαρξίας καθ’ υπέρβαση καταβολής, εάν το επίμαχο καθεστώς δεν συμμορφώνεται αυστηρώς προς τις διατάξεις των παραρτημάτων I έως III του κανονισμού 2026/97, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα παραρτήματα αυτά καθορίζουν τις διάφορες προϋποθέσεις που οφείλει να εκπληρώνει ένα καθεστώς επιστροφής προκειμένου να είναι άψογο, ενώ πρόκειται μάλλον για κατευθυντήριες γραμμές που αποβλέπουν στο να προσδιορισθεί η ύπαρξη εγγυήσεων για την αποφυγή του ενδεχομένου μιας καθ’ υπέρβαση επιστροφής.
82 Δεύτερον, εσφαλμένως θεωρήθηκε ότι το DEPB δεν αποτελεί έναν προσηκόντως συγκροτημένο μηχανισμό επιστροφής δασμών λόγω του ότι δεν υφίσταται στην Ινδία διαδικασία που να αποσκοπεί στην εξακρίβωση της ορθής εφαρμογής του εν λόγω μηχανισμού. Κατά τις προσφεύγουσες, ένας τέτοιος μηχανισμός υπάρχει και αποτελείται από τα ακόλουθα στοιχεία: αφενός, από την εφαρμογή και την αυστηρή υλοποίηση του προτύπου SION και, αφετέρου, από το γεγονός ότι οι πιστώσεις χορηγούνται επ’ ευκαιρία εξαγωγών και μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για εισαγωγές πρώτων υλών που αποτελούν συντελεστές παραγωγής, σύμφωνα με τα επονομαζόμενα πρότυπα «input-output». Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, επίσης, ότι οι Ινδοί εξαγωγείς χρησιμοποιούν, στην πλειονότητά τους, το DEPB καθ’ όμοιο τρόπο με ένα σύστημα επιστροφής που επιβάλλει την αυστηρή υποχρέωση να χρησιμοποιείται κάθε επιστροφή για την εξόφληση των οφειλομένων δασμών για την εισαγωγή συγκεκριμένων συντελεστών παραγωγής που αποτελούν αντικείμενο αναλώσεως στο πλαίσιο της παραγωγής των εξαγομένων προϊόντων, εφόσον είναι πρόσφορο, από οικονομική άποψη, να ενεργήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το σύστημα αυτό, το οποίο στηρίζεται στην παροχή κινήτρων προς τους μετέχοντες στην οικονομική δραστηριότητα, ανταποκρίνεται επίσης σε ρεαλιστικές θεωρήσεις και στην ανάγκη απλοποίησης των διοικητικών διαδικασιών στο σύνολο της ινδικής επικράτειας.
83 Τρίτον, οι προσφεύγουσες προσάπτουν στα θεσμικά όργανα ότι δεν διεξήγαγαν έρευνα προκειμένου να εξακριβώσουν αν υπήρξε υπέρβαση κατά τον συνυπολογισμό των συντελεστών παραγωγής και ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, παραβίασαν την αρχή της χρηστής διοικήσεως, καθώς και τις θεμελιώδεις αρχές του κανονισμού 2026/97. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή υπέχει ειδική υποχρέωση να εξετάσει αν οι δημόσιες αρχές της χώρας εξαγωγής έχουν θεσπίσει ένα σύστημα ή μια διαδικασία που να παρέχει τη δυνατότητα να επιβεβαιωθεί ποιοι συντελεστές παραγωγής αποτέλεσαν αντικείμενο αναλώσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας κατασκευής του εξαγομένου προϊόντος, και μέχρι ποιου ποσού. Εφόσον θεωρήθηκε ότι δεν υφίστατο τέτοιο σύστημα στην Ινδία, εναπέκειτο στην Επιτροπή να προβεί σε έρευνα προκειμένου να εξακριβώσει, αφενός, αν το DEPB λειτουργούσε στην πράξη και, αφετέρου, σε ποιον βαθμό μπορούσε να χορηγήσει καθ’ υπέρβαση επιστροφή στους εξαγωγείς, προκειμένου να εφαρμόσει αντισταθμιστικό ποσό μόνον επ’ αυτής. Θα ήταν παράλογο να θεωρηθεί ότι εναπόκειται στις ινδικές αρχές να προβούν σε νέα εξέταση, εφόσον μια τέτοια εξέταση προϋποθέτει την ύπαρξη επαρκών συστημάτων εξακριβώσεως τα οποία, αν υπήρχαν, θα είχαν εμποδίσει τη χορήγηση καθ’ υπέρβαση επιστροφής. Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι εναπόκειται στα κοινοτικά όργανα να προσδιορίσουν αν υφίσταται επιδότηση και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, να προσδιορίσουν το ύψος της επιδοτήσεως αυτής.
84 Τέταρτον, οι προσφεύγουσες αναφέρονται στην ύπαρξη μιας αρχής του διεθνούς δικαίου, η οποία καθιερώθηκε από τη συμφωνία ΣΕΑΜ και το κοινοτικό τελωνειακό σύστημα και σύμφωνα με την οποία ο κατασκευαστής δεν υποχρεούται να καταβάλει δασμούς επί των εμπορευμάτων τα οποία εισάγονται αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και, εν συνεχεία, να επανεξαχθούν. Ωστόσο, δεν υπάρχει δεσμευτικός ορισμός σε διεθνές επίπεδο όσον αφορά τις προϋποθέσεις που οφείλει να εκπληρώνει ένα τέτοιο καθεστώς. Η προσέγγιση που ακολούθησαν τα κοινοτικά όργανα θα κατέληγε στο να επιβληθεί στην Ινδία, που είναι αναπτυσσόμενη χώρα και δεν διαθέτει ανεπτυγμένο τελωνειακό σύστημα, ένα καθεστώς που αντιστοιχεί ακριβώς σε αυτό που θεσπίζει ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας.
85 Πέμπτον, και επικουρικώς, σε περίπτωση που αποφασισθεί ότι η επιδότηση αποτελείται από το ολικό ποσό της επιστροφής, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για καθ’ υπέρβαση επιστροφή ή όχι, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι η Επιτροπή οφείλει ακόμη να υπολογίσει το ποσό της επιδότησης που είναι δεκτική αντισταθμιστικών μέτρων. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι, κατά το άρθρο 5 του κανονισμού 2026/97, το ποσό αυτό αποτελείται μόνον από το όφελος που αποκομίζει ο δικαιούχος. Δεδομένου ότι αναγνωρίζεται παγκοίνως ότι οι συντελεστές παραγωγής που αποτελούν αντικείμενο αναλώσεως στο πλαίσιο της παραγωγής ενός εξαγομένου προϊόντος απαλλάσσονται των εισαγωγικών δασμών, η χορήγηση οφέλους θα ήταν δυνατή μόνον αν ο εξαγωγέας ελάμβανε επιστροφή υψηλότερη του ποσού των εισαγωγικών δασμών που καταβλήθηκαν επί των συντελεστών παραγωγής που αποτέλεσαν αντικείμενο αναλώσεως στο πλαίσιο της παραγωγής του εξαγομένου προϊόντος.
86 Το Συμβούλιο αμφισβητεί τη βασιμότητα αυτού του λόγου ακυρώσεως.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
87 Στο πλαίσιο αυτού του λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες προσάπτουν, κατ’ ουσίαν, στα θεσμικά όργανα ότι υπέπεσαν σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της έννοιας της επιδοτήσεως, ότι υπέπεσαν σε πλάνη ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό του DEPB και, τέλος, ότι παρέβησαν μια υποχρέωση διαδικαστικής φύσεως καθόσον δεν διεξήγαγαν έρευνα ως προς το υποστατό της λειτουργίας του DEPB.
88 Ο τίτλος του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως αφορά, επίσης, την αρχή της αναλογικότητας. Ωστόσο, οι προσφεύγουσες ουδέποτε εξηγούν για ποιον λόγο ο χαρακτηρισμός του DEPB ως επιδοτήσεως είναι αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας. Επομένως, μια τέτοια αιτίαση δεν ικανοποιεί τις επιταγές του άρθρου 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, καθόσον δεν είναι αρκούντως σαφής και ακριβής ώστε να μπορεί ο μεν καθού να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως χωρίς να χρειαστεί πρόσθετες πληροφορίες, και πρέπει, ως εκ τούτου, να κριθεί απαράδεκτη (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T‑352/94, Mo och Domsjö κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑1989, σκέψεις 333 και 334).
– Επί της προβαλλομένης πλάνης περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της έννοιας της επιδοτήσεως
89 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, του κανονισμού 2026/97: «Θεωρείται ότι συντρέχει επιδότηση εφόσον […] υπάρχει χρηματοδοτική συνεισφορά του Δημοσίου στη χώρα καταγωγής ή εξαγωγής, και ειδικότερα στις περιπτώσεις που […] το Δημόσιο παραιτείται από απαίτηση σε έσοδο που κανονικά του οφείλεται ή δεν το εισπράττει (π.χ. μέσω της παροχής φορολογικών κινήτρων, όπως είναι οι πιστώσεις φόρου)· εν προκειμένω, δεν θεωρούνται ως επιδότηση, η απαλλαγή ενός εξαγομένου προϊόντος από δασμούς ή φόρους που επιβαρύνουν το ομοειδές προϊόν όταν αυτό προορίζεται για εγχώρια κατανάλωση, ούτε η διαγραφή αυτών των δασμών ή φόρων μέχρι ενός ποσού που δεν υπερβαίνει το ύψος της αναλογούσας οφειλής, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω διαγραφή παρέχεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραρτημάτων I, II και III.»
90 Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, τα παραρτήματα I έως III του κανονισμού 2026/97 δεν αποτελούν απλές κατευθυντήριες γραμμές που αποβλέπουν στο να προσδιορισθεί η ύπαρξη εγγυήσεων για την αποφυγή του ενδεχομένου μιας καθ’ υπέρβαση επιστροφής, αλλά περιέχουν κανόνες των οποίων η τήρηση είναι αναγκαία ώστε μια διαγραφή δασμού ή μια απαλλαγή από δασμό να μη χαρακτηρισθεί ως επιδότηση. Το συμπέρασμα αυτό είναι επιβεβλημένο με γνώμονα την ιδιαιτέρως σαφή διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, του κανονισμού 2026/97. Επιπλέον, από την οικονομία του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι η παρέκκλιση που παρέχεται για τις απαλλαγές από δασμούς ή για τις διαγραφές δασμών αποτελεί εξαίρεση από την αρχή ότι η παραίτηση του Δημοσίου από απαίτηση για δημόσια έσοδα που κανονικά του οφείλονται ή η μη είσπραξη τέτοιων εσόδων συνιστά επιδότηση. Επομένως, η παρέκκλιση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς.
91 Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας, στην όγδοη και στην ένατη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού κατά των επιδοτήσεων ότι, ελλείψει τηρήσεως των διατάξεων των παραρτημάτων Ι έως ΙΙΙ του κανονισμού 2026/97, το αντισταθμίσιμο όφελος απετελείτο από το ολικό ποσό των εισαγωγικών δασμών που οφείλονται κανονικά εφ’ όλων των εισαγωγών, δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του κανονισμού 2026/97. Συγκεκριμένα, ο χαρακτηρισμός ως επιδοτήσεως μόνον του ποσού που εισπράχθηκε καθ’ υπέρβαση, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, προϋποθέτει ότι το σύστημα διαγραφής δασμού ή απαλλαγής από δασμό είναι συμβατό προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, του κανονισμού 2026/97 και, ως εκ τούτου, προς τα παραρτήματα I έως III.
92 Για τους ίδιους λόγους, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα που αντλείται από προβαλλομένη παράβαση του άρθρου 5 του κανονισμού 2026/97, σύμφωνα με το οποίο «[τ]ο ύψος της αντισταθμίσιμης επιδότησης υπολογίζεται με βάση το όφελος που προσπορίζεται στον αποδέκτη της επιδότησης και το οποίο διαπιστώνεται και καθορίζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας». Συγκεκριμένα, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στην ίδια εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι εξαγωγείς δικαιούνται επιστροφής επί των δασμών που αφορούν τους συντελεστές παραγωγής που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των εξαγομένων προϊόντων, ενώ από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το δικαίωμα αυτό εξαρτάται από την τήρηση του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, του κανονισμού 2026/97.
93 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται διά της παραπομπής στο παράρτημα I, στοιχείο i, στο παράρτημα II, σημείο I 2, και στο παράρτημα III, σημείο I, με τα οποία διευκρινίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι ένα σύστημα επιστροφής μπορεί να συνιστά επιδότηση, αν καταλήγει στην καταβολή υψηλότερων ποσών από εκείνα που εισπράχθηκαν. Αρκεί να υπογραμμιστεί ότι οι διάφορες αυτές διατάξεις υπενθυμίζουν την αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, του κανονισμού 2026/97, αλλά δεν έχουν ως αντικείμενο να διευκρινίσουν τα κριτήρια στα οποία πρέπει να ανταποκρίνεται ένα σύστημα επιστροφής προκειμένου να είναι συμβατό προς το εν λόγω άρθρο, δεδομένου ότι τα κριτήρια αυτά εκτίθενται λεπτομερώς σε άλλες διατάξεις των παραρτημάτων II και III του κανονισμού 2026/97.
94 Τέλος, όσον αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 2026/97 καθώς και το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, περίπτωση 1, iii, και το άρθρο 19, παράγραφος 3, της συμφωνίας ΣΕΑΜ, στα οποία παραπέμπει η διατύπωση του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες δεν εξηγούν για ποιον λόγο οι διατάξεις αυτές έχουν οποιαδήποτε επίπτωση επί της αναλύσεως των προϋποθέσεων που οφείλει να εκπληρώνει ένα καθεστώς απαλλαγής από εισαγωγικούς δασμούς ή διαγραφής τέτοιων δασμών, προκειμένου αυτό να μη χαρακτηρισθεί ως επιδότηση.
– Επί της προβαλλομένης πλάνης όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του DEPB ως επιδοτήσεως
95 Σύμφωνα με το παράρτημα II, σημείο II 4, του κανονισμού 2026/97: «Όταν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι […] ένα σύστημα επιστροφής φόρου ισοδυναμεί με την παροχή επιδότησης εξαιτίας της υπέρμετρης μείωσης ή της επιστροφής σε μεγαλύτερη από την κανονική έκταση έμμεσων φόρων ή επιβαρύνσεων επί των εισαγωγών συντελεστών παραγωγής οι οποίοι καταναλώνονται για την παραγωγή του εξαγομένου προϊόντος, η Επιτροπή εξετάζει κατά κανόνα πρώτα κατά πόσον οι αρχές της χώρας εξαγωγής έχουν καθιερώσει και εφαρμόζουν κάποιο σύστημα ή διαδικασία προκειμένου να εξακριβώνουν ποιοι συντελεστές παραγωγής καταναλώνονται για την παραγωγή του εξαγομένου προϊόντος και σε ποιες ποσότητες. Όταν διαπιστώνεται ότι πράγματι εφαρμόζεται ένα τέτοιο σύστημα ή διαδικασία, η Επιτροπή εξετάζει κανονικά στη συνέχεια το εν λόγω σύστημα ή την εν λόγω διαδικασία, για να κρίνει αν είναι εύλογα και κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκομένου από αυτά στόχου, καθώς και κατά πόσον στηρίζονται στις γενικώς παραδεδεγμένες εμπορικές πρακτικές που ισχύουν στη χώρα εξαγωγής». Το άρθρο III, σημείο II 2, του κανονισμού 2026/97 έχει παρεμφερή διατύπωση όσον αφορά ένα σύστημα επιστροφής δασμού σε σχέση με τους καθ’ υποκατάσταση συντελεστές παραγωγής.
96 Από το παράρτημα II, σημείο II 5, του κανονισμού 2026/97 προκύπτουν τα εξής: «Όταν δεν υπάρχει κάποιο τέτοιο σύστημα ή διαδικασία, όταν υπάρχει μεν αλλά δεν κρίνεται εύλογο ή όταν καθιερωθεί και κριθεί εύλογο, αλλά διαπιστώνεται είτε ότι δεν εφαρμόζεται καθόλου είτε ότι δεν εφαρμόζεται κατά τρόπο αποτελεσματικό, τότε η χώρα εξαγωγής οφείλει κατά κανόνα να προβαίνει σε συμπληρωματική εξέταση με βάση τους πραγματικούς συντελεστές παραγωγής που έχουν χρησιμοποιηθεί, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον έχει καταβληθεί ποσό μεγαλύτερο του κανονικού. Αν η Επιτροπή το κρίνει σκόπιμο, είναι δυνατή η διενέργεια συμπληρωματικής εξέτασης βάσει του σημείου [II] 4». Το παράρτημα III, σημείο II 3, του κανονισμού 2026/97 έχει παρεμφερή διατύπωση όσον αφορά ένα σύστημα επιστροφής δασμού σε σχέση με τους καθ’ υποκατάσταση συντελεστές παραγωγής.
97 Το Συμβούλιο, προκειμένου να διαπιστώσει ότι το DEPB δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως επιτρεπόμενο καθεστώς επιστροφής δασμού σε σχέση με τους συντελεστές παραγωγής ή με τους καθ’ υποκατάσταση συντελεστές παραγωγής, στηρίχθηκε, ιδίως, στο γεγονός που περιγράφεται στην ένατη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού κατά των επιδοτήσεων, σύμφωνα με την οποία:
«[Ο]ι ινδικές δημόσιες αρχές δεν εφήρμοσαν αποτελεσματικό σύστημα ή διαδικασία επαλήθευσης για να επιβεβαιώσουν εάν και σε τι βαθμό καταναλώθηκαν συντελεστές παραγωγής κατά την παραγωγή του εξαγομένου προϊόντος (παράρτημα II, [σημείο] II […] 4, του κανονισμού [2026/97] και σε περίπτωση καθεστώτων επιστροφής λόγω υποκατάστασης, παράρτημα III, [σημείο] II […] 2, του κανονισμού [2026/97]). Επιπλέον, οι ινδικές δημόσιες αρχές δεν διεξήγαγαν έλεγχο μετά την εξαγωγή με βάση πραγματικούς συντελεστές παραγωγής για να καθορίσουν εάν προέκυψε επιπλέον πληρωμή, μολονότι αυτό απαιτούνταν κανονικά ελλείψει ενός αποτελεσματικού συστήματος επαλήθευσης (παράρτημα ΙΙ, [σημείο] II […] 5, και παράρτημα III, [σημείο] II […] 3, του κανονισμού [2026/97]).»
98 Διαπιστώνεται ότι το Συμβούλιο προέκρινε μια ορθή ερμηνεία των κριτηρίων που εκτίθενται στα παραρτήματα II και III του κανονισμού 2026/97, των οποίων κριτηρίων το αντικείμενο είναι να εξακριβωθεί ότι το υφιστάμενο στη χώρα εξαγωγής σύστημα επιστροφής παρέχει τη δυνατότητα να διαπιστωθεί το υποστατό της καταναλώσεως των συντελεστών παραγωγής ή των καθ’ υποκατάσταση συντελεστών παραγωγής. Το πρώτο κριτήριο αφορά την ύπαρξη ενός συστήματος ή μιας διαδικασίας που να καθιστά δυνατή τη διενέργεια μιας τέτοιας εξακρίβωσης. Το δεύτερο κριτήριο, το οποίο εφαρμόζεται επικουρικώς, σε περίπτωση που δεν υφίσταται τέτοια διαδικασία ή τέτοιο σύστημα ή σε περίπτωση που αυτά είναι πλημμελή, συνίσταται στη διενέργεια, εκ μέρους της χώρας εξαγωγής, εξετάσεως στηριζομένης στο υποστατό των συντελεστών παραγωγής που χρησιμοποιήθηκαν ή των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν.
99 Το Συμβούλιο ορθώς θεώρησε ότι το DEPB δεν ανταποκρινόταν στα προβλεπόμενα από τα παραρτήματα II και III του κανονισμού 2026/97 κριτήρια.
100 Αφενός, από την περιγραφή του DEPB, όπως αυτή εμφαίνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 23 έως 30 του προσωρινού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων –περιγραφή η οποία επιβεβαιώθηκε από το Συμβούλιο με την έκτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού κατά των επιδοτήσεων και η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τις προσφεύγουσες– δεν προκύπτει ότι οι ινδικές δημόσιες αρχές θέσπισαν διαδικασία ή μηχανισμό εξακριβώσεως. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η σύζευξη πλειόνων παραγόντων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται η εφαρμογή του προτύπου SION, η χρησιμοποίηση των πιστώσεων για τις εισαγωγές συντελεστών παραγωγής και το γεγονός, το οποίο οι προσφεύγουσες επικαλούνται με τα δικόγραφά τους, ότι οι Ινδοί εξαγωγείς, στην πλειονότητά τους, χρησιμοποιούν το DEPB καθ’ όμοιο τρόπο με ένα σύστημα επιστροφής που επιβάλλει την αυστηρή υποχρέωση να χρησιμοποιείται κάθε επιστροφή για την εξόφληση των οφειλομένων δασμών για την εισαγωγή συγκεκριμένων συντελεστών παραγωγής που αποτελούν αντικείμενο αναλώσεως στο πλαίσιο της παραγωγής των εξαγομένων προϊόντων, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μια διαδικασία ή με ένα σύστημα εξακριβώσεως κατά την έννοια του παραρτήματος II, σημείο II 4, και του παραρτήματος III, σημείο II 2, του κανονισμού 2026/97.
101 Αφετέρου, δεν αμφισβητείται ότι οι ινδικές αρχές δεν προέβησαν σε εξέταση μεταγενέστερη των εξαγωγών, όπως όφειλαν να πράξουν ελλείψει διαδικασίας ή συστήματος εξακριβώσεως κατ’ εφαρμογήν του παραρτήματος II, σημείο II 5, του κανονισμού 2026/97 και του παραρτήματος III, σημείο II 3, του ιδίου κανονισμού. Εξάλλου, το σημείο αυτό επιβεβαιώθηκε από την επιχειρηματολογία των προσφευγουσών ότι εναπόκειται στην Επιτροπή να προβεί σε τέτοια εξέταση.
102 Επομένως, το Συμβούλιο ορθώς θεώρησε ότι το DEPB δεν ανταποκρινόταν στα κριτήρια που εκτίθενται στα παραρτήματα II και III του κανονισμού 2026/97 και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως επιτρεπόμενο καθεστώς επιστροφής σε σχέση με τους συντελεστές παραγωγής ή τους καθ’ υποκατάσταση συντελεστές παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, του ιδίου κανονισμού.
103 Το συμπέρασμα αυτό δεν θίγεται από τη χρήση του επιρρήματος «κανονικά» στα παραρτήματα II και III του κανονισμού 2026/97. Ναι μεν η χρήση του επιρρήματος αυτού συνεπάγεται ότι, υπό ειδικές περιστάσεις, τα θεσμικά όργανα μπορούν να χρησιμοποιούν, ενδεχομένως, άλλα κριτήρια, πλην όμως δεν μπορεί να τους στερήσει τη δυνατότητα να στηριχθούν στην έλλειψη εκπληρώσεως των προβλεπομένων κριτηρίων, προκειμένου να διαπιστώσουν ότι δεν επιτρέπεται ένα καθεστώς επιστροφής σε σχέση με τους συντελεστές παραγωγής ή τους καθ’ υποκατάσταση συντελεστές παραγωγής.
104 Τα επιχειρήματα των προσφευγουσών που αντλούνται από έλλειψη δεσμευτικού ορισμού του καθεστώτος επιστροφής δασμών σε διεθνές επίπεδο και από το γεγονός ότι η Ινδία είναι αναπτυσσόμενη χώρα δεν είναι ικανά να κλονίσουν το ανωτέρω συμπέρασμα. Συναφώς, αρκεί να υπογραμμιστεί ότι τα παραρτήματα II και III του κανονισμού 2026/97 είναι σύμφωνα προς τα παραρτήματα II και III της συμφωνίας ΣΕΑΜ και ότι τα τελευταία δεν περιέχουν καμία διάκριση υπέρ των αναπτυσσόμενων χωρών.
105 Ως εκ περισσού, μπορεί να επισημανθεί ότι το DEPB δεν στηρίζεται στο υποστατό των συντελεστών παραγωγής ή των καθ’ υποκατάσταση συντελεστών παραγωγής που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του εξαγομένου προϊόντος, αλλά σε μια απλή εκτίμηση της ποσότητάς τους. Επ’ αυτού, το σύστημα αυτό δεν περιλαμβάνει προϋπόθεση πραγματικής χρήσεως των συντελεστών παραγωγής για την κατασκευή του εξαγομένου προϊόντος. Πάντως, η ύπαρξη μιας τέτοιας προϋποθέσεως απορρέει εμμέσως, αλλά κατ’ ανάγκην από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ii, του κανονισμού 2026/97 καθώς και από τα παραρτήματα II και III αυτού.
– Επί της ελλείψεως έρευνας σχετικά με το υποστατό της λειτουργίας του DEPB
106 Από τις προηγηθείσες σκέψεις 95 και 96 προκύπτει ότι η Επιτροπή οφείλει μόνο να προσδιορίσει αν οι δημόσιες αρχές της χώρας εξαγωγής έχουν θεσπίσει και εφαρμόζουν ένα σύστημα ή μια διαδικασία ελέγχου. Η Επιτροπή ουδόλως υποχρεούται, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, να διεξαγάγει έρευνα προς τον σκοπό της εξακριβώσεως της λειτουργίας του DEPB στην πράξη. Αντιθέτως, σε περίπτωση που δεν υφίσταται ενδεδειγμένο σύστημα ελέγχου ή διαδικασία ελέγχου, εναπόκειται στη χώρα εξαγωγής και όχι στην Κοινότητα να προβεί σε νέα εξέταση στηριζόμενη στους πραγματικούς συντελεστές παραγωγής και στις επίμαχες πραγματικές συναλλαγές. Επομένως, η υπό κρίση αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
107 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από έλλειψη συνεκτιμήσεως των αποτελεσμάτων των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών, για τις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις, επί της κοινοτικής αγοράς κατά τον προσδιορισμό της ζημίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
108 Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί παραβαίνουν, αφενός, το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 6, και 7, το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 384/96 καθώς και τα άρθρα 3 και 9 του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994 και, αφετέρου, το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 8, παράγραφοι 1, 6 και 7, και το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 2026/97 καθώς και τα άρθρα 15 και 19 της συμφωνίας ΣΕΑΜ και ότι βαρύνονται με πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, καθόσον επιβάλλουν οριστικούς δασμούς επί των εισαγωγών του οικείου προϊόντος ελλείψει ορθού και προσήκοντος προσδιορισμού της ζημίας, στηριζόμενοι, ιδίως, σε στοιχεία τα οποία έχουν καταστεί ελαχίστως αξιόπιστα λόγω υπάρξεως μιας συμφωνίας θίγουσας τον ανταγωνισμό.
109 Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι δασμοί αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικοί δασμοί μπορούν να επιβληθούν μόνο κατόπιν έρευνας που απέδειξε την ύπαρξη σημαντικής ζημίας για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Κατ’ εφαρμογήν των κανόνων του ΠΟΕ, θα ήταν αναγκαίο να εξασφαλισθεί ότι η εφαρμογή μέτρων εμπορικής άμυνας δεν εμποδίζει την πρόσβαση των επίμαχων εισαγωγών στην κοινοτική αγορά, ενώ η ζημία του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μπορεί να έχει προκληθεί από άλλους παράγοντες. Κατά συνέπεια, ένας συγκεκριμένος υπολογισμός του ακριβούς ύψους της ζημίας θα ήταν αναγκαίος προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να αποδοθεί στις υπό εξέταση εισαγωγές μια ζημία που προκλήθηκε από άλλους παράγοντες και προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή του κανόνα του χαμηλότερου δασμού.
110 Οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν, επίσης, τη σπουδαιότητα που προσδίδει ο κοινοτικός δικαστής στον προσδιορισμό του ρόλου που διαδραματίζουν άλλοι παράγοντες όσον αφορά τη ζημία που προκαλείται στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, και ιδίως του ρόλου που διαδραματίζουν ενδεχόμενες αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές. Έτσι, με την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1992, 358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. I‑3813), το Δικαστήριο ακύρωσε δασμό με το σκεπτικό ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε ορθώς τη ζημία που προξένησαν οι εισαγωγές ούτε εξέτασε αν ο σχετικός κοινοτικός κλάδος παραγωγής ήταν υπεύθυνος για την ιδία ζημία λόγω των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό ενεργειών του.
111 Σύμφωνα με τις προσφεύγουσες, κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 19ης Σεπτεμβρίου 2001, T‑58/99, Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. II‑2521), στην Επιτροπή εναπόκειται να εξακριβώσει αν η αγορά που αποτελεί το αντικείμενο της έρευνας εθίγη από τις επίμαχες αντίθετες προς τον ανταγωνισμό δραστηριότητες και, ενδεχομένως, αν ήταν δυνατό να συναχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα όσον αφορά τη ζημία. Ομοίως, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφοι 6 και 7, του κανονισμού 2026/97 και του άρθρου 3, παράγραφοι 6 και 7, του κανονισμού 384/96, τα θεσμικά όργανα οφείλουν να μην καταλογίζουν στις υπό εξέταση εισαγωγές τα αρνητικά αποτελέσματα επί του κοινοτικού κλάδου παραγωγής που οφείλονται στη δική του αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά. Οι προσφεύγουσες συνάγουν εξ αυτού ότι, σε περίπτωση αντίθετης προς τον ανταγωνισμό πρακτικής που οδηγεί σε καθορισμό των τιμών στην κοινοτική αγορά των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο έρευνας αντιντάμπινγκ ή έρευνας κατά των επιδοτήσεων, η Επιτροπή οφείλει να θέτει τέρμα στη διαδικασία, εφόσον η εν λόγω αντίθετη προς τον ανταγωνισμό δραστηριότητα καθιστά ανίσχυρο, αν όχι αδύνατο, τον προσδιορισμό της ζημίας και της αιτιώδους συνάφειας.
112 Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι οι αντίθετες προς τον ανταγωνισμό εκδηλώσεις συμπεριφοράς, για τις οποίες επέβαλε κυρώσεις η Επιτροπή με την απόφασή της 2002/271/ΕΚ, της 18ης Ιουλίου 2001, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΕ 2002, L 100, σ. 1), θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Αφενός, τα κυριότερα αποτελέσματα συνίσταντο σε τεχνητώς ηυξημένες τιμές έως τον Μάρτιο του 1998. Τούτο εμπόδιζε τόσο τον ακριβή προσδιορισμό της φερόμενης ως ασυνήθως χαμηλής τιμής των προερχομένων από την Ινδία εισαγωγών όσο και τον ακριβή προσδιορισμό των ενδεδειγμένων επιπέδων κερδοφορίας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Αφετέρου, οι αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές είχαν, επίσης, ως συνέπεια την τεχνητή αύξηση των μεριδίων αγοράς των κοινοτικών παραγωγών. Επομένως, δεν θα έπρεπε να συναχθεί καμία συνέπεια από το γεγονός ότι μειώθηκαν τα επίπεδα των τιμών. Οι προσφεύγουσες συνάγουν εξ αυτού ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να προβεί σε αξιόπιστη εκτίμηση των δεικτών της ζημίας. Κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή έπρεπε να φθάσει μέχρι σημείου ώστε να διερωτηθεί αν οι δυσχέρειες του κοινοτικού κλάδου παραγωγής οφείλονταν στις δικές της ενέργειες. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως καθιστούν ευκολότερη την ανάλυση απ’ ό,τι στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 111, εφόσον οι αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές εκδηλώνουν τα αποτελέσματά τους στην ίδια αγορά με τις επίμαχες εισαγωγές. Οι προσφεύγουσες συνάγουν εξ αυτού ότι είναι αδύνατη η σύγκριση των επιπέδων των τιμών μεταξύ των κοινοτικών ηλεκτροδίων γραφίτη και των ινδικών ηλεκτροδίων γραφίτη.
113 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την ανάλυση σύμφωνα με την οποία το καρτέλ έπαυσε να παράγει αποτελέσματα κατά την ημερομηνία ενάρξεως της υπό εξέταση περιόδου, ήτοι την 1η Ιανουαρίου 1999. Θα ήταν ανεδαφικό να υποστηριχθεί ότι τα αποτελέσματα μιας συμπράξεως που αφορά τον καθορισμό των τιμών και την κατανομή των αγορών μπορούν να εξαφανιστούν αμέσως, προπάντων σε μια ολιγοπωλιακή αγορά. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι την 1η Ιανουαρίου 1999 η έρευνα της Επιτροπής σχετικά με το καρτέλ είχε μόλις αρχίσει και ότι τα αποτελέσματα του καρτέλ βρίσκονταν στο απόγειό τους, εφόσον, ιδίως, οι εφαρμοζόμενες τιμές είχαν συμφωνηθεί κατά τα προηγούμενα έτη και, ως εκ τούτου, βρίσκονταν σε πολύ υψηλό επίπεδο. Επομένως, η μείωση των τιμών που διαπιστώθηκε στη συνέχεια θα έπρεπε, κατά μείζονα λόγο, να αποδοθεί στην προοδευτική παύση των αποτελεσμάτων της συμπράξεως παρά στις προερχόμενες από την Ινδία εισαγωγές. Συναφώς, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι κοινοποίησαν στην Επιτροπή στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η αγορά δεν είχε ελευθερωθεί από τα αποτελέσματα της συμπράξεως και τα οποία συνίσταντο σε αποδείξεις σχετικά με ταυτόχρονες και πανομοιότυπες αυξήσεις τιμών.
114 Οι προσφεύγουσες συνάγουν από τα προεκτεθέντα ότι διαπράχθηκαν πρόδηλες πλάνες εκτιμήσεως τόσο ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας όσο και ως προς τον προσδιορισμό της αιτιώδους συνάφειας. Αφενός, η Επιτροπή δεν είχε στη διάθεσή της προσήκοντες και αξιόπιστους δείκτες για τη μέτρηση της ζημίας. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, κατ’ ουσίαν, ότι, εφόσον τα αντισταθμιστικά μέτρα και τα μέτρα αντιντάμπινγκ έχουν, κατ’ αρχήν, ως αντικείμενο την αποκατάσταση του ευνοούντος τον ανταγωνισμό χαρακτήρα μιας αγοράς, είναι αναγκαίο να έχει η Επιτροπή ακριβή αντίληψη σχετικά με το επίπεδο του ανταγωνισμού που αναμένεται να υπάρχει στην αγορά αυτή. Εν προκειμένω, το μόνο στοιχείο που επιδέχεται ποσοτικό υπολογισμό συνίσταται στη μείωση της απόδοσης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, που δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μια σημαντική ζημία, ικανή να δικαιολογήσει την επιβολή δασμών. Αφετέρου, όσον αφορά την εξέταση της αιτιώδους συνάφειας, η μείωση της απόδοσης των κοινοτικών παραγωγών θα έπρεπε να θεωρηθεί ως καταλογιστέα στις δικές τους ενέργειες, οι οποίες συνίστανται στις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό πρακτικές που αυτοί ακολουθούν, και όχι στις προερχόμενες από την Ινδία εισαγωγές.
115 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι τα θεσμικά όργανα εξέτασαν αν η ύπαρξη ενός καρτέλ κατά το παρελθόν άσκησε επιρροή επί των στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη όσον αφορά τη ζημία και ορθώς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τούτο δεν ισχύει.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
116 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 384/96 ορίζει ότι δασμός αντιντάμπινγκ είναι δυνατό να επιβάλλεται σε κάθε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, όταν η θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας προκαλεί ζημία.
117 Το άρθρο 3 του ιδίου κανονισμού ορίζει:
«1. Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και εφόσον δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό, ο όρος “ζημία” σημαίνει τη σημαντική ζημία που προκαλείται στην κοινοτική βιομηχανία, τον κίνδυνο πρόκλησης σημαντικής ζημίας στην κοινοτική βιομηχανία ή την αισθητή καθυστέρηση της δημιουργίας μιας τέτοιας βιομηχανίας· η ερμηνεία του όρου διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
[…]
6. Πρέπει να αποδεικνύεται, με βάση το σύνολο των συναφών αποδεικτικών στοιχείων […], ότι οι εισαγωγές με πρακτικές ντάμπινγκ προκαλούν ζημία κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού […]
7. Άλλοι γνωστοί παράγοντες πλην των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, οι οποίοι προξενούν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ζημία στην κοινοτική βιομηχανία, εξετάζονται ομοίως, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η προκαλούμενη από τους εν λόγω άλλους παράγοντες ζημία δεν αποδίδεται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 6. Στους παράγοντες που είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω περιλαμβάνονται […] ο όγκος και οι τιμές εισαγωγών πωλούμενων σε τιμές που δεν απορρέουν από πρακτικές ντάμπινγκ, […] τυχόν περιοριστικές εμπορικές πρακτικές που εφαρμόζουν οι παραγωγοί τρίτων χωρών και της Κοινότητας […]»
118 Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 384/96, «[ό]ταν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ότι εξ αυτού προκαλείται ζημία, καθώς και ότι το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει επέμβαση […], το Συμβούλιο επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ».
119 Τα άρθρα 1, 8 και 15 του κανονισμού 2026/97 έχουν παρεμφερή διατύπωση όσον αφορά τους αντισταθμιστικούς δασμούς.
120 Κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα αν ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπέστη ζημία και αν η ζημία αυτή οφείλεται στις εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεως καθώς και το ζήτημα αν οι προερχόμενες από άλλες χώρες εισαγωγές ή, γενικότερα, το αν άλλοι γνωστοί παράγοντες συνέβαλαν στην επέλευση της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής προϋποθέτουν την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών θεμάτων, για την οποία τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Εξ αυτού προκύπτει ότι ο εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή έλεγχος των εκτιμήσεων των θεσμικών οργάνων πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση του ότι τηρήθηκαν οι κανόνες διαδικασίας, του ότι συνέβησαν πράγματι τα περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η επίμαχη επιλογή και του ότι δεν υπήρξε ούτε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ούτε κατάχρηση εξουσίας (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 28ης Σεπτεμβρίου 1995, T‑164/94, Ferchimex, Συλλογή 1995, σ. II‑2681, σκέψη 131, και Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 111, σκέψη 38).
121 Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από προβαλλομένη έλλειψη αξιοπιστίας των δεικτών της ζημίας, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 384/96 και του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 2026/97, ο προσδιορισμός της ζημίας αποτελεί συνάρτηση, ιδίως, της αύξησης των εισαγωγών, της εξέλιξης των τιμών στην κοινοτική αγορά καθώς και της εξέλιξης της αποδοτικότητας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Επομένως, είναι σημαντικό το να αντιστοιχούν σε συνήθεις συνθήκες της αγοράς οι δείκτες επί των οποίων στηρίζονται τα θεσμικά όργανα (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 111, σκέψη 46).
122 Η ανάλυση των κρίσιμων αποσπασμάτων των προσωρινών κανονισμών, που επικυρώθηκαν με τους προσβαλλόμενους κανονισμούς, δεν καταδεικνύει ότι τα θεσμικά όργανα υπέπεσαν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ως εκ του ότι θεώρησαν ότι, κατά την ημερομηνία ενάρξεως της υπό εξέταση περιόδου, ήτοι την 1η Ιανουαρίου 1999, τα αποτελέσματα των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό εκδηλώσεων συμπεριφοράς για τις οποίες επέβαλε κυρώσεις η απόφαση 2002/271 είχαν απαμβλυνθεί (αιτιολογική σκέψη 46 του προσωρινού κανονισμού αντιντάμπινγκ και αιτιολογική σκέψη 90 του προσωρινού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων, που επικυρώθηκαν, αντιστοίχως, με την αιτιολογική σκέψη 18 του προσβαλλομένου κανονισμού αντιντάμπινγκ και με την αιτιολογική σκέψη 27 του προσβαλλομένου κανονισμού κατά των επιδοτήσεων).
123 Συγκεκριμένα, από τις αιτιολογικές σκέψεις 77 έως 81 του προσωρινού κανονισμού αντιντάμπινγκ και από τις αιτιολογικές σκέψεις 121 έως 125 του προσωρινού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων, που επικυρώθηκαν από το Συμβούλιο με την αιτιολογική σκέψη 21 του προσβαλλομένου κανονισμού αντιντάμπινγκ και με την αιτιολογική σκέψη 29 του προσβαλλομένου κανονισμού κατά των επιδοτήσεων, προκύπτει ότι το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται σε μια αρκούντως πειστική ανάλυση όσον αφορά έναν τομέα στο πλαίσιο του οποίου αναγνωρίζεται ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στα θεσμικά όργανα.
124 Έτσι, προκειμένου να γίνει δεκτό ότι το καρτέλ είχε παύσει να παράγει αποτελέσματα την 1η Ιανουαρίου 1999, ημερομηνία που επελέγη ως σημείο εκκινήσεως της υπό εξέταση περιόδου, διατυπώθηκε η παρατήρηση ότι όλες σχεδόν οι συναλλαγές που έχουν πράγματι τιμολογηθεί και πληρωθεί το 1999 και οι συνακόλουθες τιμές προέκυψαν από συμφωνίες συναφθείσες μετά την ημερομηνία παύσεως λειτουργίας του καρτέλ (Μάρτιος 1998). Η εν λόγω διαπίστωση στηριζόταν στο ακόλουθο γεγονός, που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 78 του προσωρινού κανονισμού αντιντάμπινγκ και στην αιτιολογική σκέψη 122 του προσωρινού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων:
«Η έρευνα διαπίστωσε ότι κατά την περίοδο 1998-1999, οι ετήσιες συμβάσεις κάλυπταν το 40 % περίπου των συναλλαγών, οι εξαμηνιαίες συμβάσεις αφορούσαν το 35 % περίπου και οι τριμηνιαίες συμβάσεις ή οι απλές παραγγελίες κάλυπταν το 25 % περίπου. Οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις (π.χ. οι τριετείς συμβάσεις) άρχισαν να ανακτούν έδαφος σχετικά πρόσφατα, αλλά ήταν οριακές τα έτη 1997-98, αν όχι εντελώς ανύπαρκτες, όπως θα αναμενόταν λογικά σε μία αγορά η οποία χαρακτηριζόταν από υψηλές τιμές.»
125 Επιπλέον, το Συμβούλιο στηρίζεται στην εκτιθέμενη στην αιτιολογική σκέψη 80 του προσωρινού κανονισμού αντιντάμπινγκ και στην αιτιολογική σκέψη 124 του προσωρινού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων διαπίστωση ότι μια μακροπρόθεσμη ανάλυση των τιμών του οικείου προϊόντος στην κοινοτική αγορά κατέδειξε ότι οι εν λόγω τιμές αυξήθηκαν σταδιακά κατά τη δεκαετία του 1990 και έφθασαν στο υψηλότερο σημείο τους το 1998, ενώ στη συνέχεια σημείωσαν πτώση κατά 14 % μεταξύ του 1998 και του 1999.
126 Επιπλέον, η Επιτροπή εξήγησε για ποιον λόγο η εξέλιξη των τιμών σε μια άλλη αγορά, δηλαδή σε εκείνη των ηλεκτροδίων μεγάλης διαμέτρου (άνω των 700 mm), ήταν αλυσιτελής (αιτιολογική σκέψη 79 του προσωρινού κανονισμού αντιντάμπινγκ και αιτιολογική σκέψη 123 του προσωρινού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων).
127 Απομένει να εξακριβωθεί αν οι προηγηθείσες θεωρήσεις αναιρούνται από τα επιχειρήματα των προσφευγουσών.
128 Πρώτον, προκειμένου να αποδειχθεί ότι η σύμπραξη εξακολουθούσε να παράγει αποτελέσματα στην οικεία αγορά την 1η Ιανουαρίου 1999, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, κατά την ημερομηνία αυτή, η σχετική με το καρτέλ έρευνα της Επιτροπής είχε μόλις αρχίσει και ότι τα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα βρίσκονταν στο απόγειό τους. Αρκεί η διαπίστωση ότι τα θεσμικά όργανα ορθώς στηρίχθηκαν στην απόφαση 2002/271, από την οποία προκύπτει ότι η έρευνα άρχισε στις 5 Ιουνίου 1997 (αιτιολογική σκέψη 32) και ότι η παράβαση διήρκεσε έως τον Φεβρουάριο/Μάρτιο του 1998 (αιτιολογική σκέψη 155).
129 Δεύτερον, οι προσφεύγουσες αναφέρονται στην ολιγοπωλιακή διάρθρωση της οικείας αγοράς καθώς και στο γεγονός ότι ο ανταγωνισμός ήταν ανύπαρκτος ή πολύ περιορισμένος εντός της αγοράς αυτής, προκειμένου να υπογραμμίσουν ότι η εκ νέου εισαγωγή του ανταγωνισμού δεν μπορούσε να γίνει αιφνιδίως, αλλά μόνο σταδιακά. Από τις προηγηθείσες σκέψεις 122 έως 126 προκύπτει ότι η ανάγνωση των προσωρινών και των οριστικών κανονισμών δεν παρέχει, από μόνη της, τη δυνατότητα να διαφανεί η ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως. Επομένως, στις προσφεύγουσες εναπόκειται να προσκομίσουν τα αποδεικτικά στοιχεία που θα παράσχουν τη δυνατότητα στο Πρωτοδικείο να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Δεκεμβρίου 1997, EFMA κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 45, σκέψη 106· της 28ης Οκτωβρίου 1999, T‑210/95, EFMA κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. II‑3291, σκέψη 58, και Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 111, σκέψη 41).
130 Συναφώς, οι προσφεύγουσες προσκομίζουν διάφορα στοιχεία που αποδεικνύουν, κατά τη γνώμη τους, την ύπαρξη ταυτόχρονων αυξήσεων των τιμών εκ μέρους της SGL και της UCAR μετά την 1η Ιανουαρίου 1999 και, ως εκ τούτου, την έλλειψη επαναφοράς των συνήθων συνθηκών της αγοράς. Τα στοιχεία αυτά υπομνήσθηκαν και άλλα στοιχεία προσκομίσθηκαν από τις προσφεύγουσες με την από 22 Ιουνίου 2004 επιστολή τους.
131 Χωρίς να είναι αναγκαίο να τεθεί ζήτημα αποδεικτικής αξίας ορισμένων από τα έγγραφα αυτά, τα οποία αντλούνται από σελίδες του Διαδικτύου (αποσπάσματα του διαδικτυακού χώρου της Yahoo Finance και των διαδικτυακών χώρων της UCAR και της SGL), αρκεί η διαπίστωση ότι τα έγγραφα αυτά δεν αφορούν το ουσιώδες στοιχείο που δέχθηκε η Επιτροπή και επιβεβαίωσε το Συμβούλιο προκειμένου να θεωρηθεί ότι οι συνήθεις συνθήκες του ανταγωνισμού αποκαταστάθηκαν την 1η Ιανουαρίου 1999, ήτοι το στοιχείο της σημαντικής πτώσεως των τιμών κατά 14 % που σημειώθηκε μεταξύ του 1998 και του 1999. Συγκεκριμένα, με τα έγγραφα αυτά, οι προσφεύγουσες αποβλέπουν μόνο στο να αποδειχθεί η ύπαρξη αυξήσεων των τιμών που πραγματοποιήθηκαν ταυτοχρόνως και σε περίοδο μεταγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 1999 και, ιδίως, μεταξύ του 2002 και του 2004. Κατά συνέπεια, τα έγγραφα αυτά δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση τη συλλογιστική ότι την 1η Ιανουαρίου 1999 τα αποτελέσματα των προγενέστερων αντίθετων προς τον ανταγωνισμό εκδηλώσεων συμπεριφοράς είχαν απαμβλυνθεί και ότι, ως εκ τούτου, οι δείκτες της ζημίας ήσαν αρκούντως αξιόπιστοι. Ελλείψει άμεσης αμφισβητήσεως της αναλύσεως αυτής, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αυτή η προβαλλομένη παράλληλη αύξηση των τιμών οφείλεται στις πρακτικές για τις οποίες επέβαλε κυρώσεις η απόφαση 2002/271 ή ότι η εν λόγω αύξηση αποτελεί απόδειξη περί της απουσίας συνήθων συνθηκών αγοράς.
132 Επ’ αυτού, τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως διαφοροποιούνται από εκείνα της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα στη σκέψη 111 απόφαση Mukand κ.λπ. κατά Συμβουλίου, την οποία επικαλέσθηκαν οι προσφεύγουσες και στο πλαίσιο της οποίας το Συμβούλιο δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του στοιχείου ως προς το οποίο το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το εν λόγω στοιχείο καθιστούσε ελάχιστα αξιόπιστη την ανάλυση των τιμών του οικείου προϊόντος.
133 Δεύτερον, και κατά συνέπεια, τα λοιπά επιχειρήματα των προσφευγουσών πρέπει, επίσης, να απορριφθούν.
134 Ευθύς εξ αρχής, τα θεσμικά όργανα δεν υπέπεσαν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ως εκ του ότι θεώρησαν ότι, άπαξ και απαμβλύνθηκαν τα αποτελέσματα των πρακτικών για τις οποίες επέβαλε κυρώσεις η απόφαση 2002/271, η κοινοτική αγορά τελούσε υπό συνήθεις συνθήκες ανταγωνισμού.
135 Εν συνεχεία, είναι, βεβαίως, ακριβές ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, κατά τον προσδιορισμό της ζημίας, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποχρεούνται να εξετάσουν αν η ζημία την οποία πρόκειται να λάβουν υπόψη οφείλεται πράγματι σε εισαγωγές που έχουν αποτελέσει αντικείμενο ντάμπινγκ και να αποκλείουν κάθε ζημία που προκύπτει από άλλους παράγοντες, και ιδίως ζημία οφειλόμενη σε ενέργειες καθαυτών των κοινοτικών παραγωγών (απόφαση Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 110, σκέψη 16, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαρτίου 2007, T‑107/04, Aluminium Silicon Mill Products κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. II‑669, σκέψη 72). Ωστόσο, για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, πρέπει να θεωρηθεί ότι η ζημία, την οποία ενδεχομένως υπέστη από δική του υπαιτιότητα ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, είχε παύσει κατά την ημερομηνία ενάρξεως της περιόδου εξετάσεως.
136 Τέλος, ως προς τις αναφορές των προσφευγουσών σε προβαλλόμενες παραβάσεις των άρθρων 3 και 9 του κώδικα αντιντάμπινγκ του 1994 και των άρθρων 15 και 19 της συμφωνίας ΣΕΑΜ, προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες δεν υποστηρίζουν ότι οι διατάξεις αυτές έχουν διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο των διατάξεων των κανονισμών 384/96 και 2026/97 που εφαρμόζουν τις ειδικές υποχρεώσεις που αυτές συνεπάγονται.
137 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος σχετίζεται με την έλλειψη συνεκτιμήσεως των αποτελεσμάτων άλλων παραγόντων κατά τον προσδιορισμό της ζημίας και με την επιλογή της μεθόδου υπολογισμού της εν λόγω ζημίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
138 Οι προσφεύγουσες προσάπτουν, κατ’ ουσίαν, στα θεσμικά όργανα ότι καταλόγισαν το σύνολο της ζημίας στις προερχόμενες από την Ινδία εισαγωγές, ενώ μια προσήκουσα έρευνα σχετιζόμενη με άλλους παράγοντες και, ειδικότερα, με άλλες εισαγωγές που εμφανίζουν ασυνήθως χαμηλές τιμές θα οδηγούσε βεβαίως στην αναγνώριση της υπάρξεως ντάμπινγκ που προέρχεται από άλλες χώρες, πλην της Ινδίας, και ιδίως από την Ιαπωνία. Κατά συνέπεια, τόσο οι προσωρινοί κανονισμοί όσο και οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί είναι αντίθετοι είτε προς το άρθρο 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96 είτε προς το άρθρο 8, παράγραφος 7, του κανονισμού 2026/97.
139 Επιπλέον, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι στην υπό κρίση υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας άλλοι παράγοντες διαδραμάτισαν, ενδεχομένως, ρόλο ως προς τη μείωση των τιμών των προϊόντων, η Επιτροπή δεν έπρεπε να υπολογίσει το περιθώριο κέρδους στηριζόμενη σε μια τιμή-στόχο που αντιστοιχεί, όπως υποστηρίζεται, στο δέον επίπεδο του περιθωρίου κέρδους σε περίπτωση που δεν υφίσταται ντάμπινγκ ούτε επιδότηση (underselling price), αλλά έπρεπε να ακολουθήσει την πάγια πρακτική της χρέωσης με χαμηλότερες τιμές (undercutting price). Κατά τις προσφεύγουσες, η μέθοδος που προέκρινε η Επιτροπή εν προκειμένω, η οποία στηρίζεται στη σύγκριση μεταξύ των ινδικών τιμών εξαγωγής και των τιμών-στόχων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και η οποία περιλαμβάνει ένα περιθώριο κέρδους που θεωρείται εύλογο, οδηγεί στο να φέρουν οι εισαγωγείς των προερχομένων από την Ινδία προϊόντων το βάρος για το σύνολο της υποτιθέμενης ζημίας που προκλήθηκε στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, έστω και αν η Επιτροπή έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω εισαγωγείς δεν είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για την πρόκληση της ζημίας αυτής. Η συνέπεια αυτή είναι ακριβώς εκείνη, την αποφυγή της οποίας έχουν ως αντικείμενο το άρθρο 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96 και το άρθρο 8, παράγραφος 7, του κανονισμού 2026/97.
140 Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι το Συμβούλιο δίδει την εντύπωση ότι συγχέει τις ξεχωριστές έννοιες της συνάφειας και του αποκλεισμού άλλων παραγόντων από τον προσδιορισμό της ζημίας. Δεν υποστηρίζουν ότι, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση υπάρξεως ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων, η ύπαρξη άλλων παραγόντων που έδωσαν λαβή για την πρόκληση της ζημίας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής θα έπρεπε να στερεί τον εν λόγω κλάδο παραγωγής από οποιαδήποτε προστασία, αλλά ισχυρίζονται μόνον ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96, η ζημία που προξενούν αυτοί οι άλλοι παράγοντες δεν θα έπρεπε να καταλογίζεται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.
141 Το Συμβούλιο θεωρεί ότι ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
142 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96 και το άρθρο 8, παράγραφος 7, του κανονισμού 2026/97, άλλοι γνωστοί παράγοντες πλην των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων, οι οποίοι προξενούν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, εξετάζονται ομοίως, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η προκαλούμενη από τους εν λόγω άλλους παράγοντες ζημία δεν αποδίδεται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων.
143 Όπως είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει το Δικαστήριο, μπορεί να αποδοθεί στις οικείες εισαγωγές η ευθύνη για τη ζημία, έστω και αν τα αποτελέσματά τους αποτελούν μέρος μόνο μιας ευρύτερης ζημίας δυναμένης να αποδοθεί σε άλλους παράγοντες, και ιδίως σε εισαγωγές προερχόμενες από τρίτες χώρες (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Οκτωβρίου 1988, 277/85 και 300/85, Canon κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 5731, σκέψη 62).
144 Ωστόσο, εναπόκειται στα θεσμικά όργανα να εξακριβώσουν αν τα αποτελέσματα των εν λόγω άλλων παραγόντων ήσαν ικανά να καταλύσουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ, αφενός, των οικείων εισαγωγών και, αφετέρου, της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Ιουλίου 1995, T‑166/94, Koyo Seiko κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. II‑2129, σκέψεις 79, 81 και 82, και της 29ης Ιανουαρίου 1998, T‑97/95, Sinochem κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. II‑85, σκέψη 98).
145 Ομοίως, εναπόκειται στα θεσμικά όργανα να εξασφαλίσουν ότι η δυναμένη να αποδοθεί στους εν λόγω άλλους παράγοντες ζημία δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της ζημίας υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96 και του άρθρου 8, παράγραφος 7, του κανονισμού 2026/97 και ότι, κατά συνέπεια, ο επιβληθείς δασμός αντιντάμπινγκ ή αντισταθμιστικός δασμός δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την εξάλειψη της ζημίας που προκάλεσαν οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεως [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 209, σ. 1), του οποίου η διατύπωση είναι παρόμοια με εκείνη του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 384/96 και του άρθρου 8, παράγραφος 7, του κανονισμού 2026/97, απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, EFMA κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 129, σκέψεις 59 και 60].
146 Κατά συνέπεια, τα θεσμικά όργανα οφείλουν να εκτιμήσουν τα αποτελέσματα των άλλων γνωστών παραγόντων, και ιδίως των προερχομένων από τρίτες χώρες εισαγωγών του οικείου προϊόντος, όχι μόνον επ’ ευκαιρία της αναλύσεως της αιτιώδους συνάφειας που υφίσταται μεταξύ των υπό εξέταση εισαγωγών και της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, αλλά και επ’ ευκαιρία του προσδιορισμού της ζημίας που υπέστη ο τελευταίος.
147 Ακριβώς υπό το πρίσμα των ανωτέρω θεωρήσεων, πρέπει να αναλυθούν οι αιτιάσεις των προσφευγουσών που αφορούν, αφενός, την έλλειψη συνεκτιμήσεως των αποτελεσμάτων άλλών παραγόντων και, αφετέρου, την επιλογή της μεθόδου υπολογισμού του επιπέδου εξαλείψεως της ζημίας.
– Επί της αιτιάσεως που αντλείται από έλλειψη συνεκτιμήσεως των αποτελεσμάτων άλλων παραγόντων
148 Η μόνη ρητή επίκριση των προσφευγουσών αφορά την έλλειψη συνεκτιμήσεως των αποτελεσμάτων των προερχομένων από την Ιαπωνία εισαγωγών.
149 Η Επιτροπή, με τους προσωρινούς κανονισμούς της των οποίων οι σχετικές αιτιολογικές σκέψεις (83 έως 88 του προσωρινού κανονισμού αντιντάμπινγκ και 127 έως 132 του προσωρινού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων) επικυρώθηκαν από το Συμβούλιο (αιτιολογική σκέψη 21 του προσβαλλομένου κανονισμού αντιντάμπινγκ και αιτιολογική σκέψη 29 του προσβαλλομένου κανονισμού κατά των επιδοτήσεων), επιχείρησε να αποδείξει ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε ότι οι προερχόμενες από ορισμένες άλλες τρίτες χώρες, πλην της Ινδίας, εισαγωγές συνέβαλαν στην περιέλευση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής σε ζημιογόνο κατάσταση.
150 Η Επιτροπή κατέληξε στο ακόλουθο συμπέρασμα, που εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 87 του προσωρινού κανονισμού αντιντάμπινγκ και στην αιτιολογική σκέψη 131 του προσωρινού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων:
«Με βάση τις μέσες τιμές, τον μικρό όγκο των εισαγωγών [που προέρχονται από άλλες τρίτες χώρες, πλην της Ινδίας], το μικρό μερίδιο της αγοράς και τις ανωτέρω παρατηρήσεις σε ό,τι αφορά το φάσμα του προϊόντος, δεν διαπιστώθηκε ότι αυτές οι εισαγωγές από τις τρίτες χώρες, είτε προέρχονταν από τις εγκαταστάσεις που ανήκουν στους δύο καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς είτε όχι, συνέβαλαν στη ζημιογόνο κατάσταση που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής ιδίως από πλευράς μεριδίου αγοράς, όγκων πωλήσεων, απασχόλησης, επενδύσεων, αποδοτικότητας, απόδοσης των επενδύσεων και ταμειακών ροών.»
151 Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται σε πλείονα στοιχεία, τα οποία δεν επικρίθηκαν ρητώς από τις προσφεύγουσες.
152 Έτσι, δεν αμφισβητείται ότι μόνον οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες, πλην της Ινδίας, εν προκειμένω από την Ιαπωνία, την Πολωνία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αντιπροσώπευαν μερίδιο αγοράς, εντός της Κοινότητας, υψηλότερο του 1 % κατά την περίοδο έρευνας και ότι η τιμή τους «ελεύθερο στα κοινοτικά σύνορα» (στο εξής: τιμή cif) ήταν υψηλότερη από εκείνη των προερχομένων από την Ινδία εισαγωγών. Όσον αφορά τις προερχόμενες από την Πολωνία εισαγωγές, επισημαίνεται ότι η τιμή cif των εν λόγω εισαγωγών ήταν υψηλότερη από εκείνες του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Ως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι προσωρινοί κανονισμοί διαπιστώνουν ότι το μερίδιο αγοράς τους μειώθηκε από 5,3 % σε 4,7 %.
153 Είναι αληθές ότι ελάχιστες διευκρινίσεις σχετικά με τις προερχόμενες από την Ιαπωνία εισαγωγές περιλαμβάνονται εντός των προσωρινών κανονισμών. Στους εν λόγω κανονισμούς αναφέρεται απλώς ότι «το μερίδιο αγοράς της Ιαπωνίας αυξήθηκε από 2,1 % σε 2,6 %» και ότι η τιμή cif των εν λόγω εισαγωγών ήταν χαμηλότερη από εκείνη του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, αλλά υψηλότερη από εκείνη της Ινδίας (αιτιολογική σκέψη 128 του προσωρινού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων και αιτιολογική σκέψη 84 του προσωρινού κανονισμού αντιντάμπινγκ).
154 Καίτοι τέτοιες εισαγωγές δεν είναι ικανές, βεβαίως, να καταλύσουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των υπό εξέταση εισαγωγών και της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, εναπέκειτο στα θεσμικά όργανα να εξακριβώσουν το ότι οι εν λόγω εισαγωγές δεν προξενούν αυτοτελή ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής και, ενδεχομένως, να μην αποδώσουν τη ζημία αυτή στις υπό εξέταση εισαγωγές.
155 Ναι μεν η αιτιολογία των προσβαλλομένων κανονισμών όσον αφορά τις προερχόμενες από την Ιαπωνία εισαγωγές είναι συνοπτική, πλην όμως από τους προσβαλλομένους κανονισμούς, καθώς και από τους προσωρινούς κανονισμούς στους οποίους αυτοί παραπέμπουν, προκύπτει επαρκώς κατά νόμον ότι ο αντίκτυπος των εισαγωγών αυτών θεωρήθηκε ανύπαρκτος ή υπερβολικά αμελητέος για να προκαλέσει οποιαδήποτε σημαντική ζημία.
156 Αφενός, εξ αυτών προκύπτει μια ορθή ερμηνεία της υποχρεώσεως που υπέχουν τα θεσμικά όργανα να μην αποδίδουν στις υπό εξέταση εισαγωγές τη ζημία την οποία υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής και η οποία προκλήθηκε από άλλους παράγοντες, και ιδίως από τις προερχόμενες από τρίτες χώρες εισαγωγές του οικείου προϊόντος. Συγκεκριμένα, στην αιτιολογική σκέψη 117 του προσωρινού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων, όπως και κατά παρόμοιο τρόπο στην αιτιολογική σκέψη 73 του προσωρινού κανονισμού αντιντάμπινγκ, υπογραμμίζονται τα εξής:
«Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφοι 6 και 7, του κανονισμού [2026/97], η Επιτροπή εξέτασε αν οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο επιδοτήσεων προκάλεσαν στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής ζημία σε βαθμό που να μπορεί να θεωρηθεί σημαντική. Εξετάστηκαν επίσης και διάφοροι άλλοι γνωστοί παράγοντες, πέραν των επιδοτούμενων εισαγωγών, που μπορούσαν να προκαλέσουν συγχρόνως ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, ώστε να εξασφαλιστεί ότι η πιθανή ζημία που προκλήθηκε από αυτούς δεν αποδόθηκε στις επιδοτούμενες εισαγωγές.»
157 Αφετέρου, τα θεσμικά όργανα ορθώς εκτίμησαν ότι, εν προκειμένω, τα αποτελέσματα των προερχομένων από τρίτες χώρες εισαγωγών είχαν μόνον πολύ περιορισμένο, αν όχι ανύπαρκτο, αντίκτυπο και, κατά συνέπεια, ότι οι εν λόγω εισαγωγές δεν έδωσαν λαβή για την πρόκληση οποιασδήποτε σημαντικής ζημίας ως προς την οποία τα θεσμικά όργανα θα όφειλαν να διασφαλίσουν το μην αποδοθεί στις υπό εξέταση εισαγωγές.
158 Συναφώς, στην αιτιολογική σκέψη 136 του προσωρινού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων, καθώς και κατά παρόμοιο τρόπο στην αιτιολογική σκέψη 92 του προσωρινού κανονισμού αντιντάμπινγκ, υπογραμμίζεται ότι «οι επιπτώσεις της μείωσης της ζήτησης σε συνδυασμό με την κάμψη στην αγορά χάλυβα, της επαναφοράς των κανονικών συνθηκών ανταγωνισμού μετά τη διάλυση του καρτέλ, των επιδόσεων των άλλων κοινοτικών παραγωγών, των εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες, των εξαγωγικών επιδόσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, ήταν ελάχιστες ή μόνον πολύ περιορισμένες και επομένως δεν ήταν τέτοιες ώστε να ανατρέψουν το προσωρινό συμπέρασμα κατά το οποίο υπάρχει γνήσια και ουσιαστική αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων από την εν λόγω χώρα και της σημαντικής ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής».
159 Πάντως, ένα τέτοιο συμπέρασμα σε σχέση με εισαγωγές των οποίων ο όγκος αυξήθηκε μόνον κατά 0,5 % καθ’ όλη τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου και το οποίο υιοθετήθηκε σε έναν τομέα στο πλαίσιο του οποίου, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω στη σκέψη 120, τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, δεν είναι προδήλως εσφαλμένο.
160 Συνεπώς, η πρώτη αιτίαση των προσφευγουσών πρέπει να απορριφθεί.
– Επί της αιτιάσεως που αφορά την επιλογή της μεθόδου υπολογισμού του επιπέδου εξαλείψεως της ζημίας
161 Η επιλογή της μεθόδου υπολογισμού εμπίπτει στην ελευθερία εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στα θεσμικά όργανα όσον αφορά τον προσδιορισμό της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής και δικαιολογείται από τις περίπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις που είναι σύμφυτες με τον εν λόγω προσδιορισμό. Πάντως, η προσφυγή σε μια μέθοδο υπολογισμού που στηρίζεται στο περιθώριο κέρδους που θα μπορούσε να αποκομίσει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής σε περίπτωση που δεν υφίσταντο αθέμιτες πρακτικές, αντί της προσφυγής σε μια μέθοδο υπολογισμού που στηρίζεται μόνο στη χρέωση με χαμηλότερες τιμές, δεν ενέχει οποιαδήποτε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
162 Το περιθώριο κέρδους που πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Συμβούλιο για τον υπολογισμό ενδεικτικής τιμής δυναμένης να εξαλείψει την εν λόγω ζημία πρέπει να περιορίζεται στο περιθώριο κέρδους που ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής θα μπορούσε ευλόγως να αναμένει υπό τις συνήθεις συνθήκες ανταγωνισμού, ελλείψει των αποτελουσών το αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεως εισαγωγών (απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, EFMA κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στη σκέψη 129, σκέψη 60). Πάντως, οι προσφεύγουσες δεν ήσαν σε θέση να αποδείξουν ότι τούτο δεν ίσχυε εν προκειμένω.
163 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η δεύτερη αυτή αιτίαση και, ως εκ τούτου, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως.
164 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
165 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, του Κανονισμού αυτού, τα κοινοτικά όργανα τα οποία παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
166 Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν και το Συμβούλιο ζήτησε την καταδίκη τους στα δικαστικά έξοδα, οι προσφεύγουσες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά τους έξοδα καθώς και στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου. Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Η HEG Ltd και η Graphite India Ltd φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου.
3) Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Βηλαράς
Prek
Ciucă
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Δεκεμβρίου 2008.
Πίνακας περιεχομένων
Ιστορικό της διαφοράς
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος στηρίζεται στην έναρξη έρευνας έναντι μόνον των προερχομένων από την Ινδία εισαγωγών του οικείου προϊόντος
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
– Επί της φερομένης ως εισάγουσας δυσμενείς διακρίσεις συμπεριφοράς των θεσμικών οργάνων όσον αφορά τον προσδιορισμό του οικείου προϊόντος
– Επί της ελλείψεως έρευνας έναντι άλλων δυνητικών πηγών ντάμπινγκ
– Επί της παραβιάσεως της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση των θεμελιωδών διαδικαστικών απαιτήσεων καθόσον οι έρευνες διεξήχθησαν με γνώμονα μια Κοινότητα συγκείμενη μόνον από δεκαπέντε κράτη μέλη
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά τον χαρακτηρισμό του μηχανισμού πιστώσεων εισαγωγικών δασμών ως επιδοτήσεως και τον προσδιορισμό του ύψους των αντισταθμιστικών δασμών
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
– Επί της προβαλλομένης πλάνης περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της έννοιας της επιδοτήσεως
– Επί της προβαλλομένης πλάνης όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του DEPB ως επιδοτήσεως
– Επί της ελλείψεως έρευνας σχετικά με το υποστατό της λειτουργίας του DEPB
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από έλλειψη συνεκτιμήσεως των αποτελεσμάτων των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών, για τις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις, επί της κοινοτικής αγοράς κατά τον προσδιορισμό της ζημίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος σχετίζεται με την έλλειψη συνεκτιμήσεως των αποτελεσμάτων άλλων παραγόντων κατά τον προσδιορισμό της ζημίας και με την επιλογή της μεθόδου υπολογισμού της εν λόγω ζημίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
– Επί της αιτιάσεως που αντλείται από έλλειψη συνεκτιμήσεως των αποτελεσμάτων άλλων παραγόντων
– Επί της αιτιάσεως που αφορά την επιλογή της μεθόδου υπολογισμού του επιπέδου εξαλείψεως της ζημίας
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy