ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πρώτο τμήμα) της 2ας Δεκεμβρίου 2008
Υπόθεση T-471/04
Γεώργιος Καρατζόγλου
κατά
Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για την Ανασυγκρότηση (EAR)
«Υπαλληλική υπόθεση – Έκτακτος υπάλληλος – Αναπομπή στο Πρωτοδικείο κατόπιν αναιρέσεως – Καταγγελία συμβάσεως – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Κατάχρηση εξουσίας – Αρχή της χρηστής διοικήσεως»
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της από 26 Φεβρουαρίου 2004 αποφάσεως της EAR περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του προσφεύγοντος.
Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Ο Γεώργιος Καρατζόγλου και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για την Ανασυγκρότηση (EAR) φέρουν έκαστος τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Έκτακτοι υπάλληλοι – Διαφορετικά καθεστώτα – Καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εκτάκτου υπαλλήλου – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Δεν υφίσταται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25, εδ. 2· Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, άρθρα 11 και 47, σημείο 2, στοιχείο α΄)
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Λόγοι – Κατάχρηση εξουσίας – Έννοια
3. Υπάλληλοι – Έκτακτοι υπάλληλοι – Καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εκτάκτου υπαλλήλου – Πρόταση μεταθέσεως σε άλλη χώρα – Άρνηση
1. Η μονομερής καταγγελία συμβάσεως αορίστου χρόνου εκτάκτου υπαλλήλου, η οποία προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 47, σημείο 2, στοιχείο α΄, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού (ΚΛΠ), εμπίπτει στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως της αρμόδιας αρχής και την αναγνωρίζει ο έκτακτος υπάλληλος, κατά τον χρόνο προσλήψεώς του. Δικαιολογείται με τη σύμβαση εργασίας και δεν χρήζει, επομένως, αιτιολογήσεως. Ο έκτακτος υπάλληλος, η πρόσληψη του οποίου βασίζεται σε σύμβαση δυνάμενη να καταγγελθεί μονομερώς και άνευ αιτιολογίας, τηρουμένου του εφαρμοστέου δικαίου, διαφέρει ουσιαστικώς, υπό το πρίσμα της σχέσεως αυτής, του μονίμου υπαλλήλου. Δεν απολαύει της σταθεράς εργασίας η οποία διασφαλίζεται στον μόνιμο υπάλληλο, εφόσον, εξ ορισμού, η άσκηση των καθηκόντων του θα διαρκέσει ορισμένη χρονική περίοδο. Επομένως, η κατάσταση εκτάκτου υπαλλήλου διακρίνεται από την κατάσταση μονίμου υπαλλήλου, αποκλειομένης, συνεπώς, της εφαρμογής του άρθρου 25, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΚΥΚ), περί της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των βλαπτικών πράξεων, όπως προβλέπεται γενικώς στο άρθρο 11 του εν λόγω καθεστώτος.
(βλ. σκέψεις 35 και 36)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 18 Οκτωβρίου 1977, 25/68, Schertzer κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή τόμος 1977, σ. 529, σκέψεις 39 και 40· ΔΕΚ, 19 Ιουνίου 1992, C‑18/91 P, V. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. I‑3997, σκέψη 39· ΠΕΚ, 28 Ιανουαρίου 1992, T‑45/90, Speybrouck κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. II‑33, σκέψη 93· ΠΕΚ, 17 Μαρτίου 1994, T‑51/91, Hoyer κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I‑A‑103 και II‑341, σκέψη 27· ΠΕΚ, 15 Φεβρουαρίου 2005, T‑256/01, Pyres κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑23 και II‑99, σκέψη 43· ΠΕΚ, 6 Ιουνίου 2006, T‑10/02, Girardot κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑129 και II‑A‑2‑609, σκέψη 72
2. Η έννοια της καταχρήσεως εξουσίας έχει σαφώς συγκεκριμένο περιεχόμενο και αναφέρεται στη χρησιμοποίηση εκ μέρους μιας δημόσιας αρχής των εξουσιών της με σκοπό διαφορετικό εκείνου για τον οποίο της έχουν απονεμηθεί. Μια απόφαση πάσχει από κατάχρηση εξουσίας μόνον εφόσον προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, καταλλήλων και συγκλινόντων στοιχείων, ότι ελήφθη προς επίτευξη σκοπών διαφορετικών των προβαλλομένων. Συναφώς, δεν αρκεί η επίκληση ορισμένων πραγματικών περιστατικών προς στήριξη των προβαλλομένων αιτημάτων, πρέπει ακόμη να προσκομίζονται επαρκώς συγκεκριμένες, αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις ικανές να στηρίξουν το αληθές τους ή, τουλάχιστον, το πιθανολογούμενο ως αληθές τους, ελλείψει των οποίων δεν μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση η ακρίβεια των ισχυρισμών του οικείου θεσμικού οργάνου.
(βλ. σκέψεις 49 και 50)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 5 Ιουλίου 2000, T‑111/99, Samper κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑135 και II‑611, σκέψη 64· ΠΕΚ, 19 Σεπτεμβρίου 2001, T‑152/00, E κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑179 και II‑813, σκέψη 69· ΠΕΚ, 13 Δεκεμβρίου 2005, T‑155/03, T‑157/03 και T‑331/03, Cwik κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑411 και II‑1865, σκέψεις 179 και 180
3. Κατ’ εφαρμογήν της αρχής της χρηστής διοικήσεως, η διοίκηση υπέχει την υποχρέωση, όταν αποφαίνεται επί της καταστάσεως ενός υπαλλήλου, να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που είναι ικανά να προσδιορίσουν το περιεχόμενο της αποφάσεώς της και, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά και εκείνο του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου. Η διοίκηση, η οποία πρότεινε σε έκτακτο υπάλληλο τη μετάθεσή του σε άλλη χώρα, αντί την καταγγελία της συμβάσεώς του, δεν λαμβάνει υπόψη, καταγγέλλοντας τη σύμβαση του εκτάκτου υπαλλήλου ο οποίος αρνήθηκε τη μετάθεση, μόνον το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά και το συμφέρον του εν λόγω εκτάκτου υπαλλήλου.
(βλ. σκέψεις 56 έως 58)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 16 Μαρτίου 2004, T‑11/03, Afari κατά BCE, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑65 και II‑267, σκέψη 42· ΔΔΔ, 13 Δεκεμβρίου 2007, F‑28/06, Sequeira Wandschneider κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 150
Full & Egal Universal Law Academy