ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 4ης Ιουλίου 2007
Υπόθεση T-502/04
Stéphane Lopparelli
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Προαγωγή – Περίοδος προαγωγών 2003 – Χορήγηση μορίων προτεραιότητας»
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως περί χορηγήσεως μορίων προτεραιότητας στον προσφεύγοντα για την περίοδο προαγωγών 2003, καθώς και της αποφάσεως περί μη εγγραφής του ονόματός του στον κατάλογο των υπαλλήλων που προάγονται στον βαθμό Α 5 κατά την ίδια περίοδο προαγωγών.
Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προαγωγή – Συγκριτική εξέταση των προσόντων – Σχετικές λεπτομέρειες
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 43 και 45)
2. Υπάλληλοι – Προαγωγή – Συγκριτική εξέταση των προσόντων – Σχετικές λεπτομέρειες
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)
1. Στο πλαίσιο του συστήματος προαγωγών, το οποίο καθιερώθηκε με εσωτερική κανονιστική ρύθμιση της Επιτροπής και βασίζεται στην ποσοτικοποίηση των προσόντων, χαρακτηριστικό γνώρισμα του οποίου είναι η ετήσια απονομή μορίων διαφόρων ειδών στους υπαλλήλους και η ανάγκη συμπληρώσεως, για την περίοδο προαγωγών 2003, ορισμένου ορίου, αντιστοιχούντος στο άθροισμα των μορίων, προκειμένου να είναι δυνατή η προαγωγή, το μεταβατικό μέτρο της αυτόματης απονομής, λόγω αρχαιότητας στον βαθμό, ιδιαίτερα περιορισμένου αριθμού μορίων προτεραιότητας για την περίοδο προαγωγών 2003, αφενός, δικαιολογείται από επιτακτική ανάγκη που σχετίζεται με τη μετάβαση προς ένα νέο σύστημα προαγωγών και, αφετέρου, δεν είναι δυσανάλογο, διότι δεν προσδίδει, αυτό καθαυτό, καθοριστικό ρόλο στην αρχαιότητα στον βαθμό. Συνεπώς, το μέτρο αυτό δεν πρέπει να εκληφθεί ως υπερβαίνον τις εξουσίες που διαθέτει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή προκειμένου να προσαρμόσει, μεταβατικώς, την τροποποίηση των κανόνων προαγωγής των υπαλλήλων και δεν αντιβαίνει, επομένως, στα άρθρα 43 και 45 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ).
(βλ. σκέψεις 51 έως 54)
2. Στο πλαίσιο του συστήματος προαγωγών, το οποίο καθιερώθηκε με εσωτερική κανονιστική ρύθμιση της Επιτροπής και βασίζεται στην ποσοτικοποίηση των προσόντων, χαρακτηριστικό γνώρισμα του οποίου είναι, αφενός, η ετήσια απονομή μορίων διαφόρων ειδών στους υπαλλήλους, ορισμένα εκ των οποίων –«μόρια αξιολογήσεως»– προκύπτουν από τη μετατροπή της βαθμολογίας που έλαβε ο υπάλληλος κατά την περιοδική του αξιολόγηση βάσει του άρθρου 43 του ΚΥΚ, ενώ άλλα –«μόρια προτεραιότητας»–αποσκοπούν στη διάκριση, μεταξύ των υπαλλήλων, εκείνων που διαθέτουν τα περισσότερα προσόντα, προκειμένου να ενισχύσουν τις πιθανότητες προαγωγής τους, και, αφετέρου, η ανάγκη συμπληρώσεως ορισμένου ορίου, αντιστοιχούντος στο άθροισμα των μορίων, προκειμένου να είναι δυνατή η προαγωγή, ούτε η ύπαρξη ορίου προαγωγής, ούτε η ύπαρξη ποσοστώσεως για την απονομή μορίων προτεραιότητας εντός κάθε γενικής διευθύνσεως, ούτε και η υπόδειξη ενός μέσου όρου-στόχου για την απονομή των μορίων αξιολογήσεως μπορούν να εμποδίσουν την συγκριτική εξέταση των προσόντων κατά παράβαση του άρθρου 45 του ΚΥΚ και κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της αρχής της εξελίξεως της σταδιοδρομίας. Αντιθέτως, προκύπτει ότι οι εν λόγω μηχανισμοί μπορούν να ευνοήσουν την ουσιαστική έκφραση μιας αξιολογήσεως αντιπροσωπευτικής των προσόντων των υπαλλήλων, εξασφαλίζοντας παράλληλα τον υψηλότερο βαθμό συγκρισιμότητας των αξιολογήσεων στο σύνολο των γενικών διευθύνσεων της Επιτροπής και, συνακόλουθα, την ίση μεταχείριση των εν λόγω υπαλλήλων. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η συγκριτική εξέταση των προσόντων πρέπει, στην πράξη, να διενεργείται επί ίσοις όροις και βάσει συγκρίσιμων πηγών πληροφοριών.
Ως προς την ποσόστωση των μορίων προτεραιότητας ανά γενική διεύθυνση, αυτή τείνει στην επίτευξη του γενικού σκοπού των μορίων προτεραιότητας, δηλαδή την ενίσχυση των εχόντων τα περισσότερα προσόντα υπαλλήλων, προκειμένου να αυξηθούν οι πιθανότητες προαγωγής τους. Πράγματι, ο καθορισμός συγκεκριμένου αριθμού διαθεσίμων μορίων μπορεί να αναγκάσει τις γενικές διευθύνσεις να προβούν σε μια τέτοια επιλογή. Ο στόχος αυτός συνάδει προς το άρθρο 45 του ΚΥΚ, την ίση μεταχείριση και την εξέλιξη της σταδιοδρομίας. Το γεγονός ότι η απονομή των μορίων αυτών σε συγκεκριμένη περίπτωση ενδέχεται να οδηγήσει στην προαγωγή ενός μόνον υπαλλήλου ανά γενική διεύθυνση συνιστά εύλογη συνέπεια του σκοπού της επιλογής. Εξάλλου, είναι εξίσου εύλογο και ανάλογο μία γενική διεύθυνση μικρού μεγέθους να αριθμεί μειωμένο αριθμό υπαλλήλων οι οποίοι λαμβάνουν αυτής της κατηγορίας μόρια σε σχέση με τις γενικές διευθύνσεις που αριθμούν μεγαλύτερο αριθμό προακτέων υπαλλήλων. Εν πάση περιπτώσει, το επιχείρημα ότι οι ποσοστώσεις των μορίων αυτών προτεραιότητας πλήττουν τις γενικές διευθύνσεις μικρού μεγέθους διότι δεν μπορούν να προαγάγουν παρά ένα μόνον υπάλληλο είναι αλυσιτελές, καθόσον ο αριθμός των εν λόγω μορίων προτεραιότητας, που απονέμονται στον υπάλληλο δεν είναι, αυτός καθαυτόν, καθοριστικός για τη συμπλήρωση του ορίου προαγωγής δεδομένου ότι μπορούν να απονεμηθούν διαφορετικού είδους μόρια προτεραιότητας εκ μέρους της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ώστε να μπορέσει ο συγκεκριμένος υπάλληλος να συμπληρώσει το σχετικό όριο.
Τέλος, το κατ’ αυτόν τον τρόπο καθιερωθέν σύστημα δεν αντιβαίνει ούτε στο πνεύμα ούτε στη διατύπωση του άρθρου 45 του ΚΥΚ, κατά το μέτρο που συνεπάγεται τη μη ύπαρξη συγκρίσεως των προσόντων των υπαλλήλων των διαφόρων γενικών διευθύνσεων κατά το χρόνο της απονομής των μορίων προτεραιότητας εντός κάθε γενικής διευθύνσεως, δεδομένου ότι ο γενικός διευθυντής δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί σε προηγούμενη συγκριτική εξέταση των υπηρεσιών που παρέχονται εντός της γενικής διευθύνσεώς του σε σχέση με τις παρεχόμενες από τους υπαλλήλους των λοιπών γενικών διευθύνσεων υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, αφενός, η ποικιλία των καθηκόντων που εκτελούν οι υπάλληλοι των διαφόρων γενικών διευθύνσεων σε ένα θεσμικό όργανο όπως η Επιτροπή προϋποθέτει ότι οι ευθύνες που υπέχουν οι υπάλληλοι στον ίδιο βαθμό εντός του θεσμικού οργάνου δεν είναι παρόμοιες και τα προσόντα τους αποδεικνύονται, ως εκ τούτου, δυσχερώς συγκρίσιμα. Λαμβανομένου υπόψη του περιορισμένου αριθμού των μορίων προτεραιότητας ανά γενική διεύθυνση, κάθε προαγώγιμος υπάλληλος διαγωνίζεται με όλους τους λοιπούς υπαλλήλους της διευθύνσεως ή της υπηρεσίας του για την απονομή ενός περιορισμένου αριθμού μορίων με σκοπό την προαγωγή. Η απονομή, αφετέρου, των μορίων προτεραιότητας εντός κάθε γενικής διευθύνσεως συγκεκριμενοποιείται με την κατάρτιση καταλόγου των υπαλλήλων αναλόγως των προσόντων τους, ο οποίος δεν προσδιορίζει οριστικά τη σειρά προαγωγής των υπαλλήλων, που περιλαμβάνονται ή όχι στον κατάλογο αυτόν, διότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφασίζει ποιοι είναι οι προακτέοι υπάλληλοι σε κάθε βαθμό βάσει των προτάσεων των επιτροπών προαγωγών που συνοδεύει τον σχετικό κατάλογο, οι οποίες δεν δεσμεύουν την εν λόγω αρχή. Η αρχή αυτή λαμβάνει την απόφαση περί προαγωγής υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΚΥΚ, κατόπιν συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων όλων των περιλαμβανομένων στον συγκεκριμένο κατάλογο προαγώγιμων υπαλλήλων του θεσμικού οργάνου. Τηρεί, επίσης, την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και την αρχή της εξελίξεως της σταδιοδρομίας των υπαλλήλων ανάλογα με το βαθμό τους.
(βλ. σκέψεις 111, 112 και 147 έως 152)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 30 Νοεμβρίου 1993, T‑76/92, Τσιριμώκος κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II‑1281, σκέψη 21· ΠΕΚ, 21 Σεπτεμβρίου 1999, T‑157/98, Oliveira κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑163 και II‑851, σκέψη 35
Full & Egal Universal Law Academy