30.4.2004
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 106/72
Προσφυγή της Arch Chemicals, Inc., και της Arch Timber Protection Limited κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που ασκήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2004.
(Υπόθεση Τ-75/04)
(2004/C 106/145)
Γλώσσα διαδικασίας: η Αγγλική
Η Arch Chemicals, Inc., με έδρα το Norwalk, Connecticut, ΗΠΑ, και η Arch Timber Protection Limited, με έδρα το Castleford, Ηνωμένο Βασίλειο, εκπροσωπούμενες από τους K. Van Maldegem και C. Mereu, δικηγόρους, άσκησε στις 17 Φεβρουαρίου 2004 ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσφυγή κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει τα άρθρα 3 (και το παράρτημα ΙΙ), 4, παράγραφος 2, 5, παράγραφος 3, 10, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, 11, παράγραφος 3, 13 και 14, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 2032/2003 της Επιτροπής της 4ης Νοεμβρίου 2003, για τη δεύτερη φάση του 10ετούς προγράμματος εργασίας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά, και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2000,
—
να κηρύξει παράνομα και μη εφαρμοστέα έναντι των προσφευγουσών τα άρθρα 9, στοιχείο α, 10, παράγραφος 3, 11 και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά,
—
να κηρύξει παράνομο και μη εφαρμοστέο έναντι των προσφευγουσών το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2000 της Επιτροπής της 7ης Σεπτεμβρίου 2000 για την πρώτη φάση του προγράμματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά,
—
να υποχρεώσει την καθής να καταβάλει στις προσφεύγουσες αποζημίωση, η οποία ορίζεται προσωρινά σε ένα ευρώ, για τις ζημίες που αυτές υπέστησαν λόγω της θεσπίσεως και της θέσεως σε ισχύ των προσβαλλόμενων πράξεων, καθώς και κάθε νόμιμο τόκο, με την επιφύλαξη του υπολογισμού και του καθορισμού του ακριβούς ποσού.
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα.
Οι προσφεύγουσες είναι εταιρίες παραγωγής βιοκτόνων δραστικών ουσιών και βιοκτόνων προϊόντων, ιδίως μη γεωργικών παρασιτοκτόνων, τα οποία περιέχουν τις δραστικές αυτές ουσίες. Οι προσφεύγουσες διαθέτουν άδειες κυκλοφορίας των προϊόντων στην αγορά σε διάφορα κράτη μέλη, πολλά δε από τα προϊόντα τους προστατεύονται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.
Ενεργώντας σύμφωνα με την οδηγία 98/8/ΕΚ (1) και τον κανονισμό (ΕΚ) 1896/2000 (2) της Επιτροπής, οι προσφεύγουσες κοινοποίησαν τις δραστικές ουσίες και τους συνδυασμούς δραστικών ουσιών που χρησιμοποιούνται σε ορισμένο είδος προϊόντων [στο εξής: συνδυασμούς δραστικών ουσιών], συμμετέχοντας ως εκ τούτου στο πρόγραμμα αναθεωρήσεως κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 2032/2003 (3) της Επιτροπής. Σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν το δεύτερο στάδιο του προγράμματος αναθεωρήσεως, οι προσφεύγουσες υποχρεούνται να διεξαγάγουν δικές τους υψηλού κόστους μελέτες, όπως επιστημονικές μελέτες και μελέτες εκτιμήσεως κινδύνων και να υποβάλουν τα σχετικά στοιχεία στο κράτος μέλος που έχει οριστεί ως εισηγητής. Οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2032/2003, διότι δεν ορίζεται η ημερομηνία από την οποία άλλες εταιρίες, εκτός των αυτών που μετέχουν στη διαδικασία της αναθεωρήσεως, μπορούν να διαθέτουν στην αγορά τα βιοκτόνα προϊόντα που κοινοποίησαν οι μετέχουσες και τα οποία περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού. Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι δεν κατονομάζονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, και στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 2032/2003 ως μετέχουσες για τις δραστικές ουσίες και τους συνδυασμούς δραστικών ουσιών που κοινοποίησαν. Επίσης, οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση του άρθρου 5, παράγραφος 3, και της αιτιολογικής σκέψεως 10 του κανονισμού 2032/2003, διότι επιτρέπουν σε μη μετέχουσες εταιρίες να υποβάλουν αιτήσεις για να συμπεριληφθούν δραστικές ουσίες ή συνδυασμοί δραστικών ουσιών υπό ευνοϊκότερους όρους. Οι προσφεύγουσες προσβάλλουν επίσης το άρθρο 10, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2032/2003, διότι επιτρέπει στο κράτος μέλος-εισηγητή να λαμβάνει υπόψη του δεδομένα που υποβάλλονται από τρίτους. Οι προσφεύγουσες βάλλουν επίσης κατά του ότι το άρθρο 11, παράγραφος 3, και η αιτιολογική σκέψη 18 επιτρέπουν στην καθής να προβεί μονομερώς σε εκτίμηση ως προς τις δραστικές ουσίες και τους συνδυασμούς δραστικών ουσιών πριν το πέρας της διαδικασίας αναθεωρήσεως. Οι προσφεύγουσες βάλλουν επίσης κατά του άρθρου 13 και της αιτιολογικής σκέψεως 20, καθόσον επιτρέπουν στην καθής να αναστείλει ή να τερματίσει τη διαδικασία της αναθεωρήσεως, κατόπιν δικής της προτάσεως, η οποία υποβάλλεται κατά τα οριζόμενα στην οδηγία 76/769/ΕΟΚ (4). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι μία εκτίμηση ως προς τις βλαπτικές συνέπειες θα ήταν προτιμότερη από μία εξειδικευμένη ανά τομέα εκτίμηση ως προς τους υφιστάμενους κινδύνους βάσει της οδηγίας 98/8/ΕΚ. Τέλος, οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση του άρθρου 14, παράγραφος 2, διότι τροποποιεί αναδρομικά και χωρίς νόμιμη αιτιολογία τους κανόνες κοινοποιήσεως του κανονισμού 1896/2000, μεταβάλλοντας έναν σημαντικό παράγοντα ως προς τη συμμετοχή των προσφευγουσών στο πρόγραμμα της αναθεωρήσεως.
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η καθής καταχράστηκε την εξουσία που της ανατίθεται από την οδηγία 98/8/ΕΚ, διότι κατά την εφαρμογή της οδηγίας υπερέβη τα όρια που θέτει το γράμμα της οδηγίας και μετέβαλε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των προσφευγουσών. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η καθής αναρμοδίως εισήγαγε στον κανονισμό 2032/2003 τις προσβαλλόμενες διατάξεις χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Σύμφωνα με τις προσφεύγουσες, οι διατάξεις αυτές θα έπρεπε να εισαχθούν στην οδηγία 98/8/ΕΚ, κατόπιν σχετικής τροποποιήσεως.
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν επίσης ότι η καθής παρέβη τη Συνθήκη ΕΚ και τις αρχές του κοινοτικού δικαίου, και ειδικότερα τις διατάξεις της Συνθήκης για τον αθέμιτο ανταγωνισμό, καθώς και τις αρχές του ανόθευτου ανταγωνισμού, της νομικής βεβαιότητας και των νόμιμων προσδοκιών, της απαγορεύσεως των διακρίσεων, του σεβασμού της ιδιοκτησίας, της ελευθερίας ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητας και, τέλος, την αρχή της υπεροχής των διεθνών συμβάσεων και, ειδικότερα, των συμβάσεων TRIPs [Συμβάσεων για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου] με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες επικαλούνται επίσης τον παράνομο χαρακτήρα του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1896/2000 και των άρθρων 9, εδάφιο α, 10, παράγραφος 3, 11 και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/8/ΕΚ.
Οι προσφεύγουσες τονίζουν ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1896/2000 αποτελεί τη νομική βάση των άρθρων 3 και 4, παράγραφος 2, καθώς και του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 2032/2003 και ορίζει ότι μία δραστική ουσία ή ένας συνδυασμός δραστικών ουσιών που έχουν κοινοποιηθεί μπορούν ελεύθερα να διατεθούν στην αγορά από οποιαδήποτε άλλη εταιρία, χωρίς αυτή να έχει πρόσβαση στα δεδομένα που έχουν προκύψει από τις μελέτες των προσφευγουσών και χωρίς να έχει συγκεντρώσει η ίδια αντίστοιχο σύνολο δεδομένων. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1896/2000 παραγνωρίζει τις διατάξεις της οδηγίας 98/8/ΕΚ περί προστασίας των δεδομένων και ότι η καθής εξέδωσε τον κανονισμό αυτόν ενεργώντας κατά κατάχρηση εξουσίας και αναρμοδίως.
Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι τα άρθρα 9, στοιχείο α, 10, παράγραφος 3, και 11 της οδηγίας 98/8/ΕΚ σχετίζονται με το προσβαλλόμενο άρθρο 3 και το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 2032/2003. Σύμφωνα με τις προσφεύγουσες, το άρθρο 9, στοιχείο α, της οδηγίας 98/8/ΕΚ έχει παράνομο χαρακτήρα, διότι εισάγει δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ των δραστικών ουσιών που διατέθηκαν στην αγορά πριν τις 14 Μαΐου 2000 και αυτών που δεν είχαν διατεθεί στην αγορά μέχρι την ημερομηνία αυτή, με συνέπεια την εκδήλωση αθέμιτου ανταγωνισμού. Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι τα άρθρα 9, στοιχείο α, 10, παράγραφος 3, 11 και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/8/ΕΚ δεν είναι συμβατά προς άλλες διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. Ειδικότερα, με βάση τα άρθρα αυτά και αντιθέτως προς τα άρθρα 12 και 27 της οδηγίας 98/8/ΕΚ, οι προσφεύγουσες δεν συνδέονται εμφανώς με τις δραστικές ουσίες ή τους συνδυασμούς δραστικών ουσιών που έχουν κοινοποιήσει. Τέλος, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/8/ΕΚ πρέπει να κηρυχθεί παράνομο, προκειμένου να μην επιτρέπεται πλέον στα κράτη μέλη να εξακολουθούν να εφαρμόζουν την προϋφιστάμενη νομοθεσία σχετικά με τη διατήρηση της ισχύος των καταχωρίσεων βιοκτόνων προϊόντων για τα οποία δεν υπήρξε κοινοποίηση σε κοινοτικό επίπεδο.
(1) Οδηγία 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (ΕΕ L 123. σ. 1).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 1896/2000 της Επιτροπής της 7ης Σεπτεμβρίου 2000, για την πρώτη φάση του προγράμματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/8ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (ΕΕ L 228, σ. 6).
(3) Κανονισμός (ΕΚ) 2032/2003 της Επιτροπής της 4ης Νοεμβρίου 2003, για τη δεύτερη φάση του 10ετούς προγράμματος εργασίας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά, και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2000 (ΕΕ L 307, σ. 1).
(4) Οδηγία 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (ελληνική ειδ. έκδ. κεφ. 13, τ. 4, σ. 178).
Full & Egal Universal Law Academy