Υπόθεση T-136/04
Rasso Freiherr von Cramer-Klett και Rechtlerverband Pfronten
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου — Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας — Απόφαση 2004/69/ΕΚ της Επιτροπής — Κατάλογος των τόπων κοινοτικής σημασίας για την αλπική βιογεωγραφική περιοχή — Προσφυγή ακυρώσεως — Απαράδεκτο»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (πρώτο τμήμα) της 22ας Ιουνίου 2006
Περίληψη της διατάξεως
Προσφυγή ακυρώσεως — Φυσικά ή νομικά πρόσωπα — Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
Ο άμεσος επηρεασμός του προσφεύγοντος, ως προϋπόθεση για το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, απαιτεί το προσβαλλόμενο κοινοτικό μέτρο να επάγεται άμεσα αποτελέσματα επί της έννομης καταστάσεως του προσφεύγοντος και να μην αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, όταν αυτό έχει αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την κοινοτική ρύθμιση χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων. Τούτο σημαίνει ότι, οσάκις πράξη κοινοτικού οργάνου απευθύνεται σε κράτος μέλος, αν η ενέργεια στην οποία οφείλει να προβεί το κράτος μέλος προκειμένου να εκτελέσει την εν λόγω πράξη έχει αυτόματο χαρακτήρα ή αν ούτως ή άλλως οι συνέπειες της επίδικης πράξεως επέρχονται άνευ ετέρου, τότε η πράξη αφορά άμεσα κάθε θιγόμενο από τη σχετική ενέργεια πρόσωπο. Αν, αντίθετα, η πράξη παρέχει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να ενεργήσει ή να μην ενεργήσει ή αν το υποχρεώνει να ενεργήσει προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, τότε η αντίστοιχη ενέργεια ή αδράνεια του κράτους μέλους αφορά άμεσα το οικείο πρόσωπο και όχι την ίδια την πράξη.
Συναφώς, η απόφαση 2004/69, παραθέτοντας, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 92/43, περί της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων, τον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας για την αλπική βιογεωγραφική περιοχή, η οποία κατατάσσει ως τόπους κοινοτικής σημασίας ζώνες του γερμανικού εδάφους, δεν θίγει ούτε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών εκτάσεων γης ούτε την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, εφόσον ουδόλως γεννά υποχρεώσεις για τους επιχειρηματίες ή τους ιδιώτες και δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη ως προς το καθεστώς προστασίας των τόπων κοινοτικής σημασίας, όπως μέτρα διατηρήσεως ή διαδικασίες εγκρίσεως.
Ομοίως, οι απορρέουσες από την οδηγία 92/43 υποχρεώσεις, ιδίως δε εκείνες των άρθρων 4 και 6, οι οποίες βαρύνουν τα κράτη μέλη αφ’ ης στιγμής η προσβαλλόμενη απόφαση όρισε τους τόπους κοινοτικής σημασίας, δεν τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής επί των εν λόγω επιχειρηματιών, εφόσον απαιτούν πράξη εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους προκειμένου τούτο να προσδιορίσει με ποιο τρόπο προτίθεται να θέσει σε εφαρμογή τις υποχρεώσεις αυτές.
(βλ. σκέψεις 45-47, 52)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 22ας Ιουνίου 2006 (*)
«Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου – Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας – Απόφαση 2004/69/ΕΚ της Επιτροπής – Κατάλογος των τόπων κοινοτικής σημασίας για την αλπική βιογεωγραφική περιοχή – Προσφυγή ακυρώσεως – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T‑136/04,
Rasso Freiherr von Cramer-Klett, κάτοικος Aschau im Chiemgau (Γερμανία),
Rechtlerverband Pfronten, με έδρα το Pfronten (Γερμανία),
εκπροσωπούμενοι από τους T. Schönfeld και L. Thum, δικηγόρους,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους M. van Beek και B. Schima,
καθής,
υποστηριζόμενης από
τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από τις T. Pynnä και A. Guimaraes-Purokoski,
παρεμβαίνουσα,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως 2004/69/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 2003, για τη θέσπιση, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, του καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας για την αλπική βιογεωγραφική περιοχή (ΕΕ 2004, L 14, σ. 21),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. García-Valdecasas, πρόεδρο, I. Labucka και V. Trstenjak, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
1 Το Συμβούλιο εξέδωσε στις 21 Μαΐου 1992 την οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ 1992, L 206, σ. 7, στο εξής: οδηγία περί οικοτόπων).
2 Η οδηγία περί οικοτόπων έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, αυτής, στο να συμβάλει στην προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας, μέσω της διατηρήσεως των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών όπου εφαρμόζεται η Συνθήκη ΕΚ.
3 Στο άρθρο 2, παράγραφος 2, αυτής, διευκρινίζεται ότι τα λαμβανόμενα προς εφαρμογήν της μέτρα αποσκοπούν στη διασφάλιση της διατηρήσεως ή της αποκαταστάσεως σε ικανοποιητικό επίπεδο των κοινοτικού ενδιαφέροντος φυσικών οικοτόπων και των άγριων ειδών πανίδας και χλωρίδας.
4 Σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί οικοτόπων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος σε ικανοποιητικό επίπεδο, πρέπει να χαρακτηριστούν ειδικές ζώνες διατηρήσεως ώστε να υλοποιηθεί ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο σύμφωνα με καθορισμένο χρονοδιάγραμμα.
5 Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, το δίκτυο, αποκαλούμενο «Natura 2000», περιλαμβάνει ειδικές ζώνες διατηρήσεως καθώς και τις ζώνες ειδικής προστασίας που έχουν ταξινομηθεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202).
6 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων, ως ειδική ζώνη διατηρήσεως ορίζεται ο «τόπος κοινοτικής σημασίας οριζόμενος από τα κράτη μέλη με κανονιστική, διοικητική ή/και συμβατική πράξη, όπου εφαρμόζονται τα μέτρα διατηρήσεως που απαιτούνται για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση των φυσικών οικοτόπων ή/και των πληθυσμών των ειδών για τα οποία ορίζεται ο τόπος, σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως».
7 Το άρθρο 4 της οδηγίας προβλέπει διαδικασία τριών σταδίων για τον ορισμό των ειδικών ζωνών διατηρήσεως. Δυνάμει της παραγράφου 1 της ανωτέρω διατάξεως, κάθε κράτος μέλος προτείνει κατάλογο τόπων υποδεικνύοντας τους τύπους φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I και τα ιθαγενή είδη του παραρτήματος II της οδηγίας περί οικοτόπων που απαντούν εκεί. Εντός τριών ετών από την κοινοποίηση της οδηγίας περί οικοτόπων, ο εν λόγω κατάλογος διαβιβάζεται στην Επιτροπή παράλληλα με τα αφορώντα κάθε τόπο στοιχεία.
8 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων, η Επιτροπή καταρτίζει, με βάση τους ανωτέρω καταλόγους και τα απαριθμούμενα στο παράρτημα ΙΙΙ αυτής κριτήρια και σε συμφωνία με κάθε κράτος μέλος, σχέδιο καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας. Ο κατάλογος των τόπων κοινοτικής σημασίας καταρτίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 21 της οδηγίας περί οικοτόπων διαδικασία. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται εντός προθεσμίας έξι ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας περί οικοτόπων.
9 Το άρθρο 4, παράγραφος 4, αυτής ορίζει ότι, όταν ένας τόπος κοινοτικής σημασίας επελέγη δυνάμει της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής διαδικασίας, το οικείο κράτος μέλος ορίζει το ταχύτερο δυνατόν, και το αργότερο εντός εξαετίας, τον τόπο αυτό ως ειδική ζώνη διατηρήσεως, τάσσοντας τις προτεραιότητες με γνώμονα τη σημασία των τόπων για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση σε ικανοποιητικό επίπεδο ενός τύπου φυσικού οικοτόπου του παραρτήματος I ή ενός είδους του παραρτήματος II και για τη συνεκτικότητα του Natura 2000, καθώς και σε συνάρτηση με τους κινδύνους υποβαθμίσεως ή καταστροφής που απειλούν τους τόπους αυτούς.
10 Στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας περί οικοτόπων διευκρινίζεται ότι, αφ’ ης στιγμής ένας τόπος εγγραφεί στον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας που καταρτίζει η Επιτροπή, υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων.
11 Κατά το άρθρο 6 της οδηγίας περί οικοτόπων:
«1. Για τις ειδικές ζώνες διατηρήσεως, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα διατηρήσεως που συνεπάγονται ενδεχομένως σχέδια διαχειρίσεως προσιδιάζοντα στους τόπους ή ενσωματωμένα σε άλλα σχέδια χωροταξικής φύσεως, καθώς και τα κατάλληλα κανονιστικά, διοικητικά ή συμβατικά μέτρα που ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις των τύπων φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I και των ειδών του παραρτήματος II που απαντούν στους τόπους.
2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφεύγεται εντός των ειδικών ζωνών διατηρήσεως η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των ενδιαιτημάτων ειδών, καθώς και η ενόχληση των ειδών για τα οποία έχουν ορισθεί οι ζώνες, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις υπό το πρίσμα των στόχων της παρούσας οδηγίας.
3. Κάθε σχέδιο μη συνδεόμενο άμεσα ή αναγκαίο για τη διατήρηση του τόπου αλλά δυνάμενο να επηρεάσει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, ατομικώς ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του επί του τόπου αυτού, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατηρήσεώς του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτιμήσεως των επιπτώσεων επί του τόπου και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν με το εν λόγω σχέδιο μόνον αφού προηγουμένως βεβαιωθούν ότι δεν πρόκειται να θίξει την ακεραιότητα του οικείου τόπου και αφού ενδεχομένως συμβουλευθούν το κοινό.
4. Αν, παρά τα αρνητικά συμπεράσματα της εκτιμήσεως των επιπτώσεων επί του τόπου και ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, ένα σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημόσιου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσεως, το κράτος μέλος λαμβάνει κάθε αντισταθμιστικό μέτρο αναγκαίο για να διασφαλίσει την προστασία της συνολικής συνοχής του Natura 2000. Το κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα ληφθέντα αντισταθμιστικά μέτρα.
Όταν ο οικείος τόπος είναι τόπος όπου απαντά ένας τύπος φυσικού οικοτόπου ή/και ένα είδος προτεραιότητας, μπορούν να προβληθούν μόνον επιχειρήματα αφορώντα την υγεία ανθρώπων και τη δημόσια ασφάλεια ή σχετικά με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον ή, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της Επιτροπής, άλλοι επιτακτικοί σημαντικοί λόγοι υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος.»
12 Η απόφαση 2004/69/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 2003, για τη θέσπιση, κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας περί οικοτόπων, του καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας για την αλπική βιογεωγραφική περιοχή (ΕΕ 2004, L 14, σ. 21, στο εξής προσβαλλόμενη απόφαση), εκδόθηκε βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της ανωτέρω οδηγίας. Μεταξύ των τόπων κοινοτικής σημασίας που περιλαμβάνονται στον κατάλογο απαντούν οι ακόλουθοι τόποι:
– DE 8239304 Hochries-Laubensteingebiet und Spitzstein·
– DE 8429303 Kienberg mit Magerrasen im Tal der Steinacher Ach.
13 Ο πρώτος από τους προσφεύγοντες είναι κύριος εκτάσεως γης κειμένης στον τόπο κοινοτικής σημασίας υπό τα στοιχεία DE 8239304. Ο δεύτερος προσφεύγων είναι αστική εταιρία, μέλη της οποίας είναι οι ιδιοκτήτες γαιών κειμένων στον τόπο κοινοτικής σημασίας υπό τα στοιχεία DE 8429303. Οι προσφεύγοντες εκμεταλλεύονται τις δασικές εκτάσεις τους στο πλαίσιο επιχειρήσεων που συνέστησαν επί τούτου.
Διαδικασία
14 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Απριλίου 2004, οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.
15 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 2 Σεπτεμβρίου 2004, η Δημοκρατία της Φινλανδίας (στο εξής: παρεμβαίνουσα) ζήτησε να παρέμβει στην υπό κρίση διαδικασία προς στήριξη της Επιτροπής. Με διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 2004, ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος του Πρωτοδικείου έκανε δεκτή την παρέμβαση. Η παρεμβαίνουσα κατέθεσε το υπόμνημά της περιοριζόμενη στο ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής. Οι προσφεύγοντες και η Επιτροπή δεν κατέθεσαν παρατηρήσεις επί του υπομνήματος αυτού.
16 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Σεπτεμβρίου 2004, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της ανωτέρω ενστάσεως στις 17 Νοεμβρίου 2004.
Αιτήματα των διαδίκων
17 Με την ένστασή της απαραδέκτου, η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
– να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
18 Με το υπόμνημά της παρεμβάσεως, η παρεμβαίνουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
19 Με τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου, οι προσφεύγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου·
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
20 Κατά το άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο αποφαίνεται επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία, ενώ η διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου συνεχίζεται προφορικώς, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας και ότι παρέλκει η διεξαγωγή της προφορικής διαδικασίας.
Επιχειρήματα των διαδίκων
21 Η Επιτροπή υποστηρίζει κατά κύριο λόγο ότι οι προσφεύγοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον.
22 Εκτιμά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά απλώς ενδιάμεσο μέτρο κατά την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 10). Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής, στον βαθμό που η κατάρτιση του καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας δεν περατώνει τη σκοπούσα στην ίδρυση του δικτύου Natura 2000 διαδικασία.
23 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει άμεση επίπτωση επί της έννομης καταστάσεως των προσφευγόντων. Κατά την άποψή της, τυχόν έννομα αποτελέσματα επί των προσφευγόντων θα επέλθουν μόνον όταν οι εθνικές αρχές λάβουν μέτρα εφαρμογής της οδηγίας περί οικοτόπων και της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
24 Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή εκτιμά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως παρεμβαίνει στην έννομη σφαίρα των προσφευγόντων. Επομένως, δεν νομιμοποιούνται, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
25 Η Επιτροπή ισχυρίζεται επικουρικώς ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφορά τους προσφεύγοντες άμεσα και ατομικά.
26 Ως προς τον άμεσο επηρεασμό των προσφευγόντων, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι συνέπειες από την κατάρτιση του καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας, ήτοι η υποχρέωση των κρατών μελών να ορίσουν τους εν λόγω τόπους ως ειδικές ζώνες διατηρήσεως και να προβλέψουν μέτρα διατηρήσεως για τους τόπους αυτούς, δεν επέρχονται αυτομάτως. Ακόμη και αν ο κατάλογος των τόπων διαλαμβάνει δεσμευτικώς την έκταση των ζωνών καθώς και τον τύπο φυσικών οικοτόπων και των προς προστασία ειδών, τα κράτη μέλη διατηρούν ορισμένη εξουσία εκτιμήσεως σχετικά με τα ειδικώς προσδιοριζόμενα στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων μέτρα διατηρήσεως. Μόνον τα εν λόγω μέτρα επάγονται αποτελέσματα επί της έννομης καταστάσεως των προσφευγόντων. Επομένως, είναι αδιανόητο η προσβαλλόμενη απόφαση να αφορά τους προσφεύγοντες ατομικά.
27 Η Επιτροπή προσθέτει ότι ούτε από το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας περί οικοτόπων, το οποίο προβλέπει ότι ένας τόπος διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, αυτής, αφ’ ης στιγμής εγγράφεται στον προβλεπόμενο στην παράγραφο 2, τρίτο εδάφιο, κατάλογο, συνάγεται ότι οι προσφεύγοντες επηρεάζονται άμεσα. Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων επιβάλλει την υποχρέωση να αποφεύγεται η υποβάθμιση ή η ενόχληση του τόπου. Το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της ιδίας οδηγίας προβλέπει διαδικασία εγκρίσεως των σχεδίων που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις επί του τόπου. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις πρόκειται για υποχρεώσεις βαρύνουσες τα κράτη μέλη και όχι τους ιδιώτες.
28 Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία επάγεται άμεση συνέπεια επί της έννομης καταστάσεως των προσφευγόντων, οπότε οι τελευταίοι δεν επηρεάζονται άμεσα από την απόφαση και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως.
29 Όσον αφορά τον κατ’ ιδίαν επηρεασμό των προσφευγόντων, η Επιτροπή εκτιμά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει ούτε τα δικαιώματα ούτε τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών γης, αλλά καταρτίζει απλώς κατάλογο των τόπων επί των οποίων τυγχάνουν εφαρμογής στη συνέχεια και άλλες διατάξεις οι οποίες δεν αφορούν περαιτέρω την έγγεια ιδιοκτησία. Ο στόχος των διατάξεων αυτών έγκειται στην προστασία των τόπων από την επιδείνωση της καταστάσεως διατηρήσεώς τους, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά στην οποία οφείλεται η επιδείνωση αυτή.
30 Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να διατείνονται, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση στους ιδιοκτήτες γης, ότι αυτή θίγει ειδικά δικαιώματά τους ή προκαλεί εξαιρετική ζημία τέτοιας φύσεως ώστε να τους εξατομικεύει έναντι οποιουδήποτε άλλου επιχειρηματία. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η απόφαση επιβάλλει ενδεχομένως υποχρεώσεις στους προσφεύγοντες, τούτο θα ήταν απόρροια αντικειμενικώς οριζόμενης καταστάσεως, ήτοι της γεωγραφικής καταστάσεως των τόπων που απαντούν στο παράρτημα.
31 Κατά την Επιτροπή, οι προσφεύγοντες δεν εξατομικεύονται ούτε από το γεγονός ότι η ίδια είναι υποχρεωμένη, δυνάμει ειδικών διατάξεων, να λάβει υπόψη τις συνέπειες της πράξεως που πρόκειται να θεσπίσει επί της καταστάσεως των προσφευγόντων. Κατά την Επιτροπή, μόνον τα αποκλειστικώς επιστημονικά κριτήρια ως προς την προστασία της φύσεως τυγχάνουν εφαρμογής επί της διαδικασίας η οποία οδήγησε στη λήψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επιπλέον, καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση τηρήσεως, προς έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας οι προσφεύγοντες θα είχαν τη δυνατότητα να επικαλεστούν τα δικαιώματά τους, όπως το δικαίωμα της ακροάσεώς τους.
32 Η Επιτροπή εκτιμά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά επομένως ατομικά τους προσφεύγοντες. Συνάγει ότι, υπό το φως όλων των προηγηθέντων, η προσφυγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
33 Η παρεμβαίνουσα υποστηρίζει την επιχειρηματολογία της Επιτροπής και καταλήγει επίσης στο απαράδεκτο της υπό κρίση προσφυγής.
34 Όσον αφορά τον άμεσο επηρεασμό των προσφευγόντων, η παρεμβαίνουσα προσθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφήνει προδήλως στα κράτη μέλη τη δυνατότητα θεσπίσεως ή μη ορισμένων μέτρων. Έτσι, οι επιπτώσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο οι εθνικές αρχές πρόκειται να ασκήσουν τη διακριτική εξουσία τους.
35 Όσον αφορά τον κατ’ ιδίαν επηρεασμό των προσφευγόντων, η παρεμβαίνουσα εκτιμά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν τους εμποδίζει να κάνουν χρήση των αποκλειστικών δικαιωμάτων τους και δεν τους στερεί τα δικαιώματά τους. Η ανωτέρω απόφαση δεν ρυθμίζει συγκεκριμένα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των προσφευγόντων, αλλά απλώς καθορίζει τον κατάλογο των οριζομένων γεωγραφικώς ζωνών. Οι τυχόν αρνητικές επιπτώσεις, επίκληση των οποίων γίνεται με την προσφυγή, είναι απλώς έμμεσες συνέπειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
36 Κατά την παρεμβαίνουσα, πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά τους προσφεύγοντες υπό την ιδιότητά τους ως κατόχων αποκλειστικών δικαιωμάτων. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι τους επηρεάζει, τούτο θα συνέβαινε μόνον ως εκ της ιδιότητάς τους ως ιδιοκτητών γης, όπως ακριβώς θα επηρεαζόταν η έννομη κατάσταση όλων των ιδιοκτητών των γαιών που απαριθμούνται στο παράρτημά της.
37 Η παρεμβαίνουσα υπογραμμίζει επίσης ότι, ακόμη και αν η προσβαλλόμενη απόφαση προσφέρεται ενδεχομένως για τον προσδιορισμό των ιδιοκτητών των γαιών που αποτελούν αντικείμενο του παραρτήματός της I, τούτο ουδόλως σημαίνει ότι οι προσφεύγοντες πρέπει να εκληφθούν ως ατομικώς θιγόμενοι, τη στιγμή που γεγονός παραμένει ότι η ανωτέρω απόφαση εφαρμόζεται δυνάμει αντικειμενικής πραγματικής καταστάσεως που προσδιορίζει η ίδια, ήτοι της από φυσικής απόψεως αξίας των επίδικων γαιών (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 6ης Σεπτεμβρίου 2004, T‑213/02, SNF κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑3047, σκέψη 59, καθώς και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία).
38 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τους αφορά άμεσα και ατομικά.
39 Όσον αφορά τον άμεσο επηρεασμό τους, οι προσφεύγοντες παραπέμπουν στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας περί οικοτόπων, το οποίο προβλέπει ότι, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι τόποι που αποτελούν αντικείμενο αυτής δεν επιδέχονται υποβάθμιση, όπως προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων, και υπόκεινται στην εφαρμοστέα επί των, κατά την έννοια του ιδίου άρθρου, παράγραφοι 3 και 4, σχεδίων διαδικασία εγκρίσεως. Εκτιμούν ότι, ακόμη και αν οι ανωτέρω υποχρεώσεις αφορούν τα κράτη μέλη, πάντως, οι προμνησθείσες υποχρεώσεις τους αφορούν άμεσα, δεδομένου ότι το άρθρο 6 γεννά άμεσες υποχρεώσεις προς ενέργεια έναντι αυτών. Κατά τους προσφεύγοντες, το άρθρο 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων δεν αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στα κράτη μέλη.
40 Όσον αφορά τον κατ’ ιδίαν επηρεασμό τους, οι προσφεύγοντες εκτιμούν ότι είναι αναμφισβήτητο ότι οι αρνητικές έννομες επιπτώσεις που υφίστανται δεν διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνες που υφίστανται οι λοιποί ιδιοκτήτες γαιών εντός των τόπων που αποτελούν αντικείμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Πλην όμως, ως ομάδα αναφοράς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατά την άποψή τους, το σύνολο των ιδιοκτητών γαιών της Κοινότητας.
41 Προσθέτουν ότι οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4, της οδηγίας περί οικοτόπων επάγονται περιορισμούς στη χρήση της ιδιοκτησίας τους. Η γεωγραφική κατάσταση των γαιών αποτελεί για την προσβαλλόμενη απόφαση κριτήριο υπαγωγής διότι το σύστημα της οδηγίας αναφέρεται αποκλειστικά στο εν λόγω κριτήριο. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι προσφεύγοντες ουδεμία θα είχαν δυνατότητα προσφυγής κατά της ανωτέρω οδηγίας, εφόσον αυτή δεν θα τους αφορούσε άμεσα και ατομικά.
42 Κατόπιν αυτού, οι προσφεύγοντες εκτιμούν ότι οι επιταγές για αποτελεσματική ένδικη προστασία θα στερούνταν νοήματος αν δεν θεωρούνταν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τους ιδιοκτήτες ατομικά, εφόσον εμπλέκονται μόνο λόγω της γεωγραφικής καταστάσεως των γαιών που κατέχουν.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
43 Κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί […] προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ’ αυτό, καθώς και κατά των αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά».
44 Εφόσον δεν αμφισβητείται ότι οι προσφεύγοντες δεν είναι αποδέκτες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επιβάλλεται να εξεταστεί αν η απόφαση τους αφορά άμεσα και ατομικά.
45 Όσον αφορά τον άμεσο επηρεασμό των προσφευγόντων, πρέπει να υπομνησθεί ότι η σχετική προϋπόθεση απαιτεί εν προκειμένω η προσβαλλόμενη απόφαση να επάγεται άμεσα αποτελέσματα επί της έννομης καταστάσεώς τους και να μην αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή της, όταν αυτή έχει αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την κοινοτική ρύθμιση χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 1998, C-386/96 P, Dreyfus κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑2309, σκέψη 43, και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία, καθώς και απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουνίου 2000, T‑172/98, T‑175/98 έως T‑177/98, Salamander κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. II‑2487, σκέψη 52).
46 Τούτο σημαίνει ότι, οσάκις πράξη κοινοτικού οργάνου απευθύνεται σε κράτος μέλος, αν η ενέργεια στην οποία οφείλει να προβεί το κράτος μέλος προκειμένου να εκτελέσει την εν λόγω πράξη έχει αυτόματο χαρακτήρα ή αν ούτως ή άλλως οι συνέπειες της επίδικης πράξεως επέρχονται άνευ ετέρου, τότε η πράξη αφορά άμεσα κάθε θιγόμενο από τη σχετική ενέργεια πρόσωπο. Αν, αντίθετα, η πράξη παρέχει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να ενεργήσει ή να μην ενεργήσει ή αν το υποχρεώνει να ενεργήσει προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, τότε η αντίστοιχη ενέργεια ή αδράνεια του κράτους μέλους αφορά άμεσα το οικείο πρόσωπο και όχι την ίδια την πράξη (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη του Πρωτοδικείου της 10ης Σεπτεμβρίου 2002, T‑223/01, Japan Tobacco και JT International κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. II‑3259, σκέψη 46).
47 Το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ορίζει ως τόπους κοινοτικής σημασίας ζώνες της γερμανικής επικρατείας όπου οι προσφεύγοντες κατέχουν γαίες, επάγεται αφ’ εαυτής αποτελέσματα επί της έννομης καταστάσεως των προσφευγόντων. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη ως προς το καθεστώς προστασίας των τόπων κοινοτικής σημασίας, όπως μέτρα διατηρήσεως ή διαδικασίες εγκρίσεως. Έτσι, δεν θίγει ούτε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών εκτάσεων γης ούτε την άσκηση των οικείων δικαιωμάτων. Σε αντίθεση προς όσα διατείνονται οι προσφεύγοντες, ότι οι εν λόγω τόποι περιλαμβάνονται στον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας ουδόλως γεννά υποχρεώσεις για τους επιχειρηματίες ή τους ιδιώτες.
48 Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων διευκρινίζει ότι, αφ’ ης στιγμής ένας τόπος επελέγη από την Επιτροπή ως τόπος κοινοτικής σημασίας, το οικείο κράτος μέλος χαρακτηρίζει τον τόπο αυτό ως «ειδική ζώνη προστασίας» εντός κατ’ ανώτατο όριο προθεσμίας έξι ετών. Συναφώς, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα διατηρήσεως για τις ειδικές ζώνες προστασίας και τούτο προκειμένου να ανταποκριθούν στις οικολογικές απαιτήσεις του τύπου φυσικού οικοτόπου και των ειδών που απαντούν στους τόπους.
49 Το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας περί οικοτόπων διευκρινίζει επίσης ότι, αφ’ ης στιγμής ένας τόπος εγγράφεται στον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας, υπόκειται στις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 4.
50 Έτσι, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων ορίζει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφεύγεται εντός των ειδικών ζωνών διατηρήσεως η υποβάθμιση των φυσικών οικοτόπων και των ενδιαιτημάτων ειδών, καθώς και η ενόχληση των ειδών για τα οποία έχουν ορισθεί οι ζώνες, εφόσον οι ενοχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις υπό το πρίσμα των στόχων της παρούσας οδηγίας.
51 Ομοίως, το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας περί οικοτόπων ορίζει ότι κάθε σχέδιο μη συνδεόμενο άμεσα ή αναγκαίο για τη διατήρηση του τόπου αλλά δυνάμενο να επηρεάσει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, ατομικώς ή από κοινού με άλλα σχέδια, εκτιμάται δεόντως ως προς τις επιπτώσεις του επί του τόπου αυτού, λαμβανομένων υπόψη των στόχων διατηρήσεώς του. Βάσει των συμπερασμάτων της εκτιμήσεως των επιπτώσεων επί του τόπου, οι αρμόδιες εθνικές αρχές συμφωνούν με το εν λόγω σχέδιο μόνον αφού προηγουμένως βεβαιωθούν ότι δεν πρόκειται να θίξει την ακεραιότητα του οικείου τόπου. Συναφώς, το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας περί οικοτόπων διευκρινίζει ότι, αν ένα τέτοιο σχέδιο πρέπει να πραγματοποιηθεί για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, το κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα αναγκαία αντισταθμιστικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει τη συνολική συνοχή του δικτύου Natura 2000.
52 Από την ανάγνωση των σχετικών υποχρεώσεων, οι οποίες βαρύνουν τα οικεία κράτη μέλη αφ’ ης στιγμής η προσβαλλόμενη απόφαση όρισε τους τόπους κοινοτικής σημασίας, διαπιστώνεται ότι καμία από τις ανωτέρω υποχρεώσεις δεν τυγχάνει άμεσης εφαρμογής επί των προσφευγόντων. Πράγματι, όλες οι ανωτέρω υποχρεώσεις απαιτούν πράξη εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους προκειμένου τούτο να προσδιορίσει με ποιο τρόπο προτίθεται να θέσει σε εφαρμογή την επίδικη υποχρέωση, είτε πρόκειται για τα αναγκαία μέτρα διατηρήσεως (άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας περί οικοτόπων), για τα κατάλληλα μέτρα αποφυγής της υποβαθμίσεως του τόπου (άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας περί οικοτόπων), είτε πρόκειται για τη συμφωνία εκ μέρους των αρμόδιων εθνικών αρχών επί σχεδίου δυναμένου να επηρεάσει σημαντικά τον τόπο (άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας περί οικοτόπων).
53 Επομένως, όπως προκύπτει από την οδηγία περί οικοτόπων, με βάση την οποία ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή δεσμεύει το κράτος μέλος ως προς επίτευξη αποτελέσματος, αφήνοντας πάντως στις εθνικές αρχές την αρμοδιότητα των ληπτέων μέτρων διατηρήσεως και των ακολουθητέων διαδικασιών εγκρίσεως. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το περιθώριο εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται με τον τρόπο αυτό στα κράτη μέλη πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τους στόχους της οδηγίας περί οικοτόπων.
54 Όπως προκύπτει από το σύνολο των προηγηθεισών σκέψεων, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά άμεσα τους προσφεύγοντες, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, οπότε η προσφυγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, χωρίς να απαιτείται η εξέταση του ζητήματος αν η επίδικη απόφαση αφορά τους προσφεύγοντες ατομικά.
55 Πάντως, ως εκ του ότι οι προσφεύγοντες αδυνατούν να ζητήσουν την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τους παρέχεται η δυνατότητα να αμφισβητήσουν τα ληφθέντα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6 της οδηγίας περί οικοτόπων μέτρα που τους θίγουν και υπό την έννοια αυτή διατηρούν τη δυνατότητα να επικαλεστούν την έλλειψη νομιμότητάς της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία αποφαίνονται τηρώντας το άρθρο 234 ΕΚ (απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 1998, C‑70/97 P, Kruidvat κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑7183, σκέψεις 48 και 49, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 12ης Ιουλίου 2000, T‑45/00, Conseil national des professions de l’automobile κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑2927, σκέψη 26).
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος αντιδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, σύμφωνα με τα αιτήματα της τελευταίας.
57 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Εν προκειμένω, η Δημοκρατία της Φινλανδίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδά της.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πρώτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει ως απαράδεκτη την προσφυγή.
2) Οι προσφεύγοντες φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους καθώς και τα έξοδα της Επιτροπής.
3) Η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Λουξεμβούργο, 22 Ιουνίου 2006.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
R. García-Valdecasas
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy